← Κύπρος

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. P.L.M. ETAIΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2569/12, 21/3/2014

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. P.L.M. ETAIΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2569/12, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2569/12 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση και

  1. P.L.M. ETAIΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  3. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  4. ΛΑΟΥΡΗΣ ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ Εναγομένων-Αιτητών ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.2.2013 --------------- Ημερομηνία: 21.3.2014 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Ν. Νικολάου Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Π. Σιαηλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια καταχώρισε την 24.7.2012 ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 («οι Εναγόμενοι») αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: Α) €311.693,00 ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή άλλως πως ως ανωτέρω λεπτομερώς περιγράφεται. Β) Τόκο 9% ετησίως από 17/02/2012 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Γ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρ. 00667232Υ), πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον τόκο.» Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την 31.8.
  5. Την 19.2.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτούνται: «
  6. Συνοπτική απόφαση ως η εις το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο απαίτησης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 καθότι στερούνται υπερασπίσεως.
  7. Τα έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1, 2 και 9(α), Δ.48 Θ.1 έως 4, 9, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ξένιας Παπανικολάου, επιθεωρητού αποδοχής κινδύνου της Ενάγουσας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο βοηθός του Γενικού Διευθυντή Κλάδου της Ενάγουσας, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση της. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο η ίδια ήτο στην υπηρεσία της Ενάγουσας ως μια εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών πελατών και συνεργατών στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του γραμματίου των Εναγομένων. Στο λογιστήριο της Ενάγουσας διατηρούνται φάκελοι ανά πελάτες και συνεργάτες της Ενάγουσας όπου φυλάττονται όλα τα σχετικά έγγραφα και στην ίδια έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού του γραμματίου των Εναγομένων και όπως η ίδια γνωρίζει όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα αγωγή βρίσκονται σε φάκελο στο λογιστήριο της Ενάγουσας ο οποίος της έχει παραδοθεί προσωπικά και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι στην κατοχή και φύλαξη της. Η ίδια ετοιμάζει τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την κατάσταση που αφορά την παρούσα υπόθεση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι έχει διαβάσει την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή, υιοθετεί το περιεχόμενο της ως ορθό και γνωρίζει και επιβεβαιώνει ότι αληθώς οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες ποσό €311.693,00, πλέον τόκους ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση κατάσταση λογαριασμού που αφορά το γραμμάτιο των Εναγομένων (Τεκμήριο 1). Η εν λόγω κατάσταση, συνεχίζει, είναι καταχωρημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και οι καταχωρήσεις γίνονται από το λογιστήριο. Η ίδια έχει ελέγξει προσωπικά την κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων, η οποία περιέχει αναλυτικά τις χρεώσεις, πιστώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο των Εναγομένων, όπως έχει εκτυπωθεί και επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της και βεβαιώνει ότι είναι ορθή και σύμφωνη με την εικόνα του λογαριασμού όπως εμφανίζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η αξίωση στην παρούσα αγωγή αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή των Εναγομένων προς την Ενάγουσα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη η οποία διεξάγει ασφαλιστικές υπηρεσίες και η οποία εγγράφηκε ως δημόσια εταιρεία την 25.2.
  8. Η Εναγόμενη 1 κατά τον ίδιο χρόνο ήτο και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη η οποία αρχικά ονομαζόταν P.L.M. Limited ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο το έτος 2007 μετονομάστηκε σε P.L.M. Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης Λτδ. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατά τον ίδιο χρόνο ήσαν κάτοικοι Πάφου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι την 25.2.2005 στη Λευκωσία οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος υπόγραψαν και αποδέχθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας γραμμάτιο συνήθους τύπου (Τεκμήριο 2) για το ποσό των Λ.Κ.140.000, πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.1.500 έκαστη της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.3.2005 και των επόμενων δόσεων πληρωτέων την πρώτη μέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι εξόφλησης. Δυνάμει του ως άνω γραμματίου οι Εναγόμενοι ανέλαβαν επίσης να πληρώσουν τόκο προς 9% ετησίως για το οφειλόμενο ποσό από 25.2.2005 μέχρι τελικής εξόφλησης και σε περίπτωση αγωγής θα κατέβαλλαν όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Το γραμμάτιο προνοούσε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ολόκληρο το ποσό του χρέους η οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο θα καθίστατο αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Μέχρι την 29.7.2011 οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό των €90.005,42 και κατά ή περί την 30.9.2011 το οφειλόμενο ποσό από τους Εναγόμενους ανέρχετο σε €315.988,
  9. Την 17.2.2012 η Ενάγουσα με επιστολή της μέσω ιδιωτικής επίδοσης (Τεκμήριο 3) προς τους Εναγόμενους κατέστησε άμεσα απαιτητό και πληρωτέο το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένων των τόκων που ανέρχετο στο συνολικό ποσό των €311.693,00 και τους κάλεσε να το εξοφλήσουν. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα έναντι του οφειλόμενου ποσού και το εν λόγω χρέος εξακολουθεί να υφίσταται και να παραμένει απαιτητό μέχρι σήμερα. Τέλος η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή καθότι τόσο πριν την καταχώριση της αγωγής όσο και μετά ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι οφείλουν το ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα. Αντίθετα, στις συχνότατες οχλήσεις της Ενάγουσας για αποπληρωμή των οφειλομένων οι Εναγόμενοι κατά διαστήματα κατέβαλλαν κάποια ποσά για αποπληρωμή των οφειλών τους. Οι Εναγόμενοι έχουν παραδεχθεί το χρέος τους στην Ενάγουσα και η συμμετοχή τους στην παρούσα διαδικασία σκοπεί στο να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4-Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1 έως 9 και Δ.48 Θ.1 έως 13, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης έχουν ως ακολούθως: «
  10. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  11. Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά καθώς η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο γιατί παρακάμπτει την πλήρη διεξαγωγή της δίκης.
  12. Η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά.
  13. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει την πηγή γνώσης της και είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση.
  14. Η αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της.
  15. Τυχόν έκδοση της αιτούμενης απόφασης θα επιφέρει αδικία η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευτεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  16. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και γι΄ αυτό το λόγο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
  17. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση.
  18. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση.
  19. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή.
  20. Η Ενάγουσα δεν έχει έρθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια.
  21. Δεν υπάρχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης απόφασης.
  22. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα που βεβαιώνουν την αξίωση της.
  23. Η κατάσταση λογαριασμού που επικαλείται η Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι άσχετη με την υπόθεση καθώς δεν συνάδει με το περιεχόμενο του επίδικου γραμματίου.
  24. Το ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση Νο 1, 2, 3 και 4 δυνάμει του επίδικου γραμματίου είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό που ζητείται στην Έκθεση Απαίτησης καθώς στο ζητούμενο ποσό περιλαμβάνονται διάφορες παράνομες χρεώσεις, τόκοι πέραν των νομίμων, παράνομη ανακεφαλαιοποίηση και έξοδα κλπ. τα οποία σε καμία περίπτωση νομιμοποιείται να ζητεί η Ενάγουσα.
  25. Η αξίωση της Ενάγουσας-Αιτήτριας δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή.
  26. Το επίδικο γραμμάτιο εκδόθηκε εις διαταγή της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και όχι της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ και οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο είναι προς την ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4, διευθυντή της Εναγόμενης 1-Καθ΄ ης η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους Εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση του ως επίσης ότι αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του η αίτηση είναι παράτυπη, στερείται νομικής και πραγματικής βάσης, ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή και ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα καταλυτικά για την κρίση του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούνται ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της και ότι η κατάσταση λογαριασμού που επικαλείται ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση ούτε συνάδει με το περιεχόμενο του επίδικου ισχυριζόμενου χρέους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση δεν αναφέρει την πηγή γνώσης της αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, ούτε έχει θετική γνώση της αιτίας της αγωγής και των γεγονότων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκο δήλωση. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται επίσης ότι η κατάσταση λογαριασμού που επικαλείται η Ενάγουσα-Αιτήτρια σε καμιά περίπτωση αφορά το επίδικο γραμμάτιο, τα ποσά που αναγράφονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι υπέρογκα, εντελώς άσχετα με το ως άνω γραμμάτιο και μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα καθώς περιλαμβάνουν διάφορες χρεώσεις, παράλογους και υπερβολικούς ανατοκισμούς, έξοδα κ.λ.π. που σε κανένα σημείο της αγωγής δικαιολογούνται από την Ενάγουσα-Αιτήτρια και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται να τα αξιώνει. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια: «
  27. Δυνάμει του γραμματίου ημερομηνίας 25/02/2005 αναλάβαμε με τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση Νο 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα να πληρώσουμε στην ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ το ποσό των Λ.Κ.140.000, ήτοι €239.204.21 με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.1.500 ήτοι €2,562.91 έκαστη. Σε διάφορες ημερομηνίες πληρώσαμε έναντι του οφειλόμενου χρέους το συνολικό ποσό των €90.000 και εξακολουθούμε να οφείλουμε το υπόλοιπο δηλαδή. €149.204.21.» Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και καταχρηστικά καθώς ο ίδιος και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων επιτρέποντας τους να ακουστούν μέσω της υπεράσπισης τους. Η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας καταχώρισε την 13.1.2014, μετά από άδεια του Δικαστηρίου που δόθηκε μέσω της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 8.1.2014, ένορκη δήλωση, συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον Ευγένιο Γεωργίου, διευθυντή του παραρτήματος της Ενάγουσας στην Πάφο, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση ως επίσης ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση τα γνωρίζει καλά, άμεσα και προσωπικά ως επίσης τα πληροφορήθηκε από τους μετόχους, διευθυντές και υπαλλήλους των Εναγόντων ενώ τα νομικά ζητήματα τα γνωρίζει από συμβουλές του δικηγόρου των Εναγόντων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια: «
  28. Η ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και η οποία στα Αγγλικά αναφέρεται ως MINERVA INSURANCE COMPANY LIMITED και η ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, είναι το ίδιο, το ένα και το αυτό νομικό πρόσωπο.
  29. Η ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και η οποία στα Αγγλικά αναφέρεται ως MINERVA INSURANCE COMPANY LIMITED, προέβηκε σε αλλαγή ονόματος κατά την 25/02/2005 και μετονομάστηκε σε ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ.
  30. Προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών μου επισυνάπτω στην παρούσα συμπληρωματική ένορκο μου δήλωση, πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, στα αγγλικά MINERVA INSURANCE COMPANY LIMITED, σε ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ημερομηνίας 25/2/2005, και το οποίο σημειώνω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α.» Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορές στη νομολογία. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί για μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που αποκλείει τον Εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο Ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσον ο Εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, δεν εξετάζεται. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1(α) υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου.
  31. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.
  32. Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
  33. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 CLR 130). Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον Ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγόμενου ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλέπε μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1996)1 CLR 265, CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Melita Manuf. Ltd v. Chris Joannou Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, Σωκράτους v. Ανδρέου κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 40 και Αυγουστή v. Πίριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 5). Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και αναφέρεται πιο πάνω, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο ενώ οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την 31.8.2012. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση βρίσκω ότι και αυτή ικανοποιείται αφού η Ξένια Παπανικολάου αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι είναι Βοηθός του Γενικού Διευθυντή Κλάδου, έχει θετική γνώση των γεγονότων, είναι άτομο υπεύθυνο για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών πελατών και συνεργατών της Ενάγουσας-Αιτήτριας στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός, του γραμματίου των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση και της έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του εν λόγω λογαριασμού, όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση της έχουν παραδοθεί προσωπικά από το λογιστήριο της Ενάγουσας και είναι στην κατοχή και φύλαξη της και τέλος ότι ετοιμάζει καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και της κατάστασης που αφορά την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω επισυνάπτει στην αίτηση της τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Στην παρούσα εποχή όπου οι εμπορικές συναλλαγές έχουν καταστεί πολύπλοκες και οι οικονομικοί και άλλοι οργανισμοί πολυπρόσωποι, τα Δικαστήρια έχουν προσαρμοστεί ώστε να ανταποκρίνονται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Στην υπόθεση Marketrends v. Επιτροπής Κεφ. Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση»: «Σε υπόθεση όπου ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253).» (Βλ. επίσης Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782.) Περαιτέρω ο Ευγένιος Γεωργίου στην ένορκη δήλωση του ημερ. 13.1.2014 που επίσης υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει ότι είναι διευθυντής του παραρτήματος της Ενάγουσας στην Πάφο, γνωρίζει τα γεγονότα καλά, άμεσα και προσωπικά ενώ αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών του (μέτοχοι, διευθυντές και υπάλληλοι της Ενάγουσας). Άλλωστε ο εν λόγω ενόρκως δηλών ασχολείται μόνο με το όνομα της Ενάγουσας-Αιτήτριας στα ελληνικά και τα αγγλικά (Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, Minerva Insurance Company Ltd αντίστοιχα) και ότι την 25.2.2005 η Ενάγουσα-Αιτήτρια μετονομάστηκε σε Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπισθεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd. V. Theodorides, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χ"Νέστωρος και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais (ανώτερω)). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Trans Middle East (ανωτέρω) στις σελ. 243-244 είναι σχετικό: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. (βλ.CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Cooperative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. v. Μακεδόνας
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817, επεξηγείται ακόμα ότι: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση.» Συμφωνώ με την πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας ότι το επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου αφού διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  1. «Γραμμάτιο συνήθους τύπου» είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δυο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ΄ αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται «οφειλέτης χρέους» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται «πιστωτής».» Ο Εναγόμενος 4 σε μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να τους διευκρινίζει στον απαιτούμενο βαθμό. Εισηγείται ότι η αίτηση είναι παράτυπη ως επίσης ότι στερείται νόμιμης και πραγματικής βάσης χωρίς να διευκρινίζει ή να αναπτύσσει περαιτέρω τη θέση του. Εισηγείται ότι η αίτηση στηρίζεται σε αναληθή γεγονότα ως επίσης ότι έγινε σκόπιμη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων καταλυτικών για την κρίση του Δικαστηρίου χωρίς να ξεκαθαρίζει ποια είναι τα αναληθή γεγονότα ούτε ποια γεγονότα δεν έχουν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο. Η θέση ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν παρουσίασε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της δεν μπορεί να γίνει δεχτή αφού η βάση της αγωγής της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι το γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με το οποίο οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση οφείλουν να πληρώσουν στην Ενάγουσα-Αιτήτρια το ποσό των Λ.Κ.140.000 (€239.204,20) το οποίο θα εξοφλείτο δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.1.500 (€2.562,90) έκαστη από 1.3.
  2. Σύμφωνα με το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου καθυστέρηση πληρωμής οιασδήποτε δόσης καθιστά ολόκληρο το ποσό του χρέους ή οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο πληρωτέο και απαιτητό. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 17.2.2012 πληροφόρησε τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση ότι το οφειλόμενο ποσό ύψους €311.693,00 που προκύπτει από το πιο πάνω γραμμάτιο καθίσταται απαιτητό και πληρωτέτο λόγω παράλειψης καταβολής των οφειλομένων δόσεων δίδοντας τους προθεσμία 15 ημερών προς εξόφληση του. Η εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 3) επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 4 την 28.2.2012, τον Εναγόμενο 3 την 24.4.2012 και στον Εναγόμενο 2 την 8.3.2012 σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που περιέχονται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης. Η πλευρά των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση δεν φαίνεται να αμφισβητεί τα πιο πάνω ως επίσης τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι μετά την πιο πάνω ημερομηνία δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Ούτε ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 4 ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ξένιας Παπανικολάου που συνοδεύει την αίτηση ουδεμία σχέση έχει με την υπόθεση ως επίσης δεν συνάδει με το περιεχόμενο του επίδικου γραμματίου μπορεί να γίνει δεκτή αφού είναι ασαφής και ατεκμηρίωτη. Περαιτέρω, η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι αφορά τους Εναγόμενους 1 ενώ ο λογαριασμός αρχίζει με τη χρέωση του ποσού των €239.204,20 (Λ.Κ.140.000) που σύμφωνα με το επίδικο γραμμάτιο δόθηκαν ως μετρητά από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους. Επίσης ο ισχυρισμός ότι η ενόρκως δηλούσα Ξένια Παπανικολάου δεν αναφέρει την πηγή γνώσεων της, δεν έχει θετική γνώση της αιτίας της αγωγής και των γεγονότων της υπόθεσης και είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Τα ίδια ισχύουν και για τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερ. 13.1.2014 Ευγένιο Γεωργίου. Απομένει ο ισχυρισμός ότι τα ποσά που αναφέρονται στην ως άνω αναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού είναι υπέρογκα, άσχετα με το εν λόγω γραμμάτιο και μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα καθώς περιλαμβάνουν διάφορες χρεώσεις, παράλογους και υπερβολικούς ανατοκισμούς, έξοδα κ.λ.π. που σε κανένα σημείο της αγωγής δεν δικαιολογούνται από την Ενάγουσα-Αιτήτρια. Ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων είναι συγκεκριμένος αφού αναφέρεται σε συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού ως επίσης στο αξιούμενο ποσό και η εξέταση του θα γίνει με την μελέτη της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ξένιας Παπανικολάου που συνοδεύει την αίτηση) ως επίσης από την επιστολή ημερ. 17.2.2012 προς τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση (Τεκμήριο 3 στην ίδια ένορκη δήλωση). Προκύπτει αβίαστα από τη μελέτη των πιο πάνω Τεκμηρίων αλλά και του παρακλητικού της αγωγής ότι αξιώνεται ποσό €311.693,00 με τόκο 9% επί του πιο πάνω ποσού από 17.2.2012, δηλαδή αξιώνεται τόκος από ημερομηνία μεταγενέστερη της υπογραφής του ως άνω γραμματίου (Τεκμήριο 2 στην ίδια ένορκη δήλωση) επί ποσού που είναι μεγαλύτερο από το αρχικό ποσό που όφειλαν οι Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενοι και ενώ είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι πληρώθηκε έναντι του αρχικού οφειλόμενου ποσού (€239.204,20) ένα σημαντικό ποσό με τους Καθ΄ ων η αίτηση να ισχυρίζονται ότι πληρώθηκε το ποσό των €90.000 και την Αιτήτρια το ποσό των €90.005,
  3. Επίσης από τη στιγμή που αξιώνεται τόκος προς 9% επί του ποσού των €311.693,00 από 17.2.2012 φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι οι υπολογισμένοι τόκοι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία έχουν ενσωματωθεί στο υπόλοιπο του αρχικού οφειλόμενου ποσού με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση περί παράνομης ανακεφαλαιοποίησης ή παράλογων ή υπερβολικών ανατοκισμών να παύει πλέον να είναι σκιώδης. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχει απαντηθεί μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 13.1.2014 που καταχώρισε η πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160
(1)/1999 δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα εν τη εννοία του Νόμου. Επομένως ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση περί ανατοκισμού φαίνεται να αποτελεί ένα ζήτημα που να τους δίδει δικαίωμα για υπεράσπιση, δηλαδή ένα ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να το αποφασίσει και έχει άμεση σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών (βλ. Λαζάρου κ.α. v. Μακεδόνας (ανωτέρω). Σημειώνεται ακόμα ότι ούτε στο εν λόγω γραμμάτιο αλλά ούτε στην έκθεση απαίτησης γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί δικαιώματος ανατοκισμού εκ μέρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Τα ίδια ισχύουν και για κάποιες χρεώσεις της Ενάγουσας-Αιτήτριας που καταχωρούνται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται να αφορούν κάποιου είδους έξοδα και που αναφέρονται σ΄ αυτή ως LEDGER FEES. Τέλος, τόσο στην επιστολή-Τεκμήριο 3 στην ως άνω ένορκη δήλωση όσο και στην έκθεση απαίτησης αξιώνεται ποσό €311.693,00, πλέον τόκος προς 9% ετησίως από 17.2.
  1. Όμως η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1 στην ίδια ένορκη δήλωση) δεν φαίνεται να αναφέρεται σε χρόνο που αφορά το έτος 2012 αλλά αναφέρεται μόνο μέχρι την 30.9.2011 με υπόλοιπο €315.988,
  2. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων δέχεται ότι οφείλει το ποσό των €149.204,21 (πλέον τόκων). Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης για το πιο πάνω ποσό και να αφήσει το υπόλοιπο αξιούμενο ποσό να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής γιατί θα πρέπει να αποφασίσει και το ζήτημα των τόκων κάτι που δεν μπορεί να το αποφασίσει σε αυτό το στάδιο αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του ξεκάθαρη μαρτυρία επί του θέματος. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε ίσως να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση που είχε ενώπιον του το κατάλληλο διάβημα από την πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων και σε βάρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.