← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Major Joanne κ.α., Αριθμός Αγωγής :-1154/2012, 23/6/2014

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Major Joanne κ.α., Αριθμός Αγωγής :-1154/2012, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :-1154/2012 Alpha Bank Cyprus Ltd και

  1. Major Joanne
  2. Major Bruce-Anthony
  3. Alpha Panareti Public Limited Αίτηση Παραμερισμού Επίδοσης Ημερομηνίας 8/10/2013 Ημερομηνία :- Δευτέρα 23η Ιουνίου 2014 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Άντρη Κακογιάννη για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χριστιάννα Αλεξίου Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κος. Κυριάκος Κουκούνης και κα. Χριστιάννα Ζαντή για Γεώργιος Κουκούνης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελίζα Μιχαήλ Ενδιαμεση Αποφαση
  4. Το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι "εναγόμενοι") παρατίθεται σε τέσσερις παραγράφους (Α έως Δ) η έκταση και διατύπωση των οποίων είναι τέτοια έτσι ώστε η επανάληψη τους εντός αυτής της απόφασης να μην κρίνεται απαραίτητη. Αρκεί να σημειωθεί πως ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο τους στο σύνολο του διατηρώντας ταυτόχρονα υπόψη τον περιορισμό του αντικειμένου της αίτησης σύμφωνα και με τα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν σχετικά κατά την επιφύλαξη της απόφασης στις 15/5/
  5. Ουσιαστικά αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι η ακύρωση ή ο παραμερισμός τόσο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/1/2013 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προς τους εναγομένους όσο και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης αυτού ή και των οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων. Προς αποφυγή επανάληψης της δαιδαλώδους σύνταξης της καθεμίας από τις παραγράφους Α έως και Δ της αίτησης (οι οποίες παρά και την έκταση τους αποτελούνται από μόνο μία πρόταση η καθεμία) το Δικαστήριο εντός αυτής της απόφασης θα αναφέρεται συνοπτικά στο αίτημα των εναγομένων ως αίτημα παραμερισμού. Διατηρώντας βεβαίως, τονίζεται και πάλι, σταθερά υπόψη στο σύνολο του το αίτημα των εναγομένων όπως αυτό διατυπώνεται στις προαναφερόμενες παραγράφους.
  6. Υπενθυμίζω πως κατά την επιφύλαξη της απόφασης στις 15/5/2014 οι δικηγόροι των διαδίκων περιόρισαν το αντικείμενο της αίτησης ως εξής. Κατ΄ αρχάς ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δήλωσε πως οι εναγόμενοι δεν θα επιμένουν στους λόγους οι οποίοι άπτονται των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1393/2007 (στο εξής θα καλούνται οι "Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί") . Όπως έγινε αντιληπτή αυτή η δήλωση από το Δικαστήριο - σε δική του παρατήρηση - οι εναγόμενοι πλέον απέσυραν ως λόγο για παραμερισμό είτε του διατάγματος της επίδοσης είτε της επίδοσης οτιδήποτε είχε σχέση με την εφαρμογή Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, με δική της δήλωση, συμπέρανε πως άρα παράμενε μόνο το θέμα της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος. Σε σχέση όμως με αυτή τη δήλωση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ήταν ιδιαίτερα προσεχτικός, διευκρινίζοντας στη συνέχεια, πως ισχύουν όλοι οι υπόλοιποι λόγοι πλήν του θέματος συμμόρφωσης με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Διευκρινίζω απλά πως το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται τη δήλωση περιορισμού του αντικειμένου της αίτησης των εναγομένων 1 και 2 ακριβώς όπως αυτή διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους και επαναλήφθηκε κατά την υιοθέτηση της γραπτής αγόρευσης του.
  7. Βεβαίως ο περιορισμός του αντικειμένου της αίτησης δεν είναι τυχαίος αλλά προκύπτει από το γεγονός πως οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι κάτοικοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Εντούτοις το Δικαστήριο επικροτεί την όλη προσέγγιση των δικηγόρων των εναγομένων επί του θέματος καθότι με αυτή εστιάζεται με περισσότερη ακρίβεια το αντικείμενο της αίτησης οδηγώντας ασφαλώς σε εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου κατά την εξέταση της αίτησης τόσο στο στάδιο μελέτης της νομικής πτυχής αυτής όσο και κατά τη συγγραφή της.
  8. Βασικό θέμα σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης είναι αυτό της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς θα αρχίσω με αυτό ενώ στη συνέχεια θα εξεταστούν όλα τα υπόλοιπα θέματα τα οποία προκύπτουν από τη καταχώρηση της αίτησης των εναγομένων 1 και
  9. Όπως θέτουν το θέμα αυτό με την αίτηση τους οι εναγόμενοι η μη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αποτελεί λόγο ακύρωσης ή παραμερισμού. Αυτό το μέρος του αιτήματος των εναγομένων προωθείται με αναφορά στο γεγονός πως η ενάγουσα δεν ζήτησε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος (παράγραφος 21 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης). Η δε επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων αναφορικά με αυτό το θέμα βασίζεται κυρίως στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης του Κληρίδη Π. Ε. Δ. (όπως ήταν τότε) στην Αγωγή 8063/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 23/12/2008, Γεώργιου Χατζηπιερή ν. B. A. T. (Cyprus) Ltd κ. ά..
  10. Έχω μελετήσει την συγκεκριμένη απόφαση. Με όλο το προσήκοντα σεβασμό προς τον τότε πρωτόδικο Δικαστή θεωρώ λανθασμένο το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει αναφορικά με την αναγκαιότητα έκδοσης και σφράγισης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ). Αναπόφευκτα συνεπώς απορρίπτω και την οποιαδήποτε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ως προς το ότι θα πρέπει το ίδιο σκεπτικό με το οποίο ο τότε πρωτόδικος Δικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα του, να τύχει εφαρμογής και στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  11. Θεωρώ πως η όλη λανθασμένη προσέγγιση στην απόφαση Χατζηπιερή αναδεικνύεται από τα στοιχεία επί των οποίων αυτή εδράζεται. Παραδείγματος χάριν, ενώ στη σελίδα 6 υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένη παράγραφο από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο το οποίο προηγείται αυτής της αναφοράς. Θα επανέλθω σε αυτό το σημείο πιο κάτω.
  12. Το βασικότερο όμως στοιχείο το οποίο καθιστά λανθασμένο το σκεπτικό της απόφασης Χατζηπιερή είναι το γεγονός πως εκλαμβάνει ως δεδομένο μέρος της όλης διαδικασίας επίδοσης δικονομικό μέτρο το οποίο όμως δεν συμπεριλαμβάνεται είτε άμεσα είτε με οποιοδήποτε έμμεσο τρόπο στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται στην Κύπρο (στο εξής θα καλούνται οι "Θεσμοί"). Συγκεκριμένα η απόφαση θεωρεί ως δικονομικό δεδομένο τόσο την ύπαρξη όσο και τη δυνατότητα έκδοσης παράλληλου κλητηρίου (concurrent writ).
  13. Εντούτοις αυτό το οποίο παραγνωρίζεται στην απόφαση Χατζηπιερή είναι πως ενώ στο Annual Practice του 1958 υπάρχει ρητή πρόνοια (δηλαδή, Order 6) ως προς την έκδοση concurrent writ τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει πουθενά στους Θεσμούς. Μάλιστα ούτε ακόμη και η ίδια η λέξη "concurrent" δεν αναφέρεται πουθενά εντός των Θεσμών. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη λέξη "παράλληλο" σε συνάρτηση με το δικονομικό μέτρο της έκδοσης κλητηρίου εντάλματος. Πολύ απλά η όλη έννοια και σημασία της δυνατότητας έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ) δεν συναντιέται πουθενά εντός των Θεσμών.
  14. Εμφανώς κατά τη διαχρονική διαλογή η οποία προηγήθηκε η συγκεκριμένη πρόνοια είχε αφεθεί εκτός των διαδικαστικών κανονισμών οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων μας. Ενώ στη σχετική Αγγλική Διαταγή (Order 6) υπάρχει αναφορά σε "original writ" και σε "concurrent writ".
  15. Υπενθυμίζω αναφορικά με τους δικούς μας Θεσμούς πως σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 11 των Θεσμών όταν ο ενάγων παρουσιάζει το κλητήριο ένταλμα του για σφράγιση θα πρέπει να αφήσει για κάθε εναγόμενο ένα αντίγραφο (office copy) για επίδοση συν ένα αντίγραφο (duplicate) τέτοιου αντιγράφου (copy) για την ένορκη δήλωση επίδοσης[1]. Βεβαίως υπάρχει ορισμός για τη φράση "office copy" στη Δ. 1 θ. 2 των Θεσμών[2].
  16. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο της απόφασης να υπενθυμίσω πως μετά και από τη προσθήκη της Δ. 5Β η προβλεπόμενη από τους Θεσμούς επίδοση κλητηρίου εντάλματος εναρκτήριας αίτησης, έφεσης, δικογράφων και παντός δικαστικού εγγράφου, καθώς και η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, διενεργείται από ιδιώτη επιδότη στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπώς, ασφαλώς το θέμα της άφεσης αντιγράφων από δικηγόρους προς επίδοση μετά από τη καταχώρηση τους πλέον δεν γίνεται δια μέσω των δικαστικών επιδοτών αλλά απευθείας με ιδιώτες επιδότες.
  17. Επιστρέφοντας στο χρονικό σημείο της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, όπως αυτή προνοείται από τους Θεσμούς, παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 12 αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία τότε ο Πρωτοκολλητής θα σφραγίσει το κλητήριο ένταλμα και θα θεωρείται πως αυτό θα έχει εκδοθεί και θα άρχεται η αγωγή. Δηλαδή το χρονικό σημείο έναρξης της αγωγής είναι το χρονικό σημείο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος το οποίο προκύπτει ταυτόχρονα με τη σφράγιση του. Πουθενά στους Θεσμούς όμως δεν προνοείται η έκδοση άλλου παράλληλου κλητηρίου εντάλματος. Ούτε και υπάρχει αναφορά σε "αρχικό" ή "πρωτότυπο" κλητήριο ένταλμα (original writ) σε σχέση με το οποίο να παρέχεται η δυνατότητα παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ).
  18. Οι μοναδικές δύο αναφορές σε "original writ" οι οποίες υπάρχουν είναι αυτές της Δ. 4 θ. 2 σε σχέση με τη δυνατότητα η οποία παρέχεται ως προς την ανανέωση ενός κλητηρίου εντάλματος μετά και από τη πάροδο χρονικής περιόδου 12 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του. Βεβαίως, αξίζει να σημειωθεί πως η αναφορά στο Annual Practice του 1958, O. 6 r. 1 σε concurrent writ έχει σχέση και με τη διάρκεια ισχύς του κλητηρίου εντάλματος όπως αυτή καθορίζεται από τη O. 8 r.
  19. Σημασία ως προς την εκ πρώτης όψεως δυσδιάκριτα τρωτή βάση λογικής εντός της απόφασης Χατζηπιερής εξαιτίας της οποίας εξάγεται εν τέλει ένα λανθασμένο συμπέρασμα είναι η διαπίστωση πως αυτό βασίζεται στην αποδοχή ως δεδομένων τόσο της μεταγενέστερης εκ νέου σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος όσο και της ύπαρξης αλλά και της δυνατότητας έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος δίχως όμως η δυνατότητα αυτή - δηλαδή τόσο της δεύτερης σφράγισης όσο και της έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος - να περιέχεται στους Θεσμούς έτσι ώστε ως αποτέλεσμα αυτή να παρέχεται προς εφαρμογή στις περιπτώσεις επίδοσης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας.
  20. Αναμφίβολα σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 2 κανένα κλητήριο ένταλμα προς επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή του οποίου θα δοθεί ειδοποίηση εκτός δικαιοδοσίας δεν θα σφραγίζεται δίχως την άδεια του Δικαστηρίου[3]. Εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία μας εάν υπάρχει εναγόμενος επί του κλητηρίου εντάλματος ο οποίος βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας τότε δεν χρειάζεται άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ακόμη και σε περιπτώσεις όπου επί αυτού υπάρχει και εναγόμενος εκτός δικαιοδοσίας. Αντιθέτως το κλητήριο ένταλμα σφραγίζεται όπως οποιοδήποτε άλλο κλητήριο ένταλμα ενώ στη συνέχεια αυτό το οποίο προνοείται να ζητηθεί από το Δικαστήριο δεν είναι άδεια να σφραγιστεί εκ νέου αλλά άδεια να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας είτε το ίδιο το κλητήριο ένταλμα είτε ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος.
  21. Στην απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.

(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6
(1)(h), εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το αίτημα για ακύρωση ή παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση του κατέληξε σε συμπέρασμα πως τέτοια άδεια δεν ήταν αναγκαία εφόσον στο κλητήριο εμφανίζόταν εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας και συνεπώς οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζητήσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. Βεβαίως σημείωσε "επιπλέον" το πρωτόδικο Δικαστήριο πως στην όψη του κλητηρίου υπήρχε η σημείωση "όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου". Κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως το κλητήριο καλώς εκδόθηκε και συνεπώς παρέμενε σε ισχύ. Παρατηρώ πως η αναφορά στη σημείωση επί του κλητηρίου εντάλματος έγινε ως μία επιπρόσθετη παρατήρηση όπως φαίνεται και από τη χρήση της λέξης "επιπλέον" με την οποία αρχίζει η συγκεκριμένη πρόταση από το απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης. Δεν τέθηκε δηλαδή ως απαραίτητη προϋπόθεση είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο η ύπαρξη αυτής της σημείωσης. 19. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ. ά
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, αυτό το οποίο κυρίως εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν η διάρκεια ισχύς ενός κλητηρίου εντάλματος και ο χρόνος έναρξης αυτής. Αξιοσημείωτο βεβαίως σε σχέση με αυτή την απόφαση είναι το γεγονός πως μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εγκρίθηκε αίτηση για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. Οι οποίοι στη συνέχεια καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης καθότι σύμφωνα με τη θέση τους το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει προτού αυτό επιδοθεί σε αυτούς. Η θέση της ενάγουσας ήταν πως ο χρόνος έναρξης της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τους εναγομένους εκτός δικαιοδοσίας ήταν ο χρόνος καταχώρησης του ο οποίος όμως συνέπιπτε με την ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο χορήγησε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση της ειδοποίησης εκτός δικαιοδοσίας. Η πρωτόδικος Δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα πως το κλητήριο ένταλμα, ακόμη και σε περίπτωση όπου ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, λήγει σε 12 μήνες από την ημερομηνία καταχώρησης του και ότι συνεπώς απαιτείται για σκοπούς επίδοσης η ανανέωση του. Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής η θέση της ενάγουσας η οποία απορρίφθηκε τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο ως λανθασμένη. Σύμφωνα με αυτή τη θέση πριν από την έκδοση της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας ουσιαστικά δεν υπήρχε καταχωρημένη αγωγή εναντίον των εναγομένων εκτός δικαιοδοσίας καθότι, με βάση τις πρόνοιες της Δ. 2 θ.2 των Θεσμών, κανένα κλητήριο ένταλμα δεν μπορεί να σφραγιστεί και επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη Διαταγή 6, θ.1 και εφόσον το δικαστήριο αποφάσισε τη χορήγηση της ζητηθείσας άδειας και επέτρεψε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συναγόταν πως το κλητήριο ένταλμα δεν έχει εκπνεύσει. Η θέση της ενάγουσας υποστηρίχθηκε επίσης από το επιχείρημα πως όταν καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα αυτό είχε σφραγιστεί με την ένδειξη «ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 2 ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ». Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τα δύο επιχειρήματα ως αβάσιμα. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής Δ. ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής δεν είναι άλλος από το χρόνο που το δικόγραφο παραδίδεται στο πρωτοκολλητείο για καταχώρηση και παίρνει αριθμό προσθέτοντας πως στην περίπτωση υπό εξέταση, η αγωγή καταχωρήθηκε και πήρε αμέσως αριθμό επειδή ο ένας από τους εναγόμενους ήταν Κύπριος (και προφανώς εντός δικαιοδοσίας) συνεπώς η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης των εναγομένων 2 που βρίσκονταν εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία εφόσον η αγωγή στρεφόταν και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Παρέπεμψε δε στην απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd. (βλ. πιο πάνω) καταλήγοντας πως δεν ήταν λογικό οι εναγόμενοι που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο ή άλλους εναγόμενους επί του ιδίου κλητηρίου που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.
  1. Παρά και το γεγονός πως οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατίθενται και στην απόφαση Χατζηπιερής εντούτοις η όλη ερμηνεία και εφαρμογή τους είναι διαφορετική από αυτή επί της οποίας βασίζεται το Δικαστήριο σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Θεωρώ πως εξάγεται με σαφήνεια από τις προαναφερόμενες αυθεντίες πως το χρονικό σημείο της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος είναι ένα και μοναδικό, όπως μία και μοναδική είναι η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ως δικονομική πράξη, και πως η μεταγενέστερη εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται με οποιοδήποτε τρόπο την σφράγιση εκ νέου του κλητηρίου εντάλματος για δεύτερη φορά. Ή ακόμη και τρίτη φορά, σε περίπτωση, παραδείγματος χάριν, όπου προκύπτει η αναγκαιότητα προσθήκης επιπρόσθετου διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας.
  2. Θα μπορούσε να τύχει και περισσότερης ανάλυσης η απόφαση Χατζηπιερής έτσι ώστε να αναδεικνύεται με ακόμη περισσότερη σαφήνεια το δεδομένο πως το σκεπτικό αλλά και συμπέρασμα της δεν συνάδει με τα όσα προβλέπονται από τους Θεσμούς. Θα περιοριστώ σε μία μόνο επιπρόσθετη αναφορά. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω ενώ στη σελίδα 6 υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένη παράγραφο από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο το οποίο προηγείται αυτής της αναφοράς. Η συγκεκριμένη παράγραφος είναι η παράγραφος 588 από την 3η Έκδοση του συγγράμματος. Έχω αναγνώσει τόσο το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου όσο και όλων των υποσημειώσεων και πουθενά δεν αναφέρεται αυτό το οποίο αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης, πως το κλητήριο ένταλμα δηλαδή μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και αφού ο ενάγων επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας τότε αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος για επίδοση στον εναγόμενο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Όμως ακόμη και να υπήρχε μία τέτοια αναφορά και πάλι αυτό δεν σημαίνει πως η ίδια διαδικασία η οποία θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην Αγγλία θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην Κύπρο διατηρώντας υπόψη πως μία τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται από τους δικούς μας Θεσμούς. Καθότι βεβαίως η περιγραφόμενη διαδικασία - αν και άστοχα συνδέεται ωσάν αυτή να προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη παράγραφο 588 - όντως ήταν η προβλεπόμενη σύμφωνα με τα όσα προνοούνται από τους αγγλικούς Θεσμούς αλλά και σχετική αγγλική νομολογία επί του θέματος (βλ. σχετικά τις αποφάσεις Smallpage v Tonge [1886-90] All E. R. Rep. 520 και The Duc D'Aumale [1903] P. 18).
  3. Ουσιαστικά ένα concurrent writ θεωρείτο αντίγραφο του original writ με τέτοια διαφοροποίηση ως προς τη διατύπωση αυτού σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο αυτό εκδιδόταν. Σφραγιζόταν με ειδική σφραγίδα η οποία περιείχε τη λέξη "concurrent" και όταν εκδιδόταν ήταν ισάξιο για όλους τους σκοπούς με το αρχικό κλητήριο ένταλμα και βρισκόταν σε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα ήταν σε ισχύ και το αρχικό κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα εάν ο εναγόμενος εκτός δικαιοδοσίας εισερχόταν εντός δικαιοδοσίας θα μπορούσε να επιδοθεί σε αυτόν το αρχικό κλητήριο ένταλμα. Εάν όμως θα έπρεπε να γίνει επίδοση σε αυτόν εκτός δικαιοδοσίας τότε θα έπρεπε να του επιδοθεί διαφορετικής μορφής κλητήριο ένταλμα με καθορισμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου να καταχωρήσει εμφάνιση. Όλα αυτά έχουν ασφαλώς ενδιαφέρον από ιστορικής άποψης όμως πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η όλη προσέγγιση ουσιαστικά επιβολής ή ακόμη και δημιουργίας μίας διαδικασίας η οποία όσο ριζωμένη και να είναι στην εξέλιξη του κοινοδικαίου εντούτοις δεν προβλέπεται ρητά από τους δικούς μας Θεσμούς. Αντιθέτως οι Θεσμοί, όπως αυτοί έχουν τύχει ερμηνείας από τη νομολογία μας, προβλέπουν μία απαραίτητη διαδικασία ως προϋπόθεση αναφορικά με τον ορθό τρόπο με τον οποίο θα επιδοθεί ένα κλητήριο ένταλμα για το οποίο δεν χρειαζόταν αρχικά να δοθεί άδεια για σφράγιση αλλά το οποίο στη συνέχεια θα έπρεπε να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας. Η άδεια η οποία χρειάζεται να δοθεί από το Δικαστήριο δεν είναι για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος αλλά για την επίδοση αυτού εκτός δικαιοδοσίας. Επίδοση δηλαδή του ίδιου του αρχικού και μοναδικού κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και όχι του οποιουδήποτε ούτω καλούμενου παράλληλου κλητηρίου εντάλματος.
  4. Βεβαίως υπάρχει ένα σημείο εντός της απόφασης Χατζηπιερή με την οποία το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα ως μερικώς ορθή ερμηνεία της Δ. 6 θ. 1 (h). Ως προς το ότι δηλαδή για να επιτραπεί από το Δικαστήριο η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να προηγηθεί επίδοση στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας, όπου βεβαίως αυτός υπάρχει. Συγκεκριμένη αναφορά επί αυτού όντως υπάρχει σε υποσημείωση (συγκεκριμένα στην υποσημείωση g) στη παράγραφο 588 (βλ. πιο πάνω) από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England. Με αναφορά επίσης και στην απόφαση The Duc D'Aumale (βλ. πιο πάνω) αλλά και στην απόφαση Collins v. North British and Mercantile Insurance Co. [1894] 3 Ch.
  5. Μάλιστα δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο το κείμενο στη σελίδα 6 της απόφασης Χατζηπιερή στη παράγραφο 588 να είχε περισσότερο σχέση με αυτή την αναφορά.
  6. Με την ευκαιρία η οποία παρέχεται από αναφορά σε επίδοση ειδοποίησης αντί του κλητηρίου εντάλματος εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα σε σχέση με τη γενικότερη θέση των εναγομένων. Σε περίπτωση όπου επιδιδόταν ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι παράλληλο κλητήριο ένταλμα τότε αυτή η επίδοση δεν θα ήταν έγκυρη; Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως στις περισσότερες περιπτώσεις επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αυτό το οποίο επιδιδόταν συνήθως ήταν ειδοποίηση αντί το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Όμως θεωρώ πως η οποιαδήποτε επιπρόσθετη διερεύνηση αυτού του ερωτήματος είναι αχρείαστη για τους σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης.
  7. Επί αυτού του θέματος προκαλεί απορία πραγματικά η προώθηση από τους εναγομένους ως επιπρόσθετου λόγου προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού και η θέση πως η αγωγή δεν επιδόθηκε προς την εναγόμενη 3 πριν από την καταχώρηση της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/1/
  8. Μία απλή ματιά στο φάκελο του Δικαστηρίου της αγωγής είναι αρκετή έτσι ώστε να διαπιστωθεί πως, σύμφωνα με σχετική ένορκη δήλωση του επιδότη, η επίδοση προς την εναγόμενη 3 έγινε στις 22/5/2012 ενώ η αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 17/1/2013 καταχωρήθηκε σχεδόν 6 μήνες αργότερα στις 20/11/
  9. Συνεπώς η θέση αυτή των εναγομένων κρίνεται ως εντελώς ανυπόστατη ακόμη δηλαδή και σε σχέση με τη πραγματική πτυχή αυτής.
  10. Διατηρώντας υπόψη και τη τοποθέτηση του Δικαστηρίου ως προς τη προαναφερόμενη θέση καθίσταται σαφές πως το Δικαστήριο έχοντας ολοκληρώσει την εξέταση του θέματος της σφράγισης πλέον έχει αρχίσει και την εξέταση άλλων προτεινόμενων λόγων προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού.
  11. Κρίνω πως κανένας από τους υπόλοιπους λόγους τους οποίους οι εναγόμενοι προώθησαν δεν είναι αρκετός είτε από μόνος του είτε και σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο λόγο, έτσι ώστε επί αποδοχής αυτού να εγκριθεί η αίτηση των εναγομένων.
  12. Θα αναφερθώ όσο πιο συνοπτικά γίνεται στους υπόλοιπους λόγους. Ήδη το Δικαστήριο έχει καλύψει το θέμα αναφορικά με την επίδοση προς την εναγόμενη 3 και κατά πόσο αυτή προηγήθηκε της καταχώρησης της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα ημερομηνίας 17/1/
  13. Ως προς την καταληκτική αναφορά στις παραγράφους Α, Β και Γ αλλά και στη παράγραφο Δ για ακύρωση ή παραμερισμό "...λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή νόμω αβάσιμη ή άλλως πως" θεωρώ πως και άδεια είχε δοθεί ως προς την επίδοση αλλά και δικαιοδοσία είχε κριθεί πως υπήρχε για να δοθεί αυτή η άδεια ενώ πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή με οποιοδήποτε επιχείρημα και εάν αυτή προωθήθηκε στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων η θέση πως η όλη διαδικασία έπασχε από την αρχή ως άκυρη ή αντικανονική ή νομικά αβάσιμη.
  14. Προβάλλεται και η θέση πως τα "...φερόμενα επιδοτέα έγγραφα, με τη συμπερίληψη τους στην ένορκη δήλωση της Ειρήνης Καλλή, απώλεσαν την ιδιότητα και φύση τους και έχουν καταστεί απλώς τεκμήρια στην εν λόγω ένορκη δήλωση". Θεωρώ πως έχει δοθεί απάντηση επί αυτού του θέματος από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013 Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  15. SI SENH DAU κ. ά. ημερομηνίας 13/9/
  16. Αναφέρει σχετικά ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ερωτοκρίτου Δ. σε σχέση με το παράπονο των εφεσιβλήρων για κακή επίδοση και συγκεκριμένα με τη θέση πως παρέλειψε η ενάγουσα να τους επιδώσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα διότι αυτά ήταν επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας (μεταξύ αυτών το κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος) και συνεπώς δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως επιδομένα σύμφωνα με το διάταγμα, τα ακόλουθα,:- "Δεν συμφωνούμε. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων." Συμφωνώ πλήρως με αυτή τη θέση και πραγματικά δεν έχω οτιδήποτε να προσθέσω το οποίο θα χρησίμευε είτε σε ενδυνάμωση είτε προς διευκρίνιση της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης.
  17. Το ίδιο σκεπτικό ουσιαστικά ισχύει και σε σχέση με οποιαδήποτε θέση επί της οποίας οι εναγόμενοι στηρίζονται αναφορικά με την εγκυρότητα της μετάφρασης των εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν από τα Ελληνικά στα Αγγλικά. Προβάλουν τη θέση οι εναγόμενοι πως δεν διασφαλίζεται πως οι μεταφράσεις στην αγγλική γλώσσα είναι "...ακριβείς, πιστές και πιστοποιημένες μεταφράσεις". Η θέση αυτή πλαισιώνεται και από την εισήγηση ουσιαστικά πως ικανοποιητικές και αποδεκτές από τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι μόνο μεταφράσεις οι οποίες πιστοποιούνται ως αληθείς, ορθές και πιστές από το αρμόδιο Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών η οποία "...αποτελεί μία ανεξάρτητη, αμερόληπτη, αναγνωρισμένη και κατάλληλη αρχή μεταφράσεων στην Κύπρο". Η θέση αυτή απορρίπτεται όχι μόνο ως νομικά απόλυτη δίχως να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε αυθεντία η οποία να έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων αλλά και ως μία θέση η οποία δεν υποστηρίζεται καθόλου από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ούτε καν ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν ισχυρίζεται πως οι μεταφράσεις αυτές δεν είναι ορθές. Αντιθέτως αφήνει αυτό το ενδεχόμενο ανοιχτό υπό την εξής έννοια. Ο ίδιος δηλαδή περιορίζεται στο να περιγράφει τις μεταφράσεις ως "κατ' ισχυρισμό" μεταφράσεις. Η αμφισβήτηση του όμως περιορίζεται μέχρι εκεί, στη προβολή δηλαδή αυτού του μετέωρου ισχυρισμού. Παρά και το γεγονός πως ο ίδιος, ως ασκούμενος δικηγόρος, προβάλει τον εαυτό του ως ένας "άριστος γνώστης της Αγγλικής γλώσσας" με αναφορά στα ακαδημαϊκα και επαγγελματικά του προσόντα προσθέτοντας και δικό του ισχυρισμό ως προς το ότι γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει "...άπταιστα στην Αγγλική γλώσσα..." και ότι μπορεί να αντιλαμβάνεται "...πλήρως τα αγγλικά νομικά κείμενα" σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης του δεν υποδεικνύει το οποιοδήποτε ή παραμικρό σφάλμα σε σχέση με τις μεταφράσεις των εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν προς τους εναγομένους.
  18. Διευκρινίζω βεβαίως πως το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητεί τα όσα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει στην ένορκη δήλωση του σε σχέση με την άριστη γνώση του της αγγλικής γλώσσας. Με τον ίδιο τρόπο όμως δεν βλέπω γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να αμφισβητήσει τα όσα ισχυρίζεται η Ειρήνη Καλλή αναφορικά με τη μετάφραση την οποία διενήργησε και της οποίας ενόρκως δηλούσας τόσο τα ακαδημαϊκά όσο και επαγγελματικά προσόντα είναι παρόμοια με αυτά του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, ως κάτοχος δηλαδή πτυχίου στη Νομική αλλά και μεταπτυχιακού διπλώματος ενώ και σημειώνεται πως και η ίδια είχε γίνει δεκτή ως barrister-at-law το
  19. Πραγματικά τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου βάσει του οποίου να δημιουργείται η οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την εγκυρότητα, ποιότητα ή ακρίβεια των μεταφράσεων των εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν προς τους εναγομένους. Ούτε και τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 44 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, σε σχέση δηλαδή με το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ειρήνης Καλλής. Μόνο ως εικασίες είναι δυνατό να περιγραφούν οι θέσεις των εναγομένων. Κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί βάσει του οποίου να ανακύπτει καν η οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με την ικανότητα της συγκεκριμένης δικηγόρου να είχε ενεργήσει ορθά ως μεταφράστρια στη συγκεκριμένη περίπτωση.
  20. Επιπλέον έστω και να μπορούσε να προωθηθεί μία θέση ως προς το ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος δεν ενήργησε ανεξάρτητα και αμερόληπτα διερωτώμαι πραγματικά πως θα μπορούσε να ασκήσει την οποιαδήποτε μεροληψία σε σχέση με τη μετάφραση των συγκεκριμένων εγγράφων το περιεχόμενο των οποίων όχι μόνο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τυπικό αλλά παράλληλα θα αποτελεί και μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου μέχρι και την αποπεράτωση της αγωγής και θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί από το Δικαστήριο ως προς την ορθότητα της μετάφρασης. Η θέση των εναγομένων θα μπορούσε να γίνει πιο κατανοητή σε περίπτωση μετάφρασης κατά τη διάρκεια μίας ακροαματικής διαδικασίας από ένα διερμηνέα ο οποίος θα μπορούσε να διαστρεβλώσει το περιεχόμενο των απαντήσεων ενός μάρτυρα. Κάτι βεβαίως το οποίο δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση.
  21. Προβάλλεται επίσης η θέση πως παρέλειψε η ενάγουσα να επιδώσει στους εναγομένους επεξηγηματική επιστολή, στην αγγλική γλώσσα, η οποία να αναφέρεται στα επιδοθέντα έγγραφα, στο περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των εν λόγω εγγράφων, στα δικαιώματα των εναγομένων να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την αγωγή, στους χρονικούς περιορισμούς που υπάρχουν και στα δικαιώματα τους να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση (παράγραφος 8 (α) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης). Παρόμοια θέση προβλήθηκε και στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013 Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  22. SI SENH DAU κ. ά..
  23. Σε σχέση με αυτή τη θέση ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ερωτοκρίτου Δ.,:- "Προσβάλλεται επίσης η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η μη επίδοση επεξηγηματικής επιστολής, πιθανόν να συνέτεινε μαζί με άλλους παράγοντες στην παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων ως προς τη σημασία των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και να τους προκάλεσε σύγχυση ως προς το χρόνο εντός του οποίου είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Πουθενά στους εθνικούς διαδικαστικούς θεσμούς δεν υπάρχει πρόνοια για επίδοση επεξηγηματικής επιστολής. Η επεξηγηματική επιστολή παλαιότερα συνηθίζετο να αποστέλλεται ως θέμα καλής πρακτικής για να ενημερώνει σε απλή και κατανοητή γλώσσα το περιεχόμενο των εγγράφων σε αλλοδαπό εναγόμενο, ο οποίος ενδεχομένως τη στιγμή της παραλαβής των εγγράφων να μην είχε άμεση πρόσβαση σε υπηρεσίες δικηγόρου. Όμως με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την εφαρμογή του ΕΚ 1393/2007 και την τυποποίηση των διαδικασιών, μια τέτοια επιστολή χωρίς να χάνει παντελώς την πρακτική της σημασία, δεν φαίνεται να είναι απόλυτα αναγκαία, εφόσον τα έγγραφα με τις μεταφράσεις τους, μιλούν από μόνα τους. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση ήταν εύλογη η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι ενόψει του ότι το διάταγμα προέβλεπε για καταχώρηση εμφάνισης μέσα σε 60 μέρες ενώ το κλητήριο ένταλμα μέσα σε 10 μέρες, η απουσία μιας τέτοιας επεξηγηματικής επιστολής ενδεχομένως να συνέτεινε στην παραπλάνηση του Εφεσίβλητου. Όμως από τη στιγμή που ο Εφεσίβλητος εμφανίστηκε έγκαιρα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, τίποτα δεν προκύπτει που να είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης." Θεωρώ πως, ανεξάρτητα και από την αναφορά στην είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την τυποποίηση των διαδικασιών, είναι αρκετά σαφής η όλη προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος καθώς εύλογα αποδίδεται η ανάλογη σημασία στην απουσία οποιωνδήποτε αρνητικών συνεπειών σε σχέση με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου. Η έγκαιρη και ουσιαστικά εμπρόθεσμη εμφάνιση των εναγομένων σε αυτή τη διαδικασία τους στερεί πραγματικά το οποιοδήποτε έρεισμα επί του οποίου να αιτούνται παραμερισμό της επίδοσης. Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η περίπτωση όπου, παραδείγματος χάριν, ένας διάδικος επιδιώκει παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος του καθότι παρανόησε τη προθεσμία η οποία αναφερόταν στα έγγραφα τα οποία του επιδόθηκαν. Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης ισχυρίζεται πως όντως επιδόθηκε και επεξηγηματική επιστολή (παράγραφος 7 (α)). Όμως δεν θεωρώ ως αναγκαίο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με αυτό το σημείο καθότι είτε επιδόθηκε είτε δεν επιδόθηκε μία τέτοια επεξηγηματική επιστολή αυτό δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης. Κρίνω πως, όσο και να είναι δυνατό η επεξηγηματική επιστολή να θεωρηθεί ως ένα ευπρόσδεκτα επιπρόσθετο μέτρο το οποίο ως θέμα καλής πρακτικής θα μπορούσε να καθιστούσε πιο κατανοητή την όλη διαδικασία επίδοσης προς ένα εναγόμενο, η απουσία μίας τέτοιας επιστολής δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για παραμερισμό της επίδοσης στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  24. Καταλήγοντας κρίνω πως με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται βεβαίως με την έκδοση αυτής της απόφασης. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα αυτή της διαδικασίας, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου τα έξοδα της αίτησης να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της. Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσας και εις βάρος των αιτητών εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής.
  25. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης, δηλαδή απόρριψης του αιτήματος ακύρωσης ή παραμερισμού, ασφαλώς η εμφάνιση των εναγομένων 1 και 2 υπό διαμαρτυρία παύει να θεωρείται ως τέτοια. Αντιθέτως η εμφάνιση τους πλέον θεωρείται ως κανονική εμφάνιση με όλες τις συνέπειες τις οποίες αυτή μπορεί να ενέχει γι΄ αυτούς (βλ. σχετικά Somportex Ltd v Philadelphia Chewing Gum Corpn [1968] 3 All ER 26). Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
  26. On presenting his writ for sealing the plaintiff shall leave, for each defendant, one office copy of the writ for service plus a duplicate of such copy for the affidavit of service. [2] "office copy" means a sealed copy or translation of any document lodged, filed or kept in, or issued out of a court registry, certified to be a true copy or translation by the registrar of that registry; [3] No writ of summons for service out of Cyprus, or of which notice is to he given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.