Emporiki Bank-Cyprus Limited ν. Burthom Tony Joseph κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1844/2011, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 1844/2011 Emporiki Bank-Cyprus Limited και
- Burthom Tony Joseph
- Burthom Virginia June
- A. Kaizer Limited Αίτηση ημερομηνίας 12/8/2013 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία :- Τετάρτη 16η Απριλίου 2014 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Ντίνος Μαστορούδης Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μιχάλης Μαστορούδης Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια :- κος. Κώστας Χ. Σιαηλής Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Παναγιώτα Σιαηλή Απόφαση
- Αιτείται η εναγόμενη 3 όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και όπως εκδώσει διάταγμα με το οποίο "...να ακυρώνει και/ή παραμερίζει .... προηγούμενη εκδοθείσα υπ΄αυτού απόφαση στην .... αγωγή".
- Εξέδωσε το Δικαστήριο στις 23/4/2013 απόφαση εις βάρος της εναγομένης 3 (στο εξής θα καλείται η "εναγόμενη") μετά και από παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης αφού προηγουμένως το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είχε επιδοθεί σε αυτήν στις 7/7/
- Αξίζει να σημειωθεί, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, το εξής δεδομένο. Παρά και την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη στη προαναφερόμενη ημερομηνία και παρά τη παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από αυτήν εντούτοις η αίτηση για την έκδοση απόφασης εναντίον της δεν καταχωρήθηκε μέχρι και τη πάροδο χρονικού διαστήματος περίπου 21 μηνών από την ημερομηνία επίδοσης, δηλαδή στις 8/4/
- Θεωρώ ότι αυτό το δεδομένο έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την αξιοπιστία της όλης εκδοχής της εναγομένης ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ίδια ενήργησε μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν. Όμως επιστρέφω σε αυτό το σημείο μετά και από εξέταση πρώτα του ερωτήματος κατά πόσο η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
- Υποστηρίζεται η αίτηση της εναγομένης από ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Ανδρέα Καϊζερ (στο εξής θα καλείται ο "διευθυντής"), εντός της οποίας παρατίθενται ισχυρισμοί τόσο αναφορικά με τη παράλειψη της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης όσο και με την ύπαρξη υπεράσπισης της εναγομένης εναντίον της αξίωσης της ενάγουσας.
- Καταχώρησε η ενάγουσα ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εναντίον της αίτησης εντός της οποίας παρατίθενται σχετικοί λόγοι ένστασης και η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Χατζημιλτή, υπαλλήλου της ενάγουσας, ο οποίος ήταν επίσης ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση της επίδικης απόφασης (στο εξής θα καλείται ο "Χατζημιλτής").
- Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή καθότι διαφορετικά θα ήταν άσκοπο να εξετάζεται εάν τηρούνται τα υπόλοιπα κριτήρια ως προς το κατά πόσο θα ήταν ορθό το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Όπως αναφέρεται σχετικά στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1774 η "...αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας". Αναφέρεται επίσης πως δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση, ότι είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας και ότι το Δικαστήριο "...ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης".
- Πρόθεση του Δικαστηρίου και σε αυτή την περίπτωση είναι να εξετάσει τα στοιχεία υπεράσπισης τα οποία η εναγόμενη 3 προτείνει δίχως παράλληλα να υπεισέλθει στην ουσία αυτής έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο όντως αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αν και προτάσσονται πέραν του ενός στοιχείου υπεράσπισης το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο κύριο στοιχείο το οποίο η εναγόμενη 3 προτάσσει ως αποκαλυπτικό εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Εάν αυτό από μόνο του κριθεί επαρκές ως προς την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης τότε η οποιαδήποτε επιπρόσθετη διερεύνηση των υπόλοιπων προτεινόμενων στοιχείων υπεράσπισης καθίσταται αχρείαστη.
- Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων η υπογραφή εγγράφου εγγυήσεως, φωτοαντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται και στις δύο ένορκες δηλώσεις τις οποίες οι διάδικοι καταχώρησαν.
- Η θέση της εναγομένης αναφορικά με τη σημασία αυτού του εγγράφου είναι ότι, σύμφωνα με τον όρο 21, με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου η εγγύηση την οποία είχε δώσει θα τερματιζόταν (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή). Βεβαίως, προς ενεργοποίηση του όρου 21, όπως ορθά επισημαίνει ο Χατζημιλτής (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης του) απαιτείτο όχι μόνο η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας αλλά και η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 και
- Όμως το να υποστηριχθεί παράλληλα πως ο διευθυντής ψεύδεται και παραπλανεί το Δικαστήριο με αναφορά ότι η εγγύηση θα τερματιζόταν μόνο με την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου αγνοεί και το γεγονός πως το όλο θέμα είναι νομικό και η έκφραση άποψης επί αυτού είτε από τον διευθυντή είτε τον Χατζημιλτή όχι μόνο είναι ανεπίτρεπτη αλλά ουσιαστικά ακόμη και ως απλή υπόμνηση του περιεχομένου ενός εγγράφου δεν είναι δυνατό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εν πάση περιπτώσει έχει τεθεί και ο ίδιος ο όρος του συγκεκριμένου εγγράφου ως στοιχείο μαρτυρίας τόσο από την εναγόμενη όσο και την ενάγουσα.
- Πολύ απλά μία ανάγνωση του συγκεκριμένου όρου δίχως οποιαδήποτε εμβάθυνση ως προς την ερμηνεία του, ιδωμένου εντός του πλαισίου και των υπόλοιπων όρων του εγγράφου, εκ πρώτης όψεως οδηγεί σε συμπέρασμα πως η αναφορά του διευθυντή δεν μπορεί παρά να κριθεί λανθασμένη ενώ αυτή του Χατζημιλτή ως ορθή, τουλάχιστον βεβαίως αναφορικά με το ίδιο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου απομονωμένο και από οποιαδήποτε συνάρτηση του με τους υπόλοιπους όρους του εγγράφου. Η ερμηνεία όμως αυτού του όρου, στο όλο πλαίσιο των επίδικων θεμάτων σε περίπτωση επανανοίγματος της υπόθεσης, τονίζω και πάλι, θα ανήκει στο εκδικάζων Δικαστήριο. Σαφώς εκ πρώτης όψεως απαιτείται και δεύτερη προϋπόθεση η οποία βεβαίως είναι η μεταβίβαση του διαμερίσματος.
- Όπως προκύπτει όμως από την όλη εκδοχή της εναγομένης αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα ο διευθυντής δεν περιορίζει την αναφορά του μόνο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου αλλά παράλληλα προωθεί και θέση αναφορικά με τη δυνατότητα η οποία υπήρχε και για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος. Καθώς παρουσίασε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία όπως ο ίδιος ισχυριζόταν υπήρχε η δυνατότητα της μεταβίβασης του διαμερίσματος πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Βεβαίως όχι πριν από την καταχώρηση της αγωγής αλλά τουλάχιστον πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Μάλιστα η ίδια η ενάγουσα δια μέσω του Χατζημιλτή (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης του) αποδέχεται την ενημέρωση από τον διευθυντή ως προς την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου αν και αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του αναφορικά με το ότι ανέφερε στην ενάγουσα να ετοιμάσει έγγραφα για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος. Συνεπώς, παρά και την εμφανώς λανθασμένη αναφορά του διευθυντή στο ίδιο το περιεχόμενο του όρου 21 εντούτοις διαφαίνεται με την υπόλοιπη του μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος της εναγομένης, πως ακόμη και ο ίδιος αναγνωρίζει τη σημασία την οποία είχε όχι μόνο η έκδοση ξεχωριστού τίτλου αλλά και η μεταβίβαση του διαμερίσματος έτσι ώστε να μπορούσε να προκύψει ως επακόλουθο αυτών των δύο δεδομένων ο τερματισμός της εγγύησης την οποία η εναγόμενη έδωσε σε σχέση με τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2, ως πρωτοφειλέτες, έναντι της ενάγουσας.
- Αξίζει να σημειωθεί όμως και το εξής ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Ο τρόπος με τον οποίο κυριολεκτικά διατυπώνεται η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή θα μπορούσε να διαβαστεί έτσι ώστε να καθίσταται αντιληπτό ότι η αναφορά πως σύμφωνα με τον όρο 21 του εγγράφου εγγυήσεως η εγγύηση θα τερματιζόταν με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου αποτελούσε μέρος της διαβεβαίωσης από τους υπαλλήλους της ενάγουσας. Ότι δηλαδή αυτό δεν αποτελεί ισχυρισμό ή μέρος ισχυρισμού του διευθυντή αλλά επανάληψη των όσων του είχαν λεχθεί από τους υπαλλήλους της ενάγουσας (δηλαδή, τα όσα αναφέρονται μετά από τη φράση "...με διαβεβαίωσαν ότι ..."). Εντούτοις το Δικαστήριο εξετάζει αυτό το θέμα διατηρώντας υπόψη και την εύλογη εντύπωση η οποία εκ πρώτης όψεως δημιουργείται ως προς το ότι όντως είναι ισχυρισμός του διευθυντή πως η εγγύηση θα έληγε με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και όχι μέρος της διαβεβαίωσης η οποία δόθηκε σε αυτόν.
- Κυρίως όμως σημασία έχει το γεγονός πως ανεξαρτήτως και της οποιασδήποτε λανθασμένης αναφοράς του διευθυντή εντός της ένορκης δήλωσης του δεν παύει ο συγκεκριμένος όρος να υφίσταται ως έχει στο έγγραφο εγγυήσεως. Ικανοποίηση όχι μόνο ενός εκ των δύο αλλά ασφαλώς αμφότερων των προϋποθέσεων του θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τον συγκεκριμένο όρο με αποτέλεσμα όντως η εναγόμενη να απαλλασσόταν από την εγγύηση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 με τον τερματισμό και παύση της ισχύς αυτής.
