Oguz Onkaya άλλως Oguz Osman άλλως Oguz Nurettin Osman Bey άλλως Oguz Nurettin Osman άλλως Oguz Osman Onkayia άλλως Οguz Ahmet Onkayia κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ. 1314/13, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1314/13 Μεταξύ: Oguz Onkaya άλλως Oguz Osman άλλως Oguz Nurettin Osman Bey άλλως Oguz Nurettin Osman άλλως Oguz Osman Onkayia άλλως Οguz Ahmet Onkayia από την Άγκυρα, Τουρκία Οguz Osman Onkayia άλλως Oguz Amet Onkayia από την Άγκυρα, Tουρκία, υπό την ιδιότητα διαχειριστή της περιουσίας της Ayse Ahmet Effendi, τέως από την Τουρκία Εναγόντων - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Λευκωσία Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Λευκωσία Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Λευκωσία Φίλιππος Μιχαήλ, Πάφο Εθνική Φρουρά, Λευκωσία Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Λευκωσία Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.11.13 για απόρριψη της αγωγής ------------------- 27.3.14 Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη 7: Κα Γιαβάσιη για κ. Δημητρίου (ν' ακούσει απόφαση) Για τους Καθ'ων η αίτηση - Ενάγοντες: Κα Ζυμπουλάκη για κ. Hakki (ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1,2, 3, 4 και 6: Κος Χ"Κύρου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες 1 και 2 οι οποίοι είναι το ίδιο πρόσωπο αλλά υπό διαφορετικές ιδιότητες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων διάταγμα όπως παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των ακινήτων που αναφέρονται αναλυτικά στην Έκθεση Απαίτησης και επιπλέον να πληρώσουν το ποσό των €7.581.541,00 ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα κέρδη από 1.1.64 μέχρι 14.8.12, καθώς και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή παράβαση νόμιμων καθηκόντων και/ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από 15.8.12 μέχρι την ημερομηνία της απόφασης. Αξιώνουν περαιτέρω παραδειγματικές αποζημιώσεις, καθώς και €100.000 ως ηθική αποζημίωση για ψυχική οδύνη, απογοήτευση και απελπισία. Οι μεν Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 6 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης με τον Γενικό Εισαγγελέα στις 6.6.13, η δε Εναγόμενη 7 με δικηγόρο στις 14.6.
- Στις 4.7.13 καταχωρήθηκαν δύο αιτήσεις εκ μέρους των Εναγόντων, η μια για απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 5 λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και η άλλη για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 7 λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης. Και οι δύο αιτήσεις ορίστηκαν για απόδειξη αρχικά στις 30.9.13 και μετά στις 27.11.13 και τέλος στις 14.1.
- Η Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6 καταχωρήθηκε στις 2.12.
- Η αίτηση εκκρεμεί ακόμη σ' όσον αφορά την Εναγόμενη
- Εν τω μεταξύ στις 26.11.13 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια επιζητεί επί λέξει τα εξής: « Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον της Εναγομένης 7, καθότι οι Ενάγοντες και/ή οιοσδήποτε εξ' αυτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου (139/1991) δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής και/ή δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός της παρούσας αγωγής καθότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν συνιστούν ορθούς διαδίκους. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη της υπό εξέταση αγωγής καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Ενάγοντες δεν τύγχαναν ενοικιαστές και/ή διαχειριστές του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη των αιτουμένων θεραπειών και/ή αξιώσεων όσον αφορά την Εναγόμενη
- Διαζευτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθότι αυτή εγείρεται πρόωρα και/ή πριν την απόρριψη σχετικού αιτήματος από τον αρμόδιο Υπουργό. Οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ήθελε θεωρήσει δίκαιη και ορθή υπό τις περιστάσεις. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19, Δ.20, Δ.27 θ.3, Δ.48 θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1999 (Ν.139/91)και ειδικότερα τα άρθρα 1- 6Α του Νόμου, το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ντορίνας Παπαδοπούλου, ημερ. 25.11.13, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης από την Εναγόμενη 7, της οποίας τυγχάνει Γραμματέας/Διευθύντρια Νομικών Υπηρεσιών. Είναι ισχυρισμός της ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων σ' όσον αφορούν την Εναγόμενη 7, περιορίζονται μόνο στο ακίνητο με αριθμό 14 που περιγράφεται στις παραγράφους 19(ν) και 21(ν) της Έκθεσης Απαίτησης το οποίο, όπως και τα υπόλοιπα ακίνητα, αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και ως εκ τούτου διέπονται από τις πρόνοιες του Ν.139/
- Συνεπώς ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, που είναι ο εκάστοτε Υπουργός Εσωτερικών, ενώ διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση είναι το αρμόδιο πρόσωπο να εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε Αγωγή σε σχέση με Τουρκοκυπριακή περιουσία. Είναι εισήγηση της ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει με την Έκθεση Απαίτησης οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 7 ή εναντίον οποιουδήποτε των Εναγομένων, ενώ οι πρόνοιες του Νόμου 139/91 έχουν κριθεί ότι δεν αντιβαίνουν σε οποιαδήποτε πρόνοια του Συντάγματος. Καταλήγοντας ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθηκε πρόωρα και προτού ληφθεί απόφαση επί του αιτήματος των Εναγόντων προς τον Υπουργό υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η αίτηση της Εναγόμενης 7 προσέκρουσε στην ένσταση των Eναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση, οι οποίοι προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: « Eνόψει της υπερβολικής και αδικαιολόγητης καθυστέρησης που προέκυψε μεταξύ της έγερσης της αγωγής και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης ημερομηνίας 27.11.2013, θα ήταν άδικο να εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία και/ή Οι Εναγόμενοι-Αιτητές έχουν αποποιηθεί του δικαιώματος τους και/ή κωλύονται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθότι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων και/ή ανεπιφύλακτη στις 14.06.2013 και/ή Οι Εναγόμενοι-Αιτητές έχουν αποποιηθεί του δικαιώματος τους και/ή κωλύονται στην προώθηση της παρούσας αίτησης καθότι η αίτηση καταχωρείται μετά τη λήψη περαιτέρω διαβημάτων στην διαδικασία (further steps in the proceedings). Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι-Αιτητές έχουν εμφανισθεί στο Δικαστήριο στις 27.11.2013 στην ενδιάμεση αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης ημερομηνίας 04.07.2013 και κατά συνέπεια δεν δικαιούνται στο στάδιο αυτό να καταχωρήσουν αίτημα για απόρριψη της αγωγής εφόσον εκκρεμεί το αποτέλεσμα της αίτησης των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση και/ή Ο Υπουργός Εσωτερικών, είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Είναι ο μόνος που έχει το «αποκλειστικό» δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση του είδους που καταχώρησε η Εναγομένη 7 - Αιτήτρια και/ή Η Αίτηση της Εναγομένης 7 - Αιτήτριας αγνοεί τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου αναφορικά με το δίκαιο της «ανάγκης» και/ή Το διάταγμα που αιτείται παραβιάζει το δικαίωμα των Εναγόντων για ελεύθερη διακίνηση, σεβασμό της οικογενειακής και προσωπικής ζωής και θα είναι αντίθετη με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 1, Πρωτόκολλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνιστά διάκριση εναντίον των Εναγόντων που βασίζεται στην εθνοτική καταγωγή τους και/ή διαμονή και/ή Δυνάμει του νέου Άρθρου 6Α που έχει προστεθεί στο Νόμο 139/91 δυνάμει του Νόμου 39
(1)/2010, το Σεβαστό Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να αγνοήσει τις προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και/ή τις διατάξεις του Νόμου 139/91 που είναι αντίθετες με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του Νόμου 39/1962 ή την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή Το Σεβαστό Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερμηνεύσει το ισχύον νομικό πλαίσιο και/ή προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου με τρόπο συμβατό με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του Νόμου 39/1962 ή την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 139/91 και υπό την ιδιότητα της ως παραβάτης και/ή κάτοχος του Ακινήτου Αρ. 14 και/ή Οι Ενάγοντες αρνούνται ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης με τον Εναγόμενο 2 δυνάμει του Άρθρου 6 Α
(2)του Ν.139/91 και/ή λήψη της αρνητικής απάντησης είναι προϋπόθεση για την καταχώριση οποιασδήποτε αγωγής ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου και/ή Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε αναφορά στον νόμο σε αίτηση στον Υπουργό Εσωτερικών είναι μόνο καθοδηγητική, και παράλειψη συμμόρφωσης δεν ακυρώνει τον θεσμό των δικαστικών διαδικασιών και/ή Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με την προϋπόθεση καταχώρησης αίτησης στον Εναγόμενο
- Αυτή ικανοποιήθηκε στις 15.01.
- Οι Ενάγοντες ή ο Δικηγόρος τους ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε αναγνώριση λήψης και/ή απάντησης παρά την υπενθύμιση του δικηγόρου στις 28.02.2013 και/ή Οι Εναγόμενοι 2 και/ή 7 κωλύονται να εγείρουν οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το θέμα αυτό διότι η παράλειψη του Εναγομένου 2 να απαντήσει και μάλιστα πέραν του ορίου των 30 ημερών που καθορίζει το Σύνταγμα είναι κατά παράβαση του ισχύοντος πλαισίου και/ή θα πρέπει να θεωρηθεί ως απόρριψη του αιτήματος των Εναγόντων ημερομηνίας 15.01.2013 και/ή Η παράλειψη του Εναγομένου 2 να απαντήσει δυνάμει του Άρθρου 29 του Συντάγματος δεν μπορούσε να προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος καθότι η αίτηση αφορούσε θέμα που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι του δημοσίου δικαίου. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και/ή το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.» Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης με την προσθήκη επιπρόσθετων άρθρων του Συντάγματος, του άρθρου 3 του Ν.39/62, των άρθρων 6, 8, 13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, ημερ. 9.1.
- Εγείρει με την ένορκη του δήλωση τρεις προδικαστικές ενστάσεις, δηλαδή την υπερβολική καθυστέρηση στην προώθηση του παρόντος διαβήματος, την άνευ όρων καταχώριση σημειώματος εμφάνισης στις 14.6.13 και την εμφάνιση της Εναγόμενης 7 κατά την ημερομηνία που ορίστηκε η αίτηση για απόφαση, λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης από μέρους της. Είναι εισήγηση του ότι η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο δεν επιβάλλει την αυτόματη απόρριψη των απαιτήσεων των Εναγόντων και/ή την αναστολή της προστασίας των δικαιωμάτων τους. Στην παρούσα περίπτωση τα ακίνητα που συνιστούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων χωρίς ενοίκιο, ενώ ο Ν.139/91θα πρέπει να αξιολογηθεί και εφαρμοστεί κατά τρόπο που δεν παραβιάζει τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υποβάλλει τέλος τη θέση ότι δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση η λήψη εκ των προτέρων της απορριπτικής απάντησης του Υπουργού για προώθηση δικαστικών διαβημάτων και εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι 2 και/ή 7 κωλύονται να εγείρουν τέτοιο θέμα λόγω παράβασης της συνταγματικής επιταγής για λήψη απάντησης εντός 30 ημερών. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας και των Καθ'ων η Αίτηση καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις με την οποία υποστηρίζουν τις θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Η αίτηση στηρίζεται βασικά στις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου που δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση ή σε περίπτωση που η Αγωγή ή Υπεράσπιση είναι μηδαμινή ή ενοχλητική στη βάση των δικογράφων με αποτέλεσμα την αναστολή ή απόρριψη της Αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nata Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.ά. Πολ. Έφ. 151/10 ημερ. 7.3.14, η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ' ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία χωρίς την διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ. Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Δικαστήριο είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. Η αίτηση στηρίζεται επίσης στη Δ.19 η οποία πραγματεύεται περί της σύνταξης δικογράφων. Η Διαταγή 19 θ.26, επιτρέπει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταλάβει, περιπλέξει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της Αγωγής. Έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της Αγωγής (βλ. Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 (Γ) A.Α.Δ. 1338, 1343). Τέτοιο δικαίωμα διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου έχει στα πλαίσια της εγγενούς και συμφυούς εξουσίας του εφόσον αυτό κριθεί επιπόλαιο και ενοχλητικό. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3) η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.D. 246 και Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Αίτηση για παραμερισμό δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 (πανομοιότυπη με τη Δ.25 θ.4 των παλιών Αγγλικών θεσμών), θα πρέπει να γίνεται πριν την καταχώρηση του επόμενου δικογράφου (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 575 και A.G. of Dunchy of Lancaster v. L. & N.W. Ry
(1892)3 Ch. 274), προς αποφυγή περιττών εξόδων. Mπορεί να γίνει ακόμη και μετά το κλείσιμο των δικογράφων (βλ. Τucker v. Collinson 34 W.R. 354) αλλά όχι μετά τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση που προβάλλεται ως προδικαστική ένσταση ότι η Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια κωλύεται στη λήψη των παρόντων διαβημάτων, εφόσον προέβη σε νέο διάβημα μετά την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης της. Συγκεκριμένα εμφανίστηκε με δικηγόρο στις 27.11.13 που ήταν ορισμένη η αίτηση των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση γι' απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Υπεράσπισης. Σημειώνεται ότι η εμφάνιση της Εναγόμενης 7-Αιτήτριας στην αίτηση έγινε στις 27.11.13, δηλαδή μεταγενέστερα της ημερομηνίας καταχώρισης της παρούσας αίτησης που είναι η 26.11.
- Συνεπώς η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση ότι η Εναγόμενη 7 έλαβε νέο διαδικαστικό διάβημα μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα διαδικασία, ώστε να κωλύεται στην προώθηση της παρούσας αίτησης, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πριν την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 7 - Αιτήτριας και η αίτηση των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση εναντίον της για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Υπεράσπισης εξακολουθεί να εκκρεμεί. Δεν υπάρχει επιπρόσθετα οτιδήποτε το επιλήψιμο σ' όσον αφορά το στάδιο που καταχωρήθηκε η αίτηση, εφόσον η Αγωγή δεν έχει ακόμη οριστεί για ακρόαση. Για τους πιο πάνω λόγους η σχετική ένσταση του δικηγόρου των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση, απορρίπτεται. Άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται υπό τύπο προδικαστικό, είναι ότι υπήρξε υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Από αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη 7 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 16.6.2013, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.11.
- Υπήρξε ένα μεσοδιάστημα της τάξης περίπου πέντε μηνών. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και των πολλών θεμάτων που εγείρονται και των προνοιών του Νόμου 139/91 που είναι δημόσιας τάξης, δεν είναι υπερβολικός ο χρόνος αυτός και ούτε φαίνεται να έχει επηρεάσει ή επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση. Σ' όσον αφορά το λόγο ένστασης που αφορά στο σημείωμα εμφάνισης που καταχώρισε με δικηγόρο η Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια και ήταν άνευ όρων, που επίσης προβάλλεται ως προδικαστική ένσταση, το άνευ όρων σημείωμα εμφάνισης δεν συνιστά κώλυμα για την αμφισβήτηση ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος εκ μέρους των Εναγόντων. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από το Annual Practice του 1958, 1ος Τόμος στη σελίδα 199: « The effect of an unconditional appearance is not a waiver of the defendant´s right to dispute the plaintiff´s claim, though it is sometimes a waiver of the right to raise a defence against the validity of the action. Η εμφάνιση άνευ όρων της Εναγόμενης 7 - Αιτήτριας θα ενείχε τη σημασία που της αποδίδεται αν η περίπτωση αφορούσε σε αίτηση για παραμερισμό του Κλητηρίου για παρατυπία στην επίδοση του ή για οποιαδήποτε άλλη παρατυπία. Συνεπώς και αυτή η εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Επειδή γίνεται αναφορά στον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991, (Ν.139/91)επί του οποίου στηρίζεται κυρίως η αίτηση, κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστεί κατά πρώτο από το Δικαστήριο, κατά πόσο η περίπτωση των Εναγόντων εμπίπτει στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Περιουσίας που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το ακίνητο με αριθμό 14 που αφορά την Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Αyshe Ahmed Effe, διαχειριστής της περιουσίας της οποίας είναι ο Ενάγοντας 1 με το διάταγμα αρ. 107/71 Ε. Δ. Πάφου. Το ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή του Νέου Χωριού στην Πάφο. Από την περιγραφή των ακινήτων που δίνεται με την Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα υπό στοιχεία 12(α)-(η) διαφαίνεται ότι και τα υπόλοιπα ακίνητα που αφορά η παρούσα Αγωγή βρίσκονται στην Πάφο, δηλαδή στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Το άρθρο 2 του Νόμου 139/91 δίδει τον ορισμό της «Τουρκοκυπριακής περιουσίας» και του «Τουρκοκύπριου» και είναι: «Τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία. «Τουρκοκύπριος» σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εφκάφ.» Στην Έκθεση Απαίτησης καθορίζονται με σαφήνεια τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζουν οι Ενάγοντες-Καθ'ων η αίτηση τις αξιώσεις τους. Ειδικότερα από την Έκθεση Απαίτησης διαφαίνεται ότι τόσο ο Ενάγοντας 1, όσο και η αποβιώσασα μητέρα του Ayse Ahmet Effendi της περιουσίας της οποίας τυγχάνει διαχειριστής ο Ενάγοντας 1, ανήκουν στην Τουρκική Κοινότητα και μέχρι το 1964 ζούσαν στην Ελληνική Ενορία της Πάφου. Το 1964 μετακόμισαν προσωρινά σε περιοχή της Κύπρου εκτός του ελέγχου της Δημοκρατίας, λόγω των στρατιωτικών εχθροπραξιών και απειλών κατά της ζωής τους. Από την 1.1.1964 ο Ενάγοντας 1 διέμενε τον περισσότερο χρόνο στην Τουρκία και ενώ επέστρεψε στην Κύπρο το 1969, συνέχισε όμως να επισκέπτεται την Τουρκία. Στην Κύπρο διέμενε μαζί με τη σύζυγο του όπου και εργάστηκαν σε περιοχές που δεν ελέγχονταν από τη Δημοκρατία μέχρι το 1987, που επέστρεψαν για μόνιμη εγκατάσταση στην Τουρκία. Τα τελευταία 26 χρόνια δεν επισκέφθηκαν την Κύπρο εκτός σε ορισμένες περιπτώσεις για επίσκεψη συγγενικών τους προσώπων. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες 1 και 2 προσθέτουν ότι μετά το 2003 που χαλάρωσαν οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί, οι Ενάγοντες επισκέφθηκαν τις επίδικες περιουσίες τους. Από τις πιο πάνω αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης διαφαίνεται καθαρά η θέση ότι ο Ενάγοντας 1 και η μητέρα του ανήκουν στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και ότι από την 1.1.1964 έπαψαν να έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές με τη μετακίνηση τους από την Πάφο, αφήνοντας πίσω την κινητή και ακίνητη τους περιουσία. Ο Ενάγοντας 1 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαμένει σε περιοχές εκτός ελέγχου της Δημοκρατίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του ότι ο Ενάγοντας διαμένει στην Άγκυρα, Τουρκία. Συνεπώς, το ακίνητο επί του οποίου φέρεται να επενέβη παράνομα η Εναγόμενη 7, αλλά και τα υπόλοιπα ακίνητα που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και ανήκουν στους Ενάγοντες συνιστούν τουρκοκυπριακή περιουσία που ανήκει σε Τουρκοκύπριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.139/
- Ως εκ τούτου, ο Υπουργός Εσωτερικών, δηλαδή ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών απέκτησε την άμεση κατοχή όλων των ακινήτων που αφορά η παρούσα Αγωγή την οποία εξακολουθεί να έχει (βλ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Η νομική κατοχή είναι αρκετή και δεν απαιτείται φυσική κατοχή (βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 120). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.139/91, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας του και όλες οι πράξεις ή αποφάσεις που έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό Νόμο, θεωρούνται ότι είναι νόμιμες. Η εξουσία του Κηδεμόνα στη βάση του άρθρου 6 δεν περιορίζεται μόνο στο να συλλέξει το προϊόν της περιουσίας ή να προβαίνει σε οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις ή βελτιώσεις ή μετατροπές στην περιουσία και σε άλλες ενέργειες που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του ως διαχειριστή της Τουρκοκυπριακής περιουσίας και αναφέρονται αναλυτικά στην παράγραφο (α) του πιο πάνω άρθρου, αλλά επεκτείνεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 6 και στο να εγείρει ή να υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή να λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά σε τουρκοκυπριακή περιουσία ή να προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή που θα ήταν επωφελής για την περιουσία του ιδιοκτήτη της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου, ο διορισμός του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα και η άσκηση των αρμοδιοτήτων του που απορρέουν από το διορισμό του διαρκεί για όσο χρόνο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος. Ο ορισμός της έκρυθμης κατάστασης δίνεται από το άρθρο 2 του Ν.139/91 και είναι: ««έκρυθμη κατάσταση» σημαίνει τη συνέπεια της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του δημοσιευομένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής.» Δεν αμφισβητείται ότι η έκρυθμη κατάσταση εξακολουθεί να υπάρχει, γεγονός που αποτελεί δικαστική γνώση. Στην υπόθεση Καρυδάς Ταξί Λτδ ν. Κωμοδίκη
(1975)1 C.L.R. 321 αποφασίστηκε ότι μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής γνώσης στην Κύπρο ότι με την Τουρκική Εισβολή κατακτήθηκε και κατέχεται ένα μεγάλο μέρος του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς οποιαδήποτε αγωγή είτε για ανάκτηση κατοχής ακινήτου που εμπίπτει στις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου είτε για πληρωμή αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση ή παράνομη χρήση ενόσω εξακολουθεί η έκρυθμη κατάσταση θα έπρεπε να είχε εγερθεί από τον Κηδεμόνα και όχι τους Ενάγοντες (βλ. Κίτση ν. Δημοκρατίας
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας Αγωγής εφόσον αρμόδιο πρόσωπο είναι μόνο ο Κηδεμόνας και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Δικαίωμα προσφυγής των ιδίων των Εναγόντων στο Δικαστήριο προσδίδει το άρθρο 6Α του Νόμου 139/91, επί του οποίου η Εναγόμενη 7 - Αιτήτρια στηρίζεται για να στηρίξει την εισήγηση της περί πρόωρης Αγωγής. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: « 6Α.
(1)H παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλα της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλα της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημα του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.» Στην Υπεράσπιση τους επίσης προβάλλουν υπό τύπο προδικαστικής ένστασης το θέμα περί πρόωρης Αγωγής και οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και
- Στην υπόθεση Αρ. 49247/08 Κazali κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ημερ. 6.3.12 τονίστηκε ότι η απόφαση του Κηδεμόνα είναι απλά το πρώτο βήμα στη διαδικασία δυνάμει του Ν.139/91 και στην περίπτωση απορριπτικής απόφασης μπορεί αυτή να αναθεωρηθεί με Αγωγή στο Δικαστήριο. Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Αρ. 67824/10 Sermil Kemal (Aka Balci) v. Κυπριακής Δημοκρατίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ημερ. 27.11.
- Συνεπώς στη βάση του πιο πάνω άρθρου και νομολογίας αποτελεί προϋπόθεση προτού προσφύγει κάποιος Τουρκοκύπριος στο Δικαστήριο με αγωγή για θεραπεία που σχετίζεται με περιουσία του και η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες του Ν.139/91, να αποταθεί προηγουμένως στο Υπουργό Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα και μόνο αν απορριφθεί το αίτημα του μπορεί να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα στις παραγράφους 25 και 26 ότι κατά ή περί τις 15.1.13 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση στον Υπουργό Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για επιστροφή των ακινήτων τους μαζί με την πληρωμή αποζημιώσεων και ότι του εστάλη υπενθύμιση ημερ. 26.2.13, αλλά δεν έχουν λάβει καμία απάντηση είτε οι Ενάγοντες είτε ο δικηγόρος τους. Η επιστολή αυτή είναι τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 που συνοδεύει την ένσταση. Είναι φανερό ότι οι Ενάγοντες δεν ανέμεναν την λήψη της τυχόν απορριπτικής απόφασης του Κηδεμόνα προτού προσφύγουν στο Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό καθιστά πρόωρη την αγωγή ως μη συμμορφούμενοι οι Ενάγοντες με τις πρόνοιες του άρθρου 6Α του πιο πάνω Νόμου. Αν ο Κηδεμόνας παρέλειψε να απαντήσει μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών, που προνοεί το άρθρο 29 του Συντάγματος, ως η σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση, υπήρχε η δυνατότητα λήψης διαβημάτων προσβολής της παράλειψης του αυτής στη βάση των προνοιών του Συντάγματος, που προφανώς δεν έκαμε. Ο δικηγόρος των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση δικαιολόγησε την παράλειψη προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο ότι η περίπτωση του εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Δεν μπορεί όμως ο δικηγόρος των Εναγόντων να επικαλείται από τη μια τη προθεσμία που καθορίζει το Σύνταγμα των 30 ημερών και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι η παράλειψη του Κηδεμόνα να απαντήσει επί της αίτησης του εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, έστω και διαζευτικά. Εν πάση περιπτώσει κατ' ουδένα λόγο η παράλειψη του Κηδεμόνα να απαντήσει εντός 30 ημερών επί της αίτησης των Εναγόντων αδρανοποιεί τη σχετική πρόνοια του Νόμου ή καθιστά άνευ σημασίας την προϋπόθεση λήψης της απορριπτικής απάντησης από τον Υπουργό πριν την προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ούτε επίσης με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση ότι η παράλειψη απάντησης θεωρείται ότι είναι απορριπτική της αίτησης, συμπέρασμα που κρίνεται αυθαίρετο. Σ' όσον αφορά το λόγο ένστασης περί παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, και αυτός θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον η συνταγματικότητα του Νόμου 139/91 έχει κριθεί στην ολότητα του στις υποθέσεις Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) και Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Αhmet Mulla Suleyman, (μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Sabiha Ahmet Suleyman) ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
- Υπουργού Εσωτερικών (υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών),
- Διευθυντή Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκουκυπριακών Περιουσιών, Αρ. Υπόθεσης 99/2005 ημερομηνίας 21.5.07, επίσης αναγνωρίστηκε ότι ο Νόμος 139/91 δεν παραβιάζει κανένα ανθρώπινο δικαίωμα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «. Ο Νόμος 139/91 δεν θέτει αυθαίρετους περιορισμούς, αλλά προβαίνει σε αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, προσωρινές ρυθμίσεις. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, μετά την αναγνώριση του δικαιώματος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου σε ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του, αναφέρεται στις εξαιρέσεις. Το δικαίωμα παραμερίζεται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και υπό τους όρους που ρυθμίζεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η προστασία του άρθρου 1 δεν μειώνει το δικαίωμα του κράτους να επιβάλει τέτοιους νόμους που θεωρεί αναγκαίους προς έλεγχο της χρήσης της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλιση της πληρωμής φόρων ή άλλης συνεισφοράς. Οι εξαιρέσεις του άρθρου 1 υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση. Ο Νόμος 139/91 υπαγορεύτηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι είναι προφανείς. Αντίθετα στην περίπτωση της Τουρκίας η στέρηση των δικαιωμάτων της Λοϊζίδου έγινε χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και χωρίς βέβαια την ύπαρξη οιουδήποτε νόμου. Ας μη ξεχνούμε ότι τα κατεχόμενο μέρος της Κύπρου δεν αποτελεί αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα κράτος. Εξ' άλλου στην περίπτωση του Νόμου 139/91 η ιδιοκτησία παραμένει στους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες και ο Κηδεμόνας απλώς έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία μέχρι το τέλος της έκρυθμης κατάστασης.» Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγόντων αναφέρθηκε και σε αριθμό άλλων θεμάτων που άπτονται της εφαρμογής του Ν.139/91 όπως παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης στα Δικαστήρια, την έκταση εφαρμογής του Νόμου 139/91, αντίθεσης του με προηγούμενη νομολογία και σε υποχρεώσεις του Δικαστηρίου στη βάση του Νόμου 39/62 κ.ά.. Όλα τα πιο πάνω θέματα έχουν εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του, όπως στην Raziye Cemil και Επί τοις αφορώσει τον CEMIL CUFI SULEYMAN αποβιώσαντα
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 987, Βalce v. Επί τοις αφορώσι τον Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμο Π.Ε. 62/08 ημερ. 18.5.10, Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά (ανωτέρω) και Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (ανωτέρω). Σε καμιά περίπτωση η πιο πάνω νομολογία υποστηρίζει την υπόθεση των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση, όπως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης και Απάντησης τους, αφης στιγμής κρίθηκε ότι η επίδικη περιουσία τους διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου 139/91. Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και η Αγωγή απορρίπτεται εναντίον όλων των Εναγομένων. Τα έξοδα της Αγωγής και της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 7-Αιτήτριας και σε βάρος των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δικαστήριο προς κ. Χ"Κύρου: Ενόψει της απόρριψης της Αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων, ζητάτε έξοδα; Κος Χ"Κύρου: Υπό τις περιστάσεις δεν ζητούμε έξοδα. Δικαστήριο: Ενόψει της πιο πάνω δήλωσης, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα σ' όσον αφορά τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Ο Πρωτοκολλητής να μεριμνήσει ώστε η παρούσα απόφαση να μεταφραστεί στην Τουρκική γλώσσα. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για απόρριψη αγωγής) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο