Απόστολου Ποταμού κ.α. ν. Mindoras Estates, Αρ. Αγωγής: 685/05, 28/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 685/05 Μεταξύ:
- Απόστολου Ποταμού, από την Πάφο
- Μαρίας Ποταμού, από την Πάφο και Mindoras Estates, από την Πάφο Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28.5.14 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ν. Μάντης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Π΄΄Κλεοβούλου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς στις 4.12.13 από τους Άδωνη Κωνσταντινίδη και Κατερίνα Κωνσταντινίδη, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», και με την οποία ζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.6.13 καθώς και η επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.6.13 που διενεργήθηκε στον ένα εκ των Αιτητών, ήτοι τον Άδωνη Κωνσταντινίδη. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θ. 2, Δ.5, Δ.6, Δ.16 και Δ.48, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση και των δύο Αιτητών. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Στις 12.6.13 οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα των Αιτητών για συγκεκριμένο ποσό το οποίο οφείλεται από τους πιο πάνω αναφερόμενους μεσεγγυούχους στην Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης στις 20.6.13 εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα το οποίο όρισε για επίδοση «στον τρίτο» στις 27.6.
- Κατά την τελευταία ημερομηνία το Δικαστήριο και εν' όψει του ότι ουδείς είχε εμφανισθεί διέταξε όπως το πιο πάνω διάταγμα γίνει απόλυτο. Στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η Κατερίνα Κωνσταντινίδη παραπονείται ότι το διάταγμα ημερομηνίας 20.6.13 που εκδόθηκε μονομερώς ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτήν και ως εκ τούτου λανθασμένα οριστικοποιήθηκε από το Δικαστήριο. Οπότε θα πρέπει να ακυρωθεί είτε η οριστικοποίησή του, είτε το ίδιο το διάταγμα. Με την οριστικοποίηση του διατάγματος η Αιτήτρια στερήθηκε του δικαιώματός της να ακουσθεί κατά παράβαση των κανόνων της Πολιτικής Δικονομίας και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Από την άλλη ο Άδωνης Κωνσταντινίδης στην δική του ένορκο δήλωση παραπονείται ότι το διάταγμα ημερομηνίας 20.6.13 επιδόθηκε σε αυτόν χωρίς μαζί με αυτό να του επιδοθεί και η αίτηση ημερομηνίας 4.12.
- Η επίδοση του διατάγματος ήταν επομένως λανθασμένη και θα πρέπει να παραμερισθεί. Παραμερισμός της επίδοσης του διατάγματος συμπαρασύρει και το ίδιο το διάταγμα αφού αυτό οριστικοποιήθηκε στην βάση λανθασμένης επίδοσης. Για τον λόγο αυτό το διάταγμα και η όλη διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί. Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται πέντε λόγοι ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 όπως προβεί εκ μέρους και για λογαριασμό της στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Με τον πρώτο λόγο ένστασης προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται στην Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται ότι η γενική αναφορά στην Δ.48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στο σώμα της υπό κρίση αίτησης «είναι μια άσχετη γενικότητα πάνω στην οποία στηρίζονται όλες γενικά οι Αιτήσεις, ώστε η παράλειψη να είναι ουσιαστική». Υπό το φως των πιο πάνω ό,τι υποδηλώνεται είναι ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει καθότι δεν προσδιορίζεται το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή στηρίζεται. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο τον θεσμό 1 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε αίτηση προς τον Πρωτοκολλητή θα είναι γραπτή και θα εκθέτει την φύση της παράκλησης που ζητείται και θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στον συγκεκριμένο θεσμό επί του οποίου βασίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που δεν φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ή τα πρακτικά πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση». Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
- It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων». Οι πιο πάνω αποφάσεις ακολουθήθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493). Θα συμφωνήσω με τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι η αναφορά στο σώμα της υπό κρίση αίτησης σε Διατάξεις των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας χωρίς να εξειδικεύεται ο συγκεκριμένος θεσμός ή θεσμοί επί των οποίων αυτή στηρίζεται αποτελεί μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υπενθυμίζεται ότι ό,τι επιτάσσει ο πιο πάνω θεσμός δεν είναι η αναφορά σε συγκεκριμένη Διάταξη αλλά σε συγκεκριμένο κανονισμό. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο μόνος θεσμός που εξειδικεύεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης είναι ο θεσμός 2 της Διάταξης 2, οι πρόνοιες του οποίου είναι άσχετες με την υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο δεν έχει καθήκον ή υποχρέωση να ανακαλύψει τον θεσμό ή τους θεσμούς επί των οποίων ένας αιτητής βασίζει το αίτημά του και, έτσι, από μόνο του να προσδώσει νομική βάση σε μια αίτηση. Αυτό αποτελεί υποχρέωση και καθήκον του προσώπου που εξαιτείται της υπό αυτού αιτούμενης θεραπείας. Είναι και γι' αυτό κατά την κρίση μου που σύμφωνα με την Νομολογία η Διάταξη 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Στην βάση της σαφώς νομολογημένης αρχής ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στους θεσμούς που το στοιχειοθετούν αποτελεί σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου η υπό κρίση αίτηση πάσχει θεμελιωδώς, κάτι που σηματοδοτεί και την αποτυχία της χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. Δεν μου διαφεύγει ότι στο σώμα της υπό κρίση αίτησης γίνεται επίκληση και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το θέμα αυτό έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείων, ακολούθως, με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Κρίνω δε πως σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτεινόταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη, η δε εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Νομική βάση ενδιάμεσης αίτησης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο