Ανδρούλλας Χαραλάμπους Χριστοδούλου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Συνενωμένων Παραπομπών: 21/2010 και 22/2010, 2/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Παραπομπών: 21/2010 και 22/2010 Μεταξύ: Ανδρούλλας Χαραλάμπους Χριστοδούλου Απαιτήτριας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής (Παραπομπή αρ. 21/10) και Χριστόδουλου Χαραλάμπους Χριστοδούλου Απαιτητή και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής (Παραπομπή αρ. 22/10) 02.04.2014 Για Απαιτητές: κ. Ευαγγελία Πουλλά-Μακαρούνα Για Αποζημιούσα Αρχή: κ. Αντώνης Μελάς (για να ακούσει απόφαση κ. Μαραβελάκη) ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι ο καθορισμός της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης, που πρέπει να καταβληθεί στους απαιτητές, για την απαλλοτριωθείσα έκταση μέρους του συνιδιόκτητου ακινήτου τους (κατά ½ εξ' αδιαιρέτου μερίδιο ο καθένας), με αρ. τεμαχίου 126, Φ/Σχ.51/22, που βρίσκεται στο χωριό Αγία Βαρβάρα της επαρχίας Πάφου (στο εξής θα καλείται «επίδικο τεμάχιο»). Λόγω της ύπαρξης ταυτόσημων νομικών και ουσιαστικών θεμάτων, οι παραπομπές συνενώθηκαν με διάταγμα, ημερ. 10.02.2014, και συνεκδικάσθηκαν. Διαδικασία-Σκοπός Απαλλοτρίωσης Με τη δημοσίευση στις 03.11.1995 της διοικητικής πράξης 1412 η απαλλοτριούσα αρχή γνωστοποίησε την πρόθεσή της να απαλλοτριώσει 1860 τ.μ. από το επίδικο τεμάχιο, με σκοπό την κατασκευή δρόμου, που να συνδέει το κρατικό τεμάχιο 195/5, Φ./Σχ. 51/22 με τον κύριο δρόμο Πάφου-Αγίας Βαρβάρας-Παναγιάς. Στις 16.02.1996 δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με αρ. διοικητικής πράξης
- Δικόγραφα Οι παραπομπές καταχωρήθηκαν στις 12.02.
- Με την αρχική έκθεση απαίτησης και εκτίμησης, που καταχωρήθηκε στις 10.03.2010, καθένας από τους απαιτητές ζήτησε τον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης στο ποσό των €4.767.- πλέον τόκους προς 9% το χρόνο από 03.06.1997 μέχρι την εξόφληση, πλέον εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα. Η αποζημιούσα αρχή με έκθεση υπεράσπισης και εκτίμησης, που καταχωρήθηκε την 01.06.2010, αντέτεινε την καταβολή εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης στο ποσό των €25,63.- για καθένα από τους απαιτητές. Με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και εκτίμησης, που καταχωρήθηκε στις 30.08.2011, καθένας από τους απαιτητές ζητά τον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης στο ποσό των €93.000.- πλέον τόκους προς 9% το χρόνο από 03.11.1995 μέχρι την εξόφληση, πλέον εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα. Η αποζημιούσα αρχή με την τροποποιημένη έκθεση εκτίμησης, που καταχώρησε στις 20.09.2011, επέλεξε να επιμείνει στην ορθότητα της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης και εκτίμησής της. Αφορμή για την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και εκτίμησης των απαιτητών είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) στην Αίτηση με αρ. 31811/04, Υπόθεση Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ v. Κύπρου, που δόθηκε στις 15.01.
- Ακροαματική διαδικασία-Αξιολόγηση μαρτυρίας Οι απαιτητές κάλεσαν ως μάρτυρα το Ρίκκο Γιαννή, εκτιμητή ακινήτων και μέλος του ΕΤΕΚ (Μ.Απαιτ.1) και την Ανδρούλλα Χριστοδούλου (Μ.Απαιτ.2) και η αποζημιούσα αρχή το Γεώργιο Καυκαλιά (Μ.Αποζ. Αρχής 1). Από τη μαρτυρία των δυο εκτιμητών προέκυψε, ότι συμφωνούν, ότι η εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου, κατά την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, είναι €4.608,10.- (€2.304,05.- για καθένα από τους απαιτητές) πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλ. την 03.11.1995, μέχρι την εξόφληση. Ο Μ.Απαιτ. 1 ανέφερε στο δικαστήριο, ότι εκτός από την εκτίμησή του για την αξία του ακινήτου κατά την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, με οδηγίες των απαιτητών, ετοίμασε και δεύτερη εκτίμηση για την αξία του ακινήτου την ημερομηνία που έγινε η εκτίμηση, που ήταν η 31.01.
- Η συγκεκριμένη εκτίμηση κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, ως Τεκ.
- Οπως ανέφερε ο Μ.Απαιτ. 1 σε αυτή την εκτίμηση του ζητήθηκε να υπολογίσει την αξία του ακινήτου στις 31.01.2011, οπότε λήφθηκαν υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης ημερομηνίας και υπολόγισε την αγοραία αξία του ακινήτου, με βάση τα νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά του ακινήτου, που ίσχυαν στις 31.01.
- Δεν υπήρχε επιζήμια επίδραση και υπεραξία. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε για την αποζημίωση ήταν ότι για το ½ μερίδιο ανερχόταν στις €93.000.- Οσον αφορά τα έξοδά του για αυτή την εκτίμηση ανέφερε ότι του καταβλήθηκαν €1.520.- συν Φ.Π.Α. Στην αντεξέτασή του ανέφερε, ότι με βάση τους όρους εντολής που είχε υπολόγισε την αξία του κάθε μεριδίου, με βάση τον ουσιώδη χρόνο, που ήταν το 2011, και, με βάση τις συγκριτικές πωλήσεις που υπήρχαν εκείνη την περίοδο, κατέληξε σε €100 ανά τετραγωνικό μέτρο. Όπως επισήμανε στην εκτίμησή του υπάρχουν δυο συγκριτικά, το νούμερο ένα είναι πώληση το Μάιο του 2007 και το δεύτερο πώληση τον Ιούνιο του 2010 και είναι και τα δυο σε βιομηχανικές ζώνες. Εγιναν οι ανάλογες προσαρμογές και κατέληξε σε €100.- το τετραγωνικό μέτρο. Διευκρίνισε επίσης ότι με την αναφορά του στη σελ. 4 του Τεκ. 1 «Η συγκριτική πώληση αφορά οικόπεδο με Μίσθωση» εννοεί πώληση της μίσθωσης. Σε υποβολή, ότι τα ποσά που εισηγείται στην εκτίμηση του 2011 ότι πρέπει να καταβληθούν στους απαιτητές είναι αυθαίρετα και υπερβολικά, απάντησε ότι έχει τεκμηριώσει την έκθεσή του με δυο συγκριτικά και ότι θεωρεί ότι η εκτίμησή του είναι δίκαιη και λογική. Είναι γεγονός, ότι η εκτίμηση του Μ.Απαιτ.1 για την αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης του επίδικου ακινήτου στις 31.01.2011 έχει παραμείνει αναντίλεκτη, καθώς η αμφισβήτηση της ορθότητάς της από την αποζημιούσα αρχή περιορίσθηκε στην σύντομη και επιφανειακή αντεξέταση του Μ.Απαιτ.1, επί του περιεχομένου της, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της. Ουσιαστικά στην αντεξέταση του Μ.Απαιτ.1 ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αποζημιούσας αρχής περιορίσθηκε κύρια σε υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων και η μόνη, σε λεκτικό επίπεδο, αμφισβήτηση του περιεχομένου του Τεκ.1, ήταν η υποβολή που έχει προαναφερθεί. Πέραν αυτής της διαπίστωσης, η αποζημιούσα αρχή επέλεξε, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Αποζ. Αρχής 1, να μην δώσει οδηγίες για την ετοιμασία εκτίμησης του Κτηματολογίου για την αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης στις 31.01.
- Αποδέχομαι την εκτίμηση του Μ.Απαιτ.1 για την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης του επίδικου ακινήτου στις 31.01.
- Η Μ.Απαιτ.2 ανέφερε στη μαρτυρία της, ότι είναι συνιδιοκτήτρια του επίδικου τεμαχίου 126, αρ. εγγραφής 2948, Φ./Σχ. 51/
- Ισχυρίσθηκε, ότι έλαβε γνώση για την απαλλοτρίωση τον Οκτώβρη του 2007, όταν ενημερώθηκε ότι γίνονται εκσκαφές κατά μήκος του τεμαχίου. Ρώτησε τον εργολάβο, ο οποίος της είπε ότι εκτελούν έργα για το Τμήμα Υδάτων. Του είπε ότι δεν είχαν ενημερωθεί και της ανέφερε να αποταθεί στο Τμήμα Υδάτων και στο Κτηματολόγιο. Όταν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο της είπαν ότι απαλλοτριώθηκε μέρος του τεμαχίου. Η ίδια και ο αδελφός της δεν είχαν ιδέα, επειδή δεν κατοικούν στο χωριό, που βρίσκεται το τεμάχιο. Από το Κτηματολόγιο τους ενημέρωσαν ότι τους έστειλαν επιστολή στη διεύθυνση Πηνελόπης 7, στην οποία δεν κατοικούσαν ποτέ, οπότε, όπως είναι φυσικό, κανένας δεν απάντησε σε αυτή την επιστολή. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκ.
- αντίγραφο της συγκεκριμένης επιστολής, που τους έδωσαν από το Κτηματολόγιο. Όπως ανέφερε, στη συνέχεια αποτάθηκε στην Επίτροπο Διοίκησης για να ζητήσει τη γνώμη της, τι έπρεπε να κάνει και κατέθεσε ως Τεκ. 4 αντίγραφο της σχετικής επιστολής. Μετά από δυο χρόνια η Επίτροπος Διοίκησης της απάντησε και την παρότρυνε να αποταθεί στο Δικαστήριο. Αντίγραφο της επιστολής της Επιτρόπου Διοίκησης κατατέθηκε Τεκ.
- Μετά από την απάντηση της Επιτρόπου Διοίκησης αποτάθηκε στην νυν δικηγόρο της και με τη βοήθεια του Μ.Απαιτ. 1 προχώρησε δικαστικά. Πέραν τούτου, αποτάθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας για προκαταρκτικές απόψεις, για να δει πως εξελίσσονται τα πράγματα στο επίδικο ακίνητο, μετά από όλα όσα είχαν συμβεί και έλαβε απάντηση, την οποία κατέθεσε ως Τεκ.
- Ο λόγος, που σύμφωνα με την ίδια, έγιναν δυο εκτιμήσεις, είναι διότι μετά που έγιναν αλλαγές στις πολεοδομικές ζώνες, το επίδικο ακίνητο από τη γεωργική μπήκε στη βιομηχανική ζώνη. Η κατασκευή του δρόμου και από τη μια και από την άλλη άκρη του χωραφιού σημαίνει, ότι χάνεται πολύτιμος χώρος και έξοδα, διότι στην πρόσοψη θα την αναγκάσουν να φτιάξει πεζοδρόμιο και από τις δυο πλευρές, κατά μήκος του δρόμου. Ισχυρίσθηκε, ότι δεν γνωρίζει να της έκαναν παραπομπή για να αποζημιωθεί για το επίδικο τεμάχιο και ότι μέχρι το 1994 διέμενε στην Πάφο και έκτοτε στη Λευκωσία και ότι δεν έχει καμιά σχέση, είτε η ίδια, είτε ο αδελφός της με την οδό Πηνελόπης. Στη σύντομη αντεξέτασή της η Μ.Απαιτ.2 επέμεινε σταθερή στη θέση της ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση ότι το επίδικο ακίνητο απαλλοτριώθηκε τον Οκτώβρη του 2007, όταν την ενημέρωσαν ότι γίνονται εκσκαφές κατά μήκος του τεμαχίου της και επανέλαβε τις ενέργειες στις οποίες προχώρησε στη συνέχεια. Όπως ανέφερε, δεν καταχώρησε προσφυγή, διότι ανέμενε την απάντηση της Επιτρόπου Διοίκησης. Μετά την απάντηση της Επιτρόπου προσέφυγε στο Δικαστήριο. Παρόλο που η θέση της αποζημιούσας αρχής, όπως προκύπτει από την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της, είναι ότι οι απαιτητές θα πρέπει, με βάση τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, να θεωρηθεί ότι έλαβαν γνώση του περιεχομένου του Τεκ. 3 το 1997, το συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται το δικαστήριο, από την αντεξέταση της Μ.Απαιτ.2, είναι ότι η αποζημιούσα αρχή δεν διαπιστώθηκε ότι αμφισβήτησε ότι, στην πράξη, ως γεγονός δηλ., οι απαιτητές έλαβαν για πρώτη φορά γνώση για την απαλλοτρίωση τον Οκτώβριο του
- Οσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Απαιτ. 2, ως σύνολο, αυτή δεν αμφισβητήθηκε στην αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της αποζημιούσας αρχής και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, που να την αντικρούει, έχει παραμείνει επί της ουσίας αναντίλεκτη. Την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα του προσδιορισμού της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης Το αντικείμενο της παραπομπής, όπως έχει νομολογηθεί, είναι ο καθορισμός της καταβλητέας από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. (Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1993)1 Α.Α.Δ 352). Στον καθορισμό της αποζημίωσης η βασική αρχή είναι ότι η αξία της γης θα πρέπει να λογιστεί ως ίση προς την αξία που θα επέφερε το κτήμα εάν πωλείτο εκουσίως στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης. Αν λοιπόν το ύψος της αποζημίωσης ισούται με το ποσό το οποίο θα απέφερε η πώληση του κτήματος στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης και η προσφορά της αποζημίωσης γίνει αποδεκτή, το ζήτημα θεωρείται ότι έχει επιλυθεί μια και ο ζημιωθείς λόγω της απαλλοτρίωσης ιδιοκτήτης του κτήματος αποκαθίσταται στη θέση που βρισκόταν προηγουμένως εφόσον παίρνει ποσό ίσο προς την αξία του κτήματος που έχασε. Όταν όμως η πληρωμή της αποζημίωσης δεν γίνει ταυτόχρονα με τη δημοσίευση της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης που, σύμφωνα με το νόμο είναι ο κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της αξίας του κτήματος για τον καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης, ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος κτήματος εξακολουθεί να το κατέχει και δυνητικά έχει την ευχέρεια να το εκμεταλλευθεί ή ακόμη να το υποθηκεύσει. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι το κτήμα θα περιέλθει κάποτε στην ιδιοκτησία της απαλλοτριούσας αρχής. Η πρόβλεψη για πληρωμή τόκου μέχρι την ημέρα καταβολής της αποζημίωσης συνιστά δίκαιο μέτρο διατήρησης της αξίας των χρημάτων που θα έπαιρνε ο ιδιοκτήτης αν γινόταν αμέσως δεκτή η προσφορά ή αν τα μέρη κατέληγαν αμέσως σε συμφωνία αναφορικά με την αξία που είχε το κτήμα κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης. (Παναρέτου και άλλη v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1552). Το άρθρο 23
(4)(γ) του Συντάγματος αναφέρει σε σχέση με την καταβλητέα αποζημίωση ότι η απαλλοτριούσα αρχή είναι υπόχρεη σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταβάλει «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» η οποία, σε περίπτωση διαφωνίας, καθορίζεται από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σεργίδης v. Κυπριακή Δημοκρατία
(1991)1 Α.Α.Δ. 119 αναφέρθηκε αναλύοντας την φράση «δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως» στο άρθρο 23
(4)(γ) του Συντάγματος ότι: «...... ο όρος 'δίκαιη και εύλογη αποζημίωση συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα ... Οι οικονομικές συνέπειες της απαλλοτρίωσης προσδιορίζουν το μέτρο της αποζημίωσης και όχι αυτή τούτη την αξία του απαλλοτριωμένου μέρους ..... Εννοιολογικά ο όρος «εύλογη» υποδηλώνει συσχετισμό της αποζημίωσης με τη ζημιά την οποία επιφέρει η απαλλοτρίωση.». Με το άρθρο 10 του Περί Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25/83, τίθεται σειρά κριτηρίων και αρχών προς το σκοπό προσδιορισμού της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Οι πρόνοιες του άρθρου 10 είναι αλληλένδετες και συνιστούν ενιαίο κώδικα αποζημίωσης. Οι κανόνες αποζημίωσης που τίθενται στο άρθρο 10 έχουν άξονα την απαλλοτρίωση και θέμα την αποζημίωση του κάθε ιδιοκτήτη ανάλογα με τη ζημιά την οποία υπέστη. Οι κανόνες που θεσμοθετεί το άρθρο 10 δεν συνιστούν ξεχωριστά κεφάλαια αποζημίωσης αλλά κώδικα για την ανεύρεση της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Η εφαρμογή ενός ή περισσοτέρων κριτηρίων αποβλέπει, ανάλογα με την περίπτωση, στον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το άρθρο 23
(4)(γ) του Συντάγματος. Η συνεκτίμηση των νομοθετικών κριτηρίων γίνεται ελεύθερα από το Δικαστήριο χωρίς περιορισμούς. Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα. Η εφαρμογή των κατάλληλων κριτηρίων του άρθρου 10 εκπληρώνει σε κάθε περίπτωση ό,τι ακριβώς επιτάσσει το Σύνταγμα, δηλαδή την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα. (Παναρέτου και άλλη v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1552). Σύμφωνα με το άρθρο 10(α) του Νόμου 15/62 η αξία της ιδιοκτησίας που απαλλοτριώνεται λογίζεται ως ίση προς το ποσό που αυτή η ιδιοκτησία θα απέφερε πωλούμενη εκούσια στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης. Όπως αναφέρθηκε στην Νικολάου και άλλη v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1305: «Δίκαια δε θεωρείται η αποζημίωση η οποία εξισούται με την αξία του κτήματος στην ελεύθερη αγορά κατά τον κρίσιμο χρόνο». Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Παναρέτου (πιο πάνω): «Η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εάν τούτο επωλείτο εκουσίως στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απαλλοτρίωσης είναι η βάση του υπολογισμού (καθορισμού) της πληρωτέας αποζημίωσης. Βλ. άρθρο 10(α) του νόμου. Έτσι λοιπόν εάν το ύψος της αποζημίωσης ισούται με το ποσό το οποίο θα απέφερε η πώληση του κτήματος στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης και η προσφορά της αποζημίωσης γίνει αποδεκτή, το ζήτημα θεωρείται λελυμένο μια και ο ζημιωθείς λόγω της απαλλοτρίωσης ιδιοκτήτης του κτήματος, αποκαθίσταται στην θέση που βρισκόταν προηγουμένως εφόσον παίρνει ποσό ίσο προς την αξία του κτήματος που έχασε. .............................................. Ο προσδιορισμός της αξίας του κτήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης είναι το κύριο στοιχείο της διαδικασίας για τον καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης........» Στον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη όλα τα υπάρχοντα πλεονεκτήματα και δυνατότητες της γης περιλαμβανομένης και της ανάπτυξης αυτής, όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Cripps: Compulsory Acquisition of Land, 11η έκδοση, σελ 885 και στα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 8, σελ 178, παρ.
- Στην περίπτωση όπου απαλλοτριώνεται μέρος μόνο ιδιοκτησίας λαμβάνεται υπόψη και η αύξηση ή μείωση της αξίας ιδιοκτησίας η οποία απομένει μετά την αφαίρεση του απαλλοτριωθέντος μέρους, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο άρθρο 10(στ) του Νόμου 15/
- Στην Σεργίδης (πιο πάνω) η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε την παράγραφο (στ) ως προσαρμοσμένη στην αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 28 του Συντάγματος. Επίσης στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν και τα εξής: «Το άρθρο 10 του Ν.15/62, περιλαμβανομένης και της παραγράφου (στ), είναι αποκλειστικά προσαρμοσμένο στην διασφάλιση των συνταγματικών στόχων που προβλέπονται στο άρθρο 23.4(γ), αντανακλά τις πραγματικότητες της κατηγορίας ιδιοκτητών που αποστερούνται την γη τους ως αποτέλεσμα της απαλλοτρίωσης και έχει ως επίμετρο για την αποζημίωση την απόδοση σε αυτούς των ίσων με την αποτίμηση σε χρήμα της ζημιάς την οποία ουσιαστικά υπέστησαν». Η διαπίστωση επαύξησης ή μείωσης της αξίας της υπόλοιπης περιουσίας που απομένει μετά την αφαίρεση του απαλλοτριωθέντος μέρους είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται με βάση τα δεδομένα της ημερομηνίας γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης. Τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό είναι όχι μόνο τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του κτήματος που υφίστανται κατά το χρόνο της γνωστοποίησης αλλά και τα κατά τον ίδιο χρόνο ευλόγως προβλεπτά. Δηλαδή τα δεδομένα αυτά αντανακλούν και τις προοπτικές του μέλλοντος στο βαθμό που προδιαγράφονται από την απαλλοτρίωση (Γενικός Εισαγγελέας v. Κολοκοτρώνη και άλλων
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 674 και Νικολαϊδης και άλλοι v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362). Η πιο διαδεδομένη και κατ΄ εξοχή εφαρμοστέα μέθοδος υπολογισμού της αξίας είναι η συγκριτική μέθοδος. Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου εξαρτάται από την ύπαρξη ορισμένων παραγόντων όπως η ύπαρξη πωλήσεων περιουσίας που είναι συγκρίσιμες με την επίδικη γιατί παρουσιάζουν χαρακτηριστικά παρόμοια, καθώς και την πραγματοποίηση των πωλήσεων κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Όσο μεγαλύτερη είναι η ομοιότητα μεταξύ ενός συγκρίσιμου κτήματος και της επίδικης περιουσίας, τόσο ασφαλέστερο είναι να στηριχθεί κάποιος στην τιμή πώλησης του συγκρίσιμου κτήματος ως ένδειξη της αξίας της επίδικης περιουσίας για την οποία θα έπρεπε να πωλείτο στην ελεύθερη αγορά. Είναι επιτρεπτό ως βοήθεια για την εξαγωγή της ορθής τιμής να χρησιμοποιούνται πωλήσεις που έγιναν είτε πριν είτε μετά των επίδικο χρόνο, αλλά αυτό μόνο στην περίπτωση όπου δεν υπάρχουν άλλες συγκριτικές πωλήσεις πλησιέστερες στο χρόνο της γνωστοποίησης. Αν τέτοιες άλλες υπάρχουν, τότε εκείνες πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς της εκτίμησης. Όπως υποδεικνύεται στη Σεργίδης (πιο πάνω) στη σελ 344: «Αναμφισβήτητα όμως η χρονική εγγύτης των σχετικών στοιχείων προς το χρόνο γνωστοποίησης, τους προσδίνει μοναδική αξιοπιστία για την εξαγωγή ακριβέστερων συμπερασμάτων ως προς τις στάσεις της κτηματαγοράς τη δεδομένη στιγμή». Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο για τον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης βοηθείται από τους εμπειρογνώμονες. Το Δικαστήριο αναμένει από αυτούς να το εφοδιάσουν με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να ελεγχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να οδηγηθεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει κατ΄ ανάγκη τις απόψεις τους γιατί το ίδιο έχει πάντοτε την ευθύνη να αναλύσει την προσφερόμενη μαρτυρία και να επιλέξει αυτή που θεωρεί καταλληλότερη. (Vassilico Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746). Έχοντας υπόψη το ρόλο που πρέπει να διαδραματίσουν οι εμπειρογνώμονες αυτό που επίσης αναμένει το Δικαστήριο είναι η παράθεση των πιο πάνω κριτηρίων με τρόπο απόλυτα αντικειμενικό και χωρίς υπερβολές. Είναι καλά καθιερωμένο από την νομολογία μας ότι το Δικαστήριο στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης δεν δεσμεύεται από τις ενώπιον του εκτιμήσεις και μπορεί να καταλήξει στο δικό του υπολογισμό χρησιμοποιώντας τα ενώπιον του στοιχεία. Στην Rashid Ali & Other v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1971)1 C.L.R 146 η εκτίμηση και των δύο εκτιμητών ήταν ζήτημα εικοτολογίας σε μεγάλο βαθμό και ζήτημα γνώμης που βασιζόταν πάνω σε τέτοια εικοτολογία. Το εφετείο κατέληξε ότι κάτω από τέτοιες περιστάσεις τα πρωτόδικα δικαστήρια πρέπει να κάνουν το δικό τους υπολογισμό της πληρωτέας αποζημίωσης αφού εξετάσουν το σύνολο των ενώπιον τους στοιχείων. Στην Attorney-General v. Charalambous
(1983)1 C.L.R. 431, επιδοκιμάστηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο μη όντας ιδιαίτερα ικανοποιημένο από οποιαδήποτε από τις ενώπιον του εκτιμήσεις προχώρησε και έκανε τη δική του εκτίμηση με βάση τις προσαρμογές και υπολογισμούς που ήσαν αναγκαίοι, μετά όμως από λεπτομερή και επιμελή εκτίμηση του συνόλου της ενώπιον του μαρτυρίας. Επομένως το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να ακολουθήσει τη θέση του ενός ή του άλλου εκτιμητή. Αποτελεί δικό του καθήκον ο καθορισμός της καταβλητέας αποζημίωσης, δίκαιης και εύλογης καθώς ορίζει το Σύνταγμα, άρθρο 23
(4)(γ). Μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στη δική του απόφαση υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας των εκτιμητών και άλλης, ενδεχομένως, μαρτυρίας η οποία τείνει να ρίξει φως στην αξία της γης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο χωρεί στην εκτίμηση της αξίας της γης, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία. Η απόφαση του πρέπει να πηγάζει από τη δοθείσα μαρτυρία και να συναρτάται προς αυτή. (Δήμος Αγλαντζιάς v. Γεωργίου και άλλων
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 51). Στην Rashid (πιο πάνω) λέχθηκε ότι πρέπει να προσδιορίζεται η μαρτυρία που οδηγεί στις σχετικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των δύο εκτιμητών το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τη μαρτυρία και να καταλήξει στα ευρήματα του με αναφορά σε όσα προέκυπταν από ότι θα έκρινε ως αξιόπιστο. Αν και το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να καταλήξει στο δικό του υπολογισμό αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάληξη του μπορεί να είναι αυθαίρετη, αναιτιολόγητη ή αόριστα εξαγόμενη (Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγίας Νάπας v. ALEXIA & POLIS ESTATES LTD
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 987). Απόφαση Ε.Δ.Α.Δ. στην Υπόθεση Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ v. Κύπρου, (Αρ. Αίτησης: 31811/04) Η ευπαίδευτη δικηγόρος των απαιτητών, αφού αναλύει τις νομικές αρχές, που διέπουν την επιδίκαση εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης σε υποθέσεις παραπομπών, εισηγείται ότι επανάσταση, κατά την έκφρασή της, στη σχετική νομολογία έχει επιφέρει η ανωτέρω απόφαση, της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης ένα μεγάλο μέρος της αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της αποζημιούσας αρχής αναλώνεται, με ακριβώς αντίθετη στόχευση, στην ίδια απόφαση. Επομένως είναι σημαντικό να γίνει αναφορά, τόσο στα γεγονότα, όσο και στο λόγο της απόφασης Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπεράσματος, σε σχέση με το εάν και κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα) στις 15.01.2009 και κατέστη οριστική (final) στις 15.04.
- Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ, όπως καταγράφονται στις παρ. 4 έως 26 της ακριβούς μετάφρασης του κειμένου της απόφασης από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, όπως αυτό είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, είναι τα ακόλουθα: «Ι. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
- Η αιτήτρια εταιρεία είναι εγγεγραμμένη κατόχος ακίνητης περιουσίας ύψους 4.462 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας σύμπλεγμα καταστημάτων χρησιμοποιείτο ως ενιαίες αποθήκες από το
- Α. Περί της Διαδικασίας Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης
- Στις 10 Ιουλίου του 1972, ο Δήμος Λεμεσού αποφάσισε να προβεί στην απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας εταιρείας για σκοπούς δημόσιας ωφελείας. Οι σκοποί αυτοί περιλάμβαναν το «σχεδιασμό της πόλης», και «την οικοδόμηση, συντήρηση και ανάπτυξη των χερσαίων συγκοινωνιών » σε συνάρτηση με σχέδιο του Δήμου που αποσκοπούσε στην εκκαθάριση της προκυμαίας της Λεμεσού από ιδιόκτητα κτήρια. Την 1η Δεκεμβρίου 1972 δημοσιεύθηκε διάταγμα για αναγκαστική απαλλοτρίωση της σχετικής ιδιοκτησίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Η γνωστοποίηση αναφερόταν στην ιδιοκτησία της αιτήτριας εταιρείας, η οποία αποτελούσε μέρος του σχετικού κτηματολογικού σχεδίου και είχε συνολική έκταση περίπου 4.462 τετραγωνικών μέτρωνν. Στις 26 Ιανουαρίου 1973, δημοσιεύθηκε διάταγμα για αναγκαστική απαλλοτρίωση στην Επίσημη Εφημερίδα του Κράτους.
- Στις 14 Φεβρουαρίου 1973 η αιτήτρια εταιρεία καταχώρησε αίτηση για δικαστική αναθεώρηση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (το αριθ. 47/73) με σκοπό την αμφισβήτηση εν λόγω διατάγματος. Στις 31 Μαΐου 1975 εκδόθηκε απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο η οποία απέρριπτε την έφεση της εταιρείας. Το επίδικο κτήμα αποτελούσε ένα εκ των λίγων απομείναντων οικοπέδων για την ολοκλήρωση ενός προγράμματος που είχε τεθεί σε σταδιακή εφαρμογή για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατέστη σαφές ότι οι οικονομικές επιπτώσεις του προγράμματος είχαν τύχει εμπεριστατωμένης εξέτασης από τον Δήμο, ο οποίος εξέτασε δεόντως κατά πόσον ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προβεί σε απαλλοτρίωση της περιουσίας.
- Στις 5 Μαΐου 1977 ο Δήμος ζήτησε από το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα της Δημοκρατίας να προβεί σε εκτίμηση της ιδιοκτησίας ώστε να καθοριστεί το ποσό αποζημίωσης που θα καταβαλλόταν στην αιτήτρια εταιρεία. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1978, το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα της Δημοκρατίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξία της ιδιοκτησίας ανερχόταν στις ΛΚ 100.
- Στις 3 Σεπτεμβρίου 1980 ο Δήμος ενημέρωσε την αιτήτρια εταιρεία ότι θα της καταβαλλόταν το ποσό ύψους 70.000 ΛΚ ως αποζημίωση. Προσέθεσε ότι δεδομένου ότι η εκτίμση της αιτήτριας εταιρείας ήταν υπερβολική, δεν θα ήταν εφικτός ο φιλικός διακανονισμός.
- Την 1η Μαρτίου 1984 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των αντιπροσώπων της αιτήτριας εταιρείας και του Δήμου. Ο Δήμος αποκάλυψε την εκτιμηθείσα αξία της ιδιοκτησίας και προσέφερε ΛΚ 190.000 συμπεριλαμβανομένου του τόκου ως αποζημίωση.
- Στις 23 Φεβρουαρίου 1985 η αιτήτρια εταιρεία ζήτησε από το Δήμο να υποβάλει νέα προσφορά για αποζημίωση εντός επτά ημερών. Προειδοποίησε το Δήμο ότι εάν δεν γινόταν καμία προσφορά, θα θεωρούσε ότι δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για αναγκαστική απαλλοτρίωση, και η διαδικασία θα θεωρείτο ως εγκαταλειφθείσα .
- Ο Δήμος προσφέρθηκε να καταβάλει στην αιτήτρια εταιρεία μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1985 το ποσό των ΛΚ 200.000, το οποίο περιλάμβανε αποζημίωση όπως εκτιμήθηκε από το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα της Δημοκρατίας συν τον ανάλογο τόκο. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό από την αιτήτρια εταιρεία, η οποία προέβη σε αντιπροσφορά του ποσού των ΛΚ 250.000 συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ο Δήμος συμφώνησε με το ποσό των ΛΚ 230.000, προσφορά που ωστόσο δεν ενέκρινε η Κυβέρνηση.
- Στις 8 Μαΐου 1985 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε αίτηση για δικαστική αναθεώρηση υπ' αριθ. 517/85 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απαιτώντας δήλωση ότι η παράλειψη εκ μέρους του Δήμου να ανακαλέσει το διάταγμα απαλλοτρίωσης του 1973 ήταν αντίθετο με το Άρθρο 7 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου Αρ. 15 του 1962 ή/και το Άρθρο 8 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Αρ. 35 (Τροποποιητικός) του 1983, και το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επιπλέον, απαιτήθηκε δήλωση η οποία να κηρύττει το διάταγμα απαλλοτρίωσης άκυρο, συνεπεία της μη συμμόρφωσης εκ μέρους των εναγομένων με τις απαιτήσεις καταβολής αποζημίωσης υπό το φως της προαναφερθείσας νομοθεσίας.
- Στις 28 Νοεμβρίου του 1987 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, με την οποία απερρίπτε την έφεση. Η παράλειψη εκ μέρους του Δήμου δεν οδήγησε στην ακύρωση της απαλλοτρίωσης. Η απαίτηση για ταχεία καταβολή της αποζημίωσης αποσκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ιδιοκτήτριας εταιρείας και οποιαδήποτε παράλειψη είχε από αυτή την άποψη μόνο οικονομικές συνέπειες στο Δήμο. Τα οικονομικά συμφέροντα της αιτήτριας εταιρείας προστατεύονταν από τη διάταξη περί καταβολής τόκου και τη δυνατότητα που έχουν τα Δικαστήρια να προβαίνουν σε εκτίμηση του ποσού αποζημίωσης. Επιπλέον, η ιδιοκτήτρια εταιρεία της περιουσίας προς απαλλοτρίωση δεν είχε το νομικό δικαίωμα να αξιώσει ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, λόγω του ότι η ιδιοκτησία δεν επιτάχθηκε για σκοπούς απαλλοτρίωσης ή γιατί ο σκοπός για τον οποίο θα απαλλοτριωνόταν κατέστη αδύνατος , ή εξ αιτίας της παράλειψης εκ μέρους του Δήμου να προσφέρει αποζημίωση. Β. Αιτήσεις άδειας ανέγερσης οικοδομής
- Στις 10 Νοεμβρίου 1972 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε στο Δήμο αίτηση για άδεια ανέγερσης οικοδομής που αφορούσε στη σχετική ιδιοκτησία για την οικοδόμηση τριών πολυκατοικιών που θα αποτελούνταν από 32 καταστήματα και 13 διαμερίσματα τριών υπνοδωματίων και 32 διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων. Η αίτηση για άδεια ανέγερσης οικοδομής απορρίφθηκε ένεκα της απόφασης για αναγκαστική απαλλοτρίωση της εν λόγω περιουσίας (βλ. παρ. 5 ανωτέρω).
- Στις 5 Ιανουαρίου 1973 η αιτήτρια εταιρεία προσέφυγε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αμφισβητώντας την απόρριψη της αίτησής της (υπόθεση υπ' αριθμό 11/73), η οποία συγχωνεύθηκε με την υπόθεση υπ' αριθ. 47/73 (βλ. παρ. 6 ανωτέρω). Στις 31 Μαΐου 1975 υποστηρίχθηκε ότι η εν λόγω απόρριψη ήταν άκυρη και ασύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία. Η άδεια ανέγερσης οικοδομής δεν έπρεπε να απορριφθεί, δοθέντος ότι η αιτήτρια εταιρεία εξακολουθούσε να είναι η ιδιοκτήτρια της εν λόγω περιουσίας και η ιδιότητά της αυτή θα έπαυε να ισχύει μόνο κατόπιν πληρωμής της αποζημίωσης για την υπό απαλλοτρίωση ιδιοκτησία.
- Περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις 30 Δεκεμβρίου 1988 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε εκ νέου αίτηση για άδεια ανέγερσης οικοδομής. Στις 30 Μαρτίου 1989 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε αίτηση για δικαστική αναθεώρηση υπ' αριθ. 229/89 προσβάλλοντας την παράλειψη του Δήμου να δώσει απάντηση στην αίτηση. Στις 3 Φεβρουαρίου 1990 ο Δήμος απέρριψε την αίτηση για ανέγερση οικοδομής, υπογραμμίζοντας ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης βρισκόταν ακόμα σε ισχύ. Λαμβάνοντας υπ' όψιν την απάντηση του Δήμου, η αιτήτρια εταιρεία απέσυρε την αίτησή της για αναθεώρηση.
- Στις 10 Φεβρουαρίου 1990 η αιτήτρια εταιρεία προέβη εκ νέου σε διαδικασία δικαστικής αναθεώρησης, προσβάλλοντας την άρνηση του Δικαστηρίου και υποστηρίζοντας ότι ο τροποποιητικός Νόμος 84/1988 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962 καθιστούσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης άκυρο. Στις 18 Φεβρουαρίου 1993 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τον τροποποιητικό Νόμο δυνάμει του οποίου τα διατάγματα απαλλοτρίωσης θα μπορούσαν να ακυρωθούν, ως παραβαίνοντα την αρχή της διάκρισης εξουσιών και υπό αυτό το πρίσμα αντισυνταγματικά. Ως εκ τούτου, το διάταγμα απαλλοτρίωσης κρίθηκε ισχύον και η αίτηση απορρίφθηκε. Γ. Διαδικασία ως προς την αποζημίωση
- Στις 4 Ιανουαρίου 1994 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αξιώνοντας καταβολή της αποζημίωσης για την υπό αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησία της.
- Στις 25 Νοεμβρίου 1994 δημοσιεύθηκε διάταγμα επιτάξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 4 του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου 21/62 (Τροποποιητικός). Το διάταγμα αφορούσε στην επίταξη ολόκληρης της ιδιοκτησίας που κάλυπτε έκταση περίπου 4.447 τετραγωνικών μέτρων για χρονικό διάστημα δύο ετών.
- Στις 29 Δεκεμβρίου 1994 ο Δήμος υπέβαλε προσφορά προς αποζημίωση στην αιτήτρια εταιρεία, βάσει του Άρθρου 8
(2)του Νόμου 15/ 1962 όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του Νόμου 35 /1983, που ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 100.000συν τον ανάλογο νόμιμο τόκο. Η αιτήτρια εταιρεία αποδέχθηκε την προσφορά, χωρίς επιφύλαξη (σύμφωνα με το Άρθρο 8 του Νόμου 25 /1983, βλ. παρ. 31 κατωτέρω), και απέσυρε την αίτησή της για πληρωμή της αποζημίωσης που εκκρεμούσε ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου
- Στις 16 Ιανουαρίου 1995 η αιτήτρια εταιρεία έκανε αποδεκτή την καταβολή του ποσού των ΛΚ 277.994.51 και ο τίτλος ιδιοκτησία της περιουσίας μεταβιβάστηκε στο Δήμο. Το καταβληθέν ποσό αντιστοιχούσε σε ΛΚ 100.000 για την αξία του οικοπέδου, συν τον ετήσιο τόκο ΛΚ 177.994.51 προς επτά τοις εκατόν από την 1η Δεκεμβρίου 1972 27 Μαΐου 1983, και εν συνεχεία προς εννέα τοις εκατόν έως την ημερομηνία της αποπληρωμής.
- Στις 15 Φεβρουαρίου 1995 η αιτήτρια εταιρεία προέβη σε διαδικασία ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού για τον καθορισμό του ποσού δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της (βλ. την παράγραφο 30 κατωτέρω). Σύμφωνα με στοιχεία εμπειρογνώμονα, η αξία της ιδιοκτησίας της κατά τη διάρκεια της δημοσίευσης του διατάγματος απαλλοτρίωσης ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 336.368 ΛΚ. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η αγοραστική αξία της εν λόγω ιδιοκτησίας κατά το έτος 1994 ανερχόταν στις 2.150.000 ΛΚ. Το κύριο επιχείρημα της αιτήτριας εταιρείας κατά τη διαδικασία ήταν ότι η αποζημίωση θα έπρεπε να βασιστεί στην αξία της ιδιοκτησίας κατά το έτος
- Κατόπιν είκοσι περίπου εμφανίσεων ενώπιον του δικαστηρίου, η ακρόαση άρχισε τελικά στις 27 Μαρτίου
- Προέκυψαν δέκα έξι αναβολές της εκδίκασης της υπόθεσης, και τουλάχιστον μια εκ των οποίων ζητήθηκε από την ίδια την αιτήτρια εταιρεία. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε ύστερα από τουλάχιστον επτά συνόδους και το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει για τις 12 Απριλίου
- Η απόφαση εκδόθηκε τελικά στις 11 Μαρτίου
- Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Δήμος σε αδιευκρίνιστο χρόνο πριν από το 1980 προσέφερε στην αιτήτρια εταιρεία το ποσό των ΛΚ 70.000 ως αποζημίωση, ενώ την 1η Μαρτίου 1984 προσέφερε το ποσό των ΛΚ 190.000 συμπεριλαμβανομένου του τόκου. Η αιτήτρια εταιρεία απέρριψε και τις δύο προσφορές. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τις προηγούμενες προσφορές, το δικαστήριο δεν μπόρεσε να συμφωνήσει με την άποψη της αιτήτριας εταιρείας στο ότι το ποσό της αποζημίωσης θα έπρεπε να βασιστεί στην αξία που είχε η ιδιοκτησία κατά το έτος 1994, ήτοι όταν έγινε η προσφορά από τον Δήμο. Δυνάμει του Άρθρου 10 (α) του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/ 1962, ο χρόνος ως προς τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης αντιστοιχούσε με τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Το επιχείρημα της αιτήτριας εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο ένας δίκαιος καθορισμός του ποσού θα έπρεπε να βασιστεί στην αγοραστική αξία που είχε η ιδιοκτησία κατά το έτος 1994 δεν μπορούσε να στηριχθεί νομικά. Ως προς το κατά πόσον η πραγματική αποζημίωση που είχε καταβληθεί βάσει της αξίας της ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας το 1972 ήταν δίκαιη, το δικαστήριο σημείωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να δεχθεί τα στοιχεία των εμπειρογνωμόνων της αιτήτριας εταιρείας, τα οποία βασίζονταν σε εσφαλμένη σύγκριση με ιδιότητες που είχαν διαφορετικούς συντελεστές πυκνότητας οικοδόμησης από την ιδιοκτησία της αιτήτριας εταιρείας και άλλες σημαντικές διαφορές σε νομικά και πραγματικά χαρακτηριστικά τους. Κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης των εισηγήσεων του εμπειρογνώμονα της αιτήτριας εταιρείας σχετικά με την εκτίμησή του, το δικαστήριο απέρριψε τα στοιχεία που παρουσίασε, ενώ διαπίστωσε ότι προσπάθησε απλά να εξυπηρετήσει τα οικονομικά συμφέροντα της αιτήτριας εταιρείας χωρίς να βοηθήσει το δικαστήριο. Τα εν λόγω στοιχεία τα οποία υποβλήθηκαν εξ ονόματος του Δήμου ήσαν ακριβή, χρησιμοποίησαν συγκριτές που είχαν παρόμοια νομικά, φυσικά και πραγματικά χαρακτηριστικά με εκείνα της ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας και είχαν ακριβείς ρυθμίσεις της αξίας της ιδιοκτησίας, με βάση επαρκή και τεκμηριωμένα στοιχεία. Επομένως, το δικαστήριο δέχθηκε ότι, βάσει της εκτίμησης, η αξία της ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας ανερχόταν την 1η Δεκεμβρίου 1972 ΛΚ 103.
- Το δικαστήριο χορήγησε το τελευταίο ποσό (πλην του ποσού των ΛΚ 100.000 που είχε ήδη καταβληθεί από το Δήμο) συν τους διάφορους φόρους και άλλες δαπάνες που έκανε η αιτήτρια εταιρεία.
- Στις 17 Απριλίου 2002 η αιτήτρια εταιρεία υπέβαλε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αμφισβητώντας την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου. Υποστήριξε ότι η α αξία της ιδιοκτησίας όπως εκτιμήθηκε από το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα της Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 1980 ανερχόταν στις ΛΚ 735.000, και που από απλή αφαίρεση η αξία της ιδιοκτησίας το 1972 ανερχόταν κατά προσέγγιση στο ποσό των ΛΚ 350.000, όπως επιβεβαιώθηκε από τον εμπειρογνώμονά της. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η υποχρέωση του Δήμου να καταβάλει δίκαιη αποζημίωση όπως επιτάσσει το Άρθρο 23 Παρ.
(3)του Συντάγματος και η σχετική νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εκπληρωθείσα από την προσφορά αποζημίωσης που υποβλήθηκε 22 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης που είχε υπολογιστεί βάσει της αξίας της ιδιοκτησίας κατά τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης.
- Η ακρόαση της έφεσης έλαβε χώρα στις 18 Φεβρουαρίου 2004 και απορρίφθηκε στις 19 Μαρτίου
- Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η υπολογισθείσα αξία της ιδιοκτησίας από το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα της Δημοκρατίας στο ύψος των ΛΚ 735.000 ήταν non sequitur, καθώς και οι δύο μάρτυρες- εμπειρογνώμονες που εμφανίσθηκαν ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου χρησιμοποίησαν συγκριτική μέθοδο εκτίμησης για τον καθορισμό της αξίας της ιδιοκτησίας σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και οποιαδήποτε μετέπειτα εκτίμηση βασίστηκε σε διαφορετικά ερείσματα και δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε με τη χρήση της συγκριτικής μεθόδου σε συγκεκριμένη στιγμή, που ήταν αποδεκτή αυτή καθ' εαυτή και δεν μπορούσε να διαψευσθεί από μετέπειτα εκτίμηση βασιζόμενη σε διαφορετικά ερείσματα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επιχείρημα της αιτήτριας εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος παρερμηνεύθηκε: αρχικά, ο Δήμος προέβη σε προσφορές προς αποζημίωση σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις πριν από το 1994, και οποιαδήποτε καθυστέρηση πληρωμής της αποζημίωσης καταλογιζόταν στην αιτήτρια εταιρεία, η οποία είχε επιλέξει επανειλημμένως να προσβάλει το νόμιμο της διαδικασίας απαλλοτρίωσης αντί να θέσει το ζήτημα του προσδιορισμού της αποζημίωσης ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια εταιρεία γνώριζε ότι η αξία της ιδιοκτησίας το 1972 ανερχόταν στις ΛΚ 100.000 και ότι η εκτίμησή της ήταν ουσιωδώς υψηλότερη. Ήταν επίσης εις γνώσιν της ότι η σχετική νομοθεσία προνοούσε καθορισμό της αποζημίωσης βάσει της αγοραστικής αξίας της ιδιοκτησίας κατά τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Η αιτήτρια εταιρεία θα έπρεπε επομένως να απευθυνθεί ενώπιον των δικαστηρίων για τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης, όπως προβλέπεται από το Νόμο, ή θα μπορούσε να προσβάλει ενώπιον των δικαστηρίων την προσφορά που προέβη ο Δήμος την 1η Μαρτίου
- Αντ' αυτού, αμφισβήτησε μόνο την παλαιότερη εκτίμηση του 1995, όταν η ίδια η εταιρεία προσέβαλε τη νέα προσφορά που έγινε με βάση την προηγούμενη.
- Προσέθεσε επίσης ότι το Άρθρο 10 (α) του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου (βλ. παρ. 30 κατωτέρω) το οποίο προνοεί όπως η σχετική ημερομηνία για τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης πρέπει να είναι αυτό της δημοσίευσης του διατάγματος της απαλλοτρίωσης δεν παρέβη το Άρθρο 23 του Συντάγματος ή το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 της Σύμβασης. Το τελευταίο διάταγμα αποδεχόταν ρητώς τον κανονισμό των διαδικασιών απαλλοτρίωσης δια των προβλεφθέντων υπό την εσωτερική νομοθεσία όρων. Προσέθεσε ότι: «Έγινε μνεία στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, όχι για να αμφισβητηθεί ο ουσιώδης χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης, σημείο που οριζόταν ρητώς από το νόμο, αλλά μάλλον για να υπογραμμιστεί ότι, επειδή η καθυστέρηση στην πληρωμή καταλογίσθηκε στην αιτήτρια εταιρεία για την παράλειψη χρήσης διαθέσιμων διαδικασιών για τον σκοπό προσδιορισμού της αποζημίωσης, και ενώ ο Δήμος είχε επίμονα προσφερθεί να χορηγήσει αποζημίωση βάσει της αξίας κατά τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης της απαλλοτρίωσης, η βαρύτητα της αξίωσης της αιτήτριας εταιρείας είχε εκμηδενιστεί.»
- Στις 2 Οκτωβρίου 2006 η Κυβέρνηση κατέβαλε στην αιτήτρια εταιρεία συμφώνως προς την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου το ποσό των ΛΚ 3.056 συν τον νόμιμο τόκο που ανερχόταν στο ποσό των 8,670.25 ΛΚ (που υπολογίζεται βάσει του νομικού ποσοστού επτά τοις εκατό από την 1η Δεκεμβρίου 1972 26 Μαΐου 1983 και εν συνεχεία εννέα τοις εκατό από τις 28 Μαΐου 1983 2 Οκτωβρίου 2006)». Λόγος (ratio) απόφασης Στην απόφαση Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ αποφασίσθηκε: 1) Ότι σημειώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1[1] της Σύμβασης. Κρίθηκε, ότι η διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του ποσού της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, η οποία ξεκίνησε στις 15.02.1995, με την καταχώρηση της παραπομπής από την αιτήτρια εταιρεία και την έκδοση απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, συνεχίσθηκε με την εκδίκαση και απόρριψη της έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο και έληξε στις 02.10.2006, με την πληρωμή του ποσού της αποζημίωσης, που είχε αρχικά επιδικάσει το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία διήρκησε συνολικά περίπου 11 έτη και έξη μήνες για δυο επίπεδα δικαιοδοσίας, ήταν υπερβολική και είχε αποτύχει να ανταποκριθεί στην απαίτηση «της λογικής προθεσμίας». 2) Ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1[2] του Πρωτοκόλλου υπ' αρ. 1 της Σύμβασης. Κρίθηκε, ότι η καθυστέρηση των διαδικασιών, για την οποία η ευθύνη βάρυνε περισσότερο την απαλλοτριούσα αρχή από ότι την αιτήτρια εταιρεία και η απόλυτη φύση της εσωτερικής νομοθεσίας, η οποία αφορά στον καθορισμό της αποζημίωσης, που δεν επιτρέπει το ενδεχόμενο υπερβολικής καθυστέρησης μεταξύ γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης και της πραγματικής καταβολής της αποζημίωσης, επέβαλαν δυσανάλογο βάρος στην αιτήτρια, με αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας της παρέμβασης. Με απλά λόγια, το ΕΔΑΔ, έκρινε ότι δεν υπήρχε λογική αναλογικότητα μεταξύ των υιοθετούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου στόχου και 3) Ότι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41[3] της Σύμβασης δεν ήταν ώριμο για να το αποφασίσει, με βάση τα στοιχεία, που είχε στη διάθεσή του. Το σκεπτικό του ΕΔΑΔ, που οδήγησε στην κρίση του για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αρ. 1 της Σύμβασης, περιέχεται στις παρ. 75 έως 94 της απόφασης και είναι το ακόλουθο: «
- Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα στην προστασία της ιδιοκτησίας, περιέχει τρεις ευδιάκριτους κανόνες: «ο πρώτος κανόνας, ο οποίος διατυπώνεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου είναι γενικής φύσης και υπογραμμίζει την αρχή του σεβασμού της ιδιοκτησίας∙ ο δεύτερος κανόνας, που περιλαμβάνεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, αφορά στη στέρηση αγαθών, θέτοντάς την υπό ορισμένους όρους, και ο τρίτος κανόνας, που εκφράζεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη δικαιούνται δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της ιδιοκτησίας τους συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον. Εντούτοις, οι τρεις κανόνες δεν είναι «ευδιάκριτοι» με την έννοια ότι συνδέονται μεταξύ τους. Ο δεύτερος και τρίτος κανόνας αφορούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παρέμβασης στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου η ερμηνεία τους πρέπει να γίνεται υπό το φως της γενικής αρχής του πρώτου κανόνα» (βλ., πρόσφατη υπόθεση με περαιτέρω αναφορές, J.A. Pye (Oxford) Ltd and J.A. Pye (Oxford) Land Ltd v. the United Kingdom [GC], αριθ. 44302/02, § 52, ΕΔΑΔ 2007.).
- Η παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού αγαθών, για να είναι σύμφωνη με τον γενικό κανόνα όπως εκφράζεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 1, πρέπει να απαντά σε μια «δίκαιη μέση λύση» μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινότητας και των απαιτήσεων της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου (βλ. Beyeler v. Italy [GC], αριθ. 33202/96, § 107, ΕΔΑΔ 2000-Ι).
- Ενδεχόμενη στέρηση ιδιοκτησίας υπό το φως της δεύτερης πρότασης της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 1, χωρίς καταβολή ορισμένου ποσού που να αντιστοιχεί εύλογα στην αξία της περιουσίας, αποτελεί δυσανάλογη παρέμβαση που δεν δικαιολογείται σύμφωνα με το Άρθρο
- Η διάταξη, εντούτοις, δεν εγγυάται δικαίωμα σε πλήρη αποζημίωση σε όλες τις περιπτώσεις, καθώς οι θεμιτοί σκοποί του « δημόσιου συμφέροντος » δύνανται να επικαλεστούν λιγότερη αποζημίωση από το ποσό της πλήρους αγοραστικής αξίας της περιουσίας (βλ. Papachelas v. Greece [GC], αριθ. 31423/96, § 48, ΕΔΑΔ 1999-ΙΙ, πάλι με περαιτέρω αναφορές).
- Το Δικαστήριο σέβεται γενικά τις αποφάσεις των εσωτερικών αρχών που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, και δεν είναι άνευ εύλογης βάσης (βλ. Immobiliare Saffi v. Italy [GC], αριθ. 22774/93, § 49, ΕΔΑΔ 1999- V). Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμένει παθητικό, κατά την άσκηση της ευρωπαϊκής επίβλεψής του για την οποία έχει δεσμευθεί, όταν η ερμηνεία οποιουδήποτε εσωτερικού δικαστηρίου ορισμένης νομικής πράξης φαίνεται «αναιτιολόγητη, αυθαίρετη ή. ασυμφωνη. με τις αρχές της Σύμβαση» (βλ. Pla and Puncernau v. Andorra, αριθ. 69498/01, § 59, ΕΔΑΔ 2004-VIII). Το Κράτος έχει υποχρέωση συμφώνως του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ'αριθ. 1 να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και το Δικαστήριο υποχρεούται να διασφαλίζει την τήρηση των δεσμεύσεων που επιφορτίζεται το κάθε συμβαλλόμενο μέρος προς τη Σύμβαση, και να μην πραγματεύεται λάθη περιστατικών ή του δικαίου που κατ' ισχυρισμό διαπράττονται από εθνικό δικαστήριο, εξαιρουμένων των περιπτώσεων παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Σύμβασης π(βλ. Anheuser-Busch Inc. v. Portugal, που αναφέρεται ανωτέρω, § 83). Ι). Περιεχόμενο της παρέμβασης
- Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αναμφισβήτητα η αιτήτρια εταιρεία εξακολουθούσε να είναι ιδιοκτήτρια της οικείας περιουσίας έως το 1995 όταν μεταβιβάστηκε στην απαλλοτριούσα αρχή, δηλ. στο Δήμο Λεμεσού, βάσει του διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και υπό το φως των σχετικών διατάξεων του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου (βλ. παρ. 26 κε. ). Η παρέμβαση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας άρχισε με τη δημοσίευση γνωστοποίησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης το 1972 και το ακόλουθο διάταγμα απαλλοτρίωσης που εκδόθηκε το 1973 και συνέχισε καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που έληξε με την τελική μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στο Δήμο. Εκείνη την περίοδο, το δικαίωμα χρήσης της ιδιοκτησίας από την αιτήτρια εταιρεία περιορίστηκε σημαντικά έως την πραγματοποίηση της τελικής απαλλοτρίωσης. Στο πλαίσιο της εσωτερικής νομοθεσίας η αναγκαστική απαλλοτρίωση αποτελεί μόνιμο μέτρο της στέρησης της ιδιοκτησίας (βλ. Κολώνα εναντίον Κύπρου, αριθ. 28025/03, § 73, 27 Σεπτεμβρίου 2007). Οι νομικές διατάξεις που οδήγησαν στην απώλεια της ιδιοκτησίας είχαν ως στόχο τη μόνιμη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στο Κράτος προς το δημόσιο όφελος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατόπιν εκτενούς περιόδου ελέγχου της χρήσης της περιουσίας της αιτήτρια εταιρείας, σημειώθηκε στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια της δεύτερης πρότασης του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 της Σύμβασης.
- Το Δικαστήριο οφείλει επομένως να αποφανθεί κατά πόσον η εν λόγω στέρηση δικαιολογείται συμφώνως των απαιτήσεων της οικείας διάταξης και, κατά πόσον συμβαδίζει με το δίκαιο, το δημόσιο συμφέρον και εάν απαντά σε δίκαιη μέση λύση μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των απαιτήσεων που προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. ΙΙ. Περί της νομιμότητας της παρέμβασης
- Επ' αυτού το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ουσιαστική προϋπόθεση για να κριθεί ορισμένη παρέμβαση συμβατή με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 είναι νομιμότητά της. Το κράτος δικαίου, μια εκ των θεμελιωδών αρχών μιας δημοκρατικής κοινωνίας, είναι συμφυές σε όλα τα άρθρα της Σύμβασης (βλ. Iatridis v. Greece [GC], αριθ. 31107/96, § 58, ΕΔΑΔ 1999-ΙΙ). Η αρχή της νομιμότητας προϋποθέτει επίσης ότι οι εν ισχύϊ διατάξεις του εσωτερικού δικαίου να είναι επαρκώς προσιτές, ακριβείς και προβλέψιμες στην εφαρμογή τους (βλ., μεταξύ άλλων αρχών, Hentrich v. France , 22 Σεπτεμβρίου 1994, § 42, Σειρά Α αριθμ. 296-Α, και Lithgow and Others v. the United Kingdom, 8 Ιουλίου 1986, § 110, Σειρά Α αριθ. 102).
- Επ' αυτού το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι επαφίεται πρώτιστα στις εσωτερικές αρχές και κυρίως τα δικαστήρια η ερμηνεία εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου (βλ. Jahn and Others v. Germany [GC], αριθ. 46720/99, 72203/01 και 72552/01, § 86, ΕΔΑΔ 2005 -). Παρατηρεί ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας βασίστηκε στις διατάξεις του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου. Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του το 2004, διαπίστωσε ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση ήταν σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία και ότι ήταν σαφές δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ότι το τελικό καταβληθέν ποσό αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση συνίστατο στην αγοραστική αξία της ιδιοκτησίας, όπως δηλ. ήταν κατά τη διάρκεια της δημοσίευσης γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης.
- Το Δικαστήριο επομένως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελθείσα παρέμβαση ικανοποίησε την απαίτηση της νομιμότητας κατά την έννοια του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ.
- ΙΙΙ. Ο στόχος της παρέμβασης
- Οποιαδήποτε παρέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας δικαιολογείται μόνο όταν εξυπηρετεί το νόμιμο δημόσιο συμφέρον. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, λόγω του ότι οι εθνικές αρχές γνωρίζουν καλύτερα την κοινωνία και τις ανάγκες της, είναι εν γένει πιο αρμόδιες από το διεθνές δικαστήριο να αποφανθούν τι είναι «προς το δημόσιο συμφέρον». Στο πλαίσιο του προστατευτικού συστήματος που έχει καθιερωθεί από τη Σύμβαση, επαφίεται στις εθνικές αρχές να προβούν στην αρχική εκτίμηση προς την ύπαρξη δημόσιου οφέλους που να επιτρέπει μέτρα παρέμβασης στο σεβασμό της ιδιοκτησίας (βλ. Terazzi S.r.l. v. Italy, 17 Οκτωβρίου 2002, § 85, και Elia S.r.l. v. Italy, αριθ. 37710/97, § 77, ΕΔΑΔ 2001-ΙΧ).
- Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο είναι έτοιμο να αποδεχτεί ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακολούθησε τον νόμιμο στόχο ανάπτυξης σχεδίου του Δήμου που στόχευε στη βελτίωση της πρόσβασης στην παραλία, τη διεύρυνση παρακείμενης οδού και την παροχή καλύτερης θαλάσσιας θέας, και η οποία κρίθηκε σημαντική για την ανάπτυξη της πόλης της Λεμεσού. IV. Η αναλογικότητα της παρέμβασης
- Η δεύτερη πρόταση του Άρθρου 1 πρέπει να αναλυθεί υπό το φως της γενικής αρχής, όπως διατυπώνεται στην πρώτη πρόταση. Πρέπει να υπάρχει λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ των υιοθετούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου στόχου. Προκειμένου να αποφανθεί κατά πόσον υπάρχει δίκαιη ισορροπία, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι το Κράτος απολαύει σημαντικού περιθωρίου εκτίμησης, τόσο ως προς την επιλογή των μέσων επιβολής, όσο και ως προς τον καθορισμό κατά πόσον οι συνέπειες επιβολής αιτιολογούνται από το πνεύμα του δημόσιου συμφέροντος, που στόχο έχει την επίτευξη νόμιμου σκοπού (βλ. Jahn and Others, που αναφέρεται ανωτέρω, § 93).
- Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να εξετάσει κατά πόσον η παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας απαντά σε αναγκαία δίκαιη μέση λύση μεταξύ των απαιτήσεων του δημόσιου συμφέροντος και των απαιτήσεων της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ή κατά πόσον η εν λόγω παρέμβαση επέβαλε δυσανάλογο και υπερβολικό φορτίο στην αιτήτρια εταιρεία (βλ., μεταξύ άλλων υποθέσεων, Jahn and Others v. Germany, που αναφέρεται ανωτέρω, § 93).
- Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, στον τομέα του πολεοδομικού προγραμματισμού, τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να χαίρουν μεγαλύτερου περιθωρίου εκτίμησης, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τις πολιτικές τους (βλ. Terazzi S.r.l, Elia S.r.l και Skibińscy v. Poland που αναφέρονται ανωτέρω, § 59). Εντούτοις, κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του εξουσίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον η αναγκαία ισορροπία έχει διατηρηθεί συμφώνως του δικαιώματος της αιτήτρια εταιρείας στο σεβασμό της ιδιοκτησίας της (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Sporrong and Lönnroth v. Sweden, 23 Σεπτεμβρίου 1982, § 69, σειρά Α αριθ. 52).
- Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμος προνοεί τη νόμιμη απαλλοτρίωση την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η καταβολή της αποζημίωσης για τον σκοπό της αναγκαστική απαλλοτρίωσης. Ωστόσο, ενώ τόσο η αιτήτρια εταιρεία όσο και οι αρχές είχαν το δικαίωμα να προσφύγουν στα δικαστήρια με σκοπό τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης μετά τη δημοσίευση γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, η απαλλοτρίωση δεν ολοκληρώθηκε επίσημα έως την καταβολή της αποζημίωσης. Ως προς το πληρωτέο ποσό αποζημίωσης, η σχετική νομοθεσία προνοούσε ότι αυτό έπρεπε να αντιστοιχεί στην αγοραστική αξία που η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία είχε τη χρονική στιγμή της δημοσίευσης γνωστοποίησης της σχετικής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
- Ενώ το Δικαστήριο θεωρεί ότι, σε γενικές γραμμές, ο κανόνας της εσωτερικής νομοθεσίας που αφορά στην ημερομηνία εκτίμησης της αγοραστικής αξίας της ιδιοκτησίας με σκοπό τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης έναντι αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν προσκρούει στις αρχές θεσμοθετούνται από τη νομολογία του σε συνάρτηση με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1, η εφαρμογή της στην παρούσα υπόθεση προκαλεί ανησυχία, εξαιτίας της σημαντικής χρονικής παρέλευσης μεταξύ της ημερομηνίας δημοσίευσης και της πραγματικής καταβολής αποζημίωσης. Διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια της πραγματικής μεταβίβασης τίτλου ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας, η αποζημίωση που παραχωρήθηκε από τις κρατικές αρχές αποδείχθηκε περίπου δέκα φορές κατώτερη της αγοραστικής αξίας της ιδιοκτησίας, όπως συμφωνήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τις εσωτερικές και τρέχουσες διαδικασίες.
- Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο δέχτηκε ότι η αξία της ιδιοκτησίας όπως κατά τη διάρκεια της δημοσίευσης γνωστοποίησης της σχετικής απαλλοτρίωσης το 1972 ανερχόταν στις ΛΚ 103.
- Το Δικαστήριο δέχεται ότι, βάσει των υποβληθέντων από τα συμβαλλόμενα μέρη εγγράφων και ιδιαίτερα τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης, το εν λόγω ποσό αντιπροσώπευε την αξία κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοση του διατάγματος που αφορούσε στην απαλλοτρίωσης ολόκληρης της περιουσίας. Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι στο εν λόγω ποσό αποζημίωσης προστέθηκε ετήσιο επιτόκιο βάσει του τότε ισχύοντος νόμιμου ποσοστού προς επτά τοις εκατόν έως το 1983 και έπειτα επί εννέα τοις εκατό έως το 1995 κατά την ημερομηνία καταβολής. Συνεπώς, το 1995 κατά την απώλεια της ιδιοκτησίας της, χορηγήθηκε στην αιτήτρια εταιρεία το ποσό των ΛΚ
- Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ενώ η αποζημίωση για στέρηση της ιδιοκτησίας δεν ειναι απαραίτητο να αντιστοιχεί στην καταβολή ποσού ίσου της πλήρους αγοραστικής αξίας της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησία, το ποσό αποζημίωσης πρέπει να συνδέεται εύλογα με την αγοραστική αξία τη χρονική στιγμή της στέρησης. Στην παρούσα περίπτωση, τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν σαφώς συμφωνήσει ότι η αγοραστική αξία κατά τη διάρκεια της στέρησης ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ 2.150.
- Το Δικαστήριο φρονεί ότι το ποσό αποζημίωσης που καταβλήθηκε στην αιτήτρια εταιρεία υπό τις παρούσες περιστάσεις δεν είχε λογική συσχέτιση με την αξία της ιδιοκτησίας. Πράγματι, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση δεν παρείχε καμία εξήγηση που να δικαιολογεί το καταβληθέν ποσό που ήταν χαμηλότερο από την πλήρη αγοραστική αξία της ιδιοκτησίας, εξαιρουμένης κάποιας διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας, η οποία δεν επέτρεπε οποιαδήποτε υποχώρηση σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση.
- Το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι δεν έφερε ευθύνη για την καθυστέρηση περάτωσης της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, καθώς η αιτήτρια εταιρεία θα μπορούσε να επιταχύνει τις διαδικασίες, προσφεύγοντας στα περιφερειακά δικαστήρια οποιαδήποτε χρονική στιγμή, για τον καθορισμό του ποσού μιας δίκαιης αποζημίωσης ή την προσβολή προηγούμενης υποβληθείσας από την απαλλοτριούσα αρχή προσφοράς. Ενώ το Δικαστήριο σημειώνει ότι, η δυνατότητα καθορισμού του ποσού αποζημίωσης, και κατά συνέπεια η ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης αποτελεί δικλείδα ασφάλειας που προσφέρεται από το εσωτερικό σύστημα με σκοπό την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των ιδιοκτητών από τις υπερβολικά χρονοβόρες διαδικασίες απαλλοτρίωσης, το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι λόγω της δυνατότητας αυτής, η καθυστέρηση αλλά και οι συνέπειές της θα πρέπει να καταλογισθούν εξ ολοκλήρου στην αιτήτρια εταιρεία.
- Αρχικά, σημειώνει ότι η αιτήτρια εταιρεία, αφού ήταν η ιδιοκτήτρια της περιουσίας υπό διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, διατηρούσε κάθε δικαίωμα να προσβάλει τη νομιμότητα οποιασδήποτε παρέμβασης στα δικαιώματα ιδιοκτησίας της, προσφεύγοντας σε όλα τα διαθέσιμα νόμιμα μέσα. Η έναρξη της διαδικασίας για τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης θα συνεπαγόταν στην πραγματικότητα την αποδοχή της παρέμβασης και θα προσέκρουε ή και θα υπονόμευε άλλες εκκρεμούσες διαδικασίες, προσβάλλοντας τη νομιμότητα και τον σκοπό της απαλλοτρίωσης. Επ' αυτού το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το ότι σύμφωνα με την απόφαση του εσωτερικού δικαστηρίου η απόρριψη της αίτησης της εταιρείας για άδεια ανέγερσης οικοδομής ήταν παράνομη, αφού η εταιρεία παρέμεινε η κάτοχος της σχετικής ιδιοκτησίας, η αιτήτρια εταιρεία είχε ελπίδα ότι πιθανόν να τής χορηγείτο άδεια ανέγερσης οικοδομής έως το 1993, και το ότι η αίτηση προσβολής της δεύτερης απόρριψη δεν έγινε δεκτή. Επίσης είναι σαφές ότι μεγάλες χρονικές περίοδοι αδράνειας παρήλθαν, κατά τη διάρκεια των οποίων η απαλλοτριούσα αρχή απέτυχε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σχετικά με την απόκτηση και για τα οποία η Κυβέρνηση δεν έθεσε οποιαδήποτε αιτιολόγηση ή λογική εξήγηση. Τελικά, η απαλλοτριούσα αρχή είχε την ίδια δυνατότητα να επιταχύνει τις διαδικασίες, προσφεύγοντας στα πολιτικά δικαστήρια για τον καθορισμό της αξίας της αποζημίωσης αλλά παρέλειψε να πράξει κατ' αυτόν τον τρόπο. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε από την Κυβέρνηση ως προς το γιατί ο Δήμος δεν έλαβε κανένα τέτοιο μέτρο. Θεωρεί επίσης λογικότερο ο Δήμος να είχε επιδιώξει τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπ' όψιν την ίδια τη φύση του εκδοθέντος διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που επέτρεψε στον Δήμο να ακολουθήσει τις δικές του πολιτικές γραμμές του». Από το ανωτέρω σκεπτικό της απόφασης αξίζει να συγκρατήσουμε ότι: 1) Οσον αφορά τη νομιμότητα της παρέμβασης, το ΕΔΑΔ κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καταγγελθείσα παρέμβαση ικανοποιούσε την απαίτηση της νομιμότητας, κατά την έννοια του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 της Σύμβασης, καθώς (α) είχε βασισθεί στις διατάξεις του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου και (β) επιπρόσθετα το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του το 2004, διαπίστωσε ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση ήταν σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία και ότι ήταν σαφές δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ότι το τελικό καταβληθέν ποσό αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση συνίστατο στην αγοραστική αξία της ιδιοκτησίας, όπως δηλ. ήταν κατά τη διάρκεια της δημοσίευσης γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, 2) Οσον αφορά το στόχο της παρέμβασης το ΕΔΑΔ έκρινε, ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της αιτήτριας εταιρείας ήταν δικαιολογημένη, διότι εξυπηρετούσε το νόμιμο δημόσιο συμφέρον, 3) Οσον αφορά τον κανόνα της εσωτερικής νομοθεσίας, που αφορά στην ημερομηνία εκτίμησης της αγοραστικής αξίας της ιδιοκτησίας με σκοπό τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης έναντι αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι, σε γενικές γραμμές, δεν προσκρούει στις αρχές που θεσμοθετούνται από τη νομολογία του σε συνάρτηση με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 της Σύμβασης και ότι, στην παρούσα υπόθεση, η εφαρμογή του προκάλεσε ανησυχία, λόγω της σημαντικής χρονικής παρέλευσης μεταξύ της ημερομηνίας δημοσίευσης της γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης και της πραγματικής καταβολής της αποζημίωσης, 4) Την επισήμανση του ΕΔΑΔ, ότι, ενώ η αποζημίωση για στέρηση της ιδιοκτησίας δεν είναι απαραίτητο να αντιστοιχεί στην καταβολή ποσού ίσου της πλήρους αγοραστικής αξίας της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, το ποσό αποζημίωσης πρέπει να συνδέεται εύλογα με την αγοραστική αξία τη χρονική στιγμή της στέρησης, 5) Ότι το ΕΔΑΔ έκρινε, ότι το ποσό αποζημίωσης που καταβλήθηκε στην αιτήτρια εταιρεία, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν είχε λογική συσχέτιση με την αξία της ιδιοκτησίας τη χρονική στιγμή της στέρησης, 6) Ότι το ΕΔΑΔ επισήμανε, ότι η Κυβέρνηση δεν παρείχε καμία εξήγηση που να δικαιολογεί το καταβληθέν ποσό, που ήταν χαμηλότερο από την πλήρη αγοραστική αξία της ιδιοκτησίας, εξαιρουμένης της διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας, η οποία δεν επιτρέπει οποιαδήποτε υποχώρηση, σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση και 7) Ότι το ΕΔΑΔ επισήμανε, ότι η δυνατότητα καθορισμού του ποσού αποζημίωσης και κατά συνέπεια η ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης αποτελεί δικλείδα ασφαλείας, που προσφέρεται από το εσωτερικό σύστημα, με σκοπό την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των ιδιοκτητών από τις υπερβολικά χρονοβόρες διαδικασίες απαλλοτρίωσης. Παρά ταύτα δεν πείσθηκε, ότι λόγω της δυνατότητας αυτής, η καθυστέρηση αλλά και οι συνέπειές της, θα έπρεπε να καταλογισθούν εξ ολοκλήρου στην αιτήτρια εταιρεία. Από την εκτενή αναφορά στην απόφαση Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το σκεπτικό που οδήγησε το ΕΔΑΔ στην απόφαση ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αρ. 1 της Σύμβασης, προκύπτουν οι ακόλουθες νομικές αρχές: 1) Το άρθρο 10(α) του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου δεν προσκρούει, ούτε στη νομολογία του ΕΔΑΔ, ούτε στο Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 1 της Σύμβασης, εξαιρουμένης της περίπτωσης, που υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση μεταξύ της ημερομηνίας δημοσίευσης της γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης και της πραγματικής καταβολής της αποζημίωσης 2) Η δυνατότητα καθορισμού του ποσού αποζημίωσης, δυνάμει του άρθρου 9 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου, και κατά συνέπεια η ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας, με σκοπό την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των ιδιοκτητών από τις υπερβολικά χρονοβόρες διαδικασίες απαλλοτρίωσης 3) Η αποζημίωση για στέρηση της ιδιοκτησίας δεν είναι απαραίτητο να αντιστοιχεί στην καταβολή ποσού ίσου με την πλήρη αγοραστική αξία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας 4) Το ποσό της αποζημίωσης πρέπει να συνδέεται εύλογα με την αγοραστική αξία τη χρονική στιγμή της στέρησης της ιδιοκτησίας 5) Η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ξεκινά από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης και ολοκληρώνεται με την πραγματική καταβολή της αποζημίωσης και τη μεταβίβαση της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας στο κράτος και 6) Σε περίπτωση υπερβολικής καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης εξετάζεται η ευθύνη κάθε πλευράς, απαλλοτριούσας αρχής και ιδιοκτήτη, στην πρόκληση της καθυστέρησης. Εφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Γεγονότα υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση, η δημοσίευση της γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης έγινε στις 03.11.1995 και το διάταγμα απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε στις 16.02.
- Το Κτηματολόγιο στις 03.06.1997 απέστειλε σε κάθε ένα από τους απαιτητές προσφορά αποζημίωσης για το ποσό των €25,63.- (£15,00.-). Η προσφορά απεστάλη στη διεύθυνση Πηνελόπης 7, Πάφος και δεν περιήλθε σε γνώση των απαιτητών. Οι απαιτητές έλαβαν για πρώτη φορά γνώση για την απαλλοτρίωση τον Οκτώβριο του 2007 και με επιστολή τους, ημερ. 18.10.2007, αποτάθηκαν στην Επίτροπο Διοίκησης, η οποία απάντησε στο παράπονό τους, με επιστολή της, ημερ. 03.03.
- Εν τω μεταξύ οι απαιτητές, με επιστολή τους, ημερ. 05.08.2008, είχαν αποταθεί στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου για τη λήψη προκαταρκτικών απόψεων για την ανάπτυξη του επίδικου τεμαχίου, οι οποίες τους δόθηκαν με επιστολή του συγκεκριμένου Γραφείου, ημερ. 28.05.
- Οι παραπομπές καταχωρήθηκαν στο δικαστήριο στις 12.02.
- Η αρχική απαίτηση τους ήταν για το ποσό των €4.767.- για τον καθένα πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από την 03.06.1997 μέχρι την εξόφληση. Η αποζημιούσα αρχή επέμεινε στην ορθότητα της αρχικής προσφοράς της για το ποσό των €25,63.-. Στις 30.08.2011 οι απαιτητές καταχώρησαν τροποποιημένη έκθεση απαίτησης με την οποία ζητούν το ποσό των €93.000.- πλέον τόκο προς 9% από την 03.11.1995 (ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης) μέχρι την εξόφληση. Η αποζημιούσα αρχή επέμεινε στην ορθότητας της αρχικής προσφοράς της για το ποσό των €25,63.-. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης συμφωνήθηκε ότι η εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου, κατά την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, είναι €4.608,10.- (€2.304,05.- για καθένα από τους απαιτητές) πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλ. την 03.11.1995, μέχρι την εξόφληση. Τέλος από την ακρόαση της υπόθεσης έχει προκύψει ότι η αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης στις 31.01.2011 ανέρχεται στις €93.000.- για τον καθένα από τους απαιτητές. Συμπεράσματα Στα μόνα σημεία, στα οποία τα γεγονότα της υπόθεσης Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ και της παρούσας υπόθεσης είναι παρόμοια είναι: (α) Το υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης (03.11.1995) μέχρι και σήμερα, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, με την πραγματική πληρωμή της αποζημίωσης (β) Η πολύ μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της αγοραίας αξίας της απαλλοτριωθείσας έκτασης στις 03.11.1995 και στις 31.01.2011 και (γ) Το γεγονός, ότι η απαλλοτριούσα αρχή δεν προσέφυγε, παρόλο που μπορούσε, στο δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Όλα τα υπόλοιπα γεγονότα των δυο υποθέσεων είναι διαφορετικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει, κατά την κρίση μου, ότι οι νομικές αρχές της συγκεκριμένης απόφασης δεν τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το δικαστήριο είναι εάν θα επιδικάσει την αποζημίωση στη βάση της αγοραίας αξίας της απαλλοτριωθείσας έκτασης την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης ή στη βάση της αγοραίας αξίας της 31.01.2011 που είναι η πιο κοντινή ημερομηνία στο χρόνο της πραγματικής πληρωμής της. Ευθύνη για το χρόνο που διέρρευσε Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει να διαπιστωθεί καταρχήν ποιος ευθύνεται για το υπερβολικά μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα. Η απαλλοτριούσα αρχή από τις 03.06.1997 που απέστειλε την προσφορά αποζημίωσης για το ποσό των €25,63.- είχε δυο επιλογές, οι οποίες αναντίλεκτα θα επέσπευδαν, σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό, την ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης. Είτε (α) μετά την 03.07.1997 να καταθέσει αυτό το ποσό στο Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας και να εγγράψει την απαλλοτριωθείσα έκταση στο όνομα της Δημοκρατίας, επιλογή που αναφέρεται και στο έντυπο της προσφοράς (παρ. 4 Τεκ. 3), είτε (β) να καταχωρήσει στο δικαστήριο παραπομπή και να ζητήσει τον υπολογισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Καμιά από τις δυο επιλογές δεν ακολούθησε η απαλλοτριούσα αρχή στην παρούσα περίπτωση και καμιά εξήγηση δεν δόθηκε για αυτή της την παράλειψη. Οι απαιτητές, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, έλαβαν γνώση της απαλλοτρίωσης τον Οκτώβρη του
- Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω, ότι μπορεί με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας, που ίσχυε το 1997, να μην απαιτείτο η προσωπική ενημέρωση του ιδιοκτήτη, όμως το ΕΔΑΔ στην απόφαση De Geouffre de la Pradelle v. France (απόφαση ημερ. 16.12.1992, Σειρά Α, αρ. 353-Β) διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης, επειδή ο αιτητής δεν είχε σαφή, πρακτική και αποτελεσματική ευκαιρία να αμφισβητήσει διοικητική πράξη που αποτελούσε άμεση παρέμβαση στο δικαίωμά του ιδοικτησίας. Στην πραγματικότητα το δικαστήριο επέκρινε τις ελλείψεις του γαλλικού συστήματος κοινοποίησης ορισμένων διοικητικών πράξεων και έκρινε ότι η αμφισβητηθείσα πράξη θα έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί προσωπικά στον αιτητή, χωρίς αυτός να είναι υποχρεωμένος να διαβάζει την Επίσημη Εφημερίδα επί μήνες ή έτη (βλ. και παρ. 69 της Σεργίδη και άλλου v. Κύπρου (Αίτηση αρ. 44730/98), ημερ. 05.11.2002). Μην ξεχνάμε επίσης, ότι το 1999 περιλήφθηκε στον Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμο πρόνοια για την επίδοση αντιγράφου της δημοσιευθείσας γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος. Συναφώς κρίνεται, ότι οι απαιτητές δεν φέρουν καμιά ευθύνη για το χρόνο που διέρρευσε από τις 03.11.1995 μέχρι τον Οκτώβρη του
- Στο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβρη του 2007 μέχρι και τις 12.02.2010 και οι δυο πλευρές παρέμειναν αδρανείς, με την έννοια, ότι καμιά δεν αποτάθηκε στο δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Για το χρονικό διάστημα από τις 12.02.2010 και μέχρι σήμερα η ευθύνη βαραίνει και τις δυο πλευρές, αφού η μεν πλευρά των απαιτητών μόλις το 2011 αντιλήφθηκε, σύμφωνα με την παραδοχή της ευπαίδευτης δικηγόρου τους, την έκδοση της απόφασης Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ και προχώρησε σε τροποποίηση της αρχικής της απαίτησης, η δε πλευρά της αποζημιούσας αρχής ανέμενε την ακρόαση της υπόθεσης για να αποστεί από την αρχική της θέση του 1997 για την πληρωμή, ως αποζημίωσης, του ποσού των €25,63.- Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την καθυστέρηση των 19 χρόνων περίπου στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης το φέρει η πλευρά της αποζημιούσας αρχής. Διαφορά στην αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης Η αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης στις 03.11.1995 ήταν €2.304,05.- για καθένα από τους απαιτητές, ενώ στις 31.01.2011 ανήλθε στις €93.000.- πάντα για κάθε ένα από τους απαιτητές. Αναμφίβολα πρόκειται για μια πολύ μεγάλη αύξηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου από την ημέρα δημοσίευσης της γνωστοποίησης της πράξης απαλλοτρίωσης. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει να επιδικάσει αποζημίωση, με βάση την αγοραία αξία, κατά το χρόνο γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, θα αποστεί από μια από τις νομικές αρχές της υπόθεσης Μιχάλη Θεοδοσίου Λτδ, που υπενθυμίζω είναι, ότι το ποσό της αποζημίωσης πρέπει να συνδέεται εύλογα με την αγοραστική αξία τη χρονική στιγμή της στέρησης της ιδιοκτησίας και ταυτόχρονα θα παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας της παρέμβασης, εφόσον θα επιμερίσει δυσανάλογο βάρος για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαδικασία της διαδικασίας απαλλοτρίωσης στους ώμους των απαιτητών, που, όπως έχει προαναφερθεί, δεν τους αναλογεί. Κατάληξη Με το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω, ότι, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, σε κάθε ένα από τους απαιτητές πρέπει να επιδικασθεί, ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, η αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης στον εγγύτερο στην πραγματική πληρωμή της αποζημίωσης χρόνο, που, με βάση τη διαθέσιμη ενώπιόν μου μαρτυρία, είναι η 31.01.
- Στο σημείο αυτό και με δεδομένη την επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων των παραπομπών εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσής τους. Στην παραπομπή 21/10 το ποσό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης καθορίζεται στο ποσό των €93.000.- πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από 31.01.2011 μέχρι την εξόφληση, πλέον €1.250.-, ως συμφωνηθέντα εκτιμητικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από σήμερα μέχρι την εξόφληση. Στην παραπομπή 22/10 το ποσό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης καθορίζεται στο ποσό των €93.000.- πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από 31.01.2011 μέχρι την εξόφληση, πλέον €1.250.-, ως συμφωνηθέντα εκτιμητικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από σήμερα μέχρι την εξόφληση. Τα δικηγορικά έξοδα σε κάθε παραπομπή, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των απαιτητών και σε βάρος της αποζημιούσας αρχής, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με την πληρωμή των πιο πάνω ποσών η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία να εγγραφεί στο όνομα της αποζημιούσας αρχής. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Παραπομπή - Καθορισμός εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης) [1] «Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως, δηµoσία και εvτός λoγικής πρoθεσµίας υπό ...δικαστηρίoυ ..., τo oπoίov θα απoφασίση είτε επί τωv αµφισβητήσεωv επί τωv δικαιωµάτωv και υπoχρεώσεώv τoυ αστικής φύσεως, είτε επί τoυ βασίµoυ πάσης» [2] «Παv φυσικόv ή voµικόv πρόσωπov δικαιoύται σεβασµoύ της περιoυσίας τoυ. Ουδείς δύvαται vα στερηθή της ιδιoκτησίας αυτoύ ειµή δια λόγoυς δηµoσίας ωnελείας και υπό τoυς πρoβλεπoµέvoυς, υπό τoυ vόµoυ και τωv γεvικώv αρχώv τoυ διεθvoύς δικαίoυ όρoυς. Αι πρoαvαφερόµεvαι διατάξεις δεv θίγoυσι τo δικαίωµα παvτός Κράτoυς όπως θέση εv ισχύϊ Νόµoυς oύς ήθελε κρίvει αvαγκαίov πρoς ρύθµισιv της χρήσεως αγαθώv συµφώvως πρoς τo δηµόσιov συµφέρov ή πρoς εξασφάλισιv της καταβoλής φόρωv ή άλλωv εισφoρώv ή πρoστίµωv» [3] «Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους, δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο, χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στο παθόντα δίκαιη ικανοποίηση» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο