← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Xρίστος Σπανός, Αρ. Υπόθεσης: 11453/11, 27/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Xρίστος Σπανός, Αρ. Υπόθεσης: 11453/11, 27/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11453/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Xρίστος Σπανός Κατηγορούμενος ----------------------- Ημερομηνία: 27/05/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, αυτή της αξιόποινης παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1), αυτή της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και αυτή της Δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες, τον κ. Ιωσήφ Σωτηρίου (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 2527 Ηλία Ηλία (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Περαιτέρω, κατατέθηκε και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός εκ μέρους του κατηγορούμενου, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού της Δρ. Νίκης Βασιλείου (βλ. τεκμήριο Α). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος ουσιαστικά ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του ταχυφαγείου με την ονομασία «Fastgood» το οποίο βρισκόταν στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στη Γεροσκήπου. Στις 28/04/2011 και περί ώρα 13:30 πήγε στο μαγαζί του κάποιος Βαρνάβας Χριστοφή, θείος του κατηγορούμενου, για να ψωνίσει και αυτός του είπε ότι έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο διότι τον βρίζει και τον ενοχλεί. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος βρέθηκε σταματημένος με τη μοτόρα του έξω από το μαγαζί του παραπονουμένου και άρχισε να φωνάζει του θείου του να μην ψωνίζει από το μαγαζί του διότι είναι ένας μαλάκας και άχρηστος. Ακολούθως, ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στο μαγαζί και στάθηκε μπροστά από τον πάγκο και όταν του ζήτησε να φύγει τόσο αυτός αλλά και ο θείος του, αυτός συνέχισε να βρίζει αποκαλώντας τον κερατά, πουστοπεζέβεγκο και πολλά άλλα. Επίσης, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος πήρε την πέννα από τον πάγκο και τον κτύπησε με αυτή στο δεξί του χέρι και περαιτέρω, του έδωσε ένα μπάτσο στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στο δεξί του μάτι. Αφού τον κτύπησε, έφυγε λέγοντας του ότι θα τον κανονίσει. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του παραπονούμενου και έλαβα υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από τον παραπονούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι ο αποκλειστικός κριτής της αξιοπιστίας του. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο διαπιστώνω από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, κρίνοντας την στην ολότητα της, είναι ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά, ανακρίβειες και αντιφάσεις επί ουσιαστικών ζητημάτων, σε βαθμό που είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε στο Δικαστήριο την πραγματική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο και τι τελικά τον οδήγησε στο να έχει αυτές τις προστριβές και προβλήματα που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο και κάποιο άλλο πρόσωπο επ' ονόματι Ανδρέα δεν ήθελε να τους εξυπηρετεί σαν πελάτες του. Επίσης, είπε στην κατάθεση του ότι για καθαρά επαγγελματικούς λόγους δεν ήθελε να το πράξει. Παρά ταύτα η πιο πάνω γενική εξήγηση δεν είναι διαφωτιστική των λόγων που τον οδήγησαν προς αυτήν την απόφαση. Και αν ακόμα ο ίδιος αποφάσισε να μην θέλει για πελάτη του τον κατηγορούμενο, τότε γιατί πιο κάτω στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά από αυτήν του την απόφαση ο κατηγορούμενος προσπάθησε να του μιλήσει χωρίς ο ίδιος να δεκτεί να τον ακούσει λέγοντας ότι είχε πάρει την απόφαση του. Εγείρονται διάφορα ερωτηματικά από τις πιο πάνω αναφορές και εξηγήσεις του παραπονουμένου. Δεν ήθελε για πελάτη τον κατηγορούμενο στο μαγαζί του. Αυτό κατανοητό αλλά δεν δίνεται και οποιοσδήποτε λόγος ή επαρκής λόγος γι αυτό που να δικαιολογεί τα μετέπειτα γεγονότα που περιγράφει ότι λαμβάνουν χώρα και συγκεκριμένα τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Γιατί να δημιουργηθεί μείζον ζήτημα, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή του παραπονουμένου και γιατί ο κατηγορούμενος να αρχίσει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που περιγράφει και ο τελευταίος να ζητά να του μιλήσει; Ο λόγος που πρόβαλε ο παραπονούμενος ότι δεν ήθελε τον κατηγορούμενο στο μαγαζί του και συγκεκριμένα ότι αυτός αφορούσε επαγγελματικούς λόγους και ότι δήθεν τοποθέτησε «τσάκρα» έξω από το μαγαζί του, δεν πείθει Θεωρώ ότι με όλες τις αναφορές του παραπονουμένου επί του ζητήματος αυτού, προκύπτει ότι αυτός δεν ανέφερε στο Δικαστήριο τους πραγματικούς λόγους που τον οδήγησαν, όπως είπε, στον να μην θέλει τον κατηγορούμενο για πελάτη του αλλά και ποιες πραγματικά ήταν οι διαφορές τους. Η πιο πάνω αδυναμία και κενό στην μαρτυρία του κατηγορουμένου, καταρρίπτει ολόκληρο το υπόβαθρο το οποίο ο ίδιος είχε θέσει για να περιγράψει την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που κατ' αυτόν ακολούθησε. Πέραν τούτου όμως, αδυναμία παρατηρείται και στον τρόπο που αυτός περιέγραψε το όλο περιστατικό που κατά τη θέση του έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα. Είπε ότι τον κτύπησε - τον κάρφωσε με την πέννα πάνω στο χέρι του και ότι τον κτύπησε στο πρόσωπο και στο δεξί μάτι. Η προσπάθεια του να περιγράψει τον τρόπο που τον κτύπησε με τη πέννα ήταν ανεπιτυχείς αφού ενώ αρχικά είπε του έκανε ένα κτύπημα, στην πορεία είπε ότι ήταν τρία τα κτυπήματα και ακολούθως και ότι δεν είναι βέβαιος και δεν θυμάται καθότι έχει περάσει αρκετό χρονικό διάστημα. Επίσης, σε κάποιο σημείο κατά την αντεξέταση του, όταν ερωτάται ότι το ιατρικό πιστοποιητικό αναφέρει 3 γδαρσίματα, αυτός είπε εάν οι εκδορές είναι τρεις τότε σημαίνει ότι τα κτυπήματα ήταν τρία. Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι η ιατρική μαρτυρία δεν βοηθά ούτε ενισχύει την εκδοχή του. Αυτή αποτελείται μόνο από το ιατρικό πιστοποιητικό - τεκμήριο Α το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος έφερε 3 μικροεκδορές από ½ εκατοστό η κάθε μια στην περιοχή του 2ου μετακαρπίου δεξιού χεριού. Από την αναφορά αυτή και μόνο χωρίς περαιτέρω επεξήγηση των εν λόγω τραυμάτων, δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης τους και πιο ειδικά κατά πόσο ήταν το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο κατ' ισχυρισμό κτυπήθηκε ο κατηγορούμενος ή όχι. Επίσης, στο εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε πέραν από την καταγραφή κάποιων αναφορών του παραπονουμένου σε σχέση με τη δεξιά ζυγωματική χώρα. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι έχω διαπιστώσει ότι ο παραπονούμενος σε κάποια στάδια της μαρτυρίας του αναφερόταν γενικά στον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος του συμπεριφερόταν την περίοδο εκείνη και ειδικότερα στο τι του έλεγε γενικά παρά στο τι του είπε την ημέρα εκείνη. Αυτό δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής καταθέτοντας στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και την γραπτή του κατηγορία (βλ. τεκμήρια 3 και 4). Επίσης, ανέφερε ότι όταν προσήλθε στο σταθμό για να προβεί σε καταγγελία ο παραπονούμενος, ο ίδιος δεν πρόσεξε οποιαδήποτε κτυπήματα στο χέρι. Πέραν των πιο πάνω, για τα οποία ο μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην τα αποδεκτώ, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μίλησε με το θείο του κατηγορούμενου τον οποίο επικαλέστηκε ο παραπονούμενος ότι ήταν παρόν και ο οποίος του ανέφερε ότι δεν ήθελε να έχει σχέση με τέτοιο πράγμα και ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο τη συγκεκριμένη μέρα. Οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα, παρόλο που είναι μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, εντούτοις δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη καθότι είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που του ανέφερε ότι δεν έγινε έτσι επεισόδιο δεν ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο και να εξεταστεί η αξιοπιστία του αλλά δεν έχουν δοθεί και περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο που προέβηκε σε αυτήν την αναφορά και κάτω από ποιες περιστάσεις το έπραξε και τί κίνητρο είχε. Ως εκ τούτου, δεν θα δώσω βαρύτητα στην αναφορά αυτή του μάρτυρα. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του με την πιο πάνω διευκρίνιση. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Κύριε Πρόεδρε δεν έκανα εγώ έτσι πράγμα. Δεν προκάλεσα ουδέποτε αυτόν τον άνθρωπο. Αυτός ο άνθρωπος επανειλημμένα, πάρα πολλές φορές με προκαλούσε γιατί είχε αντιληφθεί ότι διατηρούσα σχέση με τη γυναίκα του. Εκείνο που έχω να δηλώσω είναι ότι ουδέποτε έκανα αυτό το πράγμα. Βρίσκομαι εδώ χωρίς κανένα λόγο. Τίποτε άλλο δεν έχω να πω.» Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου (βλ. τεκμήριο 3). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτήν. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα σε οποιεσδήποτε αναφορές του κατηγορούμενου που περιλαμβάνονται τόσο στην ανώμοτη του δήλωση όσο και στην γραπτή του κατάθεση. Κατ' αρχή στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρει, έστω και σε συντομία τη σχέση που είχε με τον παραπονούμενο και τον λόγο που ο τελευταίος έκανε την καταγγελία εναντίον του αφήνοντας να νοηθεί ξεκάθαρα ότι αυτή είναι εκδικητική. Παρόλα αυτά όμως, στην ανακριτική του κατάθεση δεν κάνει μια τέτοια αναφορά λέγοντας ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο «φατσικώς». Πέραν των πιο πάνω, όλα όσα αναφέρει δεν συνάδουν και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία καθώς επίσης αποτελούν και εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν δόθηκαν ενόρκως έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα τους. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα τόσο στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου όσο και σε αυτό της ανακριτικής του κατάθεσης. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν μπορεί να προκύψουν οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών γεγονότων πέραν του ότι περιλαμβάνεται στο ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο Α. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών γεγονότων και κατά πόσο στις 28/04/2011 έλαβε χώρα οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου. Επομένως, δεν υπάρχουν γεγονότα που να μπορούν να αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή τουλάχιστον να μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο κατά πόσο είναι τέτοια που να αποδεικνύουν τα εν λόγω συστατικά στοιχεία. Εν όψει των πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πρωτοκολλητής (Υπ.) ........... Πιστόν Αντίγραφον Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.