← Κύπρος

VIAMAX (PAPHOS) LIMITED κ.α. ν. Γιαννάκη Νικολαϊδη, Αγωγή αρ. 665/06, 7/4/2014

VIAMAX (PAPHOS) LIMITED κ.α. ν. Γιαννάκη Νικολαϊδη, Αγωγή αρ. 665/06, 7/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 665/06 Μεταξύ VIAMAX (PAPHOS) LIMITED Ενάγουσας - και - Γιαννάκη Νικολαϊδη Εναγόμενου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 16.1.12 Μεταξύ 1. VIAMAX (PAPHOS) LIMITED 2. G & M ENERGY AND MANAGEMENT LTD Εναγόντων - και - Γιαννάκη Νικολαϊδη Εναγόμενου 7.4.14 Για τους Ενάγοντες: Kος Μακρίδης Για τον Εναγόμενο: Koς Χ'Λοϊζου (κα Μάγου για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα 1 από το 2003 μέχρι τις 24.8.09, που μεταβιβάστηκε στην Ενάγουσα 2, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης με αρ. εγγραφής L27 επί του τεμαχίου με αρ. 68.72 (μέρος), Φ.Σχ. XLV/51.52, στην τοποθεσία Βιομηχανική Περιοχή Πάφου στη Μεσόγη (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το εμπράγματο δικαίωμα»). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, το 2003 η Ενάγουσα 1 έδωσε προφορικά άδεια στον Εναγόμενο 1 να χρησιμοποιεί μέρος του γκαράζ που η ίδια είχεν ανεγείρει εντός του υπό μίσθωση ακινήτου και εξοπλίσει με τα αναγκαία μηχανήματα, εργαλεία και εξαρτήματα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Επειδή η Ενάγουσα 1 πώλησε το πιο πάνω εμπράγματο δικαίωμα της μαζί με τα μηχανήματα σε κάποιον Ιωαννίδη έναντι £300.000 και έπρεπε να του παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, απέστειλε στον Εναγόμενο την επιστολή ημερ. 23.6.05 με την οποία τον πληροφορούσε για την πώληση του γκαράζ και τον καλούσε να εγκαταλείψει το μέρος μέχρι την 1.7.05. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί προβάλλοντας τη θέση ότι τόσο το εμπράγματο δικαίωμα, όσο και τις εν αυτώ εγκαταστάσεις τις έχει αγοράσει και αποτελούν δική του περιουσία. Στην παράλειψη του Εναγόμενου να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της, στις 16.8.05 η Ενάγουσα 1 προέβη σε αλλαγή των κλειδαριών του γκαράζ τις οποίες όμως παραβίασε ο Εναγόμενος στις 18.8.05 και εγκαταστάθηκε εκ νέου μέσα σ' αυτό. Η Ενάγουσα 1 κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία η οποία και προχώρησε δικαστικά εναντίον του Εναγόμενου για την παράνομη επέμβαση εκ μέρους του. Λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου, η Ενάγουσα 1 υπέστη ζημιές ύψους £2.500 μηνιαίως από την 1.7.05 μέχρι 24.8.09, ενώ κατέστη υπόλογη στην πληρωμή του ποσού των £3.000 μηνιαίως στην Ενάγουσα 2 λόγω αδυναμίας της να παραδώσει την κατοχή του γκαράζ κατά την ημερομηνία που συμφωνήθηκε μεταξύ τους, τις οποίες ζητά υπό τύπο αποζημιώσεων μαζί με διάταγμα για άρση της παρανομίας και άλλες δηλώσεις. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του παραθέτει τις δικές του θέσεις σ' όσον αφορά τις δοσοληψίες του με την Ενάγουσα 1. Ενώ μέχρι το 2003 ο ίδιος διατηρούσε γκαράζ επιδιόρθωσης αυτοκινήτων στο χωριό του Στρουμπί, το 2003 συνήψε προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα 1, μέσω του Ανδρέα Κουλέρμου, όπως χρησιμοποιεί το γκαράζ της για επιδιόρθωση των αυτοκινήτων VOLVO, των οποίων αντιπρόσωπος ήταν η Ενάγουσα 1. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας ο Εναγόμενος αφού προέβη σε επιδιόρθωση του γκαράζ, δαπανώντας £8.000, μετέφερε ακολούθως τις εργασίες του από το Στρουμπί στο γκαράζ της Ενάγουσας 1. Κατά ή περί τις 17.5.05 συνήφθη άλλη προφορική συμφωνία μεταξύ του και της Ενάγουσας 1 με την οποία η τελευταία του πώλησε και παρέδωσε το επίδικο ακίνητο μετά του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος έναντι £250.000 (€427.150,36). Έναντι του πιο πάνω ποσού ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των £7.000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί ταυτόχρονα με την επ' ονόματι του μεταβίβαση του εμπράγματος δικαιώματος. Όρος της συμφωνίας ήταν όπως η Ενάγουσα εντός δύο μηνών προβεί σε όλες τις ενδεικνυόμενες ενέργειες για λήψη της έγκρισης μεταβίβασης του εμπράγματου δικαιώματος μετά της εν αυτώ οικοδομής από τις αρμόδιες αρχές. Ενώ ο Εναγόμενος ανέμενε την επ' ονόματι του μεταβίβαση, παρέλαβε την επιστολή ημερ. 23.6.05 με την οποία πληροφορείτο ότι η Ενάγουσα 1 πώλησε το εμπράγματο δικαίωμα της και μηχανήματα στον Γεώργιο Ιωαννίδη και τον καλούσε να εγκαταλείψει το γκαράζ. Ενόψει της πιο πάνω ενέργειας της Ενάγουσας 1, ο Εναγόμενος με την επιστολή του ημερ. 1.6.06 τερμάτισε τη μεταξύ του και της Ενάγουσας 1 συμφωνία πώλησης. Ο Εναγόμενος συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς της Ενάγουσας 1 υπέστη ζημιά, την αποκατάσταση της οποίας αξιώνει με Ανταπαίτηση. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγουσών έδωσαν μαρτυρία ο Γιώργος Ιωαννίδης (Μ.Ε.1), Ανδρέας Κουλέρμος (Μ.Ε.2) και ο Στέφανος Φιντικλής (Μ.Ε.3). Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν η Μαρία Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1), ο Χαρίλαος Δανιήλ (Μ.Υ.2), ο Εναγόμενος (Μ.Υ.3) και ο Ανδρέας Αριστοδήμου (Μ.Υ.4). Ο Γιώργος Ιωαννίδης, διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας 2, όπως και ο Ανδρέας Κουλέρμος (Μ.Ε.2), διευθυντής της Ενάγουσας 1, στη μαρτυρία τους επανέλαβαν ουσιαστικά τις θέσεις των Εναγουσών που προβάλλονται στο δικόγραφο τους και έδωσαν μια πιο λεπτομερή εικόνα ως προς τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα σε σχέση με την πώληση του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης επί του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα 1 στην Ενάγουσα 2. Ο Ιωαννίδης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, συνήψε τη γραπτή συμφωνία ημερ. 21.6.05 (Τεκμήριο 2) με τον Κουλέρμο (Μ.Ε.2) δυνάμει της οποίας αγόρασε το εμπράγματο δικαίωμα της Ενάγουσας έναντι του ποσού των £250.000 για το κτίριο και τη γη και £50.000 για τον εξοπλισμό. Έδωσε προκαταβολή £30.000 και η μεταβίβαση συμφωνήθηκε να γίνει σε 60 μέρες. Γνώριζε ότι εντός του ακινήτου βρισκόταν ο Εναγόμενος εφόσον και του ιδίου επιδιόρθωνε αυτοκίνητα. Ο Εναγόμενος δεν εγκατάλειψε το ακίνητο όταν κλήθηκε προς τούτο γι' αυτό και μαζί με την Ενάγουσα 1 κατάγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία. Οι Ενάγουσες δεν παρέμειναν μόνο σ' αυτά τα διαβήματα, αλλά συνήψαν και συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ τους (Τεκμήριο 3), η ουσία της οποίας ήταν να πληρώνει η Ενάγουσα 1 στην Ενάγουσα 2 £3.000 μηνιαίως ως αποζημίωση για όσο χρόνο θα στερείτο την κατοχή του επίδικου ακινήτου που αφορούσε το εμπράγματο δικαίωμα. Επειδή ούτε στις 31.3.06 παραδόθηκε η κατοχή του, παράταση που δόθηκε με το Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα 1 συνήψε νέα συμφωνία (Τεκμήριο 4) μαζί του που επίσης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, όπως έγινε και με τη δεύτερη συμφωνία, (Τεκμήριο 3) όπου ο Ιωαννίδης αναλάμβανε να εξοφλήσει το ενυπόθηκο δάνειο της Ενάγουσας 1 στην Εμπορική Τράπεζα, ώστε η τελευταία να της μεταβιβάσει το εμπράγματο δικαίωμα, όπως και έγινε. Την κατοχή όμως του επίδικου ακινήτου παρέλαβε την 1.6.12 την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο Ανδρέας Κουλέρμος, διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας 1 και όλων των εταιρειών του ομίλου VIAMAX, επανέλαβε ουσιαστικά στη μαρτυρία του το ιστορικό σε σχέση με τις διάφορες συμφωνίες που κατήρτισε η Ενάγουσα 1 με τον Ιωαννίδη. Έδωσε περαιτέρω διευκρινίσεις σ' όσον αφορά τον κύκλο εργασιών του Ομίλου γνωστού ως «VIAMAX», τον οποίον δημιούργησε ο ίδιος, και τη σχέση του με τον Εναγόμενο. Ανέφερε ότι τα τελευταία 40 χρόνια ο Όμιλος VIAMAX δραστηριοποιείται στον αυτοκινητιστικό τομέα με την πώληση εξαρτημάτων, ανταλλακτικών και λιπαντικών, ενώ μια εκ των εταιρειών του Ομίλου ήταν η αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Κύπρο των φορτηγών και λεωφορείων μάρκας «VOLVO». Μέχρι το 2002 ο Όμιλος VIAMAX δεν είχε ιδιόκτητο γκαράζ για τις επιδιορθώσεις των φορτηγών και λεωφορείων VOLVO στην Πάφο με αποτέλεσμα να αποτείνεται σε διάφορους μηχανικούς μεταξύ των οποίων και στον Εναγόμενο. Τότε το 2002 δημιουργήθηκε η Ενάγουσα 1 για να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για την επέκταση του Ομίλου VIAMAX στην Επαρχία Πάφου. Προς το σκοπό αυτό απέκτησε το επίδικο εμπράγματο δικαίωμα μακροχρόνιας μίσθωσης επί του τεμαχίου με αρ. 68.72, εντός του οποίου προηγουμένως ασκείτο η επιχείρηση αρτοποιείου. Με έξοδα της Ενάγουσας 1 ανεγέρθη εντός αυτού γκαράζ και εξοπλίστηκε δεόντως. Για εξεύρεση των σχετικών εσόδων η Ενάγουσα 1 αναγκάστηκε να εξασφαλίσει δάνειο στις 3.2.03 από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ύψους £260.000 και δόθηκε η Υποθήκη αρ. 305/03 προς όφελος της Τράπεζας. Επειδή ο Εναγόμενος, με τον οποίον συνεργαζόταν προηγουμένως, εξέφρασε παράπονα ότι το γκαράζ στην Πάφο θα επηρέαζε τη δική του δουλειά, του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει τον εξωτερικό χώρο του ακινήτου που αφορούσε το εμπράγματο δικαίωμα για τις δικές του εργασίες και σταδιακά και μέρος του εσωτερικού χώρου. Λόγω της κακής πορείας των εργασιών του γκαράζ, ο Κουλέρμος πρότεινε στον Ιωαννίδη που ασχολείτο με δημόσιες μεταφορές να του πωλήσει το εμπράγματο δικαίωμα μίσθωσης της Ενάγουσας 1 και κατέληξαν στο ποσό των £250.000, πλέον £50.000 για την αξία του εξοπλισμού. Τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας περιέλαβαν σε γραπτό κείμενο ημερ. 21.6.05 (Τεκμήριο 2). Κατεβλήθη έναντι του τιμήματος για τον εξοπλισμό ποσό εκ £20.000. Ακολούθως δι' επιστολής του ημερ. 23.6.05 ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο και τον κάλεσε να εγκαταλείψει το μέρος μέχρι την 1.7.05, ο οποίος όμως αρνήθηκε με την επιστολή του ημερ. 27.6.05, προβάλλοντας τη θέση περί δήθεν αγοράς από τον ίδιον του επίδικου εμπράγματος δικαιώματος. Τότε η Ενάγουσα 1 ανταπάντησε με την επιστολή της ημερ. 25.7.05 (Τεκμήριο 10) και εισήλθε στη συνέχεια στις 16.8.05 στο ακίνητο, αφού άλλαξε τις κλειδαριές του γκαράζ. Ο Εναγόμενος όμως παραβίασε τις κλειδαριές και εγκαταστάθηκε εκ νέου εντός του ακινήτου στις 18.8.05. Τότε προέβη σε καταγγελία του Εναγόμενου στην Αστυνομία για την παράνομη είσοδο του στο γκαράζ και κατεχωρήθη εναντίον του ποινική υπόθεση, της οποίας δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα. Καταχώρισε επίσης Αγωγή εναντίον του Εναγομένου αξιώνοντας την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του στην Ενάγουσα 1 για τα εξαρτήματα που αγόραζε, η οποία συμβιβάστηκε τελικά στις 6.2.09 και εκδόθηκε απόφαση (Τεκμήριο 12). Ακολούθησε επιστολή ημερ. 16.5.06 (Τεκμήριο 25) από μέρους του Εναγομένου που τον καλούσε να προβεί στην επ' ονόματι του μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος και ο τερματισμός της δήθεν συμφωνίας πώλησης μεταξύ τους καθώς και διάφορες αλληλοκατηγορίες με την εμπλοκή και της Αστυνομίας. Με τον Ιωαννίδη καταρτίστηκαν άλλες δύο συμφωνίες παράτασης του χρόνου παράδοσης σ' αυτόν της κατοχής του ακινήτου, με την υποχρέωση πληρωμής του ποσού των £3.000 μηνιαίως ως αποζημίωση στον Ιωαννίδη από την Ενάγουσα 1. Στη συνέχεια η Ενάγουσα 2 που είναι εταιρεία ελεγχόμενη από τον Ιωαννίδη, ξόφλησε το δάνειο της Ενάγουσας 1 στην Εμπορική Τράπεζα, καταβάλλοντας €651.068,87 και την 1.7.12 ο Εναγόμενος παρέδωσε ελεύθερη κατοχή του ακινήτου στην Ενάγουσα 2. Λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου, η Ενάγουσα 1 υπέστη ζημιές εκ £10.000 λόγω της κατακράτησης του εξοπλισμού της και άλλες £252.000 που θα πληρώσει στην Ενάγουσα 2 ως αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.3) έδωσε τη δική του εκδοχή σε σχέση με τις δοσοληψίες του με τις Ενάγουσες, κυρίως με την Ενάγουσα 1. Με τον Κουλέρμο διατηρούσε συνεργασία από την περίοδο που είχε το δικό του συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων στο Στρουμπί αγοράζοντας από κοντά του εξαρτήματα. Απ' όταν γνωρίστηκε με τον Κουλέρμο το 2000, ο Εναγόμενος του επιδιόρθωνε τα αυτοκίνητα Volvo που πωλούσε και καλύπτοντο από εγγύηση. Αρχές του 2003 ο Κουλέρμος του ζήτησε να βρει κάποιο χώρο στην Πάφο για να μεταφέρει εκεί το συνεργείο του ώστε να εξυπηρετεί τους πελάτες του στην Πάφο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος υπέδειξε στον Κουλέρμο το επίδικο ακίνητο και εκείνος προχώρησε στην αγορά του από την Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών. Αφού καθάρισε το ακίνητο και προέβη σε ορισμένες επιδιορθώσεις δαπανώντας περίπου £7.000, μετέφερε τα μηχανήματα του εκεί και ξεκίνησε εργασίες επιδιορθώνοντας τα αυτοκίνητα των δικών του πελατών και εκείνα των πελατών της Ενάγουσας 1. Μέσα στο Μάιο του 2005 ο Κουλέρμος τον πληροφόρησε ότι αποφάσισε να πωλήσει το εμπράγματο δικαίωμα του επί του επίδικου ακινήτου και τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται να το αγοράσει ο ίδιος με τον όρο να συνεχίσει να επιδιορθώνει τα αυτοκίνητα VOLVO των πελατών του. Συμφώνησαν στο ποσό των £250.000 ως τίμημα πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος μαζί με τα μηχανήματα και τον άλλο εξοπλισμό του γκαράζ και ο Εναγόμενος αποτάθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα με αίτηση (Τεκμήριο 28) για εξασφάλιση δανείου για το πιο πάνω ποσό. Ακολούθως, στις 16.5.05 κατέθεσε στο προσωπικό λογαριασμό του Κουλέρμου το ποσό των £7.000, όπως του ζήτησε ο Κουλέρμος, ως προκαταβολή (βλ. απόδειξη της Τράπεζας - Τεκμήριο 23) και την επομένη ο Κουλέρμος του απέστειλε την σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 22). Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ τους στην οποία έκαμε αναφορά και ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του με πρώτη την επιστολή ημερ. 23.6.05 της Ενάγουσας 1 προς τον Εναγόμενο, με την οποία τον πληροφορούσε ότι πώλησε το εμπράγματο δικαίωμα στον Ιωαννίδη, αλλά ο Εναγόμενος εξακολούθησε να παραμένει στο επίδικο ακίνητο, παρά τις έντονες πιέσεις που δεχόταν από πλευράς Εναγόντων. Αυτές συνοψίζονται σε απειλές σε βάρος του, την καταχώριση εναντίον του ποινικής υπόθεσης από την Αστυνομία στην οποία αθωώθηκε και σε διάφορες παρενοχλήσεις στο χώρο εργασίας του μέχρι και στην ανάμειξη του τότε Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου. Ο Μ.Υ.2 είναι ο Χαρίλαος Δανιήλ στο όνομα του οποίου έκαμαν αναφορά τόσο ο Κουλέρμος, όσο και ο Εναγόμενος. Ο Δανιήλ, ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι υπήρξε υπάλληλος της Ενάγουσας 1 μέχρι τέλους του Μάη του 2005 και εργαζόταν μαζί με τον Εναγόμενο, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος στο γκαράζ. Μια μέρα περί τα μέσα του Μάη τον φώναξε ο Κουλέρμος στο γραφείο του και του ανακοίνωσε, στη παρουσία του Εναγόμενου, ότι πώλησε το γκαράζ στον Εναγόμενο και θα μπορούσε, αν ενδιαφέρετο, να συνεχίσει να εργάζεται με τον Εναγόμενο, ο οποίος τον θέλει. Ο Δανιήλ συνέχισε να εργάζεται για τον Εναγόμενο για δύο μήνες και μετά εργάστηκε μόνος του ως πλανώδιος μέχρι που έκαμε δικό του γκαράζ. Εκτός από την πιο πάνω μαρτυρία, ο Εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρες τη Μαρία Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1) και τον Αντρέα Αριστοδήμου (Μ.Υ.4) για να μαρτυρήσουν για τα διαβήματα που έκαμε για λήψη δανείου από τη Λαϊκή Τράπεζα ύψους £250.000. Η Κωνσταντίνου ανέφερε ότι από το 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2013 ήταν ασφαλιστική σύμβουλος στην Ασφαλιστική Εταιρεία Cypria Life και στα πλαίσια των εργασιών της συνεργαζόταν με τη Λαϊκή Τράπεζα. Διευκρίνισε ότι η Λαϊκή Τράπεζα παρέπεμψε τον Εναγόμενο κοντά της ο οποίος είχε κάμει αίτηση για δάνειο, για να του κάμει ασφάλεια ζωής. Του έκαμε δύο προτάσεις ασφάλισης και εκδόθηκε το Τεκ.28 αλλά δεν προχώρησε με την έκδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου λόγω του ότι δεν δόθηκε το δάνειο στον Εναγόμενο, για άγνωστους σ' αυτή λόγους. Ο Αριστοδήμου υπήρξε διευθυντής του Κεντρικού Γραφείου της Λαϊκής Τράπεζας στην Πάφο μέχρι πρόσφατα, που αφυπηρέτησε. Όπως ανέφερε, ο Εναγόμενος αποτάθηκε κοντά του για δάνειο γιατί, όπως του είπε ο Εναγόμενος, είχε αγοράσει το μηχανουργείο που στεγαζόταν. Η διαδικασία λήψης του δανείου σταμάτησε γιατί όπως του είχε αναφέρει ο Εναγόμενος μερικές μέρες μετά, η συμφωνία αγοράς ναυάγησε, λόγω πώλησης του σε άλλον. Ο Εναγόμενος αποτάθηκε εκ νέου για δάνειο αυτή τη φορά για πολύ μεγαλύτερο ποσό από τις £250.000, προς το σκοπό να αγοράσει γη και μετά αποτάθηκε για άλλο δάνειο για να ανεγείρει το μηχανουργείο που στεγάζεται σήμερα, σύνολο του δόθηκε δάνειο για £950.000. Με τη μαρτυρία του Στέφανου Φιντικλή (Μ.Ε.3) εκτιμητή ακινήτων, θα ασχοληθώ πιο κάτω στο κατάλληλο στάδιο. Στις 11.11.13 και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι δικηγόροι των διαδίκων προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων, που κατέγραψαν στο Τεκμήριο 1, και είναι τα εξής: «Συμφωνία η οποία γίνεται σήμερα 17/05/2012 μεταξύ των VIAMAX (PAPHOS) LIMITED (εφ' εξής καλούμενο το Α Μέρος) και G & M ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED (εφ εξής καλούμενο το Β Μέρος) και του Γιαννάκη Νικολαϊδη (εφ εξής καλούμενο το Γ Μέρος) από την Πάφο και περιλαμβάνει τα ακόλουθα: ΕΠΕΙΔΗ τα Μέρη είναι διάδικοι στην υπ. Αριθμό αγωγή 665/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (εφ εξής καλούμενη η Αγωγή) Και ΕΠΕΙΔΗ η Αγωγή αφορά αξιώσεις των Α και Β Μερών εναντίον του Γ Μέρους, μεταξύ άλλων, για αποζημιώσεις και παράνομη επέμβαση στο ακίνητο υπ. Αριθμό εγγραφής Μισθ. L27, και καλύπτει ή αφορά το τεμάχιο 68.72 (μέρος), Φ/ΣΧ XLV/51.52 το οποίο βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου, Μεσόγη, Βιομηχανική Περιοχή Πάφου, στο οποίο έχει ανεγερθεί γκαράζ επιδιόρθωσης οχημάτων από το Α Μέρος το οποίο περιλαμβάνει μηχανήματα, εργαλεία και εξαρτήματα ως φαίνεται στο Κλητήριο Ένταλμα και στην Έκθεση Απαίτησης ως έχει τροποποιηθεί και είναι καταχωρημένα στο δικαστικό φάκελο της Αγωγής. Και ΕΠΕΙΔΗ υπάρχει ανταπαίτηση στην Αγωγή η οποία αφορά αξιώσεις του Γ Μέρους εναντίον του Α Μέρους για παράβαση σύμβασης και αδικαιολόγητο πλουτισμό ως φαίνεται από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η οποία είναι καταχωρημένη στο δικαστικό φάκελο της Αγωγής. Και ΕΠΕΙΔΗ το Γ Μέρος έχει την κατοχή του πιο πάνω ακινήτου και του γκαράζ και ολόκληρου του περιεχομένου αυτού. Και ΕΠΕΙΔΗ τα Μέρη επιθυμούν να περιορίσουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις τους αναφορικά και σε σχέση με την Αγωγή ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ Το Γ Μέρος θα παραδώσει την κατοχή του Ακινήτου στο Β Μέρος μέχρι την 01/06/2012 και το Β Μέρος θα αναλάβει την κατοχή του Ακινήτου. Με την ανάληψη της κατοχής ως περιγράφεται πιο πάνω, το Β Μέρος θα προβεί σε λεπτομερή καταγραφή του περιεχομένου του Ακινήτου και του γκαράζ. Με την ανάληψη της κατοχής οι αξιώσεις για αποζημιώσεις του Α Μέρους εναντίον του Γ Μέρους στην αγωγή θα περιοριστούν μέχρι την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής. Με την παράδοση της κατοχής οι αξιώσεις του Β Μέρους εναντίον του Γ Μέρους θα θεωρούνται ως διευθετημένες. Με την παράδοση της κατοχής το μόνο επίδικο ζήτημα το οποίο παραμένει να εκδικασθεί στα πλαίσια της Αγωγής θα είναι το θέμα των αξιώσεων του Α Μέρους εναντίον του Γ Μέρους και των αξιώσεων του Γ Μέρους εναντίον του Α Μέρους. Τα Μέρη συμφωνούν ότι οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις και/ή οποιαδήποτε ποσά και/ή τόκοι και/ή επιδικασθούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής υπέρ του Α Μέρους και εναντίον του Γ Μέρυς, αυτές θα καταβληθούν απευθείας στο Β Μέρος, ενώ οι οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις και/ή οποιαδήποτε ποσά και/ή τόκοι και/ή έξοδα επιδικασθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Γ Μέρους και εναντίον του Α Μέρους, αυτές θα καταβληθούν αποκλειστικά και μόνο από το Α Μέρος. Κατά την επόμενη εμφάνιση και/ή δικάσιμο στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής θα γίνουν δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κατοχή έχει παραδοθεί στο Β Μέρος και ότι οι αξιώσεις για αποζημιώσεις του Α Μέρους εναντίον του Γ Μέρους περιορίζονται μέχρι την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής και ότι οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις και/ή οποιαδήποτε ποσά και/ή τόκοι και/ή έξοδα επιδικασθούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής υπέρ του Α Μέρους και εναντίον του Γ Μέρους αυτές θα καταβληθούν απευθείας στο Β Μέρος, ενώ οι οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις και/ή οποιαδήποτε ποσά και/ή τόκοι και/ή έξοδα επιδικασθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Γ Μέρους και εναντίον του Α Μέρους αυτές θα καταβληθούν αποκλειστικά και μόνο από το Α Μέρος. Η παρούσα Συμφωνία δεσμεύει τα Μέρη, τους διαδόχους, διαχειριστές, εκκαθαριστές, εκδοχείς και κληρονόμους τους. Υπογράφτηκε σήμερα 17/05/2012. VIAMAX (PAPHOS) LIMITED G & M ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED" Αμέσως μετά εγκρίθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός η δήλωση ότι την 1.6.12 έχει παραδοθεί η κατοχή του επίδικου ακινήτου. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Ενόψει των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων τα μόνα επίδικα θέματα για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι μόνο οι αξιώσεις της Ενάγουσας 1 εναντίον του Εναγόμενου και αντίστροφα, στη βάση της Ανταπαίτησης, εφόσον οι αξιώσεις της Ενάγουσας 2 εναντίον του Εναγομένου θεωρούνται ότι έχουν διευθετηθεί με την προς αυτόν παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου την 1.6.05. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και ιδιαίτερα εκείνη του Κουλέρμου και του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με τα δικόγραφα, φαίνεται να συνιστούν κοινό έδαφος τα εξής: Το 2003, ο Όμιλος VIAMAX, μέσω του Κουλέρμου, επειδή αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στην Πάφο, ίδρυσε την Ενάγουσα 1 και αγόρασε το εμπράγματο δικαίωμα μίσθωσης επί του επίδικου ακινήτου, εντός του οποίου υπήρχε οικοδομή, που λειτουργούσε παλιά ως αρτοποιείο. Ο σκοπός της αγοράς του ήταν να εγκαταστήσει το δικό του γκαράζ για επιδιόρθωση των οχημάτων VOLVO, που καλύπτοντο από εγγύηση, τα οποία αγόραζαν από τον Όμιλο VIAMAX οι πελάτες του. Ο Εναγόμενος, ο οποίος είναι μηχανικός αυτοκινήτων, διατηρούσε αρχικά το προσωπικό του συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων στο χωριό του Στρουμπί, όπου επιδιόρθωνε τα αυτοκίνητα τόσο του Ομίλου VIAMAX, όσο και εκείνα των προσωπικών πελατών του. Μέρος της συνεργασίας του Εναγόμενου με τη VIAMAX ήταν και η αγορά από τον Εναγόμενο από μια από τις εταιρείες του Ομίλου VIAMAX, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών των αυτοκινήτων και η τήρηση λογαριασμού μεταξύ τους. Η ίδια συνεργασία μεταξύ των δύο φαίνεται να συνεχίστηκε και μετά την υπό της Ενάγουσας 1 αγορά του εμπράγματου δικαιώματος και τη δημιουργία εντός του επίδικου ακινήτου συνεργείου επιδιόρθωσης αυτοκινήτων στο οποίο και εγκαταστάθηκε ο Εναγόμενος. Η συνεργασία τους αυτή και οι μεταξύ τους σχέσεις κυλούσαν ομαλά μέχρι που ο Κουλέρμος πληροφόρησε τον Εναγόμενο με επιστολή ημερ. 23.6.05 ότι πώλησε το εμπράγματο δικαίωμα του επί του επίδικου ακινήτου μαζί με τα μηχανήματα στον Ιωαννίδη και τον κάλεσε να εγκαταλείψει το μέρος μέχρι την 1.7.05. Ο Εναγόμενος με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 27.6.05 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το δικαιολογητικό ότι εκείνος ήταν ο αγοραστής του εμπράγματου δικαιώματος και από το σημείο αυτό ξεκίνησαν οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων με αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Eναντίον του Εναγόμενου καταχωρήθηκε η Αγωγή 666/06 από την εταιρεία VIAMAX COACH INDUSTRY LTD για υπόλοιπο λογαριασμού (Κλητήριο Ένταλμα - Τεκμήριο 11) και στις 6.2.09 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του Εναγόμενου πληρωμής προς την Ενάγουσα ποσού εκ €34.000 πλέoν τόκο και έξοδα (βλ. απόφαση - Τεκμήριο 12). Η απόφαση έχει ήδη ικανοποιηθεί από μέρους του Εναγόμενου. Ασκήθηκε επίσης ποινική δίωξη εναντίον του Εναγόμενου με την Ποινική Υπόθεση αρ. 11252/05 Ε.Δ. Πάφου υπό της Αστυνομίας για παράνομη επέμβαση, κατόπιν σχετικής καταγγελίας από τον Κουλέρμο και τον Ιωαννίδη, η οποία όμως διακόπηκε και ο Εναγόμενος απηλλάγη των κατηγοριών, αφού είχαν ήδη δώσει μαρτυρία αριθμός μαρτύρων (βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου - Τεκμήριο 20). Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Σημειώνεται ότι τόσο η επιστολή της Ενάγουσας 1 ημερ. 23.6.05 με την οποία πληροφορούσε τον Εναγόμενο για τη συμφωνία που έκαμε με τον Ιωαννίδη και τον καλούσε να εγκαταλείψει το μέρος μέχρι την 1.7.05 όσο και εκείνη του δικηγόρου του Εναγομένου ημερ. 27.6.05 με την οποία αρνείτο να παραδώσει κατοχή, δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια, αλλά είναι αδιαμφισβήτητο ότι αποστάληκαν οι δύο επιστολές με το πιο πάνω συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενδιατρίψει αλλ' ούτε και να επεκταθεί περισσότερο ως προς άλλες πτυχές του περιεχομένου τους που αμφισβητούνται. Είναι κοινό έδαφος επίσης και συνακόλουθα ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ότι ακολούθησε των δύο πιο πάνω επιστολών, η αποστολή στον Εναγόμενο της επιστολής ημερ. 25.7.05 από μέρους των τότε δικηγόρων της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 10) με την οποία η Ενάγουσα 1 προέβη σε οριστική ακύρωση κάθε άδειας χρήσης επί του επίδικου ακινήτου και καλούσε τον Εναγόμενο να σταματήσει να επεμβαίνει σ' αυτό. Διαφωνία μεταξύ των διαδίκων υπήρξε σ' όσον αφορά το άτομο που εντόπισε πρώτο το επίδικο ακίνητο, εφόσον ο Εναγόμενος διατείνεται ότι ο ίδιος βρήκε το χώρο και ειδοποίησε σχετικά τον Κουλέρμο ο οποίος και προέβη στην αγορά του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος που το αφορούσε, ενώ ο τελευταίος ότι ήταν εκείνος που το βρήκε. Άνκαι δεν ενέχει τη σημασία που αποδόθηκε από τους διάδικους ποιός βρήκε το χώρο για να προχωρήσει στη συνέχεια να τον αγοράσει η Ενάγουσα 1, εντούτοις έχω πειστεί ότι ήταν ο Εναγόμενος που τον βρήκε πρώτος, τη μαρτυρία του οποίου προτιμώ στα αμφισβητούμενα σημεία για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Σημαντικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση των αποζημιώσεων και των άλλων θεμάτων που εγείρονται, είναι κατά πόσο είχεν καταρτιστεί το Μάη του 2005 προφορική συμφωνία αγοράς από τον Εναγόμενο του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης που αφορά στο επίδικο ακίνητο, ως η εκδοχή του ιδίου ή όχι. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Κουλέρμο, τον Ιωαννίδη και τον Εναγόμενο ενώ έδιναν τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Ουσιαστικά πρωταγωνιστές της υπόθεσης ήταν ο Κουλέρμος και ο Εναγόμενος, εφόσον ο Ιωαννίδης καμιά σχέση συνεργασίας ή άλλη δεν είχε άμεσα με τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος με τον τρόπο που κατέθετε τα γεγονότα, υπήρξε συνεπής και αμετακίνητος στις τοποθετήσεις του. Μπορεί να μην είχε την ευχέρεια λόγου και να μην αντιλαμβάνετο άμεσα τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο, τα οποία όμως δικαιολογούνται από το γεγονός ότι αποφοίτησε μόνο τη Β τάξη του Δημοτικού Σχολείου και αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του και κακής επίδοσης του στο σχολείο. Γενικά από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ήταν φανερή η απλοϊκότητα αλλά ταυτόχρονα και η ειλικρίνεια του. Βρίσκω ότι οι τοποθετήσεις του ήταν ορθές και αληθινές, σε αντίθεση με εκείνες του Κουλέρμου που δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Ο βασικός κορμός της μαρτυρίας του Εναγόμενου σ' όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων, από την αρχή της συνεργασίας του με τον Κουλέρμο και τον Όμιλο VIAMAX, είναι τεκμηριωμένος και βρίσκει υποστήριξη από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, 2 και 4 αλλά και αριθμό τεκμηρίων. Ορισμένες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του αναφέρονται σε λεπτομέρειες που δεν επηρεάζουν την καθόλα αξιόπιστη εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 4. Αυτοί κρίνονται ανεξάρτητοι μάρτυρες χωρίς κανένα συμφέρον στην υπόθεση και ό,τι κατέθεσαν ήταν στα πλαίσια των εργασιών τους, ο μεν Μ.Υ.4 ως διευθυντής των κεντρικών γραφείων της Λαϊκής Τράπεζας Πάφου, η δε Μ.Υ.1 ως ασφαλιστική σύμβουλος στη Cypria Life, θυγατρική εταιρεία της Λαϊκής Τράπεζας. Και οι δύο επιβεβαίωσαν τα λεχθέντα του Εναγόμενου ότι αποτάθηκε αρχικά για δάνειο στη Λαϊκή Τράπεζα, με την οποία συνεργαζόταν, για λήψη δανείου ύψους £250.00 που προορίζετο, σύμφωνα με τον Μ.Υ.4, για εξόφληση του τιμήματος πώλησης του συνεργείου στο οποίο ήδη στεγαζόταν ο Εναγόμενος. Η Λαϊκή Τράπεζα τον παρέπεμψε ακολούθως στην Ασφαλιστική Εταιρεία Cypria Life με την οποία συνεργαζόταν η Τράπεζα, για να κάμει ασφάλεια ζωής, προϋπόθεση για να του δοθεί το δάνειο και υπέβαλε ακολούθως τη γραπτή πρόταση Ασφάλειας (Τεκμήριο 28) στην Μ.Υ.1 η οποία του είχε προτείνει δύο τύπους ασφάλειας. Δεν τέθηκε κανένα στοιχείο από πλευράς Εναγουσών ότι το δάνειο αυτό προορίζετο για άλλο σκοπό απ' εκείνο που ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος. Σημειώνεται ότι συμφωνούν τόσο το ποσό του δανείου με το κατ' ισχυρισμό τίμημα πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος στον Εναγόμενο, όσο και ο χρόνος έναρξης του συμβολαίου ασφάλισης που είναι 19.5.05, με το χρόνο καταρτισμού της πιο πάνω συμφωνίας πώλησης. Ο Εναγόμενος αντεξετάστηκε εν εκτάσει σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί δανείου, άνκαι ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι γνώριζε για τα διαβήματα του Εναγόμενου να εξασφαλίσει δάνειο. Σε καμία περίπτωση ο Εναγόμενος αμφιταλατεύτηκε ή έδωσε την εντύπωση ότι το θέμα δανείου ήταν εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Αντίθετα, τα πιο κάτω στοιχεία επιβεβαιώνουν την εκδοχή του τόσο σ' όσον αφορά την αίτηση του για δάνειο αλλά και τη σχέση του δανείου με την κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία αγοραπωλησίας που έκαμε με τον Κουλέρμο. Ο Μ.Υ.4 ήταν σαφής ότι η αίτηση του Εναγόμενου για δάνειο δεν προχώρησε γιατί, όπως του είπε ο Εναγόμενος, ναυάγησε η πράξη αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος. Προσθέτει ακόμη ο Μ.Υ.4 ότι η ίδια Τράπεζα του εξασφάλισε αργότερα δύο δάνεια για πολύ μεγαλύτερο ποσό, δηλαδή για το συνολικό ποσό των €950.000 για αγορά γης και ανέγερσης γκαράζ. Οπότε η Τράπεζα θα του ενέκρινε σίγουρα το δάνειο των £250.000 που αφορούσε σε πολύ μικρότερο ποσό. Ο Κουλέρμος επιβεβαίωσε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος έδωσε στον Εναγόμενο τον τίτλο ιδιοκτησίας του εμπράγματου δικαιώματος (Τεκμήριο 24), τον οποίο είχε ζητήσει η Τράπεζα. Ο Εναγόμενος αποτάθηκε περαιτέρω στους Horwath Philippides & Partners για εξασφάλιση Μελέτης Βιωσιμότητας της επιχείρησης του μηχανουργείου που είναι το Τεκμήριο 30, όπως ήταν η απαίτηση της Τράπεζας σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβεί σε τέτοια ενέργεια ο Εναγόμενος και να υποβληθεί στα έξοδα των £700 για την εξασφάλιση της Μελέτης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, αν δεν του ζητείτο από την Τράπεζα. Σημειώνεται ότι και ο χρόνος από τον οποίο ξεκινά η μελέτη που είναι το 2005 συμφωνεί με εκείνο της φερόμενης συμφωνίας. Τα Τεκμήρια 24 και 30 προωθήθηκαν μαζί στην Τράπεζα. Δεν τέθηκε καμία αληθοφανής εξήγηση από τις Ενάγουσες σ' όσον αφορά την έκδοση του Τεκμηρίου 21 που έχει ως τίτλο «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ» άνκαι ο Κουλέρμος παραδέχθηκε ότι είχε γίνει η συμφωνιά. Όπως μαρτύρησε ο Εναγόμενος, το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε από τους τότε δικηγόρους του Κουλέρμου και του είχε αποσταλεί για υπογραφή. Φέρει ημερομηνία 30.5.05, που συμφωνεί περίπου χρονικά με την κατ' ισχυρισμό συμφωνία αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος και έχει ως περιεχόμενο τους όρους της συνεργασίας της εταιρείας Viamax Coach Industry Ltd και του μηχανουργείου του Γιαννάκη Οικονομίδη. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, κλήθηκε εκ των υστέρων, να μην υπογράψει τη συμφωνία αυτή, με το δικαιολογητικό ότι περιείχε κάποιο λάθος. Σημειώνεται ότι ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του πρόβαλε αρχικά άγνοια για το συγκεκριμένο έγγραφο, όμως μετά αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι αυτό είχε σταλεί από το φαξ του δηλαδή από τον αριθμό 22 484174, ενώ δεν θυμόταν τον παραλήπτη. Μετά έδωσε και άλλη εκδοχή ότι δεν θυμόταν μετά οκτώ χρόνια για το περιεχόμενο του. Στη συνέχεια όταν ζήτησε να το διαβάσει παραδέχθηκε ότι είχε γίνει η συγκεκριμένη συμφωνία με τον Εναγόμενο την οποία δεν υπέγραψαν. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του Εναγόμενου που στόχο είχαν την εξασφάλιση δανείου για £250.000 αλλά και εκείνες των τότε δικηγόρων του Κουλέρμου με την ετοιμασία γραπτού κειμένου συμφωνίας με τον Εναγόμενο, σε σχέση με τη συνεργασία μεταξύ τους κάτω από τη νέα κατάσταση πραγμάτων προφανώς, συνάδουν με την εκδοχή του Εναγομένου περί καταρτισμού περί τα μέσα Μαϊου του 2005 προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και της Ενάγουσας 1, πώλησης σε αυτόν του εμπράγματου δικαιώματος μαζί με τις εγκαταστάσεις έναντι £250.000. Εκτός από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 4, υποστηριχτική επίσης της θέσης του Εναγόμενου περί προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και της Ενάγουσας 1 αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος αποτελεί και η μαρτυρία του Δανιήλ (Μ.Υ.3) την οποία επίσης αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο εν λόγω μάρτυρας μου φάνηκε ειλικρινής και ότι ήταν άτομο που κατέθεσε την αλήθεια. Η εργοδότηση του για την περίοδο από 13/10/02 μέχρι 31/5/05 από την Ενάγουσα 1 επιβεβαιώνεται από τη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 29). Με τη μαρτυρία του επιβεβαιώνει και αυτός τον Εναγόμενο ότι η Ενάγουσα 1, μέσω του Κουλέρμου, συμφώνησε να πωλήσει στον Εναγόμενο το γκαράζ επί του επίδικου ακινήτου, ο οποίος τον ρώτησε μάλιστα αν επιθυμούσε να παραμείνει ως υπάλληλος του Εναγομένου, όπου και παρέμεινε για δύο μήνες και μετά εργάστηκε μόνος του. Σ' όσον αφορά το Κουλέρμο δεν μου έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Η μαρτυρία του σε πολλά σημεία ήταν επιτηδευμένη και διαμορφωμένη σκόπιμα κατά τέτοιο τρόπο που ο ίδιος θεωρούσε ότι θα βοηθούσε την υπόθεση των Εναγουσών. Σε κρίσιμα σημεία δεν απαντούσε με το δικαιολογητικό ότι δεν θυμόταν, όταν ένιωθε ότι ίσως με την απάντηση του να άφηνε εκτεθειμένη την πλευρά των Εναγουσών. Όπως δεν θυμόταν αν κατήγγειλε στην Αστυνομία τον Εναγόμενο για κλοπή κάποιας απόδειξης της εταιρείας του, όταν ο δικηγόρος του Εναγόμενου έθεσε ενώπιον του το Τεκμήριο 22 κατά την αντεξέταση του, ή αν δόθηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγόμενου για παράνομη επέμβαση, που ο ίδιος τον κατήγγειλε στην Αστυνομία, ή ποιό ήταν το αποτέλεσμα της. Ήταν κατόπιν επίμονης αντεξέτασης που αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, όταν οι μάρτυρες έδιναν μαρτυρία στην ποινική υπόθεση. Είναι άξιο απορίας όμως πώς θυμόταν άλλα στοιχεία, όπως τις συνθήκες έκδοσης μιας απόδειξης (Τεκμήριο 13) και τι αυτή αντιπροσώπευε από τις πολλές σίγουρα αποδείξεις που εξέδωσαν οι εταιρείες του Ομίλου VIAMAX. Ιδιαίτερα για το τεκμήριο αυτό και τη σημασία του θα ασχοληθώ πιο κάτω. Από τη μαρτυρία του Κουλέρμου αλλά και του Ιωαννίδη καθίσταται σαφές ότι όταν αρνήθηκε ο Εναγόμενος να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο, άρχισε μια τακτική άσκησης πίεσης σε βάρος του από τους δύο ώστε να τον εξαναγκάσουν να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις τους και να το εγκαταλείψει. Κατόπιν οδηγιών του Κουλέρμου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου αλλά και του Ιωαννίδη, άλλαξαν τις κλειδαριές του γκαράζ στις 16.8.05 και εισήλθαν εντός του επίδικου ακινήτου, αλλά ο Εναγόμενος στις 18.8.05 επανέκτησε την κατοχή του. Επίσης και οι δύο παραδέχθηκαν την καταγγελία που έκαμαν στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου εναντίον του Εναγόμενου και την καταχώριση στη συνέχεια ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Επιπλέον, παραδέχθηκαν ότι σε μια περίπτωση είχαν τοποθετηθεί λεωφορεία έξω από το γκαράζ, ενώ ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να κατέχει το επίδικο ακίνητο. Για το τελευταίο γεγονός ανκαι δόθηκε σχετική μαρτυρία χωρίς ένσταση και έτυχε μάλιστα αντεξέτασης, το Δικαστήριο κρίνει ορθό να μην προχωρήσει να εξετάσει καθόλου το θέμα ή να του προσδώσει οποιαδήποτε σημασία, εφόσον δεν είναι δικογραφημένη τέτοια θέση από πλευράς Εναγομένου. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό του Εναγόμενου στη μαρτυρία του ότι μέρος της πιεστικής τακτικής του Κουλέρμου και του Ιωαννίδη σε βάρος του ήταν και η θανάτωση του σκύλου του, αλλά και οι απειλές που δέχθηκε σε βάρος του από κάποιον ονόματι Καμαρλίγκο. Εν πάση περιπτώσει, τα πιο πάνω στοιχεία που δεν είναι δικογραφημένα, καμία σημασία ενέχουν για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι και η μαρτυρία του Ιωαννίδη μου φάνηκε επίσης επιτηδευμένη και στοχευμένη ώστε να συνάδει με εκείνη του Κουλέρμου. Σε πολλά σημεία ενώ αρχικά ισχυριζόταν και αυτός ότι δεν θυμόταν, παράδειγμα η περίπτωση κατά πόσο έδωσε μαρτυρία στην Ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου όπου ενώ αρχικά δεν θυμόταν, στη συνέχεια κατόπιν πιεστικής αντεξέτασης αναγκάστηκε να παραδεχθεί όχι μόνο ότι έδωσε μαρτυρία, αλλά ότι ήταν και γνώστης του αποτελέσματος της υπόθεσης. Μου φαίνεται περαιτέρω αδιανόητο ενώ γνώριζε την παρουσία του Εναγόμενου στο γκαράζ εφόσον και του ιδίου του επιδιόρθωνε αυτοκίνητα, να μην ενδιαφερθεί να πληροφορηθεί το καθεστώς κάτω από το οποίο βρισκόταν εκεί, ανκαι προτίθετο να αγοράσει το εμπράγματο δικαίωμα. Αρκέστηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μόνο στην πληροφόρηση που έτυχε από τον Κουλέρμο ότι επέτρεψε στον Εναγόμενο να χρησιμοποιεί μόνο τον εξωτερικό χώρο. Σίγουρα ήταν σε θέση να αντιληφθεί και ο ίδιος ότι ο Εναγόμενος δεν χρησιμοποιούσε μόνο τον εξωτερικό χώρο αλλά όλο το επίδικο ακίνητο μαζί με τις εγκαταστάσεις του. Ασφαλώς τα πιο πάνω είναι στοιχεία που πλήττουν το αξιόπιστο της εκδοχής του. Διαφορά εντοπίζεται μεταξύ της μαρτυρίας του Κουλέρμου και του Ιωαννίδη σ' όσον αφορά την προκαταβολή που πληρώθηκε έναντι του τιμήματος αγοράς στη βάση των μεταξύ τους δύο συμφωνιών. Ο μεν Κουλέρμος ανέφερε ότι πήρε £20.000 έναντι για τον εξοπλισμό που συμφωνεί με την απόδειξη (Τεκμήριο 18), ο δε Ιωαννίδης ότι πλήρωσε £30.000 ως προκαταβολή και για το κτίριο με τη γη και για τον εξοπλισμό. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 που έχει ως εκδότη την Ενάγουσα 1: «Πήραμε σήμερα από τον κ. Γεώργιο Κ. Ιωαννίδη ποσό £20.000 (είκοσι χιλιάδων λιρών) έναντι της αξίας των πωληθέντων και παραδοθέντων σήμερα σ' αυτόν μηχανισμών, εξοπλισμών, εργαλείων κατασκευών και κάθε είδους αντικειμένων (που εμφαίνονται στις επισυνημμένες αποδείξεις, τιμολόγια και έγγραφα) και βρίσκονται στο εργοστάσιο επί του ακινήτου, που βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Πάφου, στο χωριό Μεσόγη, με αρ. Τεμαχίου 68.72 (μέρος) (αρ. Εγγραφής L.27)». Από την άλλη, στο Τεκμήριο 2 που αφορά στην πώληση του εμπράγματου δικαιώματος υπάρχει όρος για την υποχρέωση πληρωμής £30.000 με την απογραφή της συμφωνίας. Η διαφορά αυτή στη μαρτυρία τους αφορά σε ουσιώδες στοιχείο και σχετίζεται άμεσα με τη γνησιότητα των όρων των μεταξύ τους συμφωνιών. Σημειώνεται η θέση του δικηγόρου του Εναγόμενου στη γραπτή του αγόρευση ότι το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου στη βάση της μεταξύ του Ιωαννίδη και της Ενάγουσας 1 συμφωνίας πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος ήταν £300.000 και όχι £250.000, όπως δηλώθηκε στο Τεκμήριο 2. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση του εμπράγματου δικαιώματος μαζί με τον εξοπλισμό του γκαράζ στον Ιωαννίδη ανέρχεται σε £300.000. Διατηρώ όμως αμφιβολίες κατά πόσο από το ποσό των £300.000 οι £50.000 αντιπροσωπεύουν το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης για τον εξοπλισμό και μηχανήματα, ως η σχετική μαρτυρία από πλευράς Εναγουσών και η απόδειξη (Τεκμήριο 18). Και εξηγώ. Άνκαι στην απόδειξη γίνεται αναφορά σε μηχανισμούς, εξοπλισμούς, εργαλεία και κάθε είδους αντικείμενα που εμφαίνονται σε επισυνημμένα έγγραφα, δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη, τιμολόγιο ή έγγραφο στο Δικαστήριο, για άγνωστους λόγους. Η ακριβής περιγραφή του εξοπλισμού θα ήταν χρήσιμη για τις Ενάγουσες για την απόδειξη της αξίωσης τους για αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση του. Επιπλέον, ο ίδιος ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του καθορίζει την αξία του εξοπλισμού και των μηχανημάτων σε £10.000, ως απώλεια που υπέστη και αξιώνει υπό τύπο αποζημιώσεων, λόγω της παράνομης κατακράτησης τους που είχε ως αποτέλεσμα αυτά να χάσουν εντελώς την αξία τους. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για τη διαφορά των £40.000 που προκύπτει με το κατ' ισχυρισμό τίμημα πώλησης του στον Ιωαννίδη. Δεν αποκλείω επίσης και η συμφωνία (Τεκμήριο 3) περί καταβολής £3.000 μηνιαίως στην Ενάγουσα 2 να στόχευε στο να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης επί του Εναγομένου ώστε να παραδώσει την κατοχή του γκαράζ. Σημειώνεται η αναφορά του Ιωαννίδη στη μαρτυρία του ότι είπε του Εναγόμενου «Γιαννάκη πιάσε τα πράγματα σου για να μπορώ να πάρω αυτό το τεμάχιο το οποίο αγόρασα, να το διορθώσω και να κάνω τις δουλειές μου και του είπα αυτά τα λεφτά αν φύγεις, σίγουρα εγώ θα σου τα χαρίσω, δεν με ενδιαφέρει». Ενδεικτικό της πιο πάνω προσπάθειας από πλευράς Εναγουσών είναι και η παράλειψη λήψης οποιουδήποτε μέτρου από μέρους του Ιωαννίδη για συμμόρφωση της Ενάγουσας 2 επί του σχετικού όρου. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Επίσης, η διαφορά που εντοπίζεται σ' όσον αφορά τους όρους της συμφωνίας που είχε κάμει αρχικά με τον Εναγόμενο και αφορούσε στη χρήση του γκαράζ, μεταξύ της αρχικής τοποθέτησης του στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 19) που την έδωσε στις 20.8.05 και της προφορικής του μαρτυρίας, καταδεικνύουν το αναξιόπιστο των θέσεων του Κουλέρμου. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην κατάθεση του ότι: «του παραχώρησα την διευκόλυνση όπως εργάζεται και να κάμνει αποκλειστικά δουλειές δικές του και χρησιμοποιεί το υποστατικό ως τόπο εργασίας του αλλά χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα πάνω σ' αυτό και αυτός ο τρόπος διάρκεσε για δύο χρόνια». Στην προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, περιορίζει το δικαίωμα χρήσης του Εναγόμενου στον εξωτερικό χώρο του επίδικου ακινήτου για τις δικές του δουλειές και σταδιακά και μέρος του εσωτερικού χώρου. Από το δικόγραφο του Εναγόμενου, αλλά και τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων των Εναγουσών, διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος αντλεί το δικαίωμα κατοχής επί του επίδικου ακινήτου αρχικά στη βάση της άδειας χρήσης που εξασφάλισε από την Ενάγουσα 1, θέση με την οποία συμφωνούν και οι Ενάγουσες και στη συνέχεια στην κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία με τον Κουλέρμο αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος μαζί με το γκαράζ. Εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή έδωσε ο Κουλέρμος σ' όσον αφορά την τελευταία θέση, ότι δηλαδή ουδέποτε έγινε τέτοια συμφωνία. Ο Εναγόμενος, προς ενίσχυση της εκδοχής του, δεν βασίστηκε μόνο στα διαβήματα του για λήψη δανείου προς εξόφληση του κατ' ισχυρισμό τιμήματος αγοράς αλλά πρόταξε την πληρωμή από μέρους του του ποσού των £7.000 ως προκαταβολή, έναντι του τιμήματος αγοράς, για την οποία του δόθηκε σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 22). Το ποσό αυτό, όπως μαρτύρησε, ήταν οι εισπράξεις της εβδομάδας. Ο Κουλέρμος αρνήθηκε ότι έλαβε £7.000 για το σκοπό που ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος και αντέτεινε ότι το ποσό των £7.000 που φαίνεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού της εταιρείας VIAMAX COACH INDUSTRY LTD ότι πλήρωσε ο Εναγόμενος στις 16.5.05 ήταν έναντι του χρεωστικού λογαριασμού του Εναγόμενου για την αγορά εξαρτημάτων και ανταλλακτικών. Προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο απόδειξης με αρ. 007484, ημερ. 16.5.05 για £7.000, που φαίνεται ως εκδότης η εταιρεία VIAMAX COACH INDUSTRY LTD και ότι έλαβε το ποσό των £7.000, έναντι λογαριασμού από κάποιον Γιαννάκη Νικολαϊδη, από Πάφο. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον Κουλέρμο την απόδειξη αυτή συνέταξε η κοπέλα του λογιστηρίου του στα γραφεία της Λευκωσίας ονόματι Μαρίνα Ευσταθίου, η οποία για άγνωστους λόγους δεν κλήθηκε ως μάρτυρας, ανκαι η μαρτυρία της οποίας θα ήταν βασική για την υπόθεση των Εναγουσών. Ούτε επίσης προσκομίστηκε στο Δικαστήριο το μπλοκ των αποδείξεων ή το πρωτότυπο της απόδειξης από την οποία προέρχεται το αντίγραφο (Τεκμήριο 13), που όπως ανέφερε ο Κουλέρμος θα πρέπει να βρίσκεται στο γραφείο, για να διαφανεί η γνησιότητα της απόδειξης (Τεκμήριο 13), η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς Υπεράσπισης. Επίσης ο Κουλέρμος δεν ήταν σε θέση να παραθέσει περισσότερα στοιχεία σ' όσον αφορά το τρόπο που εισπράχθηκε το ποσό των £7.000. Ερωτηματικά επίσης δημιουργούνται στο Δικαστήριο και σ' όσον αφορά τη γνησιότητα της κατ' ισχυρισμό Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 14). Η Κατάσταση αυτή αποτελείται από μια σελίδα, είναι αντίγραφο και δεν εμφαίνονται ευκρινώς ή και καθόλου οι ημερομηνίες που αφορά η κάθε πράξη που περιέχει ξεχωριστά. Φέρεται στη βάση του περιεχομένου της να αφορά σε κάποιον Γιαννάκη Νικολαϊδη, Βιομηχανική Περιοχή Μεσόγης στην Πάφο για την περίοδο από 1/2002 μέχρι 12/2005. Το Τεκμήριο 14 ξεκινά από 5/2005 και καταλήγει αόριστα σε 2005 με τη δήλωση στο τέλος «REPORT CONTINUES». Περιλαμβάνει μόνο τρεις πιστώσεις, δηλ. εκ £2.000 «on account /chq 2213867» η πρώτη, εκ £7.000 «on account», η δεύτερη χωρίς άλλη πληροφόρηση και εκ £1.000,01 «settl Inv. 8504» η τρίτη. Στη στήλη που αφορά σε «REFER.» αναγράφεται για την πρώτη πίστωση ο αριθμός 007384, για τη δεύτερη 007484 και για την τρίτη 007410. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και της παράλειψης προσκόμισης αναλυτικών Καταστάσεων Λογαριασμού για να διαφανεί η αυθεντικότητα του τεκμηρίου και παροχής εξήγησης γιατί η πίστωση των £7.000 που φαίνεται να προηγήθηκε της τελευταίας, να έχει μεγαλύτερο αριθμό αναφοράς απ' εκείνη των £1.000,01 που ακολουθεί, ενώ μεσολαβούν άλλες επτά πράξεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα δύο τεκμήρια. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά έβλεπε το Τεκμήριο 13. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι τηρείτο Κατάσταση Λογαριασμού για τον Εναγόμενο από την εταιρεία Viamax Coach Ιndustry Ltd για τα εξαρτήματα που αγόραζε και προορίζοντο για τα αυτοκίνητα Volvo και των άλλων αυτοκινήτων που επιδιόρθωνε, για το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του Εναγόμενου στην Αγωγή αρ. 666/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ο Εναγόμενος ήταν κατηγορηματικός στη μαρτυρία του ότι το ποσό των £7.000 που κατέθεσε στην Τράπεζα στις 16.5.05 δεν αφορούσε τον πιο πάνω λογαριασμό με την εταιρεία Viamax Coach Ιndustry Ltd. Έδωσε τεκμηριωμένη εικόνα στο Δικαστήριο σ' όσον αφορά στο τι αντιπροσώπευε το πιο πάνω ποσό. Ότι δηλαδή ο ίδιος κατέθεσε στο προσωπικό λογαριασμό του Ανδρέα Κουλέρμου στην Τράπεζα Κύπρου στις 16.5.05 το ποσό των £7.000 και μάλιστα κατόπιν οδηγιών του Κουλέρμου. Το τελευταίο παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του. Από την απόδειξη της κατάθεσης της Τράπεζας (Τεκμήριο 23) φαίνεται ότι το ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό 1009-11-006680, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κουλέρμου, είναι ο προσωπικός του λογαριασμός στην Τράπεζα Κύπρου. Ο Εναγόμενος δεν παρέμεινε μόνο σ' αυτό αλλά κατέθεσε επιπρόσθετα ως Τεκμήριο 22 και το πρωτότυπο της απόδειξης είσπραξης που εκδόθηκε από την Ενάγουσα 1 του ποσού των £7.000 που αναφέρει ότι είναι « Δια έναντι ΑΓΟΡΑΣ ΚΤΙΡΙΟΥ». Η απόδειξη αυτή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, του είχε αποσταλεί. Σημειώνεται η παραδοχή του Κουλέρμου ότι η απόδειξη προέρχεται από τις αποδείξεις της εταιρείας του στην Πάφο, δηλαδή της Ενάγουσας 1. Ειδικά γι' αυτή τη συγκεκριμένη απόδειξη οι τότε δικηγόροι της Ενάγουσας 1, έκαμαν σχετική καταγγελία στην Αστυνομία με την επιστολή τους ημερ. 19.1.08 (Τεκ.15), περί πλαστογραφημένης υπογραφής της η οποία όμως δεν προχώρησε με τη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων εναντίον του Εναγομένου μέχρι σήμερα. Ο Κουλέρμος στη μαρτυρία του δήλωσε άγνοια για τον εκδότη της απόδειξης και ότι προέρχεται από την εταιρεία του. Όπως μαρτύρησε, ζήτησε να γίνει σχετικός έλεγχος, ο οποίος όμως δεν έγινε δυστυχώς, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη ανκαι η απόδειξη προέρχεται από μια από τις εταιρείες του. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν αποκλείω το Τεκμήριο 13 αλλά και το αντίγραφο της κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 14) να είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα της Ενάγουσας 1 για να δικαιολογήσει προφανώς την πληρωμή του ποσού των £7.000 κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και την έκδοση στη συνέχεια του Τεκμηρίου 22. Σημειώνεται ότι τα τεκμήρια 13 και 14 δεν επισυνάπτονται στην επιστολή των τότε δικηγόρων του Κουλέρμου (Τεκμήριο 15) προς την Αστυνομία για την καταγγελία περί πλαστογραφημένης απόδειξης, ενώ επισυνάπτονται άλλα επουσιώδη έγγραφα, που είναι τα δικόγραφα της παρούσας Αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η θέση του Εναγόμενου περί καταρτισμού προφορικής συμφωνίας με την Ενάγουσα 1 αγοράς από τον ίδιο του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης μαζί με τις εν αυτώ εγκαταστάσεις, καθώς και οι υπόλοιπες θέσεις του που αμφισβητήθηκαν, κρίνονται προτιμητέες έναντι εκείνων των Ιωαννίδη και Κουλέρμου. Σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι στο τίμημα πώλησης που συμφωνήθηκε στο ποσό των £250.000 με τον Κουλέρμο, περιλαμβάνετο και ο εξοπλισμός που ήταν «μικροπράγματα» ανκαι δεν αντεξετάστηκε στο συγκεκριμένο αυτό μέρος της μαρτυρίας του, εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να το αγνοήσει εφόσον δεν συμφωνεί με το δικόγραφο του. Πάγια θέση στην Υπεράσπιση είναι ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου, η Ενάγουσα επώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο «το επίδικο κτήμα μετά του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2Α της Έκθεσης Απαιτήσεως αντί του συμφωνηθέντος ποσού των £250.000 ή €427.150,36 σεντς. Η παράγραφος 2Α της Έκθεσης Απαίτησης δίνει την περιγραφή του εμπράγματου δικαιώματος που είναι: «. το εμπράγματο δικαίωμα (μίσθωσης), στο Μητρώο Εγγραφής Μισθώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, αριθμός εγγραφής Μισθ. L27, επί του τεμαχίου 68.72 (μέρος), Φ/ΣΧ XLV/51.52 , το οποίο βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου, Μεσόγη, Τοποθεσία Βιομηχανική Περιοχή Πάφου». Συνεπώς, στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί τα εξής γεγονότα τα οποία συνιστούν και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Περί τα μέσα του Μάη του 2005, η Ενάγουσα 1 συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο να του πωλήσει και να του παραδώσει το εμπράγματο δικαίωμα μίσθωσης επί του επίδικου ακινήτου μαζί με την οικοδομή του γκαράζ έναντι £250.000 κάτω από τις προϋποθέσεις που ανέφερε ο Εναγόμενος· δηλαδή να συνεχίσει τη συνεργασία του με την Ενάγουσα 1 με την επιδιόρθωση των αυτοκινήτων VOLVO που αγόραζαν πελάτες της VIAMAX και καλύπτοντο από εγγύηση και την αγορά από μέρους του των εξαρτημάτων και ανταλλακτικών των αυτοκινήτων VOLVO από τον Όμιλο VIAMAX. Ενόψει της συμφωνίας αυτής, ο Εναγόμενος στις 16.5.05 κατέθεσε στην Τράπεζα Κύπρου στο προσωπικό λογαριασμό του Κουλέρμου, τον αριθμό του οποίου είχε δώσει ο ίδιος στον Εναγόμενο, ως προκαταβολή το ποσό των £7.000 και εκδόθηκε η απόδειξη (Τεκμήριο 22). Στη συνέχεια ο Εναγόμενος αποτάθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα για λήψη δανείου εκ £250.000 για εξόφληση του τιμήματος πώλησης προσκομίζοντας της τίτλο ιδιοκτησίας και Μελέτη Βιωσιμότητας, όπως του ζητήθηκε. Οι τότε δικηγόροι της Ενάγουσας, ετοίμασαν γραπτό κείμενο σ' όσον αφορά τους όρους της μεταξύ του Εναγόμενου και της εταιρείας VIAMAX COACH INDUSTRY LTD, του Ομίλου VIAMAX, συνεργασίας, ενόψει των νέων δεδομένων που προέκυψαν μετά τη συμφωνία αγοράς του εμπράγματος δικαιώματος από τον Εναγόμενο, για να το υπογράψει, αλλά κλήθηκε εκ των υστέρων να μη το κάμει, με το δικαιολογητικό ότι έγινε κάποιο λάθος. Στις 21.6.05 η Ενάγουσα 1 πώλησε το εμπράγματο δικαίωμα μίσθωσης με τις εν αυτώ εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και μηχανήματα στον Ιωαννίδη έναντι £300.000. Ακολούθησαν άλλες δύο συμφωνίες μεταξύ τους με τις οποίες μετατίθετο η ημερομηνία παράδοσης του επίδικου ακινήτου (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Ενώ αναμένετο η λήψη όλων των αναγκαίων διαβημάτων από μέρους της Ενάγουσας 1 για εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών για τη λειτουργία του συνεργείου και μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος επ' ονόματι του Εναγόμενου εντός δύο μηνών, όπως διελάμβανε η μεταξύ τους συμφωνία πώλησης, η Ενάγουσα πληροφόρησε τον Εναγόμενο με την επιστολή της ημερ. 23.6.05 ότι είχε πωλήσει το εμπράγματο δικαίωμα και μηχανήματα του γκαράζ στον Ιωαννίδη και τον καλούσε όπως μέχρι την 1.7.05 εγκαταλείψει το μέρος. Τότε ο Εναγόμενος σταμάτησε τη διαδικασία λήψης του δανείου αλλά συνέχισε να κατέχει το επίδικο ακίνητο αρνούμενος να το εγκαταλείψει παρά τις πιέσεις που δεχόταν από πλευράς Εναγόντων. Το εμπράγματο δικαίωμα μεταβιβάστηκε τελικά από την Ενάγουσα 1 επ' ονόματι της Ενάγουσας 2 στις 24.8.09 και εκδόθηκε ο Τίτλος Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 7), αφού η Ενάγουσα 2 είχεν προβεί σε εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους της Ενάγουσας 1 που βάρυνε το επίδικο ακίνητο. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων μου θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πρώτο το νομικό καθεστώς κάτω από το οποίο ο Εναγόμενος απέκτησε και διατηρούσε μέχρι την 1.6.12 την κατοχή του ακινήτου που αφορούσε το επίδικο εμπράγματο δικαίωμα. Από τα δικόγραφα και τη γραμμή που ακολούθησε ο δικηγόρος των Εναγουσών κατά την ακρόαση αλλά και στη γραπτή του αγόρευση, προβάλλεται η θέση ότι η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου από την ημέρα εγκατάστασης του Εναγόμενου στο επίδικο ακίνητο της Ενάγουσας 1 και έναρξης των εργασιών επιδιόρθωσης αυτοκινήτων στο μέρος, είναι εκείνη του εκδότη άδειας (licensor) και δικαιούχου (licensee) και δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια απλή άδεια (bare licence). Από την άλλη, ο Εναγόμενος προώθησε τη θέση περί προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και της Ενάγουσας 1 για άδεια χρήσης του επίδικου ακινήτου με σκοπό την επιδιόρθωση των αυτοκινήτων Volvo που καλύπτοντο από εγγύηση, αλλά και εκείνα των προσωπικών του πελατών. Στο σύγγραμμα Hill and Redman`s Law of Landlord and Tenant 15η έκδοση, στη σελ. 21 δίνονται ο ορισμός και η φύση της άδειας, καθώς και τα είδη της: "Rule 7 - A licence is a permission which entitles the licensee to do some act on the land which would otherwise be a trespass, but which does not create any estate of interest in the land. Rule 8 - A licence is either (
  2. a)a gratuitous or bare licence, or (
  3. b)a licence coupled with the grant of an interest, or (
  4. c)a contractual licence. The assignability and the revocability of a licence depend on the category into which it falls." Όσον αφορά το ζήτημα ανάκλησης άδειας στο σύγγραμμα Hill and Redman's (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 22: "Α bare licence does not even amount to a contract, with the result that it may be revoked by the licensor at any time without giving a right to damages to the licensee". Eπίσης στη σελίδα 757, παρ. 1347 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την ανάκληση άδειας: «A gratuitons licence can be revoked by notice given at any time, so that the licensee remain on the land after the revocation he is a trespasser» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ

(1991)1 Α.Α.Δ. 327, 332, 333. Η άδεια χρήσης υπήρξε επίσης αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd
(2011)1 (A) A.A.Δ. 379 όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελ. 393: « Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd n. Millennium Productions Ltd
(1946)1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner
(1979)2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί. Αναμφίβολα η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο πιο πάνω κατηγορίες. Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ΄ αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council
(1981)Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd
(1971)Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά.» Είναι φανερό στη βάση της πιο πάνω νομολογίας και ευρημάτων μου ότι η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ του Εναγόμενου και της Ενάγουσας 1 δεν είναι εκείνη της απλής άδειας αλλά της συμβατικής άδειας χρήσης. Η άδεια που έδωσε η Ενάγουσα 1 στον Εναγόμενο να εισέρχεται και να χρησιμοποιεί το γκαράζ της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμφωνία επιδιόρθωσης των αυτοκινήτων Volvo του Ομίλου Viamax από τον Εναγόμενο. Ως τέτοια θα ήταν δύσκολο να ανακληθεί στη βάση του δικαίου της επιείκειας, εφόσον ο Εναγόμενος συνέχιζε την επιδιόρθωση των αυτοκινήτων VOLVO. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ενώπιον μου σ' όσον αφορά τη τύχη της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου, που αφορά στην επιδιόρθωση από τον τελευταίο των αυτοκινήτων VOLVO και την υπ' αυτού αγορά εξαρτημάτων από τον Όμιλο VIAMAX, μετά την επιστολή της Ενάγουσας 1 ημερ. 23.6.
  1. Αφήνεται όμως να νοηθεί από τη μαρτυρία του Κουλέρμου ότι η λειτουργία της Ενάγουσας 1 στην Πάφο σταμάτησε λίγες μέρες πριν τη συμφωνία με τον Ιωαννίδη που έγινε στις 21.6.05, οπότε καθίσταται αντιληπτό ότι και αυτή θα πρέπει να έληγε με την επιστολή ημερ. 23.6.05 για ανάκληση της άδειας χρήσης από τον Εναγόμενο του γκαράζ. Εν πάση περιπτώσει η ανάκληση της άδειας θα ενείχε τη σημασία που της αποδίδεται από πλευράς Εναγουσών αν δεν μεσολαβούσε ο καταρτισμός της συμφωνίας πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης στον Εναγόμενο περί τα μέσα του
  2. Ο Εναγόμενος με τη πιο πάνω νέα συμφωνία συνέχισε να κατέχει το επίδικο ακίνητο στη βάση των όρων αυτής, όπου η συμβατική άδεια χρήσης αντικαταστάθηκε με άδεια που συνδέετο με συμφωνία επί της γης. Συνεπώς, το δικαίωμα κατοχής του Εναγόμενου επί του ακινήτου που αφορούσε το εμπράγματο δικαίωμα δεν έπαυσε με την ανάκληση της άδειας από μέρους της Ενάγουσας 1 είτε με την επιστολή της ημερ. 23.6.05 που ο δικηγόρος των Εναγουσών θεωρεί ως την ημερομηνία ανάκλησης, είτε με εκείνη ημερ. 1.7.05 (Τεκμήριο 10), γιατί είχεν ήδη καταρτιστεί η νέα συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου, δηλαδή της αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος και παράδοσης της κατοχής του ακινήτου στον Εναγόμενο, στη βάση των όρων της συμφωνίας αυτής. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης συνιστά τη βάση των αξιώσεων των Εναγουσών. Το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί τα εξής: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Όπως αναφέρεται και στο Ηalsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ. 1194 επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με τη θέληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 όπου στη σελ. 1527 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αdamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή.» Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκής ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά, Πολ. Εφ. 9987, ημερ. 28.4.1999). Σε αγωγή παράνομης επέμβασης ο Ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη της επέμβασης το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ.Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 813). Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων μου, ο Εναγόμενος από τα μέσα Μαϊου 2005 μέχρι τον τερματισμό από μέρους του της συμφωνίας αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 26.5.06 (Τεκμήριο 26) νομιμοποιείτο στην κατοχή του επίδικου ακινήτου, στη βάση των όρων της συμφωνίας αγοράς του, οπότε η άδεια πλέον συνδέετο με συμφωνία επί της γης. Η συμφωνία αυτή έχασε την ισχύ της από την ημερομηνία που τερματίστηκε από τον Εναγόμενο και συνακόλουθα έπαυσε να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων για οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Οπότε με το να συνεχίσει ο Εναγόμενος και μετά την άρση της ισχύος της συμφωνίας να κατέχει το επίδικο ακίνητο, το γεγονός αυτό ακριβώς αποτελούσε αντινομία προς την ακύρωση της συμφωνίας (βλ. Σωκράτους κ.ά. ν. Σιακατίδη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1390). Συνεπώς, από τις 26.5.06 που ο Εναγόμενος προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας μέχρι την 1.6.2012 που παρέδωσε την κατοχή του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα 2 (παραδεκτό γεγονός) ο Εναγόμενος κατέστη υπαίτιος παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, όπως ανέφερα και ανωτέρω, το μόνο επίδικο θέμα που παραμένει για εκδίκαση είναι μόνο οι αξιώσεις της Ενάγουσας 1 εναντίον του Εναγόμενου και αντίστροφα επί της Ανταπαίτησης. Σημειώνεται ότι μέρος των παραδεκτών γεγονότων είναι ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας 2, θεωρούνται ότι έχουν διευθετηθεί με την προς αυτή παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου την 1.6.12. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος διέπραξε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης από τις 26.5.06 μέχρι την 1.6.12 το Δικαστήριο θα προχωρήσει με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Σημειώνεται ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης τεκμηριώνει αγώγιμο δικαίωμα per se, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη ζημιάς (βλ. Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 379, Τταντής ν. Hadjimichael κ.α.
(1982)CLR 301 και Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυριακίδης
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 789). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1836 η ενοικιαστική αξία αποτελεί το μέτρο της συνήθους αποζημίωσης σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης και ότι το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας (βλ. επίσης Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυριακίδη (ανωτέρω). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 882 λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Η καταβολή αποζημίωσης επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahcecioglou κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ
  1. Για το θέμα των αποζημιώσεων η μοναδική μαρτυρία εμπειρογνώμονα ενώπιον μου είναι αυτή του Φιντικλή (Μ.Ε.3), εκτιμητή γης και ακινήτων. Ο Φιντικλής επιθεώρησε το επίδικο ακίνητο στις 11.9.12 και 13.11.13 και διαπίστωσε ότι από τον Αύγουστο του 2013 είχαν ξεκινήσει εργασίες ανακαίνισης του. Ετοίμασε Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο 27) με την υπόθεση ότι για την ανέγερση του υποστατικού εντός του ακινήτου είχαν εξασφαλιστεί όλες οι απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης κατέληξε στο ότι το αγοραίο ενοίκιο του ακινήτου για την περίοδο από 6.9.05 μέχρι 1.7.12 ανέρχεται σε €236.
  2. Διευκρίνισε ότι κατά την πρώτη επίσκεψη του στις 11.9.12 δεν κράτησε σημειώσεις, εφόσον η επίσκεψη του αφορούσε μόνο σε κτηματικές συμβουλές προς τον Ιωαννίδη και ούτε γνώριζε τη κατάσταση του ακινήτου πριν την ημερομηνία αυτή. Δεν γνώριζε κατά πόσο η οικοδομή εντός του ακινήτου είχε άδεια οικοδομής ή άδεια χρήσης για τη λειτουργία της ως υποστατικού εργασίας, αλλά θεώρησε ως δεδομένο ότι καλύπτετο από άδεια οικοδομής λόγω της παρουσίας της αναφοράς Β11/88 σε μια σφραγίδα σε ένα από τα έγγραφα που επεσύναψε στην Έκθεση Εκτίμησης του. Παραδέχθηκε ότι η απουσία των αδειών μειώνει την ενοικιαστική αξία της οικοδομής. Κατέληξε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έκαμε έρευνα για την ενοικιαστική αξία της οικοδομής στη βάση του ότι στερείτο άδειας οικοδομής και άδειας χρήσης. Σημειώνεται ότι ο δικηγόρος του Εναγόμενου αμφισβήτησε την ύπαρξη τέτοιων αδειών, γι' αυτό και αντεξέτασε εν εκτάσει τον Φιντικλή για το θέμα. Έχω μελετήσει το έγγραφο που είναι επισυνημμένο στην Έκθεση Εκτίμησης του και φέρεται να αποκαλύπτει την έκδοση άδειας οικοδομής. Είναι δύσκολο, αν όχι εντελώς αδύνατο να αναγνωστεί η αναφορά στην οποία παραπέμπει ο Φιντικλής. Το μόνο σημείο που μπορεί να διαβαστεί είναι ο αριθμός Β11/88 και η τυπωμένη λέξη «ΕΠΑΡΧΟΣ» στο τέλος της. Σημειώνεται ότι ανκαι αμφισβητήθηκε η ύπαρξη άδειας οικοδομής, η πλευρά των Εναγουσών παρέλειψε να προσκομίσει τη δέουσα μαρτυρία για το θέμα, όπως την αρμόδια αρχή έκδοσης των αδειών. Με μόνο τον αριθμό Β11/88, χωρίς οποιαδήποτε διευκρίνιση στο τι αυτός αφορά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η οικοδομή εντός του επίδικου ακινήτου την οποία χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος ως γκαράζ, κατείχε άδεια οικοδομής ή άδεια χρήσης για τη λειτουργία της ως υποστατικού εργασίας, έχοντας κατά νου και τη μεγάλη σημασία που ενέχει η ύπαρξη τέτοιων αδειών για την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του ο Φιντικλής για να καταλήξει στο ποσό των €236.000 ως αποζημιώσεις, που ήταν στη βάση του ότι είχαν εκδοθεί όλες οι απαραίτητες άδειες, δεν ήσαν ασφαλή. Αυτό σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του ότι η απουσία αδειών επηρεάζει την ενοικιαστική αξία μας οικοδομής το Δικαστήριο απορρίπτει την εκτίμηση του. Σημειώνεται ότι ναι μεν από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ειδικού εκτιμητή, αλλά η παράλειψη της αυτή δεν απαλλάσσει τις Ενάγουσες από την αυστηρή απόδειξη της ζημιάς τους. Ενόψει απόρριψης της έκθεσης και μαρτυρίας του Φιντικλή σ' όσον αφορά την ενοικιαστική αξία του ακινήτου που αφορά στη παράνομη επέμβαση από μέρους του Εναγόμενου, δεν υπάρχει καμία άλλη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα. Καταλήγοντας, εκείνο το οποίο δικαιούται η Ενάγουσα 1 είναι μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου από 26.5.06 μέχρι 1.6.12 που διήρκεσε η παράνομη επέμβαση, τις οποίες καθορίζω σε €
  3. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το τι φέρεται να συμφώνησαν μεταξύ τους ο Ιωαννίδης και ο Κουλέρμος δεν αφορά στον Εναγόμενο ο οποίος δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στις μεταξύ τους συμφωνίες. Η ευθύνη του Εναγομένου στην πληρωμή αποζημιώσεων εξικνείται μέχρι την απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά την απόρριψη της έκθεσης του Φιντικλή, ότι το ποσό των £3.000 το μήνα που αφορά ο σχετικός όρος της μεταξύ των δύο Εναγουσών γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 3), αντιπροσωπεύει παράλληλα και την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου. Σημειώνεται επίσης ότι, όπως ο ίδιος ο Κουλέρμος μαρτύρησε, δεν πληρώθηκε κανένα ποσό στην Ενάγουσα 2 κάτω απ΄ αυτό το μανδύα και ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα 2 απαίτησε ποτέ την εκτέλεση του συγκεκριμένου όρου, γεγονότα που, όπως ανέφερα και ανωτέρω, δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα και του όρου. Σ' όσον αφορά τα μηχανήματα εντός του γκαράζ, συνιστά κοινό έδαφος ότι και αυτά παραδόθηκαν την 1.6.12 στην Ενάγουσα 2 αφού έγινε καταγραφή τους στη βάση των παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1). Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία σ' όσον αφορά τα συγκεκριμένα μηχανήματα και τον εξοπλισμό, όπως περιγραφή τους ή την αξία της απώλειας χρήσης τους. Η μόνη σχετική αναφορά είναι στη γραπτή δήλωση του Κουλέρμου ότι λόγω της παράνομης κατακράτησης του εξοπλισμού και μηχανημάτων από τον Εναγόμενο, έχασαν την αξία τους με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά εκ £10.000,00, που είναι η αξία του εξοπλισμού και μηχανημάτων. Η εν λόγω ζημιά για τον εξοπλισμό αξιώνεται από τύπο ειδικών αποζημιώσεων. Είναι γνωστή η αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις όχι μόνο πρέπει να καταγράφονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύονται και με αυστηρότητα (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467). Επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως αξία εξοπλισμού στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, θα ήταν αντίθετη προς τον πιο πάνω κανόνα αυστηρής απόδειξης των ειδικών ζημιών. Γι' αυτό και η σχετική αξίωση απορρίπτεται. Τα ίδια ισχύουν και σ' όσον αφορά την αξίωση που φέρεται να προκύπτει από τη πληρωμή επιπρόσθετων τόκων στην Τράπεζα. Η μαρτυρία που δόθηκε για το κονδύλι αυτό από μέρους του Κουλέρμου ήταν ασαφής, αόριστη και μη τεκμηριωμένη, οπότε και αυτή η ειδική ζημιά απορρίπτεται. Σε σχέση με την αξίωση για παραδειγματικές αποζημιώσεις, η επιδίκαση τέτοιου είδους αποζημιώσεων επιβάλλεται όταν η συμπεριφορά του αδικοπραγούντος καταδεικνύει αφ' ενός έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα τρίτων και αφετέρου την επίτευξη κέρδους προς όφελος του αδικοπραγούντος. Στην υπόθεση Adrian Holdings v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836 τονίστηκε ότι επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του Εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχω πειστεί ότι η παράνομη συμπεριφορά του Εναγόμενου που διήρκεσε από 26.5.06 μέχρι 1.6.12 συνοδεύετο από αλαζονεία, ή κακία ή είχε αλλότρια κίνητρα ή σκόπευε στη γελοιοποίηση της Ενάγουσας 1, ώστε αυτή να δικαιούται σε παραδειγματικές αποζημιώσεις. Συνεπώς και αυτή η αξίωση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και ευρήματα, ο Εναγόμενος με το Τεκμήριο 26 προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας αγοράς του εμπράγματου δικαιώματος για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτό. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής: «Εν συνεχεία επιστολής μας ημ. 16/5/2006 σας πληροφορώ τα ακόλουθα: Επειδή παραλείψατε μέχρι σήμερον να προβείτε εις τας δέουσας ενέργειας για να εξασφαλίσετε την σχετική Άδεια από την Αρμόδια Αρχή προς μεταβίβαση του Εμπράγματος Μισθώσεως του ως άνω ακινήτου προς εμένα. Και επειδή κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας μας πωλήσατε το ως άνω ακίνητο εις τρίτο πρόσωπο δια της παρούσης η ως άνω συμφωνία μας καταγγέλλεται και ακυρούται. Ο πελάτης μου επιφυλάσσει εις εαυτόν άπαντα τα δικαιώματα του και επιπλέον να απαιτήσει αποζημιώσεις παρ' υμάς.» Ενόψει παράλειψης της Ενάγουσας 1 συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις της και της από μέρους της στη συνέχεια πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος στην Ενάγουσα 2, κατέστη υπαίτια διάρρηξης της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο και συνακόλουθα υπόχρεη στη πληρωμή σ' αυτόν αποζημιώσεων. Ο Εναγόμενος ως το αναίτιο μέρος έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος, δηλαδή την Ενάγουσα 1 για τη ζημιά που υπέστη λόγω της παράβασης της συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ειδικού εκτιμητή σ' όσον αφορά την αξίωση του Εναγόμενου για αποζημιώσεις. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη της συμφωνίας καθορίζονται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Το δικαίωμα ανάκτησης αποζημιώσεων για τη ζημιά που υπέστη ο συμβαλλόμενος ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο προνοείται στο άρθρο
  2. Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν (βλ. Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Zακχαίου κ.ά. ν. Καλογήρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 174). Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να υπολογίζονται κατά την ημερομηνία που προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα. Επίκεντρο δε, είναι η διαφορά μεταξύ του τιμήματος αγοράς και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1800 και Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Ως αποτέλεσμα της επιστολής ημερ. 26.5.06 με την οποία ο Εναγόμενος τερμάτισε τη συμφωνία πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος στον ίδιο υπαιτιότητι της Ενάγουσας 1, βρίσκω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιλεγεί ως χρονικό σημείο διάρρηξης της συμφωνίας και υπολογισμού των αποζημιώσεων η ημερομηνία 26.5.06 (Τεκμήριο 26). Ενώπιον μου δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία εμπειρογνώμονα σ' αφορά την αγοραία αξία του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας. Στην απουσία μαρτυρίας ειδικού εκτιμητή μια βάση υπολογισμού της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος αγοράς και της αγοραίας αξίας του εμπράγματου δικαιώματος στις 26.5.06 θα μπορούσε να αποτελέσει το τίμημα αγοράς που αναφέρεται στη μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Ιωαννίδη συμφωνίας πώλησης. Σχετικό με το θέμα είναι το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα McGregor on Damages 18η έκδοση, παρ. 22-035 σελ. 885: «The price at which the seller has resold is strictly not to be taken in preference to the market price, but is has been taken in most cases, of which Noble v. Edwards136 is the prime illustration and Keck v. Faber137 and York Glass v. Jubb138 are others139 . This would seem to be on the ground that the resale price affords good evidence of the market price, and there is no suggestion in these cases awarding the difference between the contract price and the resale price that the latter differed at all from the market price.» Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου το αντικείμενο πώλησης στη βάση της προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο αφορούσε μόνο στο εμπράγματο δικαίωμα και τις εν αυτώ κτιριακές εγκαταστάσεις. Το εμπράγματο δικαίωμα μαζί με τις εν αυτώ εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και μηχανήματα πωλήθηκε στον Ιωαννίδη έναντι του συνολικού ποσού των £300.000. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση των Ιωαννίδη και Κουλέρμου ότι το τίμημα πώλησης για τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα που συμφωνήθηκε μεταξύ τους ανέρχετο στο ποσό των £50.000, για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγεί ανωτέρω. Ενόψει παράλειψης προσκόμισης μαρτυρίας ειδικού εκτιμητή από πλευράς Υπεράσπισης, η αναφορά του Κουλέρμου ότι η αξία του εξοπλισμού που απαιτεί ανέρχεται σε £10.000, από μόνη της, δεν συνιστά ασφαλές δεδομένο για το Δικαστήριο για να καταλήξει σε εύρημα ως προς την αγοραία αξία του εμπράγματου δικαιώματος, παρά μόνο σε εικασίες μπορεί να προβεί. Συνεπώς, στην απουσία σαφούς και θετικής μαρτυρίας ως προς το τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το ποσό των £300.000, δηλαδή πόσο για τον εξοπλισμό και πόσο για το εμπράγματο δικαίωμα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία πώλησης μεταξύ του Κουλέρμου και του Ιωαννίδη δεν μπορεί να αποτελέσει σωστή βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Εναγόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας, ούτε και υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους. Σ' όσον αφορά την απαίτηση του Εναγόμενου για επιστροφή της προκαταβολής εκ £7.000 (€11.960,21) θα πρέπει να πετύχει στη βάση της απουσίας ανταλλάγματος (βλ. Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1 (Β) 867, 879). Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €100.- ως ονομαστικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση από μέρους του Εναγόμενου. Ενόψει της επιδίκασης μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων και η Αγωγή συνεκδικάστηκε με την Ανταπαίτηση, κρίνω δίκαιο όπως μη προβώ σε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σ' όσον αφορά την Αγωγή. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας 2 εναντίον του Εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθούν στη βάση των παραδεκτών γεγονότων ότι με την παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου την 1.6.12 στην Ενάγουσα 2 οι αξιώσεις της θεωρούνται ότι έχουν διευθετηθεί, όπως και απορρίπτονται χωρίς επίσης οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση επί της Ανταπαίτησης υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας 1 για το ποσό των €11.960,21 με νόμιμο τόκο. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Ανταπαίτησης απορρίπτονται. Τα έξοδα της Ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και σε βάρος της Ενάγουσας 1 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας 2 απορρίπτεται, χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (Διάρρηξη συμφωνίας πώλησης ακινήτου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.