- Το ερώτημα το οποίο τίθεται πλέον είναι κατά πόσο η δυνατότητα ικανοποίησης αυτών των δύο προϋποθέσεων θα μπορούσε να παρέχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προς την εναγόμενη. Δηλαδή, κατά πόσο θα μπορούσε η εναγόμενη να προβάλει υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία όχι μόνο θα είχε ήδη ικανοποιηθεί η πρώτη εκ των δύο προϋποθέσεων (η έκδοση δηλαδή ξεχωριστού τίτλου) αλλά παράλληλα θα υπήρχε και η δυνατότητα ικανοποίησης και της δεύτερης (δηλαδή, η μεταβίβαση του διαμερίσματος) και για το λόγο αυτό θα έπρεπε η εναγόμενη να απαλλαγεί της υποχρέωσης εγγύησης των εναγομένων 1 και
- Σημασία κυρίως έχει το γεγονός πως η εναγόμενη βασιζόμενη σε μία γραπτή συμφωνία μεταξύ της ιδίας και της ενάγουσας προβάλει τη θέση πως η εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου αυτής της συμφωνίας θα οδηγούσε στην απαλλαγή της από τις όσες υποχρεώσεις προκύπτουν από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολο της (δηλαδή, το έγγραφο εγγύησης) και ότι συνεπώς δεν θα έπρεπε να της στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει ως υπεράσπιση την ίδια θέση. Σε περίπτωση βεβαίως κατά την οποία παραμερίζεται η επίδικη απόφαση.
- Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αγωγής ημερομηνίας 23/4/2013 ως τεκμήριο και έγγραφο το οποίο περιέχει πρόσθετους όρους υποθήκης σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη αναλάμβανε να υπογράψει "Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο" προς την ενάγουσα το οποίο θα ενεργοποιείτο σε περίπτωση παρουσίασης τριών καθυστερημένων δόσεων. Όχι μόνο υπάρχει αυτός ο όρος αλλά το ίδιο το "Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο" έχει ήδη υπογραφεί από την εναγόμενη και επίσης υπάρχει επισυνημμένο ως τεκμήριο στην ίδια ένορκη δήλωση. Δίχως να υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία της υπεράσπισης την οποία η εναγόμενη προτάσσει ως υπαρκτή παρατηρείται απλά πως με αυτό το πληρεξούσιο έγγραφο παρέχεται η δυνατότητα η ίδια η ενάγουσα να προχωρούσε σε μεταβίβαση μέρους της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης επί του συγκεκριμένου ακινήτου από το οποίο και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα.
- Συνεπώς αυτό το οποίο η εναγόμενη προτείνει είναι ότι όντως υπήρχε η δυνατότητα ικανοποίησης και των δύο προϋποθέσεων έτσι ώστε η ίδια να είχε απαλλαγεί από την εγγύηση την οποία υπέγραψε προς όφελος της ενάγουσας. Βεβαίως σύμφωνα και με το ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο η εναγόμενη αναγνωρίζει "...ότι η παρούσα πληρεξουσιοδότηση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Τράπεζας που απορρέουν από τα έγγραφα υποθήκης και/ή εξασφάλισης και/ή δανειοδότησης και/ή παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε οποιαδήποτε ειδικά και/ή άλλα μέτρα για εξασφάλιση των συμφερόντων της".
- Όμως δεν θα ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης την οποία η εναγόμενη προβάλλει ως υπαρκτή. Σημασία έχει η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο όντως αποκαλύπτει ή δεν αποκαλύπτει η εναγόμενη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
- Επιπλέον αυτό το οποίο διατηρείται υπόψη του Δικαστηρίου είναι όχι μόνο τα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο εγγυήσεως αλλά το όλο πλέγμα της οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης. Αναφέρω απλά ως παράδειγμα το εκχωρητήριο έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23/4/2013 προς έκδοση της επίδικης απόφασης. Υπάρχει αναφορά εντός αυτού και στη δυνατότητα (όρος 6 (b)) η ενάγουσα να απαιτούσε την εγγραφή (δηλαδή, ουσιαστικά την μεταβίβαση) του ακινήτου στο όνομα της. Βεβαίως ο όρος 21 στο έγγραφο εγγυήσεως αναφέρεται σε μεταβίβαση επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 και
- Η αναφορά όμως του Δικαστηρίου στα όσα προνοούνται και από το εκχωρητήριο έγγραφο γίνεται απλά έτσι ώστε να αναδεικνύεται με αυτό τον τρόπο και το γεγονός πως η όλη συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης δεν περιορίζεται σε ένα και μόνο έγγραφο αλλά σε ένα πλέγμα εγγράφων τα οποία ένα Δικαστήριο σε περίπτωση παραμερισμού της επίδικης απόφασης θα έπρεπε να εξετάσει έτσι ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο όντως ευσταθεί η οποιαδήποτε υπεράσπιση από την εναγόμενη και κυρίως βεβαίως η υπεράσπιση η ύπαρξη ή μη της οποίας εξετάζεται με αυτή την απόφαση.
- Διατηρώντας υπόψη μου όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου είτε από την εναγόμενη είτε όπως αυτά προκύπτουν και από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής κρίνω ότι όντως η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα καθότι όπως αποκαλύπτεται η εναγόμενη θα μπορούσε να ισχυριστεί όχι μόνο πως υπήρχε η δυνατότητα, όπως αυτή προβλεπόταν από τον όρο 21 του εγγράφου εγγυήσεως, τερματισμού της εγγύησης αλλά επιπλέον πως στο βαθμό στον οποίο χρειαζόταν και η οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της ενάγουσας έτσι ώστε να καθίστατο εφικτή η ενεργοποίηση αυτού του όρου τότε η ίδια θα έπρεπε να ενεργούσε αναλόγως.
- Έχοντας καταλήξει σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη έχει αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη έχει δικαιολογήσει τη παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
- Ασφαλώς σχετικό χρονικό σημείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις όπου επιδιώκεται ο παραμερισμός μίας απόφασης είναι και το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού. Διατηρώντας βεβαίως πάντοτε υπόψη και το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο αιτητής έλαβε γνώση της απόφασης.
- Όπως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ισχυρίζεται ο ίδιος έλαβε γνώση της απόφασης στις 30/7/2013 όταν αυτή επιδόθηκε στον ίδιο. Αν και αυτό δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής με καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης επίδοσης παράλληλα αυτό δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθότι ο ίδιος ο Χαζημιλτής παραδέχεται (παράγραφος 13 της ένορκης δήλωσης του) ότι αντίγραφο της απόφασης όντως επιδόθηκε στον διευθυντή της εναγομένης στις 30/7/
- Συνεπώς η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση καταχωρήθηκε 13 ημέρες μετά και από την επίδοση της απόφασης προς την εναγόμενη. Επομένως πραγματικά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη καθυστέρησε να καταχωρήσει την αίτηση της αφότου έλαβε γνώση αυτής. Ούτε βεβαίως και ισχυρίζεται ο Χατζημιλτής ότι ο διευθυντής της εναγομένης είχε λάβει γνώση της απόφασης προηγουμένως. Η οποία εν πάση περιπτώσει είχε εκδοθεί μόλις πριν 3 μήνες περίπου (23/4/2013) και συντάχτηκε (σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου) στις 7/5/
- Όπως θα φανεί από το περιεχόμενο αυτής της απόφασης, με την οποία εξετάζεται το αίτημα παραμερισμού της επίδικης απόφασης, παραδόξως σε σχέση με το θέμα της παράλειψης της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ο παράγοντας της καθυστέρησης επηρεάζει θετικά αντί αρνητικά το αίτημα της. Καθότι όπως διαπιστώνεται ο παράγοντας αυτός με ένα ιδιόμορφο τρόπο βαρύνει τη πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση παρά της αιτήτριας. Το σκεπτικό βάσει του οποίου το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα επεξηγείται πιο κάτω.
- Μετά και από απόρριψη από το Δικαστήριο δύο αιτήσεων της εναγομένης για τη καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων του διευθυντή της εναγομένης η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τη καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων. Αίτηση για αντεξέταση του Χατζημιλτή αποσύρθηκε ενώ ουδέποτε καταχωρήθηκε σε σχέση με τον διευθυντή της εναγομένης. Συνεπώς η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται στο περιεχόμενο των αρχικά καταχωρημένων ενόρκων δηλώσεων και το οποίο βεβαίως εξετάζεται στο σύνολο του.
- Διευκρινίζω το εξής ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως οποιοσδήποτε ισχυρισμός των ενόρκως δηλούντων, δηλαδή είτε του διευθυντή είτε του Χατζημιλτή, είναι αναντίλεκτος καθότι είτε αυτοί ως μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν είτε δεν καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους είτε της εναγομένης είτε της ενάγουσας.
- Όπως αναφέρεται σχετικά στη Δ.48 θ. 4
(2)η "....ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39". Ανεξαρτήτως και του βάρους απόδειξης το οποίο φέρει ένας διάδικος σε οποιαδήποτε διαδικασία αυτό δεν σημαίνει ότι παράλειψη αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντα ισοδυναμεί και με αποδοχή της βασιμότητας των ισχυρισμών του από τον αντίδικο του. Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία στο σύνολο της και την αξιολογεί αναλόγως με τρόπο ορθολογιστικό δίχως να δεσμεύεται από τέτοιου είδους λανθασμένη και καθολικά απόλυτη αντίληψη ως προς τη φύση της μαρτυρίας ή το αναντίλεκτο αυτής. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε μία επιτακτικά επιβαλλόμενη επιδίωξη αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντα όχι τόσο προς συγκεκριμένη αμφισβήτηση οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας του ή ενδεχομένως διευκρίνιση οποιουδήποτε μέρους αυτής αλλά απλά και μόνο για να του υποβληθεί γενικά πως οι ισχυρισμοί του δεν ευσταθούν. Υποβολή ουσιαστικά μίας θέσης η οποία στις πλείστες των περιπτώσεων λογικά εξάγεται και από το ίδιο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Θεωρώ πως η παροχή της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προβλέπεται από τους Θεσμούς δεν δόθηκε εκ του περισσού προς κάλυψη ενός τέτοιου σκοπού αλλά ασφαλώς προς επίτευξη μιας πολύ πιο πρακτικής εφαρμογής της στις περιπτώσεις όπου αυτή κρίνεται αναγκαία. Υπενθυμίζω δε πως το όλο σκεπτικό βάσει του οποίου τροποποιήθηκε η Δ.48 θ. 4 στόχο είχε την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και την απλοποίηση της διαδικασίας εκδίκασης αιτήσεων με την αποφυγή της αναγκαιότητας προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 180/2009, ημερομηνίας 8/3/2013, Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Limited, ο κανονισμός 4 της Δ.48 πριν την τροποποίηση του καθόριζε ότι οποτεδήποτε υπήρχε αμφισβήτηση γεγονότων στη διαδικασία αίτησης με κλήση τα αμφισβητούμενα γεγονότα αποδεικνύονταν από τον διάδικο που έφερε το αποδεικτικό βάρος (βλ. σχετικά την απόφαση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 750).
- Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση με αυτή την αίτηση οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έχουν ήδη καλύψει το θέμα αυτό με αναφορά σε σχετικές αυθεντίες και το Δικαστήριο περιορίζεται ως προς την ύπαρξη οποιασδήποτε επιπρόσθετης αναφοράς μόνο όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο προς καλύτερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης ιδιαίτερα δε σε σχέση με τις αυθεντίες στις οποίες οι ίδιοι οι δικηγόροι των διαδίκων έχουν επιλέξει να αναφερθούν.
- Προκύπτει ένα σημείο από την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας σε σχέση με αυθεντία στην οποία ο ίδιος έχει αναφερθεί το οποίο δεν μπορεί παρά να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Βασίζεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος στην απόφαση της ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτικής Έφεσης Αρ. 233/2009, ημερομηνίας 24/1/2014, Γιάγκου κ. ά. ν. Φωτίου έτσι ώστε να εισηγηθεί ότι το Δικαστήριο "...ΔΕΝ μπορεί να λάβει υπ΄ όψιν του έγγραφα τα οποία δεν αναφέρονται από τον Αιτητή στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση του ακόμη και εάν τα έγγραφα αυτά ευρίσκονται στον Φάκελο της υπόθεσης". Εισηγείται επίσης πως κάτι τέτοιο "...θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη γενική αρχή ότι ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης να καταδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης..." ενώ επιπλέον "...θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας των όπλων των διαδίκων".
- Βεβαίως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί επί αυτού του θέματος και το περιεχόμενο των δύο προγενέστερων ενδιάμεσων σε αυτή τη διαδικασία αποφάσεων του Δικαστηρίου με τις οποίες το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του διευθυντή απορρίφθηκε κυρίως διότι αυτό κρίθηκε αχρείαστο ενόψει και του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής.
- Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το περιεχόμενο της απόφασης Γιάγκου κ. ά. ν. Φωτίου και με όλο το σεβασμό προς τη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας πραγματικά δεν είναι δυνατό να συμφωνήσω ως προς την ορθότητα αυτής. Όσο και να εμπεριέχει η συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου χρήσιμη αναφορά στη σχετική νομολογία επί του θέματος το οποίο εξετάζεται και με αυτή την απόφαση, εντούτοις δεν εξάγεται με οποιοδήποτε τρόπο από αυτήν η αρχή την οποία προτείνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας. Η ερμηνεία η οποία δίδεται ως προς τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης θα μπορούσε μάλιστα να περιγραφεί και ως επιλεκτική καθότι αγνοεί το εξής απλό δεδομένο. Όντως θα πρέπει ένας αιτητής σε αιτήσεις αυτού του είδους να παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος του. Όμως εκεί όπου δεν χρειάζεται μαρτυρία καθότι ορισμένα δεδομένα προκύπτουν από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής τότε ασφαλώς και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνει αυτά τα δεδομένα εκ του περισσού. Ούτε και θα ήταν δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ως προς την ύπαρξη παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων των διαδίκων. Αντιθέτως δεν μπορεί παρά γενικά σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο του φακέλου μίας αγωγής να αποτελεί χαρακτηριστικό της ισότητας των όπλων εφόσον δηλαδή αυτό σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό σημείο παραμένει αναλλοίωτο και το ίδιο για αμφότερους τους διαδίκους.
- Επί του συγκεκριμένου θέματος δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλαμβάνω εντός αυτής της απόφασης τα όσα σχετικά αναφέρονται στο περιεχόμενο αμφότερων των προγενέστερων ενδιάμεσων σε αυτή τη διαδικασία αποφάσεων του Δικαστηρίου σε σχέση με τις απορριφθείσες αιτήσεις της εναγομένης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Υπενθυμίζω απλά τα όσα σχετικά αναφέρονται στη παράγραφο 12 της απόφασης ημερομηνίας 21/3/2014 αναφορικά με την αίτηση ημερομηνίας 10/2/2014 ως προς τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου μίας αγωγής κατά την εκδίκαση μίας αίτησης.
- Εντός των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης προβάλλονται δύο διισταμένες εκδοχές από τους διαδίκους αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Ασφαλώς αυτές θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με όλα τα σχετικά χρονικά δεδομένα. Δεδομένα τα οποιά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της κάθε εκδοχής.
- Διαπιστώνεται πως η εκδοχή του διευθυντή εμπεριέχει στοιχεία αξιοπιστίας τα οποία ελλείπουν από την εκδοχή του Χατζημιλτή. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει ως εξής.
- Σύμφωνα τόσο με το περιεχόμενο του φακέλου όσο όμως και με τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ο Χατζημιλτής, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 7/7/2011, δηλαδή 3 μέρες μετά από τη καταχώρηση της αγωγής. Εντούτοις, η ενάγουσα δεν αιτήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης παρά μόνο μετά από τη πάροδο περίπου 21 μηνών με τη καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 8/4/
- Τονίζω πως η δυνατότητα καταχώρησης παρόμοιας αίτησης εναντίον της εναγομένης υπήρχε μετά και από τη πάροδο της προθεσμίας η οποία καθοριζόταν επί του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή 10 ημέρες μετά από την επίδοση του.
- Θα μπορούσε βεβαίως να θεωρηθεί πως η ενάγουσα επέλεξε όπως αναμένει πρώτα να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα και στους υπόλοιπους εναγομένους. Βεβαίως ο ίδιος ο Χατζημιλτής δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Αξιοσημείωτο επίσης είναι και το γεγονός πως η ενάγουσα δεν επεδίωξε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας προς τους εναγομένους 1 και 2 παρά μόνο μετά από τη πάροδο χρονικής περιόδου περίπου 11 μηνών από την ημερομηνία επίδοσης προς την εναγόμενη. Με τη καταχώρηση δηλαδή σχετικής αίτησης στις 7/6/
- Αυτά είναι στοιχεία κυρίως υπό μορφή χρονικών δεδομένων τα οποία και πάλι υποστηρίζουν και ενισχύουν την αξιοπιστία της εκδοχής του διευθυντή αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία εν τέλει οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Κυρίως δηλαδή ως προς το ότι η ενάγουσα παρείχε χρόνο προς την εναγόμενη με απώτερο στόχο την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στους εναγομένους 1 και
- Δηλαδή, πρώτο, παρά και τη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 10 ημέρες μετά από την επίδοση σε αυτή του κλητηρίου εντάλματος η ενάγουσα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα επέλεξε να μην προχωρήσει σε αυτό το δικονομικό διάβημα ενώ, δεύτερο, παρά και τη καταχώρηση της αγωγής στις 4/7/2011 και τη γοργή επίδοση προς την εναγόμενη 3 ημέρες αργότερα εντούτοις δεν επεδίωξε την εξασφάλιση μεθόδου επίδοσης και προς τους εναγομένους 1 και 2 παρά μόνο μετά από τη πάροδο χρονικού διαστήματος περίπου 11 μηνών από τη καταχώρηση της αγωγής.
- Εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα ως προς το λόγο βάσει του οποίου η ενάγουσα επέλεξε να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο. Ερωτήματα τα οποία δεν απαντούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία του Χατζημιλτή. Ερωτήματα όμως τα οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ξεδιαλύνονται εάν ληφθεί υπόψη η όλη εκδοχή του διευθυντή ως προς τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του ιδίου και των υπαλλήλων της ενάγουσας μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη.
- Υπενθυμίζω σχετικά πως επί αυτού του θέματος η εκδοχή του διευθυντή, όπως αυτή εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση του συνοπτικά έχει ως εξής. Την επόμενη ημέρα μετά από την επίδοση προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος επισκέφθηκε τα γραφεία της ενάγουσας στην Πάφο για "...σκοπούς συζήτησης της υπόθεσης". Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του εξήγησε πως ήταν ζήτημα μερικών μηνών να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αγοράσει (και για το οποίο είχαν εξασφαλίσει δάνειο από την ενάγουσα) έτσι ώστε αυτό να μεταβιβαστεί είτε στο όνομα τους είτε στην ενάγουσα εάν αυτό επιθυμούσε. Έλαβε δε διαβεβαίωση από τους υπαλλήλους της ενάγουσας πως δεν πρόκειται να προχωρήσουν την υπόθεση εναντίον του και ότι δεν χρειαζόταν να διορίσει δικηγόρο ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου θα τερματιζόταν η εγγύηση του και δεν θα είχε οποιαδήποτε ισχύ. Μερικούς μήνες αργότερα, δηλαδή στον Δεκέμβριο του 2011, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος, τον οποίο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο και ο οποίος φέρει ημερομηνία έκδοσης 28/12/
- Αναφέρεται επίσης σε εξασφάλιση κατά την 24/1/2012 απαλλακτικού από το Φόρο Εισοδήματος επισυνάπτοντας όμως ως τεκμήριο φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού διευθέτησης φορολογικής υποχρέωσης φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας/κεφαλαιουχικών κερδών το οποίο φέρει σφραγίδα ημερομηνίας 24/1/
- Ειδοποίησε σχετικά τους εναγομένους 1 και 2 όταν όμως δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία του με αυτούς προς υλοποίηση της μεταβίβασης ενημέρωσε αμέσως την ενάγουσα η οποία ανέλαβε η ίδια να τους αναζητήσει και να ενημερώσει σχετικά τον ίδιο έτσι ώστε να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση. Αντί να συμβεί όμως αυτό του επιδόθηκε αντίγραφο της επίδικης απόφασης.
- Ανεξάρτητα και από τις οποιεσδήποτε αδυναμίες στην όλη εκδοχή του διευθυντή (παραδείγματος χάριν, ως προς το κενό φαινομενικής απραξίας το οποίο υπάρχει μεταξύ του Ιανουαρίου του 2012 και του Ιουλίου του 2013) εντούτοις σε γενικές γραμμές τα όσα ισχυρίζεται αναφορικά με τη παράλειψη της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης κρίνονται πειστικά από το Δικαστήριο.
- Το όλο πλαίσιο γεγονότων και χρονικών δεδομένων τα οποία είναι δυνατό να συνδεθούν με αυτή την εκδοχή υποστηρίζουν με εμφανή επάρκεια την αξιοπιστία της ως μία γνήσια περιγραφή των όσων είχαν συμβεί έτσι ώστε η εναγόμενη να οδηγηθεί σε καθησυχασμό και να επιλέξει να μην καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ενώ σε αντίθεση τα ίδια χρονικά δεδομένα ιδωμένα σε συνάρτηση με την εκδοχή της ενάγουσας προκαλούν ερωτήματα τα οποία όμως είναι δυνατό να απαντηθούν και επεξηγηθούν μόνο εάν ληφθεί υπόψη ως ειλικρινής η όλη εκδοχή του διευθυντή ως προς το λόγο για τον οποίο η εναγόμενη δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης.
- Επί του ιδίου θέματος αναφορικά με το θέμα της επίδοσης προς τους εναγομένους 1 και 2 αξιοσημείωτη είναι και η αντιφατικότητα η οποία προκύπτει ως προς τη δυνατότητα η οποία υπήρχε σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτούς τους εναγομένους. Ενώ με την αίτηση ημερομηνίας 7/6/2012 για την εξασφάλιση διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και μεθόδου επίδοσης στο εξωτερικό σε συγκεκριμένη διεύθυνση, υπάρχει αναφορά σε αυτή τη διεύθυνση, εντούτοις με την αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 22/6/2012, για ανανέωση της ισχύς του κλητηρίου εντάλματος, προβάλλονται ισχυρισμοί εντός της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης της ίδιας ημερομηνίας σε σχέση με τις προσπάθειες επίδοσης προς τους εναγομένους 1 και 2 οι οποίοι κάθε άλλο παρά είναι δυνατό να κριθεί ότι ευσταθούν λαμβάνοντας υπόψη το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής.
- Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών (ο οποίος τυγχάνει και πάλι να είναι ο Χατζημιλτής) πως μετά τη καταχώρηση της αγωγής έγιναν αρκετές προσπάθειες εντοπισμού των εναγομένων 1 και 2 τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό προκειμένου να τους επιδοθεί η αγωγή οι οποίες ενέργειες μέχρι στιγμής είχαν απέβει άκαρπες. Όμως κατόπιν "σχετικής έρευνας από ιδιώτη ερευνητή κατ΄ εντολή μας" κατόρθωσε η ενάγουσα "πολύ πρόσφατα" να εντοπίσει τη διεύθυνση διαμονής των εναγομένων 1 και 2 στο εξωτερικό και ως αποτέλεσμα δόθηκαν οδηγίες στον δικηγόρο της ενάγουσας για να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους στη διεύθυνση η οποία εντοπίστηκε "μόλις πρόσφατα".
- Βεβαίως η εφαρμογή αυτών των οδηγιών δεν μπορεί να είναι άλλη από τη προγενέστερη καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 7/6/
- Εντός της ένορκης δήλωσης της ίδιας ημερομηνίας προς υποστήριξη αυτής της αίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε αδυναμία εντοπισμού διεύθυνσης των εναγομένων 1 και
- Αντιθέτως αναφέρεται απλώς ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι "...Βρετανοί υπήκοοι και διαμένουν μόνιμα στη Μεγάλη Βρετανία στην διεύθυνση: 10A Tuscan Road, Plumstead, London SE18 1SY, United Kingdom".
- Αξιοσημείωτο όμως είναι το εξής δεδομένο. Με την καταχώρηση της αγωγής στις 4/7/2011 η διεύθυνση η οποία αναφέρεται επί του κλητηρίου εντάλματος είναι η ίδια με αυτήν η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7/6/2012, περίπου 11 μήνες αργότερα. Ενώ τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 22/6/2012 πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθούν πως ευσταθούν ως ανταποκρινόμενα στη πραγματικότητα. Σε σχέση δηλαδή με την ύπαρξη κατ' ισχυρισμό αρκετών προσπαθειών εντοπισμού των εναγομένων 1 και 2 τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό ή αναφορικά με την ύπαρξη σχετικής έρευνας από ιδιώτη ερευνητή κατ΄ εντολή της ενάγουσας. Εφόσον δηλαδή όχι μόνο η διεύθυνση η οποία κατ' ισχυρισμό "εντοπίστηκε" είναι η ίδια με αυτή η οποία αναφέρεται επί του κλητηρίου εντάλματος αλλά ακόμη και εντός της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 7/6/2012 σαφώς αναφέρεται πως οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι μόνιμοι κάτοικοι στη Μεγάλη Βρετανία και μάλιστα στην ίδια διεύθυνση όπως αυτή η οποία αναφέρεται επί του κλητηρίου εντάλματος.
- Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται σε αυτό το μέρος της όλης διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης όχι μόνο εναντίον της εναγομένης αλλά και των υπόλοιπων εναγομένων είναι διότι βάσει και αυτού του μέρους των όλων σχετικών δεδομένων παρέχεται η δυνατότητα δοκιμασίας της αξιοπιστίας της εκδοχής τόσο του διευθυντή όσο και της ενάγουσας αναφορικά με τα όσα κατ' ισχυρισμό ακολούθησαν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη. Αναδεικνύεται και με αυτό τον τρόπο η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας ως προς την εξασφάλιση απόφασης εναντίον όχι μόνο της εναγομένης αλλά και των εναγομένων 1 και 2, απαραίτητη προϋπόθεση για την οποία βεβαίως ήταν και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγομένους 1 και
- Επίδοση αναφορικά με την οποία ως έχουν τα δεδομένα η ενάγουσα δεν επέδειξε την απαραίτητη σπουδή. Ενδεχομένως καθότι η ίδια είχε εφησυχαστεί από τις διαβεβαιώσεις του ίδιου του διευθυντή σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του ιδίου αναφορικά με τα όσα ακολούθησαν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη. Καταχωρήθηκε συνεπώς η αίτηση για ανανέωση της ισχύς του κλητηρίου εντάλματος μόλις 12 ημέρες προτού αυτή λήξει.
- Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτό το θέμα πως όντως η διεύθυνση η οποία υπήρχε επί του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με τους εναγομένους 1 και 2 ήταν η ορθή διεύθυνση εξ αρχής. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια Β και Γ τα οποία επισυνάπτονται επί της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 8/4/2013 (σε σχέση με το θέμα της επίδοσης) προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση της επίδικης απόφασης τόσο εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όσο και της εναγομένης. Δηλαδή, τα πιστοποιητικά επίδοσης σύμφωνα και με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
- Ορθή βεβαίως όχι μόνο εξ αρχής αλλά και γνωστή εξ αρχής στην ενάγουσα κατά την καταχώρηση της αγωγής. Μάλιστα εάν ληφθεί υπόψη και το περιεχόμενο σχεδόν όλων των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στη δεύτερη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση της επίδικης απόφασης (παραδείγματος χάριν, τα τεκμήρια Α, Β, Γ, μέρος του τεκμηρίου Δ, Ζ και Θ) καθίσταται όχι απλά εμφανές αλλά και δεδομένο πως η συγκεκριμένη διεύθυνση ήταν γνωστή στην ενάγουσα τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2004, δηλαδή περίπου 6 χρόνια και μερικούς μήνες πριν από τη καταχώρηση της αγωγής ενώ αυτή αποτελούσε και τη διεύθυνση στην οποία είχαν αποσταλεί από την ενάγουσα και επιστολές (όπως αυτή του τερματισμού ημερομηνίας 24/8/2010) προς τους εναγομένους 1 και
- Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η εναγόμενη έχει πετύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη καλού λόγου για τη παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Υπενθυμίζω απλά πως ήδη έχει διαπιστωθεί και η απουσία καθυστέρησης στη καταχώρηση της αίτησης μετά που είχε λάβει γνώση η εναγόμενη ως προς την ύπαρξη της επίδικης απόφασης. Έχοντας δε υπόψη και τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης της εναγομένης το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως εγκρίνει την αίτηση της.
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως η αίτηση της εναγομένης θα πρέπει να γίνει δεκτή με δικαίωμα καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης εντός τακτού χρονικού διαστήματος υπό τον όρο πληρωμής των εξόδων (βλ. σχετικά την απόφαση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1Β Α. Α. Δ. 988 ως επίσης και την απόφαση Καψού κ. ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 Α. Α. Δ. 1135).
- Ως προς το θέμα της επιδίκασης των εξόδων το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από την εναγόμενη αρχικά προκλήθηκε από τις διαβεβαιώσεις τις οποίες ο διευθυντής είχε λάβει από την ενάγουσα ότι δεν πρόκειτο να προχωρήσει η υπόθεση εναντίον της εναγομένης. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη τη πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος δίχως να επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του διαμερίσματος ή ουσιαστικά η εφαρμογή του όρου 21 του εγγράφου εγγυήσεως και το δικαίωμα ουσιαστικά το οποίο αφέθηκε από την εναγόμενη να διατηρεί η ενάγουσα ως προς τη δυνατότητα να καταχωρούσε αίτηση γι΄ απόφαση εναντίον και της εναγομένης 3 λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως τουλάχιστον υπό μορφής εξόδων η εναγόμενη θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της παράλειψης της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης έστω και εάν αρχικά οδηγήθηκε σε αυτή τη παράλειψη μετά από τις διαβεβαιώσεις τις οποίες ο διευθυντής είχε λάβει από τους υπαλλήλους της ενάγουσας.
- Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 23/4/2013 σε σχέση αποκλειστικά με την εναγόμενη 3 βεβαίως, υπό τον εξής όρο. Η εναγόμενη 3 θα έχει το δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και παράλληλα έκθεσης υπεράσπισης υπό τον όρο ότι τόσο το σημείωμα εμφάνισης όσο και η έκθεση υπεράσπισης της θα καταχωρηθούν ταυτόχρονα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραμερισμού και υπό τον όρο πληρωμής πρώτα - δηλαδή προ της καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης και της έκθεσης υπεράσπισης - των εξόδων τόσο αυτής της αίτησης όσο και των εξόδων που χάθηκαν ως αποτέλεσμα του παραμερισμού όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναμένεται βεβαίως πως η ενάγουσα θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς υπολογισμό αυτών των εξόδων το συντομότερο δυνατό μετά και από την έκδοση αυτής της απόφασης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο