Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κυριάκος Πατσαλίδης, Αρ. Αγωγής: 960/12, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 960/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Πάφο Εναγόντων και Κυριάκος Πατσαλίδης, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 28.4.14 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ Ε. Δημοσθένους για κκ Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Χρ. Μίτλεττον για κκ Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου / Αιτητή στις 27.11.13 με την οποία εξαιτείται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως μέσα σε 30 ημέρες από την έκοδση του διατάγματος ετοιμάσουν και επιδώσουν στους Αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων που έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία τους και που σχετίζονται με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα της αγωγής και ιδιαίτερα των εγγράφων που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής ως καθορίζονται στις παραγράφους 8, 9 και 10 του καταλόγου εγγράφων της Ένορκης δήλωσης της Χλόησς Βλοτομά ημερ. 11.02.2013: (α) αναλυτική κατάσταση των επίδικων λογαριασμών (Statement of accounts) από την ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας και/ή άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος (Λογαριασμοί 0660-09-066757 και 357003038292), (β) Παραστατικά (χρεώσεις και πιστώσεις) της κάθε δοσοληψίας χωριστά των λογαριασμών 0660-09-066757 και 357003038292». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ 2 και 11 και Δ.48, θθ1-4, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται η αναγκαιότητα της αποκάλυψης των με την υπό κρίση αίτηση ζητηθέντων εγγράφων για να μπορέσει ο Αιτητής να ελέγξει την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Ο Καθ' ου η αίτηση έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τα πιο πάνω έγγραφα καθότι αυτά αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης του τα οποία ο Αιτητής αμφισβητεί. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 17 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος είναι υπάλληλος/ λειτουργός του Καθ' ου η αίτηση με προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αποτελούν, μεταξύ άλλων, θέσεις των Αιτητών τα ακόλουθα: οι καταχωρήσεις που έγιναν στον λογαριασμό της κάρτας και οι οποίες αποτυπώνονται στις καταστάσεις που αποκαλύφθηκαν φαίνονται και, μάλιστα, με αρκετή σαφήνεια στο σώμα των εν λόγω καταστάσεων, ο Αιτητής είναι πλήρως ενημερωμένος γι' αυτές και δεν είναι αναγκαία περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων ο Καθ' ου η αίτηση αποκάλυψε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού οπότε και η διαδικασία της αποκάλυψης έχει ολοκληρωθεί. Αυτή δε δεν επεκτείνεται και στο περιεχόμενο των ήδη αποκαλυφθέντων καταστάσεων λογαριασμού καθώς και στις καταχωρήσεις (entries) ή στα επιμέρους στοιχεία (individual items). Ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει καθήκον ή υποχρέωση να αποκαλύψει τα ζητηθέντα παραστατικά αφού έχει ήδη αποκαλύψει όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την απαίτησή του συμμορφούμενος, έτσι, πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.13 που αφορούσε σε γενική αποκάλυψη εγγράφων οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού αποστέλλονταν από τον Καθ' ου η αίτηση στον Αιτητή και παραλήφθηκαν από τον Αιτητή. Επίσης, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα οποιασδήποτε καταχώρησης σε αυτές η ύπαρξη και η παρουσίαση των ζητηθέντων παραστατικών για κάθε μεμονωμένη τραπεζική ή ταμειακή πράξη που περιέχεται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δεν είναι αναγκαία για την απόδειξη της απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε και για την προώθηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Αιτητή ή για εξοικονόμηση εξόδων αφού ο Αιτητής με τις έγγραφες προτάσεις του παραδέχεται το ύψος του αξιούμενου χρεωστικού υπολοίπου αφ' ης στιγμής το ανταπαιτεί ως ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί με τις έγγραφες προτάσεις του Αιτητή δεν αμφισβητείται η νομιμότητα ή η εγκυρότητα οποιασδήποτε εκ των επιμέρους συμβάσεων διεξαγωγής δοσοληψιών που έγιναν στο πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας και δεν αμφισβητούνται συγκεκριμένες τραπεζικές ή ταμειακές πράξεις μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Αιτητή ή καταχωρήσεις. Συν τοις άλλοις, η νομιμότητα και εγκυρότητα των πράξεων αυτών δεν φαίνεται από τα ζητηθέντα παραστατικά η υπό κρίση αίτηση σκοπεί σε αλίευση μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό είναι καταχρηστική. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να αναφέρω ότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της. Σχετικός είναι ο 16ος λόγος ένστασης και τα όσα σε σχέση με αυτόν αναφέρονται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης παραθέτω σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 24.1.13. Την ημέρα εκείνη εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο οι διάδικοι διατάχθηκαν εντός 20 ημερών προβούν σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης όλων των εγγράφων που θα παρουσιάσουν στην δίκη. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 19.3.13. Ο Καθ' ου η αίτηση συμμορφώθηκε με τις πιο πάνω οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρώντας στις 11.2.13 ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων με επισυνημμένο κατάλογο, από τώρα και στο εξής «ο κατάλογος», ενώ από τον Αιτητή δεν υπήρξε συμμόρφωση. Στις 19.3.13 το Δικαστήριο επέκτεινε τον χρόνο για αποκάλυψη εκ μέρους του Αιτητή για περίοδο 15 ημερών και ταυτόχρονα όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 29.5.13. Ο Αιτητής καταχώρησε την ένορκό του δήλωση αποκάλυψης εγγράφων την ίδια ημέρα, ήτοι στις 19.3.13. Στις 29.5.13 το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 3.7.13 και κατά την τελευταία ημερομηνία και κατόπιν παράκλησης των δικηγόρων των διαδίκων για ακρόαση στις 29.11.13. Εν τω μεταξύ δύο ημέρες πριν την προγραμματιθείσα δικάσιμο και συγκεκριμένα στις 27.11.13 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίσθηκε για επίδοση από το Πρωτοκολλητείο στις 15.1.14. Στις 29.11.13 η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της δικηγόρου του Αιτητή και ορίσθηκε για οδηγίες στις 15.1.14, ημερομηνία κατά την οποία είχε ορισθεί η υπό κρίση αίτηση από το Πρωτοκολλητείο. Στις 15.1.14 η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση και η αγωγή για οδηγίες στις 5.2.14. Στην υπόθεση Ελευθερία Κουμουλή ν. Michael Yasmingh
(1999)1 ΑΑΔ 323 λίγες μέρες πριν από την ακρόαση αγωγής για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ώστε να προστεθούν οι τριτοδιάδικοι ως εναγόμενοι 2 και 3 επιπρόσθετα του εναγομένου 1. Υπήρξε ένσταση και η αίτηση ορίσθηκε την ημέρα της ακρόασης της αγωγής. Οι δικηγόροι των διαδίκων όπως και το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισαν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου δυνάμει της Δ.10 θ.7
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, όμως, την αίτηση για ένα και μοναδικό λόγο, ήτοι την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απερρίφθη. Παρατίθεται απόσπασμα από την σελίδα 35 της απόφασης του Εφετείου ενδεικτικό της στάσης της Νομολογίας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα: «Η πρωτόδικος δικαστής ... έκανε δε αναφορά και στη σχετική αγγλική νομολογία που άπτεται του ανάλογου διαδικαστικού Κανόνα. Απέρριψε όμως την αίτηση για ένα μόνο λόγο. Έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά και του γενικού κανόνα πως ο διάδικος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια και ταχύτητα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, έτσι που να μην επηρεάζονται δικαιώματα και συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων στη διαφορά. Η δικαστής επισημαίνει πως το δυστύχημα έγινε στις 2.10.94 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.3.95. Η αίτηση για οδηγίες, αναφορικά με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε από τον εναγόμενο στις 10.1.96, ο δε δικηγόρος της εφεσείουσας συγκατατέθηκε στην έκδοση τους. Η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.2.98, δυο χρόνια δηλαδή μετά και ορίστηκε από το πρωτοκολλητείο στις 13.3.98, ημέρα κατά την οποία η αγωγή εκκρεμούσε για ακρόαση, μετά από πολλές αναβολές. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγωγή ήσαν πάντοτε γνωστά στην εφεσείουσα, και τίποτε δεν είχε μεταβληθεί μέχρι της ημέρας που καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των πρωτοδικών Δικαστηρίων, και μόνο όπου τούτο δικαιολογείται, με κυρίαρχο γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στα πλαίσια βέβαια του νόμου, των δικονομικών κανόνων, και του ισοζυγίου των συμφερόντων των διαδίκων. Έχουμε τη γνώμη πως η απόφαση της πρωτόδικης δικαστού είναι απόλυτα ορθή. Η κρίση της λειτούργησε μέσα στο εύρος της διακριτικής της ευχέρειας». Στην Αγγλική υπόθεση Astrovlanis Compania Naviera v. Linard
(1972)2 All E R 647 η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τον μήνα Ιανουάριο και τα δικόγραφα έκλεισαν τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους ορίσθηκε δικάσιμος για τις 28 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Στις 17 Φεβρουαρίου, ήτοι 11 ημέρες πριν την δίκη, οι ενάγοντες αιτήθηκαν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η αίτηση απορρίφθηκε και οι ενάγοντες εφεσίβαλαν την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) απέρριψε την έφεση για τον λόγο ότι η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. Ο Δικαστής Edmund Davies Lord Justice ανέφερε ότι η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί πολύ ενωρίτερα. Συν τοις άλλοις, κανένα λόγο δεν πρόβαλαν οι ενάγοντες που να δικαιολογεί την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της. Υπό το φως των ανωτέρω ο πιο πάνω Δικαστής έκρινε, ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ότι ο παράγοντας αυτός ήταν από μόνος του ικανός για να απορριφθεί η έφεση. Αν επιτρεπόταν η έφεση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ημερομηνία της δίκης με όλες τις συνεπακόλουθες για τους εναγόμενους συνέπειες ως προς τα έξοδα και την ταλαιπωρία. Με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Edmund Davies Lord Justice συμφώνησαν τόσο ο Δικαστής που προέδρευε της σύνθεσης, ήτοι ο Λόρδος Denning, Master of the Rolls, και ο Δικαστής Stephenson Lord Justice. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η έφεση δεν επιτράπηκε παρόλο που κατά πλειοψηφία είχε κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν στις αιτούμενες λεπτομέρειες. Από το ιστορικό της υπόθεσης που πιο πάνω παρατέθηκε προκύτπει ότι μετά την ένορκο αποκάλυψη εγγράφων που έγινε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση στις 11.2.13 παρήλθε ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 9 μηνών για να καταχωρήσουν οι Αιτητές την υπό κρίση αίτηση και ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 8 μηνών μετά την καταχώρηση της δικής τους ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Προέβησαν δε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δύο μόνο ημέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή με αποτέλεσμα η ακρόαση της αγωγής να μην λάβει χώρα την ημέρα εκείνη και έκτοτε η αγωγή να ορίζεται για οδηγίες για να δοθεί η δυνατότητα στην υπό κρίση αίτηση να ακουσθεί. Η στάση η οποία επέδειξε ο Αιτητής όπως αυτή αναδύεται μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης με προεξάρχοντα το χρονικό σημείο στην διαδικασία κατά το οποίο η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κρίνεται αρκετό για να κριθεί ο Αιτητής υπόλογος για σημαντική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η υπό κρίση αίτηση για τον λόγο αυτό να απορριφθεί αφού συν τοις άλλοις κανένας λόγος δεν προβλήθηκε από τον Αιτητή που να δίδει εξήγηση για την διαπιστωθείσα καθυστέρηση. Θεωρώ ότι υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δεν αφήνονται περιθώρια άλλα στο Δικαστήριο από του να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εναντίον του Αιτητή. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας. Ο θεσμός 2 της Διαταγής 28 προβλέπει για τον τύπο που πρέπει να έχει η αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Ο θεσμός 11 της Διαταγής 28 επί του οποίου, επίσης, στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have been been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου σε αιτία αγωγής ή ζήτημα καθ' οιονδήποτε χρόνο και είτε ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει ήδη διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα απαιτώντας όπως οποιοσδήποτε άλλος διάδικος αναφέρει ενόρκως αν κατά πόσο συγκεκριμμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του και αν όχι πότε αποχωρίσθηκε της κατοχής, φύλαξης ή εξουσίας τους και τι απέγιναν αυτά. Μια τέτοια αίτηση θα γίνεται με ένορκο δήλωση η οποία θα αναφέρει ότι κατά την πεποίθηση του ομνύοντα ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται έχει ή σε κάποιο χρόνο είχε στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του το συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα στην αιτία αγωγής ή ζήτημα ή με κάποια ή ένα από αυτά». Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται στην σελίδα 713 υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να ζητήσει από διάδικο μια μόνο ένορκο δήλωση εγγράφων. Δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να ζητήσει και δεύτερη αν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή αν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 153 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 158-159: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ......................................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο θεσμός 11 προνοεί για τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων διαδίκου είναι ελλιπής. Σε μια τέτοια περίπτωση παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τον διάδικο αυτό να προβεί στην καταχώρηση και άλλης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση ό,τι, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε υποχρέωση να αποκαλύψει τα ζητηθέντα έγγραφα καθότι αυτά άπτονται ουσιωδών γεγονότων στην υπόθεση τα οποία ο Αιτητής αμφισβητεί. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι θέση του Αιτητή είναι ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν επαρκής και, κατά συνέπεια, ήταν ελλιπής. Το ότι ρητά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν κρίνω πως μεταβάλλει την ουσία του αιτήματος που είναι ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε. Κατά την θέση του Αιτητή η ένορκη αποκάλυψη που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση είναι ελλιπής σε σχέση με τα έγγραφα που στον κατάλογο εκτίθενται υπό παραγράφους 8, 9 και 10 με τίτλο «Σετ μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού με αριθμό 0660-09-066757 νυν 357003038292», «Συνοπτική κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 0660-09-066757 νυν 357003038292» και «Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 0660-09-066757 νυν 357003038292» αντίστοιχα. Όπως είδαμε, το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του να διατάξει διάδικο να καταχωρήσει και δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων όταν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή όταν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Σχετικά είναι τα έγγραφα εκείνα που περιέχουν πληροφορίες που μπορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή που εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δυνατόν να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες (Βλ. The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 QBD 55). Δεν μου διαφεύγει ότι για τους σκοπούς της αποκάλυψης η σχετικότητα των εγγράφων δεν περιορίζεται στα ζητήματα που αποκαλύπτονται στα δικόγραφα ή στο αντικείμενο της αγωγής. Και ότι τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν δεν περιορίζονται στα έγγραφα τα οποία θα αποτελέσουν μαρτυρία είτε για να αποδείξουν ή να καταρρίψουν οποιοδήποτε επίδικο θέμα στην αγωγή. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι έγγραφα σχετίζονται σε μια αγωγή άσχετα με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία (Βλ. O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L.). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ένα έγγραφο είναι σχετικό αν υπάρχει πιθανότητα να ρίξει φως στην υπόθεση (Βλ. Merchants and Manufacturers Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 All E R 767). Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον συγκεκριμένο διάδικο, γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της υπόθεσής του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν υπάρχουν σχετικά έγγραφα προς αποκάλυψη εξετάζει τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας που έγινε στην υπόθεση (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 713 υπό τον τίτλο: «Refuse, adjourn . not necessary . limited to certain classes of documents»). Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Αιτητή. Κρίνω ότι ορθά υποδεικνύεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα των χρεοπιστώσεων, δοσοληψιών και ταμειακών πράξεων δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Ό,τι αμφισβητείται είναι η νομιμότητα και/ή η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών για τους ποικίλους λόγους που εκτίθενται στις έγγραφές του προτάσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι σε διάφορα σημεία της Υπεράσπισης ο Αιτητής αρνείται τις συμφωνίες και/ή τις δοσοληψίες. Το τελευταίο, όμως, δεν εκλαμβάνεται κατά την κρίση μου υπό το φως και του όλου πνεύματος της Υπεράσπισης ότι επεκτείνεται και στην κάθε ταμειακή πράξη και δοσοληψία που έλαβε χώρα μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Αιτητή. Άλλωστε, στην Έκθεση Απαίτησης καμία αναφορά δεν γίνεται σε χρεοπιστώσεις και ταμειακές πράξεις για να υπάρχει περιθώριο στον Αιτητή να αρνηθεί κάτι τέτοιο. Αν ο Αιτητής αμφιβητούσε ότι έλαβαν χώρα αυτές οι πράξεις όφειλε να κάνει εξειδικευμένη γι' αυτό αναφορά στην Υπεράσπισή του. Όσον αφορά στην αποκάλυψη αναλυτικής κατάστασης του επίδικου λογαριασμού αυτή παραδόθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση στον Αιτητή σύμφωνα με τον ισχυρισμό ο οποίος εκτίθεται στην παράγραφο 4(β) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Συγκεκριμένα στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ότι στις 19.4.13 αντίγραφα όλων των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν με την ένορκο δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 11.2.13 παραδόθηκαν στην δικηγόρο Εύα Δημοσθένους η οποία και υπέγραψε σχετικό έντυπο παραλαβής το οποίο και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Ο πιο πάνω ισχυρισμός όπως και κανένας εκ των ισχυρισμών που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Αιτητή είτε με αίτηση προς το Δικαστήριο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αίτηση προς το Δικαστήριο για άδεια για αντεξέταση του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Συνεπώς παρέμειναν αναντίλεκτοι. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Αιτητής μέσω της αγόρευσης της δικηγόρου του παραπονείται για το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που ο Καθ' ου η αίτηση παρέδωσε σε αυτόν για επιθεώρηση ξεκινούν από 15.12.10 και αρχίζουν με σημαντικό υπόλοιπο εκ μεταφοράς χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση αναφορικά με το εκ μεταφοράς υπόλοιπο. Τίποτα, όμως, τέτοιο δεν υποστηρίζεται ενόρκως από τον Αιτητή. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων στα πλαίσια των αγορεύσεών τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν δύνανται να λαμβάνονται υπόψη. Ως εκ τούτου καμία βαρύτητα δεν θα προσδώσω στην πιο πάνω δήλωση. Επίσης, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση που προωθείται μέσα από την αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να περιγράψει τα αποκαλυφθέντα έγγραφα υπό παραγράφους 8, 9 και 10 του καταλόγου με την επάρκεια που υποδεικνύει η Νομολογία ή τα συγγράμματα τα οποία επικαλέσθηκε ώστε ο Αιτητής να στερείται της δυνατότητας να αντιληφθεί σε τι αυτά αναφέρονται ή να παρεμποδίζεται τυχόν διάταγμα επιθεώρησης που ήθελε εκδοθεί σε σχέση με αυτά να δύναται να εφαρμοσθεί και εκτελεσθεί. Παραπονείται, επίσης, ο Αιτητής ότι στα αποκαλυφθέντα έγγραφα υπό παραγράφους 8 και 10 του καταλόγου δεν αναφέρεται το όνομα του χρεώστη. Μα και μόνο οι αριθμοί του λογαριασμού που αναφέρονται καταδεικνύουν ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν στον Αιτητή. Παραπονείται, επίσης, ότι αυτά δεν αναφέρουν την περίοδο που καλύπτουν. Μα αντίγραφα των καταστάσεων αυτών έχουν ήδη δοθεί στους δικηγόρους του Αιτητή και, προδήλως, η ακριβής περίοδος που αυτές καλύπτουν καθορίζεται αφού συν τοις άλλοις δεν αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι μετά την παράδοση των αντιγράφων υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς αυτήν την κατεύθυνση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι η αποκάλυψη των ζητηθέντων εγγράφων θα ρίξει φως στην υπόθεση. Ή ότι αυτή θα βοηθήσει τον Αιτητή είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση είτε να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή ότι θα οδηγήσει σε έρευνα η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες. Έπειτα είναι και το άλλο. Ο Αιτητής δεν περιορίσθηκε μόνο στο να υπερασπισθεί την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση. Εγείρει και Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει το ποσό που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει εναντίον του. Αυτό κατά την κρίση μου καταδεικνύει ότι όχι μόνο παραδέχεται το ύψος των ποσών που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την Έκθεση Απαίτησής του, αλλά και ότι οι ισχυρισμοί του για παράνομες και άκυρες δοσοληψίες και ταμειακές πράξεις που προβάλλει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αποτελούν κενό γράμμα αφ' ης στιγμής την ίδια στιγμή ανταπαιτεί ποσά που κατά τις θέσεις του είναι παράνομα. Αν τα ποσά που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την αγωγή του είναι για τους πιο πάνω λόγους παράνομα πώς τα ανταπαιτεί ο ίδιος; Κρίνω πως η αξίωση που εγείρεται μέσω της Ανταπαίτησής τους διασαλεύει τους πιο πάνω αναφερθέντες ισχυρισμούς του. Καταλήγω στο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 11.2.13 δεν είναι ελλιπής. Και ότι η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Διερωτώμαι γιατί ο Αιτητής ζητά την αποκάλυψη των ζητηθέντων παραστατικών αφού οι δοσοληψίες και οι ταμειακές πράξεις στις οποίες αυτά αναφέρονται είναι γνωστές σε αυτόν. Αφού αυτές γίνονταν και με την συμμετοχή του. Διάδικος δεν δικαιούται σε αποκάλυψη όταν τα έγγραφα την αποκάλυψη των οποίων ζητά από τον αντίδικο βρίσκονται στην κατοχή του. Συναφώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την κατεύθυνση ότι τα ζητηθέντα παραστατικά δεν βρίσκονται στην κατοχή του Αιτητή ή ότι αντίγραφα αυτών δεν παραδίδονταν σε αυτόν κάθε φορά που γινόταν κάποια δοσοληψία ή ταμειακή πράξη. Τέλος, με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών κρίνει επιλήψιμη την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευσή της. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με αυτή την εισήγηση. Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εκτός από το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά καθώς και από έγγραφα και στοιχεία που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και που ο Καθ' ου η αίτηση τηρεί. Επομένως, το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ό,τι μόνο ο ομνύων αναφέρει στην ένορκο του δήλωση ως η εισήγηση υποδεικνύει. Θεωρώ δε ότι με τα πιο πάνω ο ενόρκως δηλών αναφέρει επαρκώς την πηγή της γνώσης του σχετικά με τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκό του δήλωση και, κατ' επέκταση, δεν διακρίνω οτιδήποτε το επιλήψιμο στην ένορκό του δήλωση. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείων, ακολούθως, με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Κρίνω δε πως σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτεινόταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη, η δε εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποκάλυψη εγγράφων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο