← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Damian Martin Grimley κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2684/2013, 5/5/2014

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Damian Martin Grimley κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2684/2013, 5/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2684/2013 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και

  1. Damian Martin Grimley
  2. G. & V. Hadjidemosthenous Limited
  3. Polidrous Properties Limited
  4. Ντανιέλλας Αγρότου
  5. Pafilia Property Developers Limited
  6. Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέα Γεωργίου Λιμιτεδ Αίτηση ημερομηνίας 19/3/2013 για υποκατάστατη επίδοση Ημερομηνία :- Δευτέρα 5η Μαίου 2014 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Μιχάλης Σεβέρης για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρύσανθος Μούδουρος Ενδιαμεση Αποφαση
  7. Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς τον δικηγόρο κο. Γεώργιο Κουκούνη, ως συμφωνημένου αντιπροσώπου του εναγομένου 1, δια της αφέσεως του στο δικηγορικό του γραφείο στη διεύθυνση Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, αρ. 42, Harbour View Residence, στο δεύτερο όροφο στη Λάρνακα «.και/ή όπως ήθελε καθορίσει και/ή κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο».
  8. Αιτείται επίσης η ενάγουσα την έκδοση οδηγιών ως ακολούθως.
  9. Πρώτο, «.όπως ο . Εναγόμενος 1 και/ή ο συμφωνημένος αντιπρόσωπος του κ. Γεώργιος Κουκούνης εκ μέρους του Εναγομένου 1 καταχωρήσει εμφάνιση εντός 15 ημερών και/ή εντός άλλου χρονικού διαστήματος που το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να καθορίσει από την ημερομηνία της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος».
  10. Δεύτερο, «.όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης ως ανωτέρω, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση και/ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, να θεωρείται ότι έχει δεόντως επιδοθεί αν αντίγραφο της αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για 5 μέρες και/ή άλλο χρόνο που το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να καθορίσει».
  11. Η αίτηση της ενάγουσας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων της ενάγουσας ο οποίος ισχυρίζεται πως γνωρίζει τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία ορκίζεται από μελέτη του φακέλου καθώς και από πληροφορίες οι οποίες του έχουν δοθεί τόσο από 3 κατονομαζόμενους ιδιώτες επιδότες όσο και από την δικηγόρο κα. Στέλλα Λουκά Παύλου η οποία χειρίζεται την αγωγή. Δεν κρίνω σκόπιμο όπως επαναλάβω τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης (στο εξής θα καλείται η "ένορκη δήλωση") παρά μόνο θα περιοριστώ σε αναφορές όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης.
  12. Αξίζει απλά να σημειωθεί πως αναφορικά με το θέμα της ύπαρξης πληρεξούσιου αντιπροσώπου του εναγομένου 1 (δηλαδή, του κου. Κουκούνη) υπάρχει εκτεταμένη αναφορά και εντός της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας ο ενόρκως δηλών υιοθετεί. Αναφέρεται επίσης γενικά, ο ενόρκως δηλών, στις προσπάθειες οι οποίες καταβλήθηκαν για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 1 δια μέσω του «.Συμφωνημένου Αντιπροσώπου του.» προσθέτοντας πως η επίδοση δεν κατέστη εφικτή «.καθότι ο Συμφωνημένος Αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 αποφεύγει και αρνείται να του επιδοθεί το εν λόγω Κλητήριο Ένταλμα». Επισυνάπτονται δε ως τεκμήρια επί της ένορκης δήλωσης διάφορα έγγραφα. Όπως η επίδικη συμφωνία δανείου, το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ως επίσης και σημειώσεις από ιδιώτες επιδότες σε σχέση με τις προσπάθειες οι οποίες καταβλήθηκαν για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου
  13. Ως επίσης και αντίγραφα δύο επιστολών, μία από τον κο. Κουκούνη και η άλλη από την δικηγόρο της ενάγουσας, κα. Στέλλα Λουκά Παύλου.
  14. Αξίζει να σημειωθεί πως η ένορκη δήλωση εμπεριέχει και ισχυρισμούς αναφορικά με τα όσα ο ίδιος ο κος. Κουκούνης είχε κατ' ισχυρισμό αναφέρει σε συγκεκριμένη επιδότρια. Ως προς το ότι δηλαδή έπαψε να είναι δικηγόρος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγομένου 1 εδώ και 2 χρόνια. Άλλος επιδότης αναφέρει πως ο κος. Κουκούνης του είπε ότι δεν είναι εναγόμενος και ότι "θέλει" διάταγμα για να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα. Πέραν όμως και από τα όσα οι επιδότες ισχυρίστηκαν, ως προς τα όσα βεβαίως τους ανέφερε ο κος. Κουκούνης, ο ίδιος έστειλε και την προαναφερόμενη επιστολή προς τους δικηγόρους της ενάγουσας.
  15. Εντός της οποίας προβάλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς.
  16. Ότι ο εναγόμενος 1 έπαυσε να είναι πελάτης του προ πολλού.
  17. Καθώς επίσης πως ανακλήθηκε και έπαυσε να ισχύει το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο του είχε παραχωρήσει.
  18. Επιπλέον ισχυρίζεται πως δεν γνωρίζει ποια είναι η διεύθυνση του.
  19. Καταλήγει πως, ως αποτέλεσμα - αυτών των κατ' ισχυρισμό δεδομένων - ο ίδιος δεν εκπροσωπεί πλέον τον εναγόμενο 1, ότι έπαυσε να είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και ότι δεν θα πληροφορηθεί σε περίπτωση επίδοσης προς τον ίδιο της αγωγής, αναφορικά με την ύπαρξη της συγκεκριμένης αγωγής. Εισήγηση του είναι όπως η αγωγή επιδοθεί στον ίδιο τον εναγόμενο 1, δίχως παράλληλα όμως να υιοθετεί με οποιοδήποτε τρόπο τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του ιδιώτη επιδότη Λεόντιου Θεόδωρου, ότι δηλαδή "θέλει" διάταγμα για να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Αντιθέτως η εισήγηση του είναι όπως το κλητήριο ένταλμα επιδοθεί προσωπικά στον ίδιο τον εναγόμενο
  20. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι η μεταγενέστερη προσπάθεια επίδοσης δια μέσω του ιδιώτη επιδότη Λεόντιου Θεόδωρου ακολούθησε την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του κου. Κουκούνη και της κας. Παύλου. Εντούτοις διατηρείται υπόψη η όλη στάση του κου. Κουκούνη όπως αυτή αναδεικνύεται από την όση ενημέρωση έλαβαν οι δικηγόροι της ενάγουσας από τους επιδότες αλλά και από το περιεχόμενο της επιστολής του ιδίου.
  21. Οι δικηγόροι της ενάγουσας απάντησαν σε αυτή την επιστολή εκφράζοντας τη θέση πως το "...θέμα επί της ουσίας ... δεν έχει να κάνει και ούτε αφορά αν έχει ανακληθεί ή όχι το ... πληρεξούσιο ... ούτε έχει να κάνει με το αν συνεχίζετε ή όχι να είσαστε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του, αλλά με το ότι στην επίδικη συμφωνία δανείου περιέχεται ρητός και σαφής όρος ... ο οποίος προνοεί τη δυνατότητα επίδοσης δικαστικών εγγράφων προς εσάς και ότι μία τέτοια επίδοση θεωρείται καλή επίδοση ... σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και θα αποτελεί ικανοποιητική και καθόλα νόμιμη επίδοση". Υπενθύμισαν δε τον κο. Κουκούνη πως ο ίδιος είχε υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου εκ μέρους του εναγομένου 1 ως επίσης πως η ενάγουσα τράπεζα είχε στηριχτεί και βασιστεί στον συγκεκριμένο ρητό και σαφή όρο και πως αυτός αποτέλεσε μία από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση δανείου στον πελάτη του.
  22. Βεβαίως παρά και τα όσα ανέφεραν στον κο. Κουκούνη με αυτή την επιστολή τους οι δικηγόροι της ενάγουσας εν τέλει επέλεξαν όπως καταχωρήσουν την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Καθότι όπως φαίνεται και από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση, μετά και από την απαντητική επιστολή προς τον κο. Κουκούνη, καταβλήθηκε μία ύστατη προσπάθεια επίδοσης δια μέσω του ιδιώτη επιδότη Θεόδωρου Λεοντίου στις 9/1/
  23. Ενώ στη συνέχεια, μετά και από την τελευταία "αποτυχυμένη" (σύμφωνα με τη θέση των δικηγόρων της ενάγουσας) προσπάθεια επίδοσης προς αυτόν, δεν καταβλήθηκαν νέες προσπάθειες επίδοσης προς τον ίδιο. Αντιθέτως εν τέλει οι δικηγόροι της ενάγουσας φαίνεται να επέλεξαν όπως ακολουθήσουν την εισήγηση του κου. Κουκούνη και να επιδιώξουν την εξασφάλιση διατάγματος έτσι ώστε να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα προς αυτόν με τον αιτούμενο τρόπο.
  24. Αναφορικά με αυτή την επιλογή παρατίθεται η εξής εξήγηση στη παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης. Προβάλλεται η θέση πως τηρούνται οι προϋποθέσεις "...του Νόμου και των Κανονισμών και ειδικότερα της Δ6.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας..." ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Αναφέρει όμως "διευκρινιστικά" ο ενόρκως δηλών "...ότι για την επίδοση προς τον κ. Γεώργιο Κουκούνη ως Συμφωνημένο Αντιπρόσωπο με βάση τη Δ. 6.2, δεν απαιτείται Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου αφού αυτή αν ήταν εφικτή (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου), θα θεωρείτο ως κανονική και όχι υποκατάστατη επίδοση. Επειδή όμως ... ο κ. Γεώργιος Κουκούνης αρνείται και αποφεύγει την επίδοση στον ίδιο, κρίθηκε απαραίτητη η καταχώρηση της παρούσας για υποκατάστατη επίδοση στον Συμφωνημένο Αντιπρόσωπο".
  25. Επιπλέον και παρά τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ο κος. Κουκούνης ο ενόρκως δηλών ορκίζεται ως εξής. Ότι δηλαδή "έντιμα" και "ειλικρινά" πιστεύει πως με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων "...ο Συμφωνημένος Αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 θα λάβει ικανοποιητική και επαρκή γνώση της διαδικασίας που εκκρεμεί και θα έχει την ευκαιρία να αμφισβητήσει αυτή αν το επιθυμεί".
  26. Αξιοσημείωτο βεβαίως είναι το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν εισηγείται πως ο εναγόμενος 1 θα λάβει γνώση της ύπαρξης της αγωγής αλλά ότι αυτός ο οποίος θα λάβει όντως γνώση θα είναι ο κος. Κουκούνης ή όπως τον αποκαλεί ο Συμφωνημένος Αντιπρόσωπος του Εναγομένου
  27. Επιπλέον όμως αυτό το οποίο ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών δεν είναι απλώς ότι θα λάβει γνώση ο κος. Κουκούνης αλλά ότι θα έχει την ευκαιρία να αμφισβητήσει τη διαδικασία η οποία εκκρεμεί. Ουσιαστικά όμως αυτό το οποίο ενδεχομένως να αμφισβητήσει ο κος. Κουκούνης δεν είναι τη διαδικασία η οποία εκκρεμεί, δηλαδή την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του εναγομένου 1 αλλά πολύ πιο πιθανό την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως επίσης και των αιτούμενων οδηγιών.
  28. Δηλαδή, ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών πέραν του γεγονότος πως δεν εισηγείται καν πως ο εναγόμενος 1 θα λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του αυτό το οποίο επιπρόσθετα εισηγείται είναι πως θα δοθεί και η ευκαιρία στον κο. Κουκούνη στη συνέχεια να καταχωρήσει αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν. Δηλαδή, αντί να επιδιώκεται ως στόχος με αυτή την αίτηση όντως να λάβει γνώση ο εναγόμενος 1 για την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του, παρατίθεται ως ένας επιπρόσθετος αλλά παράλληλα βασικός λόγος προς έγκριση της αίτησης, η δυνατότητα η οποία θα παρασχεθεί στον κο. Κουκούνη να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του διατάγματος και των οδηγιών την έκδοση των οποίων αιτείται η ενάγουσα. Διευκρινιστικά απλά υπενθυμίζω πως η ενάγουσα αιτείται την έκδοση ενός μόνο διατάγματος ενώ το υπόλοιπο του αιτήματος της έχει σχέση με την έκδοση οδηγιών σε περίπτωση έκδοσης πρώτα του αιτούμενου διατάγματος (βλ. σχετικά τις παραγράφους 1 και 2 αυτής της απόφασης ως επίσης και την αμέσως επόμενη παράγραφος της απόφασης).
  29. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως παρά το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν εισηγείται καν πως ο εναγόμενος 1 θα λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του εντούτοις αιτείται η ενάγουσα την έκδοση οδηγιών όπως ο εναγόμενος 1 καταχωρήσει εμφάνιση εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος (παράγραφος Β της αίτησης). Έστω και εάν παράλληλα αιτείται οδηγίες αναφορικά με τη καταχώρηση εμφάνισης διαζευκτικά από τον συμφωνημένο αντιπρόσωπο του εναγομένου
  30. Ενώ στη συνέχεια αιτείται η ενάγουσα και οδηγίες (παράγραφος Γ) σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση μή καταχώρησης εμφάνισης βάσει και των αιτούμενων οδηγιών της παραγράφου Β τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση να θεωρείται ότι έχει δεόντως επιδοθεί αφήνοντας ανοιχτό το θέμα του ατόμου στο οποίο αυτή να έχει επιδοθεί.
  31. Διατηρώντας υπόψη την όλη προσέγγιση του αιτήματος της ενάγουσας διερωτήθηκε το Δικαστήριο κατά πόσο θα έπρεπε να αποφύγει όπως υπεισέλθει σε περισσότερο βάθος εξέτασης διαφόρων θεμάτων τα οποία εγείρονται από την καταχώρηση αυτής της αίτησης. Έτσι ώστε να μην προδικάσει και το οποιοδήποτε θέμα ενδεχομένως θα επιθυμούσε όπως εγείρει προς εξέταση ο κος. Κουκούνης μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτόν. Εάν εν τέλει βεβαίως το Δικαστήριο κατέληγε σε συμπέρασμα όπως εγκρίνει την αίτηση της ενάγουσας. Μάλιστα αυτή φαίνεται και να είναι και η γενικότερη εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ο οποίος αγόρευσε προς υποστήριξη του αιτήματος της αν και βεβαίως ο ίδιος αναφερόταν σε περίπτωση όπου ο εναγόμενος 1 θα ισχυριζόταν πως δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Καθώς δηλαδή ανέφερε πως οι δικηγόροι της ενάγουσας θεωρούσαν πως το τι μπορεί να ισχυριστεί ένας εναγόμενος σε μεταγενέστερες διαδικασίες είναι ένα διαφορετικό θέμα το οποίο εξετάζεται σε μεταγενέστερη διαδικασία η οποία σαφώς είναι μία ξεχωριστή διαδικασία η οποία διέπεται από τις δικές της προϋποθέσεις.
  32. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω επισημάνσεις θεωρώ ορθό να διευκρινίσω το εξής. Το Δικαστήριο εξετάζει αυτή την αίτηση ως έχει καταχωρηθεί. Δηλαδή, ως μία μονομερή αίτηση. Εάν οι δικηγόροι της ενάγουσας επιθυμούσαν όπως δοθεί η ευκαιρία και στον κο. Κουκούνη να ακουστεί επί του συγκεκριμένου θέματος θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως. Το ίδιο το Δικαστήριο δεν έκρινε όπως η αίτηση γίνει δια κλήσεως αλλά επέλεξε όπως την εξετάσει όπως αυτή καταχωρήθηκε.
  33. Όμως αξίζει απλά να επισημανθεί το γεγονός πως ενώ οι δικηγόροι της ενάγουσας δεν αποκλείουν και το ενδεχόμενο αμφισβήτησης της εγκυρότητας του διατάγματος ή των οδηγιών την έκδοση των οποίων αιτούνται από το Δικαστήριο, με μεταγενέστερη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού από τον κο. Κουκούνη εντούτοις επέλεξαν - δικαιωματικά βεβαίως - όπως καταχωρήσουν μονομερή αίτηση. Αγνοώντας ουσιαστικά τη πιθανότητα ανάλωσης επιπρόσθετου πολύτιμου Δικαστικού χρόνου προς εξέταση μίας τέτοιας αίτησης παραμερισμού αλλά παράλληλα και τη καθυστέρηση η οποία ενδεχομένως να προκληθεί από μία τέτοια καταχώρηση ως προς τη προώθηση της αγωγής της ενάγουσας όχι μόνο εναντίον του εναγομένου 1 αλλά και των υπολοίπων 5 εναγομένων. Ως προς τη συγκεκριμένη πιθανότητα το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και τα όσα σχετικά αναφέρονται στην απόφαση Μηλίτσα Γ. Κουή ν. Μιχάλη Χριστοδούλου

(2010)1Α Α. Α. Δ. 401, στο βαθμό στον οποίο βεβαίως αυτά θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στη περίπτωση υπό εξέταση, δίχως όμως παράλληλα από άποψης ανάλωσης δικαστικού χρόνου και πρόκλησης καθυστέρησης αυτό να αποκλείει μία τέτοια πιθανότητα.
  1. Προς υποστήριξη του αιτήματος της ενάγουσας αγόρευσε σχετικά ο ευπαίδευτος δικηγόρος κος. Μιχάλης Σεβέρης. Σε μεγάλο βαθμό, όπως θα αναμενόταν βεβαίως, επανέλαβε τις ίδιες θέσεις όπως αυτές προβλήθηκαν και από τον ενόρκως δηλούντα συνάδελφο του. Εντούτοις αξίζει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην αγόρευση του καθότι - με όλο το σεβασμό προς τον ίδιο, ο οποίος απλά επιχειρηματολογούσε προς υποστήριξη της αίτησης όπως αυτή καταχωρήθηκε - αναδεικνύεται με αυτή την αγόρευση η έλλειψη συνοχής και κατ΄ επέκταση έλλειψη πειστικότητας στο όλο αίτημα της ενάγουσας όπως αυτό διαμορφώθηκε τόσο από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης όσο και την όλη επιχειρηματολογία η οποία αναπτύχθηκε στη συνέχεια.
  2. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας υποστηρίζοντας τη θέση πως με αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη καθόρισαν πρόσωπο, τόπο και τρόπο με τον οποίο να δύναται να γίνει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα και με τα όσα προνοεί σχετικά η Δ. 6 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας το κείμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω (η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι του Δικαστηρίου).
  3. The parties to any contract may agree that service of any writ of summons in any action brought in respect of such contract may be effected at any place in or out of Cyprus on any party or any person on behalf of any party or in any manner specified or indicated in such contract. Service of any such writ of summons at the place (if any) or on the party or on the person (if any) or in the manner (if any) specified or indicated in the contract shall be deemed to be good and effective service wherever the parties are resident, and if no place or mode or person be so specified or indicated, service out of Cyprus of such writ may be ordered. Όντως σύμφωνα με αυτό τον κανονισμό παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού εντός μίας συμφωνίας των όσων ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας ανέφερε. Ενώ εντός της επίδικης συμφωνίας στη τελευταία παράγραφο του Παραρτήματος Β υπάρχει η ακόλουθη αναφορά. In case of any action or other proceeding, arising out of or in respect of any breach of any term of this agreement or contract, service of the writ of summons and/or of any other process in such action or other proceeding, including any originating summons and or any interlocutory application or other document, may be effected at the address known to the Cyprus Popular Bank Public Company Ltd as last address, or to George Coucounis, for and on my/our behalf, at the address 59 Arch. Makarios ave. [sic], A. Mouyias towern [sic] p. o. [sic] box 42484 Larnaca and I agree and acknowledge that any such service shall be deemed to be good and effective service. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός πως ακόμη και με αυτή τη πρόνοια στη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 η δυνατότητα επίδοσης προς τον κο. Κουκούνη είναι διαζευκτική σε σχέση με τη παράλληλη ύπαρξη επίσης δυνατότητας επίδοσης στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγομένου
  4. Υπάρχει δε και αναφορά εντός της επίδικης συμφωνίας, στον όρο 17.1, της διεύθυνσης του εναγομένου 1 σε σχέση με τον τρόπο παροχής ειδοποίησης προς αυτόν.
  5. Διευκρίνισε το εξής σημείο. Ότι δηλαδή η αίτηση δεν στηρίζεται στη Δ. 5 θ. 8 (αν και βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω πως η Δ. 5 θ. 8 συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης). Η Δ. 5 θ. 8 προνοεί τα ακόλουθα.
  6. Where a contract has been entered into in Cyprus by or through an agent residing or carrying on business in Cyprus on behalf of a principal residing or carrying on business outside Cyprus, a writ of summons in an action relating to or arising out of such contract may, by leave of the Court or a Judge given before the determination of such agent's authority or of his business relations with the principal, be served on such agent. Notice of the Order giving such leave and an office copy thereof and of the writ of summons shall forthwith be sent by prepaid double-registered post letter to the defendant or defendants at his or their address out of the jurisdiction : provided that nothing in this Rule shall invalidate or affect any other mode of service provided by these Rules. Όπως εξήγησε, η αίτηση δηλαδή δεν στηρίζεται "...στο ότι και εάν ο κος. Κουκούνης είναι ακόμα ή ήταν κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγομένου 1, δηλαδή η αίτηση δεν έχει να κάνει και ούτε αφορά αν έχει ανακληθεί το οποιοδήποτε πληρεξούσιο του εναγομένου 1 προς τον κο. Κουκούνη ή αν ο κος. Κουκούνης συνεχίζει να είναι ή όχι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγομένου 1". Πρόσθεσε ακολούθως τα όσα παρατίθενται πιο κάτω. "Η αίτηση έχει να κάνει, στην αίτηση περιγράφεται σαφής όρος τον οποίο ο ίδιος ο κος. Κουκούνης υπόγραψε εκ μέρους του εναγομένου 1 ο οποίος προνοεί ότι επίδοση στον συμφωνημένο αντιπρόσωπο θα θεωρείται καλή επίδοση, δηλαδή ... πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών, της Δ. 6 θ. 2 με την εξής έννοια. Για την επίδοση στον κο. Γιώργο Κουκούνη ως συμφωνημένο αντιπρόσωπο με βάση την Δ. 6 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας .... δεν απαιτείται διάταγμα ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου αφού αν αυτή η επίδοση ήταν εφικτή θα θεωρείτο κανονική και όχι υποκατάστατη επίδοση. Επειδή όμως ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση αρνείται και αποφεύγει την επίδοση κρίθηκε απαραίτητη η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η υποκατάστατη επίδοση στον συμφωνημένο αντιπρόσωπο. Δηλαδή, με την παρούσα αίτηση δεν ζητείται υποκατάστατη επίδοση στον κο. Κουκούνη αντί κανονικής επίδοσης στον εναγόμενο 1 αλλά ζητείται υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο 1 αντί κανονικής επίδοσης στον ίδιο τον κο. Κουκούνη. Αν ο κος. Κουκούνης δεν απέφευγε την επίδοση δεν θα καταχωρείτο η αίτηση. Δεν καταχωρήθηκε η αίτηση ως υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο 1." Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της ενάγουσας, ακόμη και διατηρώντας υπόψη πως η όλη επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε, όπως αυτή παρατίθεται πιο πάνω, αντικατοπτρίζει και εντάσσεται πλήρως στο σκεπτικό του ενόρκως δηλούντα στη παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης, εντούτοις αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο τρόπος προώθησης της αίτησης όχι μόνο δεν κρίνεται πειστικός αλλά αντιθέτως ως ελλιπής ως επίσης ακόμη και αντιφατικός εάν το Δικαστήριο βασιστεί κυριολεκτικά στα όσα ο ίδιος ανέφερε λέξη προς λέξη σε σχέση με το άτομο ή άτομα αναφορικά με το οποίο ή οποία η αίτηση καταχωρήθηκε προς επίτευξη υποκατάστατης επίδοσης. Γενικά από προσεχτικό έλεγχο αναδεικνύεται η απουσία συνοχής μεταξύ των διαφόρων επιχειρημάτων τα οποία αναπτύχθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος της ενάγουσας.
  7. Ένα άλλο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας είναι ότι από την ίδια τη διατύπωση της Δ. 6 θ. 2 προκύπτει, εφόσον τα μέρη καθόρισαν στη συμφωνία πρόσωπο, τόπο ή τρόπο με τον οποίο δύναται να γίνει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, τότε θεωρείται καλή η επίδοση και μόνο όταν δεν καθορίζεται τόπος ή χώρος τότε μόνο προκύπτει η αναγκαιότητα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Δηλαδή η ίδια η Δ. 6 θ. 2 προκρίνει την επίδοση σε συμφωνημένο αντιπρόσωπο και μόνο αν δεν πληρούνται οι πρόνοιες της τότε μπορεί να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
  8. Ένα άλλο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε είναι ότι αυστηρώς ομιλούντες δεν τίθεται υπό εξέταση η Δ. 6 θ. 2 αλλά η άδεια για υποκατάστατη επίδοση. Δηλαδή το κατά πόσο θα ήταν εύλογο να δοθεί άδεια για υποκατάστατη επίδοση στον κο. Κουκούνη στο δικηγορικό γραφείο αντί προσωπικής επίδοσης στον κο. Κουκούνη και η θέση των δικηγόρων της ενάγουσας είναι ότι αυτό θα ήταν εύλογο εφόσον διασφαλίζεται με αυτό τον τρόπο πως ο κος. Κουκούνης θα λάβει γνώση με τον ίδιο τρόπο ως να γινόταν επίδοση προσωπικά στον ίδιο χωρίς την ανάγκη λήψης άδειας του Δικαστηρίου.
  9. Βεβαίως το θέμα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί το συγκεκριμένο είδος επίδοσης ακόμη και δίχως να εκδοθεί σχετικό διάταγμα επί του προκειμένου. Εφόσον δηλαδή όπως αναφέρεται και στη Δ. 6 θ. 2 επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον τόπο, εάν αυτός καθορίζεται ή υποδεικνύεται ("specified or indicated") στη συμφωνία, θα θεωρείται καλή και αποτελεσματική επίδοση. Υπενθυμίζω δε επί αυτού του θέματος πως εντός του Παραρτήματος Β της επίδικης συμφωνίας αναφέρεται συγκεκριμένα πως η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δύναται να επιτευχθεί μεν στον κο. Κουκούνη με αναφορά όμως σε συγκεκριμένη διεύθυνση ενώ προηγείται αναφορά στη τελευταία διεύθυνση του εναγομένου 1 ("...may be effected at the address known to the Cyprus Popular Bank ... as last address, or to George Coucounis, for and on my/our behalf, at the address...").
  10. Αναφέρθηκε επίσης σε ένα θέμα το οποίο είχε θίξει το Δικαστήριο, κατά την πρώτη ημερομηνία που είχε τεθεί ενώπιον του η αίτηση, δηλαδή κατά πόσο θα λάβει γνώση ο εναγόμενος
  11. Εισηγήθηκε πως εξ ορισμού κάθε μορφή επίδοσης η οποία δεν γίνεται προσωπικά με επιδότη στον εκάστοτε εναγόμενο ενέχει στοιχείο αβεβαιότητας ενώ εισηγήθηκε επίσης πως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα λάβει γνώση ο εναγόμενος, αναφερόμενος όμως σε περίπτωση κατά την οποία επίδοση η οποία δεν γίνεται προσωπικά αλλά παραδείγματος χάριν στον υπεύθυνο του χώρου εργασίας του εναγομένου με αναφορά στο ενδεχόμενο ο εναγόμενος να μην λάβει γνώση και όμως τέτοια επίδοση να θεωρείται έγκυρη και καλή επίδοση. Εισηγήθηκε δηλαδή, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, ότι "έτερον εκάτερον". Ανέφερε και άλλο παράδειγμα, αυτό της δημοσίευσης σε εφημερίδα ως μορφή έγκυρης επίδοσης. Ορθά αναφέρθηκε βεβαίως και στο ενδεχόμενο ισχυρισμών τους οποίους θα μπορούσε να προβάλει ένας εναγόμενος σε μεταγενέστερες διαδικασίες θεωρώντας όμως ότι αυτό είναι ένα διαφορετικό θέμα το οποίο σαφώς εξετάζεται σε μεταγενέστερη διαδικασία η οποία σαφώς και είναι ξεχωριστή και διέπεται από τις δικές της προϋποθέσεις.
  12. Ολοκλήρωσε την αγόρευση του με αναφορά σε δύο σημεία τα οποία ο ίδιος θεωρούσε σημαντικά.
  13. Πρώτο, ότι δεν σημαίνει πως τα όσα αναφέρονται στην επιστολή από τον κο. Κουκούνη ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Οι ίδιοι οι δικηγόροι της ενάγουσας κατά πρώτο αμφισβητούν το περιεχόμενο της επιστολής ενώ κατά δεύτερο οι ισχυρισμοί αυτοί "βολεύουν" τόσο τον εναγόμενο 1 όσο και των συμφωνημένο αντιπρόσωπο του έτσι ώστε να αποφύγουν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος.
  14. Δεύτερο, η ενάγουσα στηρίχθηκε και βασίστηκε στον όρο της επίδικης συμφωνίας την οποίο βεβαίως υπέγραψε ο κος. Κουκούνης και ο οποίος όρος αποτελούσε μία από τις προϋποθέσεις για την έγκριση του επίδικου δανείου προς τον εναγόμενο
  15. Πρόσθεσε δε ως εισήγηση των δικηγόρων της ενάγουσας πως οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται στην επιστολή του κου. Κουκούνη θα μπορούσαν να προβληθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Μη αποκλείοντας δηλαδή το ενδεχόμενο καταχώρησης είτε αίτησης παραμερισμού της επίδοσης είτε της απόφασης σε περίπτωση έκδοσης αυτής ερήμην του εναγομένου
  16. Ανέφερε επίσης πως ακόμη και να είναι αναληθή τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση οι ίδιοι αμφισβητούν ότι ο εναγόμενος 1 επέλεξε να μην έχει επαφή με τον συμφωνημένο αντιπρόσωπο του, όμως αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να προβληθεί με την αίτηση καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα κατέληγαν στο άδικο και οξύμωρο αποτέλεσμα όροι δανείων να καθίστανται μή δεσμευτικοί.
  17. Το ίδιο το Δικαστήριο επεδίωξε όπως λάβει διευκρινήσεις επί δύο σημείων ενώ επανήλθε σε ένα σημείο το οποίο ο ίδιος ο κος. Σεβέρης είχε θίξει με την αγόρευση του.
  18. Πρώτο, ως προς το ποιος ήταν ο λόγος της αναγκαιότητας έκδοσης διατάγματος εφόσον υπάρχει ο όρος στο Παράρτημα Β και κατά πόσο αυτό ζητείτο επειδή ο συνάδελφος τους αντιδρούσε στην επίδοση και κατά πόσο εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε η επίδοση να επιτευχθεί με το να αφεθεί το κλητήριο ένταλμα στη διεύθυνση του κου. Κουκούνη. Ως προς αυτό το θέμα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας ανέφερε τα εξής. Σύμφωνα με τη Δ. 6 θ. 2 δεν χρειάζεται διάταγμα ούτε άδεια του Δικαστηρίου σε αντίθεση με τη Δ. 5 θ. 8 όπου χρειάζεται διάταγμα του Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή προσπάθησαν να επιδώσουν τρεις φορές με τον τρόπο που προβλέπεται και επειδή υπήρχαν τα προβλήματα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, το αίτημα τους δεν είναι να εφαρμοστεί η Δ. 6 θ.
  19. Διευκρίνισε δε πως αυτό το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο είναι διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης προσθέτοντας ότι εάν αυτή η υποκατάστατη επίδοση προϋποθέτει και πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ. 6 θ. 2 τότε θεωρούν πως αυτοί πληρούνται, απλά αυτό το οποίο ζητείται είναι υποκατάστατη επίδοση και όχι εφαρμογή της Δ. 6 θ.
  20. Υπέδειξε το Δικαστήριο στον κο. Σεβέρη το εξής. Πώς θα είναι υποκατάστατη η επίδοση εφόσον αυτό το οποίο ζητείται υπό μορφή υποκατάστατης επίδοσης είναι πανομοιότυπο σχεδόν (ανάλογα δηλαδή και με την ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου) με αυτό το οποίο προνοείται στον σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας; Δηλαδή, ότι το κλητήριο ένταλμα μπορεί να αφεθεί στη διεύθυνση του κου. Κουκούνη ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου. Εξήγησε το Δικαστήριο πως ήταν λίγο δύσκολο να γίνει αντιληπτή η διάκριση την οποία ο ίδιος είχε κάνει στην αγόρευση του. Με αναφορά στον ίδιο τον όρο εισηγήθηκε πως αυτό το οποίο προνοείται είναι πως η επίδοση μπορεί να λάβει χώρα αλλά δεν αναφέρεται πως μπορεί να αφεθεί. Δηλαδή, όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή η συγκεκριμένη θέση των δικηγόρων της ενάγουσας, εάν αφεθεί απλά το κλητήριο ένταλμα στην διεύθυνση του κου. Κουκούνη τότε αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καλή επίδοση υπό την έννοια με την οποία αυτή προβλέπεται εντός της επίδικης συμφωνίας.
  21. Δεύτερο, με αναφορά στον συγκεκριμένο όρο το Δικαστήριο υπενθύμισε πως υπάρχει και διαζευκτική δυνατότητα επίδοσης σε άλλη διεύθυνση, δηλαδή την τελευταία διεύθυνση του εναγομένου
  22. Η απάντηση η οποία δόθηκε αναφορικά με αυτό το σημείο ήταν η εξής. Κατά πρώτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει καθήκον η ενάγουσα να εξασφαλίσει διεύθυνση. Υπενθύμισε τότε το Δικαστήριο πως υπάρχει διεύθυνση στον όρο 17.1 της επίδικης συμφωνίας. Συμφώνησε ότι όντως υπάρχει διεύθυνση αναφέρθηκε και πάλι όμως στη Δ. 6 θ. 2 και εισηγήθηκε πως αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της τότε μπορεί να διαταχτεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προσθέτοντας πως είναι σε αυτό το σημείο που διαφοροποιείται από άλλες περιπτώσεις οι οποίες αφορούν τη Δ. 5 θ.
  23. Αναφέρθηκε επίσης και σε προβλήματα κόπου και εξόδων μεταξύ άλλων για την ενάγουσα σε σχέση με επίδοση στο εξωτερικό τονίζοντας πως προς αποφυγή ακριβώς αυτών υπάρχουν όροι όπως και ο συγκεκριμένος. Βεβαίως ο κος. Σεβέρης αναφερόταν στο γεγονός πως η διεύθυνση η οποία αναφέρεται στον όρο 17.1 βρίσκεται στο εξωτερικό και επομένως εκτός δικαιοδοσίας.
  24. Εξέφρασε το Δικαστήριο και το προβληματισμό του, στον οποίο ήδη είχε αναφερθεί ο κος. Σεβέρης, ως προς το να γίνει καλή επίδοση, υπό την έννοια δηλαδή όντως να λάβει γνώση ο εναγόμενος ως προς την ύπαρξη της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του. Αναφέρθηκε δε το Δικαστήριο και σε πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες έχουν διαμορφωθεί ανάλογα από το Σύνταγμα, παραδείγματος χάριν σε σχέση με πρόνοια σύμφωνα με την οποία επίδοση προς εταιρεία μπορεί να γίνει με το να αφεθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της και σχετική νομολογία επί του θέματος. Αναφερόταν βεβαίως το Δικαστήριο στην ύπαρξη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1Α Α. Α. Δ.
  1. Ο κος. Σεβέρης δήλωσε πως δεν θα διαφωνήσει με το Δικαστήριο προσθέτοντας πως σε ορισμένες περιπτώσεις η νομολογία προσθέτει είτε στους Θεσμούς είτε στο δικαιϊκό σύστημα προς αποφυγή μη λογικών αποτελεσμάτων ή λογικά οξύμωρων αποτελεσμάτων. Παράλληλα όμως εξέφρασε τη θέση πως το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση έγκρισης της αίτησης τονίζοντας πως θα ήταν εξαιρετικά άδικο για την ενάγουσα παρά την ύπαρξη μίας τόσο ρητής πρόνοιας στην επίδικη συμφωνία να αναγκαστεί να επιδώσει στο εξωτερικό με όλα τα συνεπακόλουθα.
  2. Θεωρώ πως θα ήταν ορθότερο κατ΄ αρχάς να γίνει μία γενικότερη αναφορά ως προς το θέμα της επίδοσης ενός κλητηρίου εντάλματος προς ένα εναγόμενο. Όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 1614 Lion Insurance Agency Ltd. v. Αδάμου Νικηφόρου
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1610 το θέμα της επίδοσης μίας αγωγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι αυτό είναι δικαιοδοτικό ενώ όπως προστίθεται χωρίς "...νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει". Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε πως ενώ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δεχτεί ως έγκυρη την επίδοση της αγωγής (με παράλληλη αναφορά ως προς το ότι η υποκατάστατη επίδοση αποτελεί απλώς λύση ανάγκης και ότι το δικαστικό διάταγμα το οποίο την εξουσιοδοτεί δεν εμποδίζει την προσωπική επίδοση αν παρουσιαστεί ευκαιρία - όπως δηλαδή έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση) εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες της όποιας συγκεκριμένης περίπτωσης. Ανεξάρτητα και από τις ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης στην Lion Insurance Agency Ltd. v. Αδάμου Νικηφόρου (βλ. πιο πάνω), δηλαδή τόσο το θέμα εφαρμογής της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 23 του Ν. 96(Ι)/00 ως επίσης και το γεγονός πως αν και εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση εντούτοις στη συνέχεια έγινε προσωπική επίδοση, αυτό το οποίο εντοπίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό είναι η έμφαση η οποία δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην διάσταση της ουσιαστικής στέρησης του δικαιώματος ακρόασης της εφεσείουσας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τόσο όταν εξέδωσε απόφαση στην αγωγή όσο και όταν ακολούθως απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό της συγκεκριμένης απόφασης. 29. Επίσης στις σελίδες 48 έως 49 της απόφασης Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited (βλ. πιο πάνω) ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτας Δ. αναφέρει σχετικά τα εξής, :- "...το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το αρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το αρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος". Αναφέρεται επίσης σχετικά στην απόφαση Μίκης Νησιώτης v. Abdulla Aziz Azman
(2001)1B Α. Α. Δ. 1407, 1409 έως 1410, σε σχέση με αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης έφεσης πως απουσίαζαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκριση υποκατάστατης επίδοσης, δηλαδή αυτές που αναφέρονται στην πιθανότητα η έφεση να περιέλθει σε γνώση του εφεσίβλητου δια μέσω της προτεινόμενης οδού. Παράδειγμα περίπτωσης όπου επικυρώθηκε παραμερισμός απόφασης λόγω κακής επίδοσης καθώς η υποκατάστατη επίδοση δια μέσω τοιχοκόλλησης απέτυχε εφόσον η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της αγωγής εναντίον της είναι και η απόφαση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1Γ Α. Α. Δ.
  1. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Σταύρος Φραγκέσκου κ. ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ Α. Α. Δ. 1765 όπου στις σελίδες 1774 έως 1775, με αναφορά στη Δ. 5 θ. 9, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Καλλής Δ. αναφέρει τα εξής,:- "Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ. 5 θ. 9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ. 5 θ.
  1. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Pracrice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ. 5 θ. 9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg [1915] 1 K. B. 857). Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου." Αξίζει να σημειωθεί πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο, του οποίου η απόφαση επικυρώθηκε, αναφέρθηκε στον σκοπό της υποκατάστατης επίδοσης ως αυτό της γνωστοποίησης δεόντως της αγωγής στον εναγόμενο ενώ αναφέρθηκε επίσης και στην αδυναμία προσωπικής επίδοσης από τη μια και τη καλή πιθανότητα από την άλλη να μαθευτεί από τον εναγόμενο η ύπαρξη της αγωγής ως τα κριτήρια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με εκείνη τη μέθοδο που παρουσιάζεται μέσα από τα γεγονότα ως η προσφορότερη υπό τις περιστάσεις.
  2. Εντούτοις το αίτημα της ενάγουσας θα πρέπει να ιδωθεί όπως αυτό τίθεται. Θέτοντας το πολύ απλά, σύμφωνα τόσο με τη μαρτυρία όσο και με την όλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του αιτήματος της, πρώτο, η αίτηση της ενάγουσα δεν στηρίζεται είτε στη Δ. 6 θ. 2 είτε στη Δ. 5 θ. 8 αλλά αυτό το οποίο ζητείται είναι υποκατάστατη επίδοση. Δηλαδή, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στη Δ. 5 θ. 9 έστω και εάν ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας δεν δήλωσε ρητά κάτι τέτοιο καθ΄ όλη τη διάρκεια της αγόρευσης του.
  3. Αυτό το οποίο όμως δήλωσε, όπως καταγράφηκε και στο πρακτικό του Δικαστηρίου λέξη προς λέξη, είναι το εξής. Ότι με την αίτηση δεν ζητείται υποκατάστατη επίδοση στον κο. Κουκούνη αντί κανονικής επίδοσης στον εναγόμενο 1 αλλά ζητείται υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο 1 αντί κανονικής επίδοσης στον κο. Κουκούνη. Εντούτοις στη συνέχεια αμέσως μετά δήλωσε πως δεν καταχωρήθηκε η αίτηση ως υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο
  4. Προηγουμένως όμως είχε αναφέρει πως επειδή ο κος. Κουκούνης αποφεύγει την επίδοση ως συμφωνημένος αντιπρόσωπος, επίδοση για την οποία δεν απαιτείται διάταγμα ή άδεια του Δικαστηρίου με βάση τη Δ. 6 θ. 2 καθότι μία τέτοια επίδοση, εάν ήταν εφικτή θα θεωρείτο κανονική και όχι υποκατάστατη επίδοση, κρίθηκε απαραίτητη η καταχώρηση της αίτησης με την οποία ζητείται υποκατάστατη επίδοση στον συμφωνημένο αντιπρόσωπο.
  5. Πραγματικά ο όλος τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε το αίτημα της ενάγουσας δικαιολογημένα προκαλεί σύγχυση. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της ενάγουσας η διατύπωση της επιχειρηματολογίας του απαιτεί προσπάθεια απλά και μόνο για να γίνει αντιληπτή έτσι ώστε στη συνέχεια να παρέχεται και η ευχέρεια προς εξέταση της βασιμότητας της. Όμως παρά και τη πρόκληση της οποιασδήποτε σύγχυσης εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε το αίτημα της ενάγουσας κατά την ακρόαση της αίτησης, ιδωμένο αυτό το αίτημα στο σύνολο του, δηλαδή διατηρώντας υπόψη τη διατύπωση της παραγράφου Α της αίτησης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό και με τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας στην αγόρευση του, είναι τουλάχιστον εφικτό να γίνει κατανοητό ότι αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος με το να αφεθεί αυτό στο δικηγορικό γραφείο του κου. Κουκούνη ως συμφωνημένου αντιπροσώπου του εναγομένου 1 (παράγραφος Α της αίτησης). Αυτή η μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης επιδιώκεται με απώτερο στόχο την υποκατάστατη επίδοση όχι προς τον εναγόμενο 1 αλλά ως υποκατάστατη επίδοση προς τον συμφωνημένο αντιπρόσωπο (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης). Μάλιστα θεωρείται και υποστηρίζεται πως με αυτό τον τρόπο δεν είναι ο εναγόμενος 1 ο οποίος θα λάβει γνώση της αγωγής αλλά πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα λάβει ικανοποιητική και επαρκή γνώση της αγωγής (ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "...της διαδικασίας που εκκρεμεί και θα έχει την ευκαιρία να αμφισβητήσει αυτή αν το επιθυμεί") ο συμφωνημένος αντιπρόσωπος του εναγομένου 1 (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης). Δηλαδή, ο κος. Κουκούνης.
  6. Διερωτάται όμως πραγματικά το Δικαστήριο εάν αυτό είναι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Να λάβει γνώση δηλαδή ο κος. Κουκούνης ο οποίος αποδεδειγμένα ήδη έχει λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αγωγής και γι΄ αυτό ακριβώς αντιδρά όχι μόνο με άρνηση παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αλλά ακόμη και με αποστολή συγκεκριμένης επιστολής το περιεχόμενο της οποίας είναι σαφέστατο ως προς τους λόγους βάσει των οποίων αρνείται την επίδοση της αγωγής στον ίδιο και αντιθέτως εισηγείται την επίδοση προς τον ίδιο τον εναγόμενο
  7. Διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου θεωρώ πως ενώ το ζητούμενο θα έπρεπε να ήταν η επιδίωξη από την ενάγουσα όπως λάβει γνώση ο εναγόμενος 1 αντί αυτού η ενάγουσα αντιμάχεται με τον κο. Κουκούνη, έστω και ως συμφωνημένου αντιπροσώπου του εναγομένου 1, και επιδιώκει την υποκατάστατη επίδοση προς τον ίδιο, δηλαδή με διαφορετικό, όπως η ίδια εισηγείται, τρόπο από τον συμφωνημένο. Αντί δηλαδή να επιδιώκεται είτε κανονική επίδοση προς τον εναγόμενο 1 είτε υποκατάστατη επίδοση και πάλι προς τον εναγόμενο 1 έτσι ώστε εν τέλει ο ίδιος να λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αγωγής, ο οποίος είναι και το πρώτιστο άτομο το οποίο θα έπρεπε να λάβει τέτοια γνώση.
  8. Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει με αυτή την απόφαση κατά πόσο ο κος. Κουκούνης είναι ειλικρινής σε σχέση με τα όσα αναφέρει στην επιστολή του. Ούτε ακόμη και εξετάζει τη δυνατότητα επίδοσης σύμφωνα με τη Δ. 6 θ.
  9. Οι ίδιοι οι δικηγόροι της ενάγουσας σαφώς δηλώνουν πως δεν είναι αναγκαία η έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο ή να δοθεί η άδεια του έτσι ώστε να τύχει εφαρμογής η Δ. 6 θ.
  10. Ούτε ακόμη και ζητούν εξέταση της αίτησης υπό το πρίσμα της Δ. 5 θ. 8, δηλαδή όπως το έθεσε ο κος. Σεβέρης, να εξετάσει το Δικαστήριο αν ο κος. Κουκούνης εξακολουθεί να είναι ή όχι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγομένου
  11. Εξετάζει το Δικαστήριο την αίτηση της ενάγουσας όπως αυτή έχει διατυπωθεί γραπτώς και προωθηθεί προφορικά με επιχειρηματολογία. Η οποία επιχειρηματολογία παρεμπιμπτόντως σε κανένα σημείο αυτής δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε αναφορά σε σχετική νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. Το ίδιο το Δικαστήριο έχει αναφερθεί σε νομολογία εντός αυτής της απόφασης σε μία προσπάθεια να πλαισιωθεί εντός ενός ενδεδειγμένου πλαισίου το όλο αίτημα της ενάγουσας. Παράλληλα έχει καταβληθεί ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια έτσι ώστε να αποτυπωθεί με ακρίβεια το αίτημα της ενάγουσας εντός αυτής της απόφασης έτσι ώστε να αποφευχθεί το οποιοδήποτε ενδεχόμενο αυτό να μην κριθεί με δίκαιο τρόπο. Πραγματικά όμως όσο ενδελεχώς και να εξεταστεί το αίτημα της ενάγουσας δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έγκριση αυτού του αιτήματος.
  12. Πέραν και των όσων αναφέρονται πιο πάνω, αυτό το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο είναι η έκδοση ενός διατάγματος το οποίο στην ουσία ελάχιστα διαφέρει στη πράξη από τη μέθοδο επίδοσης η οποία ακολουθήθηκε μέχρι και τη καταχώρηση αυτής της αίτησης. Η όλη προσπάθεια να ονομαστεί ουσιαστικά ως υποκατάστατη επίδοση η επίδοση προς τον συμφωνημένο αντιπρόσωπο όχι προσωπικά αλλά με το να αφεθεί αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στο δικηγορικό γραφείο του καθόλου δεν πείθει το Δικαστήριο πως εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό απονομής της δικαιοσύνης και ο οποίος να είναι δυνατό να ενταχθεί στην οποιαδήποτε αρχή η οποία ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις όπου λογικά αλλά και δίκαια απώτερος στόχος δεν θα έπρεπε να είναι οποιοσδήποτε άλλος από το να λάβει γνώση ο ίδιος ο διάδικος ως προς την ύπαρξη της οποιασδήποτε διαδικασίας εναντίον του και όχι ένας συμφωνημένος αντιπρόσωπος ο οποίος αρνείται ότι πλέον εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει τον συγκεκριμένο διάδικο. Τονίζεται και πάλι όμως πως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση δεν εξετάζει κατά πόσο ευσταθούν οι ισχυρισμοί του κου. Κουκούνη αναφορικά με αυτό το θέμα.
  13. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω πως η αίτηση της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της όπως και απορρίπτεται βεβαίως με την έκδοση αυτής της απόφασης.
  14. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων παρά και τον έντονο προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διαταγής προς όφελος της ενάγουσας, έχοντας δηλαδή υπόψη πως η αίτηση της ουσιαστικά κρίνεται αδικαιολόγητη, εντούτοις διατηρώντας υπόψη την ύπαρξη συμφωνημένης μεθόδου επίδοσης και τις προσπάθειες οι οποίες όντως καταβλήθηκαν προς εφαρμογή αυτής της μεθόδου κρίνω πως θα ήταν ορθότερο και πιο δίκαιο όπως τα έξοδα αυτής της αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής εναντίον του εναγομένου 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.