Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Loubna Chaifour κ.α., Αρ. Αγωγής: 1305/11, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1305/11 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd, από την Πάφο Εναγόντων και
- Loubna Chaifour από την Πάφο
- Χριστάκης Θεοφάνους Μιχαήλ, από την Πάφο Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 23.4.12 Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd), από την Πάφο Εναγόντων και
- Loubna Chaifour από την Πάφο
- Χριστάκης Θεοφάνους Μιχαήλ, από την Πάφο Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης σύμφωνα με το αρ. 28(Ι) του Ν. 17(Ι)/ 2013 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 38(Ι)/2013 Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd), από την Πάφο Εναγόντων και
- Loubna Chaifour από την Πάφο
- Χριστάκης Θεοφάνους Μιχαήλ, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 28.4.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κ Ε. Δημοσθένους για κκ Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Χρ. Μίτλεττον για κκ Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών στις 17.10.13 με την οποία εξαιτούνται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος ετοιμάσουν και επιδώσουν στους Αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων που έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία τους και που σχετίζονται με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα της αγωγής και ιδιαίτερα των παραστατικών (vouchers) της κάθε δοσοληψίας χωριστά που αναφέρονται στην Κατάσταση Λογαριασμού υπ' αριθμό 133-11-008578 και στην Κατάσταση Λογαριασμού κάρτας υπ' αριθμό 4506-5305-1692-4179, που αναφέρονται στο στοιχείο υπ' αρ. 23 και 22 του Καταλόγου Εγγράφων που περιέχεται στην Ένορκη δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων του Κώστα Κουππάρη ημερ. 26/04/2012». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ 2 και 11 και Δ.48, θθ1-4, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2 ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται η αναγκαιότητα της αποκάλυψης των παραστατικών όλων των δοσοληψιών και πράξεων μεταξύ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και των Αιτητών που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμό 133-11-008578 και στην κατάσταση λογαριασμού κάρτας υπ' αριθμό 4506-5305-1692-4179, για να καταδειχθεί η χρήση παράνομων και/ή καταχρηστικών τόκων και άλλων εξόδων και για να ελεχθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και της Εναγόμενης
- Ο Καθ' ου η αίτηση έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τα πιο πάνω έγγραφα καθότι αυτά αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης του τα οποία οι Αιτητές αμφισβητούν. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 15 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Γιώργου Χ΄΄ Χριστοδούλου ο οποίος είναι υπάλληλος/ λειτουργός του Καθ' ου η αίτηση με προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αποτελούν, μεταξύ άλλων, θέσεις των Αιτητών τα ακόλουθα: οι καταχωρήσεις που έγιναν στον τρεχούμενο λογαριασμό και τον λογαριασμό κάρτας και οι οποίες αποτυπώνονται στις αντίστοιχες καταστάσεις που αποκαλύφθηκαν φαίνονται και, μάλιστα, με αρκετή σαφήνεια στο σώμα των εν λόγω καταστάσεων, οι Αιτητές είναι πλήρως ενημερωμένοι γι' αυτές και δεν είναι αναγκαία περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων για την δικαιολόγηση των χρεωστικών υπολοίπων ο Καθ' ου η αίτηση αποκάλυψε τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών οπότε και η διαδικασία της αποκάλυψης έχει ολοκληρωθεί. Αυτή δε δεν επεκτείνεται και στο περιεχόμενο των ήδη αποκαλυφθέντων καταστάσεων λογαριασμού καθώς και στις καταχωρήσεις (entries) ή στα επιμέρους στοιχεία (individual items). Ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει καθήκον ή υποχρέωση να αποκαλύψει τα ζητηθέντα παραστατικά αφού έχει ήδη αποκαλύψει όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την απαίτησή του συμμορφούμενος, έτσι, με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.4.12 που αφορούσε σε γενική αποκάλυψη εγγράφων οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποστέλλονταν από τον Καθ' ου η αίτηση στην Εναγόμενη 1 ανελλιπώς και παραλήφθηκαν από τους Αιτητές. Επίσης, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα οποιασδήποτε καταχώρησης σε αυτές η ύπαρξη και η παρουσίαση των ζητηθέντων παραστατικών για κάθε μεμονωμένη τραπεζική ή ταμειακή πράξη που περιέχεται στις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών δεν είναι αναγκαία για την απόδειξη της απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε και για την προώθηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Αιτητών ή για εξοικονόμηση εξόδων καθότι: (α) οι Αιτητές με τις έγγραφες προτάσεις τους παραδέχονται το ύψος των αξιούμενων χρεωστικών υπολοίπων αφού το ανταπαιτούν ως ζημιά που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί και (β) με τα ζητηθέντα παραστατικά δεν δικαιολογείται ούτε το ύψος των τόκων, ούτε και το ύψος των εξόδων με τις έγγραφες προτάσεις των Αιτητών δεν αμφισβητείται η νομιμότητα ή η εγκυρότητα οποιασδήποτε εκ των επιμέρους συμβάσεων διεξαγωγής δοσοληψιών που έγιναν στο πλαίσιο των επίδικων συμφωνιών και δεν αμφισβητούνται συγκεκριμένες τραπεζικές ή ταμειακές πράξεις μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και της Εναγόμενης 1 ή καταχωρήσεις. Συν τοις άλλοις, η νομιμότητα και εγκυρότητα των πράξεων αυτών δεν φαίνεται από τα ζητηθέντα παραστατικά η υπό κρίση αίτηση σκοπεί σε αλίευση μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό είναι καταχρηστική. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να αναφέρω ότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της. Σχετικός είναι ο 14ος λόγος ένστασης και τα όσα σε σχέση με αυτόν αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 19 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης παραθέτω σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 10.4.
- Την ημέρα εκείνη εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο οι διάδικοι διατάχθηκαν εντός 30 ημερών να προβούν σε καταχώρηση και επίδοση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης όλων των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο στην αγωγή ζήτημα. Ταυτόχρονα όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 6.6.
- Ο Καθ' ου η αίτηση συμμορφώθηκε με τις πιο πάνω οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρώντας στις 26.4.12 ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων με επισυνημμένο κατάλογο, από τώρα και στο εξής «ο κατάλογος», ενώ από τους Αιτητές δεν υπήρξε συμμόρφωση. Χρειάσθηκε το Δικαστήριο να ορίσει την αγωγή για οδηγίες στις 3.10.12 για να καταχωρήσουν την ίδια ημέρα οι Αιτητές ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Σημειώνεται ότι στις 6.6.12 το Δικαστήριο έδωσε χρόνο μόνο 30 ημερών για να καταχωρήσουν οι Αιτητές την ένορκο δήλωσή τους αποκάλυψης εγγράφων. Και πάλι οι Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με την πιο πάνω διαταγή, η δε ένορκη τους δήλωση επιτράπηκε αφού το Δικαστήριο στις 3.10.12 επέκτεινε τον χρόνο καταχώρησής της μέχρι τότε. Έκτοτε η αγωγή ορίσθηκε αρκετές φορές προτού ορισθεί εν τέλει για ακρόαση. Συγκεκριμένα στις 2.11.12, 7.12.12, 5.2.13, 12.3.13, 10.4.13 και 17.6.
- Στις 17.6.13 η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση στις 17.10.
- Στις 17.10.13 και κατόπιν αιτήματος αναβολής από πλευράς των Αιτητών ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 20.1.
- Εν τω μεταξύ την ίδια ημέρα, ήτοι στις 17.10.13, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίσθηκε για επίδοση από το Πρωτοκολλητείο στις 26.11.
- Στις 26.11.13 η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 20.1.14, ήτοι την ίδια ημέρα που είχε ορισθεί για ακρόαση η αγωγή. Στις 20.1.14 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 27.1.
- Στην υπόθεση Ελευθερία Κουμουλή ν. Michael Yasmingh
(1999)1 ΑΑΔ 323 λίγες μέρες πριν από την ακρόαση αγωγής για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ώστε να προστεθούν οι τριτοδιάδικοι ως εναγόμενοι 2 και 3 επιπρόσθετα του εναγομένου 1. Υπήρξε ένσταση και η αίτηση ορίσθηκε την ημέρα της ακρόασης της αγωγής. Οι δικηγόροι των διαδίκων όπως και το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισαν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου δυνάμει της Δ.10 θ.7
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, όμως, την αίτηση για ένα και μοναδικό λόγο, ήτοι την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απερρίφθη. Παρατίθεται απόσπασμα από την σελίδα 35 της απόφασης του Εφετείου ενδεικτικό της στάσης της Νομολογίας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα: «Η πρωτόδικος δικαστής ... έκανε δε αναφορά και στη σχετική αγγλική νομολογία που άπτεται του ανάλογου διαδικαστικού Κανόνα. Απέρριψε όμως την αίτηση για ένα μόνο λόγο. Έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά και του γενικού κανόνα πως ο διάδικος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια και ταχύτητα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, έτσι που να μην επηρεάζονται δικαιώματα και συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων στη διαφορά. Η δικαστής επισημαίνει πως το δυστύχημα έγινε στις 2.10.94 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.3.95. Η αίτηση για οδηγίες, αναφορικά με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε από τον εναγόμενο στις 10.1.96, ο δε δικηγόρος της εφεσείουσας συγκατατέθηκε στην έκδοση τους. Η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.2.98, δυο χρόνια δηλαδή μετά και ορίστηκε από το πρωτοκολλητείο στις 13.3.98, ημέρα κατά την οποία η αγωγή εκκρεμούσε για ακρόαση, μετά από πολλές αναβολές. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγωγή ήσαν πάντοτε γνωστά στην εφεσείουσα, και τίποτε δεν είχε μεταβληθεί μέχρι της ημέρας που καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των πρωτοδικών Δικαστηρίων, και μόνο όπου τούτο δικαιολογείται, με κυρίαρχο γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στα πλαίσια βέβαια του νόμου, των δικονομικών κανόνων, και του ισοζυγίου των συμφερόντων των διαδίκων. Έχουμε τη γνώμη πως η απόφαση της πρωτόδικης δικαστού είναι απόλυτα ορθή. Η κρίση της λειτούργησε μέσα στο εύρος της διακριτικής της ευχέρειας». Στην Αγγλική υπόθεση Astrovlanis Compania Naviera v. Linard
(1972)2 All E R 647 η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τον μήνα Ιανουάριο και τα δικόγραφα έκλεισαν τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους ορίσθηκε δικάσιμος για τις 28 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Στις 17 Φεβρουαρίου, ήτοι 11 ημέρες πριν την δίκη, οι ενάγοντες αιτήθηκαν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η αίτηση απορρίφθηκε και οι ενάγοντες εφεσίβαλαν την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) απέρριψε την έφεση για τον λόγο ότι η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. Ο Δικαστής Edmund Davies Lord Justice ανέφερε ότι η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί πολύ ενωρίτερα. Συν τοις άλλοις, κανένα λόγο δεν πρόβαλαν οι ενάγοντες που να δικαιολογεί την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της. Υπό το φως των ανωτέρω ο πιο πάνω Δικαστής έκρινε, ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ότι ο παράγοντας αυτός ήταν από μόνος του ικανός για να απορριφθεί η έφεση. Αν επιτρεπόταν η έφεση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ημερομηνία της δίκης με όλες τις συνεπακόλουθες για τους εναγόμενους συνέπειες ως προς τα έξοδα και την ταλαιπωρία. Με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Edmund Davies Lord Justice συμφώνησαν τόσο ο Δικαστής που προέδρευε της σύνθεσης, ήτοι ο Λόρδος Denning, Master of the Rolls, και ο Δικαστής Stephenson Lord Justice. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η έφεση δεν επιτράπηκε παρόλο που κατά πλειοψηφία είχε κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν στις αιτούμενες λεπτομέρειες. Από το ιστορικό της υπόθεσης που πιο πάνω παρατέθηκε προκύτπει ότι μετά την ένορκο αποκάλυψη εγγράφων που έγινε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση στις 26.4.12 παρήλθε ένα χρονικό διάστημα της τάξης του 1½ έτους για να καταχωρήσουν οι Αιτητές την υπό κρίση αίτηση και ένα χρονικό διάστημα της τάξης του 1 έτους μετά την καταχώρηση της δικής τους ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Επίσης, το χρονικό διάστημα των 5 μηνών που παρήλθε μεταξύ της ημερομηνίας που έληγε η πρώτη προθεσμία των 30 ημερών για να καταχωρήσουν ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, ήτοι η 10.5.12, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της δικής τους ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, ήτοι η 3.10.12, δεν θεωρώ πως εμπόδιζε τους Αιτητές να υποβάλουν την υπό κρίση αίτηση. Προέβησαν δε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης την ίδια ημέρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή με αποτέλεσμα η ακρόαση της αγωγής να μην λάβει χώρα την ημέρα εκείνη, αλλά και με αποτέλεσμα η ακρόαση της αγωγής να μην λάβει χώρα ούτε και κατά τις 20.1.14 που είχε ξανά ορισθεί για ακρόαση για να δοθεί η δυνατότητα στην υπό κρίση αίτηση να ακουσθεί. Έκτοτε η αγωγή ορίζεται για οδηγίες. Τα πιο πάνω κρίνονται από μόνα τους αρκετά για να κριθούν οι Αιτητές υπόλογοι για μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί αφού συν τοις άλλοις κανένας λόγος δεν προβλήθηκε από τους Αιτητές που να δίδει εξήγηση γι' αυτήν. Ενδεικτικά της όλης στάσης των Αιτητών είναι και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς των Αιτητών, είτε με αίτηση προς το Δικαστήριο για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης, είτε με αίτηση προς το Δικαστήριο για άδεια για αντεξέταση του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ως ως εκ τούτου παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στις 2.11.12 απεστάλη από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση προς τους δικηγόρους των Αιτητών επιστολή για συζήτηση της υπόθεσης στην οποία οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Στις 5.2.13 οι δικηγόροι των Αιτητών ζήτησαν όπως η αγωγή ορισθεί για οδηγίες με σκοπό να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί και η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες προς αυτόν τον σκοπό στις 12.3.
- Στις 7.2.13 οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση απέστειλαν προς τους δικηγόρους των Αιτητών δεύτερη επιστολή καλώντας τους να επιθεωρήσουν σε ημέρα, τόπο και ώρα που οι ίδιοι θα καθόριζαν τα πιο πάνω έγγραφα πλην όμως δεν ανταποκρίθηκαν. Η εν λόγω επιστολή και η απόδειξη αποστολής της με φαξ επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και σημειώνονται ως Τεκμήριο
- Στις 6.3.13 η Νίκη Νικολάου, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την δικηγόρο Εύα Δημοσθένους, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, και συμφώνησαν όπως στις 8.3.13 ανταλλαγούν τα έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί εκατέρωθεν των πλευρών. Στις 8.3.13 οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση παρέδωσαν αντίγραφα όλων των εγγράφων που είχαν αποκαλύψει, ενώ οι δικηγόροι των Αιτητών δεν παρέδωσαν αντίγραφα των εγγράφων που οι ίδιοι αποκάλυψαν. Στις 12.3.13 η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες στις 10.4.13 και, ακολούθως, στις 17.6.13 με σκοπό την επιθεώρηση εγγράφων, πλην όμως μέχρι τις 17.6.13 οι Αιτητές δεν είχαν επιτρέψει στον Καθ' ου η αίτηση να επιθεωρήσει τα έγγραφα που είχαν αποκαλύψει με την ένορκο δήλωση τους αποκάλυψης εγγράφων. Από τα πιο πάνω αναδύεται μια στάση κωλυσιεργείας στην υπόθεση από μέρους των Αιτητών η οποία συνάδει με την στάση κωλυσιεργείας η οποία αναδύεται μέσα από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης στον χρόνο που αυτή καταχωρήθηκε. Ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά ζητούσε από τους Αιτητές να επιδείξουν ενδιαφέρον προς συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου χωρίς, όμως, να βρίσκει την δέουσα ανταπόκριση από πλευράς των Αιτητών. Το ιστορικό της υπόθεσης με προεξάρχοντα το χρονικό σημείο στην διαδικασία κατά το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση τόσο από μόνο του όσο και ιδωμένο μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε η πλευρά των Αιτητών ως προς την προώθηση της υπόθεσης δεν αφήνει άλλα περιθώρια στο Δικαστήριο από του να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εναντίον των Αιτητών. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας. Ο θεσμός 2 της Διαταγής 28 προβλέπει για τον τύπο που πρέπει να έχει η αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Ο θεσμός 11 της Διαταγής 28 επί του οποίου, επίσης, στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have been been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου σε αιτία αγωγής ή ζήτημα καθ' οιονδήποτε χρόνο και είτε ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει ήδη διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα απαιτώντας όπως οποιοσδήποτε άλλος διάδικος αναφέρει ενόρκως αν κατά πόσο συγκεκριμμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του και αν όχι πότε αποχωρίσθηκε της κατοχής, φύλαξης ή εξουσίας τους και τι απέγιναν αυτά. Μια τέτοια αίτηση θα γίνεται με ένορκο δήλωση η οποία θα αναφέρει ότι κατά την πεποίθηση του ομνύοντα ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται έχει ή σε κάποιο χρόνο είχε στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του το συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα στην αιτία αγωγής ή ζήτημα ή με κάποια ή ένα από αυτά». Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται στην σελίδα 713 υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να ζητήσει από διάδικο μια μόνο ένορκο δήλωση εγγράφων. Δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να ζητήσει και δεύτερη αν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή αν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 153 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 158-159: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ......................................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο θεσμός 11 προνοεί για τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων διαδίκου είναι ελλιπής. Σε μια τέτοια περίπτωση παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τον διάδικο αυτό να προβεί στην καταχώρηση και άλλης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση ό,τι, μεταξύ άλλων, υποστηρίζουν είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε υποχρέωση να αποκαλύψει τα ζητηθέντα παραστατικά καθότι αυτά άπτονται ουσιωδών γεγονότων στην υπόθεση τα οποία οι Αιτητές αμφισβητούν. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι θέση των Αιτητών είναι ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν επαρκής και, κατά συνέπεια, ήταν ελλιπής. Το ότι ρητά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν κρίνω πως μεταβάλλει την ουσία του αιτήματος που είναι ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε. Κατά την θέση των Αιτητών η ένορκη αποκάλυψη που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση είναι ελλιπής σε σχέση με τα έγγραφα που στον κατάλογο εκτίθενται υπό παραγράφους 22 και 23 με τίτλο «Κατάσταση λογαριασμού κάρτας με αριθμό 4506-5305-1692-4179 και «Κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 133-11-008578» αντίστοιχα. Όπως είδαμε, το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του να διατάξει διάδικο να καταχωρήσει και δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων όταν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή όταν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Σχετικά είναι τα έγγραφα εκείνα που περιέχουν πληροφορίες που μπορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή που εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δυνατόν να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες (Βλ. The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 QBD 55). Δεν μου διαφεύγει ότι για τους σκοπούς της αποκάλυψης η σχετικότητα των εγγράφων δεν περιορίζεται στα ζητήματα που αποκαλύπτονται στα δικόγραφα ή στο αντικείμενο της αγωγής. Και ότι τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν δεν περιορίζονται στα έγγραφα τα οποία θα αποτελέσουν μαρτυρία είτε για να αποδείξουν ή να καταρρίψουν οποιοδήποτε επίδικο θέμα στην αγωγή. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι έγγραφα σχετίζονται σε μια αγωγή άσχετα με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία (Βλ. O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L.). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ένα έγγραφο είναι σχετικό αν υπάρχει πιθανότητα να ρίξει φως στην υπόθεση (Βλ. Merchants and Manufacturers Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 All E R 767). Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον συγκεκριμένο διάδικο, γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της υπόθεσής του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν υπάρχουν σχετικά έγγραφα προς αποκάλυψη εξετάζει τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας που έγινε στην υπόθεση (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 713 υπό τον τίτλο: «Refuse, adjourn . not necessary . limited to certain classes of documents»). Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Αιτητών. Κρίνω ότι ορθά υποδεικνύεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και ταμειακών πράξεων δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Ό,τι αμφισβητείται είναι η νομιμότητα και/ή η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών για τους ποικίλους λόγους που εκτίθενται στις έγγραφές τους προτάσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι σε διάφορα σημεία της Υπεράσπισης οι Αιτητές αρνούνται τις συμφωνίες και/ή τις δοσοληψίες. Το τελευταίο, όμως, δεν εκλαμβάνεται κατά την κρίση μου ότι επεκτείνεται και στην κάθε ταμειακή πράξη που έλαβε χώρα μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και της Εναγόμενης
- Άλλωστε, στην Έκθεση Απαίτησης καμία αναφορά δεν γίνεται σε ταμειακές πράξεις και δοσοληψίες για να υπάρχει περιθώριο στους Αιτητές να αρνηθούν κάτι τέτοιο. Αν δε οι Αιτητές αμφιβητούσαν ότι έλαβαν χώρα αυτές οι πράξεις όφειλαν να κάνουν εξειδικευμένη αναφορά γι' αυτό στην Υπεράσπισή τους. Επίσης, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, από την πλευρά των Αιτητών, τα ζητηθέντα παραστατικά δεν αποκαλύπτουν ούτε το ύψος των τόκων, ούτε το ύψος των εξόδων. Συν τοις άλλοις, θεωρώ ότι από τις καταστάσεις λογαριασμών που αποκαλύφθηκαν και αντίγραφα των οποίων οι Αιτητές έχουν στην κατοχή τους μπορούν να διαφανούν οι τόκοι και τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν οι Αιτητές. Και, κατ' επέκταση, αν έγιναν παράνομες χρεώσεις ή υπερχρεώσεις. Πάντως, κανένας περί του αντιθέτου ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Επίσης, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση που προωθείται μέσα από την αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να περιγράψει τα αποκαλυφθέντα έγγραφα υπό παραγράφους 22 και 23 του συνημμένου καταλόγου με την επάρκεια που υποδεικνύει η Νομολογία ή τα συγγράμματα τα οποία επικαλέσθηκε ώστε οι Αιτητές να στερούνται της δυνατότητας να αντιληφθούν σε τι αυτά αναφέρονται ή να παρεμποδίζεται τυχόν διάταγμα επιθεώρησης που ήθελε εκδοθεί σε σχέση με αυτά να δύναται να εφαρμοσθεί και εκτελεσθεί. Παραπονούνται, επίσης, οι Αιτητές ότι στα αποκαλυφθέντα έγγραφα υπό παραγράφους 22 και 23 του καταλόγου δεν αναφέρεται το όνομα του χρεώστη. Μα και μόνο οι αριθμοί των λογαριασμών που αναφέρονται καταδεικνύουν ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν στους Αιτητές. Παραπονούνται, επίσης, ότι αυτά δεν αναφέρουν την περίοδο που καλύπτουν. Μα αντίγραφα των καταστάσεων αυτών έχουν ήδη δοθεί στους δικηγόρους των Αιτητών και, προδήλως, η ακριβής περίοδος που αυτές καλύπτουν καθορίζεται αφού συν τοις άλλοις δεν αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών ότι μετά την παράδοση των αντιγράφων υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς αυτήν την κατεύθυνση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι η αποκάλυψη των ζητηθέντων παραστατικών θα ρίξει φως στην υπόθεση. Ή ότι αυτή θα βοηθήσει τους Αιτητές είτε να προωθήσουν την δική τους υπόθεση είτε να βλάψουν εκείνη του αντιδίκου τους ή ότι θα οδηγήσει σε έρευνα η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες. Έπειτα είναι και το άλλο. Οι Αιτητές δεν περιορίσθηκαν μόνο στο να υπερασπισθούν την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση. Εγείρουν και Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν το ποσό που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει εναντίον τους. Αυτό κατά την κρίση μου καταδεικνύει ότι όχι μόνο παραδέχονται το ύψος των ποσών που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την Έκθεση Απαίτησής του, αλλά και ότι οι ισχυρισμοί τους για παράνομες χρεώσεις τόκων που προβάλλουν στην Υπεράσπισή τους καθώς και οι ισχυρισμοί τους για παράνομες και άκυρες δοσοληψίες και ταμειακές πράξεις που προβάλλουν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αποτελούν κενό γράμμα αφ' ης στιγμής την ίδια στιγμή ανταπαιτούν ποσά που κατά τις θέσεις τους είναι παράνομα. Αν τα ποσά που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την αγωγή του είναι για τους πιο πάνω λόγους παράνομα πώς τα ανταπαιτούν οι ίδιοι; Κρίνω πως η αξίωση που εγείρεται μέσω της Ανταπαίτησής τους διασαλεύει τους πιο πάνω αναφερθέντες ισχυρισμούς τους. Καταλήγω στο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 26.4.12 δεν είναι ελλιπής. Και ότι η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Διερωτώμαι γιατί οι Αιτητές ζητούν την αποκάλυψη των ζητηθέντων παραστατικών αφού οι δοσοληψίες και οι ταμειακές πράξεις στις οποίες αυτά αναφέρονται είναι γνωστές στην Εναγόμενη
- Αφού αυτές γίνονταν και με την συμμετοχή της. Διάδικος δεν δικαιούται σε αποκάλυψη όταν τα έγγραφα την αποκάλυψη των οποίων ζητά από τον αντίδικο βρίσκονται στην κατοχή του. Συναφώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την κατεύθυνση ότι τα ζητηθέντα παραστατικά δεν βρίσκονται στην κατοχή της Εναγόμενης 1 ή ότι αντίγραφα αυτών δεν παραδίδονταν σε αυτήν κάθε φορά που γινόταν κάποια δοσοληψία ή ταμειακή πράξη. Τέλος, με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών κρίνει επιλήψιμη την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευσή της. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με αυτή την εισήγηση. Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εκτός από το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά καθώς και από έγγραφα και στοιχεία που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και που ο Καθ' ου η αίτηση τηρεί. Επομένως, το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ό,τι μόνο ο ομνύων αναφέρει στην ένορκο του δήλωση ως η εισήγηση υποδεικνύει. Θεωρώ δε ότι με τα πιο πάνω ο ενόρκως δηλών αναφέρει επαρκώς την πηγή της γνώσης του σχετικά με τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκό του δήλωση και, κατ' επέκταση, δεν διακρίνω οτιδήποτε το επιλήψιμο στην ένορκό του δήλωση. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείων, ακολούθως, με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Κρίνω δε πως σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτεινόταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη, η δε εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποκάλυψη εγγράφων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο