Ανδρούλλα Οδυσσέως Θεολόγου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Αρ. Αγωγής 2967/2011, 27/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A112 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2967/2011 Μεταξύ: Ανδρούλλα Οδυσσέως Θεολόγου, από την Πάφο Ενάγουσα και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, από την Πάφο Εναγόμενης -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.11.2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2014 Για την ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χαραλάμπους για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση: κα Στ. Τιμοθέου για Μ. Τιμοθέου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δια της προσθήκης μετά την παρ. 14 των παρ. 15 και 16 με το ακόλουθο περιεχόμενο:
- «Στις 24/6/1998, εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης υπ. Αρ. 30/98, Διάταγμα Παραλαβή σε βάρος της Ενάγουσας με ισχύ μέχρι 15/09/
- Στη συνέχεια εκδόθηκε περαιτέρω Διάταγμα Παραλαβής εναντίον της Ενάγουσας στις 26/11/1998 στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 176/98, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την 18/01/2002.»
- «Η απόφαση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση υπ' αριθμό 3417/98, που εκδόθηκε στις 09/12/1999, είναι εξ υπαρχής άκυρη και άνευ αποτελέσματος λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν είχε εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου πριν εγείρει την αγωγή υπ΄αριθμό 3417/1998, αναγκαία προϋπόθεση εφόσον πριν την καταχώρηση της αγωγής είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής σε βάρος της Ενάγουσας.» Η ενάγουσα η οποία ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: -Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης λόγω τυπογραφικού λάθους που έγινε από τη δακτυλογράφο των δικηγόρων της. -Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν είναι προσθήκη θεραπειών και δεν αποτελούν παρέκκλιση από την καθορισθείσα πορεία των πραγμάτων. -Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα της Εναγόμενης. - Δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκούσια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης - Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, καλόπιστες και ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα της εναγόμενης. Η εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλει συνοπτικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α. Η αίτηση έγινε πολύ καθυστερημένα. β. Η αιτιολογία που δίδεται για την επιδειχθείσα καθυστέρηση δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και/ή δεν δίδεται οποιαδήποτε λογική και σοβαρή εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. γ. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. δ. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης αλλά προσπάθεια διάσωσης μια λανθασμένης αγωγής. ε. Εισάγονται νέοι ισχυρισμοί που επαναπροσδιορίζουν τα επίδικα θέματα. στ. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος. στ. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις προκαλούν αδικία, ανεπανόρθωτη ζημία και ζημιά στη εναγόμενη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Στυλιανού, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι υπάλληλος των καθ΄ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση με την οποία και επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου (Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης και των συναφών λόγων ένστασης, για σκοπούς εξέτασης τους, κρίνω σκόπιμο και ορθό όπως αναφερθώ στη πορεία της υπόθεσης όπως διαγράφεται από τον φάκελο της δικογραφίας. Γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 14.11.2011, εμφάνιση στις 28.11.2011, η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας στις 16.10.2012 και η έκθεση υπεράσπισης στις 5.12.2012. Μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν έγινε αίτηση ορισμού από την ενάγουσα αλλά ούτε και η εναγόμενη αποτάθηκε για ορισμό της υπόθεσης μετά την παράλειψη της ενάγουσας να το πράξει μέσα στον χρόνο που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ως δικαιολογία για την καθυστέρηση αναφέρει ότι, η παράλειψη συμπερίληψης στην έκθεσης απαίτησης των όσων επιθυμεί η ενάγουσα - αιτήτρια να προστεθούν δια τροποποιήσεως σε αυτή , έγινε αντιληπτό στις 31.10.2013 κατά το στάδιο της μελέτης της υπόθεσης για την καταχώρηση της αίτησης όπου και εντοπίστηκε το τυπογραφικό λάθος. Από την παράθεση των πιο πάνω, φαίνεται ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού λογικά τα όσα η εναγόμενη επιθυμεί να προσθέσει δια τροποποιήσεως, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς που επιθυμεί να προβάλλει με αυτή, προϋπήρχαν κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους και επίσης πρόκειται για κάτι το οποίο θα μπορούσε να γίνε εύκολα αντιληπτό. Η δε αναφορά σε τυπογραφικό λάθος είναι ατυχής αφού τα όσα επιθυμεί να προστεθούν στην έκθεση απαίτησης της αντικειμενικά δεν μπορούν να τοποθετηθούν στην κατηγορία των τυπογραφικών λαθών. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.R) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α ν. A.G Leventis κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 726. Στην παρούσα περίπτωση, είναι προφανές ότι η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας δεν μπορεί να είναι προϊόν, πέραν της δακτυλογράφησης της, μιας δακτυλογράφου του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων της ενάγουσας. Η έκθεση απαίτησης επί της ουσίας, συντάχθηκε και καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Τούτο το οποίο συνάγεται από τα όσα στην ένορκη δήλωση αναφέρονται είναι ότι δεν έγινε ο απαιτούμενος έλεγχος στο κατάλληλο χρόνο, του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης δηλαδή από την δακτυλογράφηση της μέχρι την καταχώρηση της. Τούτο όμως που κατά την άποψη μου υπέχει σημασίας σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης είναι το στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση. Στην προκειμένη, θα μπορούσε δικονομικά η εναγόμενη ενόψει της παράλειψης της ενάγουσας να καταχωρήσει αίτηση ορισμού της υπόθεσης μετά το κλείσιμο των δικογράφων να αποταθεί η ίδια προς τούτο πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κανένα δικονομικό διάβημα δεν έγινε μετά το κλείσιμο των δικογράφων και η υπόθεση δεν έχει καν οριστεί για οδηγίες μέχρι και σήμερα. Τα όσα αναφέρονται στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση αφορούν την ουσία της υπόθεσης και δεν θεωρώ ότι επηρεάζουν το αίτημα. Το γιατί η ενάγουσα προωθεί την αγωγή της 12 χρόνια μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγής 3417/98 δεν πρόκειται για ζήτημα που θα κριθεί σε αυτό το στάδιο. Τούτο που υπέχει σημασίας είναι ο χρόνος που υποβάλλεται το αίτημα και το στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση. Κρίνοντας λοιπόν το ζήτημα της καθυστέρησης και παρά το ότι τροποποίηση επιδιώκετε σχεδόν 13 μήνες μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η υπόθεση δεν ορίστηκε για οδηγίες, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης. Δεν θεωρώ ειδικότερα, ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και έχει καταδειχτεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση εάν η αίτηση επιτραπεί ή ότι θα προκληθεί αδικία στους ανάγοντες του είδους που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα με μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης. Το κατά πόσο η αίτηση για τροποποίηση γίνεται κακόπιστα είναι ζήτημα του οποίου η εξέταση ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Από τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη κακοπιστίας. Σημαντικό θεωρώ, αναφορικά το πιο πάνω ζήτημα της και ειδικότερα την θέση ότι η αίτηση σκοπό έχει την δημιουργία καθυστέρησης στην διαδικασία, είναι και το ότι η εναγόμενη δεν αποτάθηκε ούτε η ίδια για τον ορισμό της υπόθεσης μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Σε ότι αφορά τον λόγο της ένστασης που αφορά την αποκάλυψη εύλογης αιτίας που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τούτο προκύπτει από τους ίδιους τους ισχυρισμούς που η ενάγουσα επιθυμεί να προβάλει. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, η σπατάλη χρόνου και εξόδων επίσης, είναι αρκετά κατά την άποψη μου και ικανοποιητικά στοιχεία για την έγκριση της αίτησης, όπως προκύπτει από την υπόθεση Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1989)1 CLR 606, έστω και αν υπήρξε κάποια καθυστέρηση. Υποστηρίζει εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγεται νέα βάση απαίτησης κτλ. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των ισχυρισμών που επιθυμεί να προσθέσει η ενάγουσα διαπιστώνεται ότι πράγματι η ενάγουσα επιθυμεί να εισάξει νέα επίδικα θέματα. Τούτο όμως δεν αποτελεί εμπόδιο. Η προσθήκη νέων ισχυρισμών σε αυτό το στάδιο δεν θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα την εναγόμενη αφού θα μπορούν να προετοιμαστεί κατάλληλα για την υπόθεση τους γνωρίζοντας τι ακριβώς έχει να αντιμετωπίσει πριν από την ακρόαση της υπόθεσης εφόσον η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο που βρίσκεται δηλαδή πριν από την ακρόαση. Σε ότι αφορά την γνησιότητα των ίδιων των ισχυρισμών που επιθυμεί τώρα να προβάλει και την ειλικρίνεια τους αυτό θα φανεί στο κατάλληλο στάδιο. Σημασία έχει να δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφορά τους στοιχεία και να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών. Σε ότι αφορά την δημιουργία βλάβης στην εναγόμενη καμία βλάβη δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να δημιουργηθεί που να μην μπορεί να καλυφθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω τους λόγους που εξηγώ, αποφάσισα να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία και να επιτρέψω την τροποποίηση κυρίως, Α) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων της ενάγουσας. Οποιαδήποτε αναφορά ως προς την ουσία, την αποτελεσματικότητα των ισχυρισμών και των θέσεων της, θα κατάληγε σε κρίση του δικαστηρίου επί αυτών και συνεπώς έργο μη επιτρεπτό σε αυτό το στάδιο. Β) Δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην εναγόμενη. Η οποία καθυστέρηση θα δημιουργηθεί σε αυτό το στάδιο συνεπεία της τροποποίησης, με δεδομένο ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, μπορεί να ξεπεραστεί με κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Συνεπακόλουθα η αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 25 ημέρες από σήμερα. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί σε περαιτέρω 25 ημέρες από την επίδοση της. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο