Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Μαρία Ανδρέα Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3764/10, 2/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3764/10 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Limited Ενάγοντες και
- Μαρία Ανδρέα Γεωργίου, από την Πάφο
- Α/ΦΟΙ ΠΑΠΙΡΗΣ ΕΣΤΕΪΤΣ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 2.6.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κα Ε. Δημοσθένους για κκ Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Δημητριάδη) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Ελ. Κυριάκου για κκ Μάντης & Αθηνοδώρου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Χρ. Παπαλλάς) ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών στις 23.12.13 με την οποία ζητείται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος ετοιμάσουν και επιδώσουν στους Αιτητές περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων που έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία τους και που σχετίζονται με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα της αγωγής και ιδιαίτερα των εγγράφων που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής ως καθορίζονται στην παράγραφο 7 του Πίνακα της Ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 06.12.2012 που έγινε από τον Ντίνο Κουππάρη: (α) Αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Statement of accounts) από την ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας και/ή άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος (β) Παραστατικά (χρεώσεις και πιστώσεις) της κάθε δοσοληψίας χωριστά του επίδικου λογαριασμού». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ 2 και 11 και Δ.48, θθ 1-4, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Χαράλαμπου Παπίρη, ο οποίος είναι διευθυντής της Εναγόμενης 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την Εναγόμενη 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται η αναγκαιότητα της αποκάλυψης αναλυτικής κατάστασης του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας και/ή από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος καθώς και των παραστατικών όλων των δοσοληψιών και πράξεων, χρεώσεων και πιστώσεων, που έγιναν μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η αίτηση, ώστε να μπορέσουν οι Αιτητές να ελέγξουν την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Ο Καθ' ου η αίτηση έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τα πιο πάνω έγγραφα η οποία απορρέει από διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διετάχθη αποκάλυψη εγγράφων καθότι αυτά αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση τα οποία οι Αιτητές αμφισβητούν. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος είναι υπάλληλος του Καθ' ου η αίτηση με προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αποτελούν, μεταξύ άλλων, θέσεις των Αιτητών τα ακόλουθα: η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν δίνει την δυνατότητα έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων η υπό κρίση αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος τα αιτούμενα διατάγματα δεν εξυπηρετούν την διαδικασία αλλά μόνο σύγχυση, καθυστέρηση και αδικία θα προκαλέσουν στον Καθ' ου η αίτηση καθώς και σπατάλη εξόδων τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι ασαφή και αόριστα και οι Αιτητές δεν συγκεκριμενοποιούν το τι ακριβώς επιζητούν η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν είναι δυνατή καθότι είναι δυνατή η επιθεώρηση των όποιων εγγράφων έχει ο Καθ' ου η αίτηση στα γραφεία του η επιθεώρηση της αναλυτικής κατάστασης του επίδικου λογαριασμού μπορεί να γίνει με συγκεκριμένες προϋποθέσεις που δεν έχουν ικανοποιηθεί αφού δεν έχει γίνει η όποια γραπτή ειδοποίηση. Η επίδοση των εγγράφων που επιζητείται είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν προβλέπεται στους δικονομικούς κανονισμούς η έκδοση παραστατικών για χρεώσεις και πιστώσεις της κάθε δοσοληψίας ξεχωριστά θα περιπλέξει αχρείαστα την διαδικασία. Πολλές από αυτές τις χρεώσεις αφορούν τους τόκους και η έκδοση διατάγματος θα περιπλέξει την διαδικασία εις βάρος της δικαιοσύνης. Επίσης, για τις δοσοληψίες που αφορούν σε πιστώσεις οι Αιτητές θα έπρεπε να έχουν αποδείξεις και/ή παραστατικά για τα οποία δεν έχουν πληροφορήσει τον Καθ' ου η αίτηση το διάταγμα αναφορικά με τα παραστατικά είναι γενικό και αόριστο όπως αόριστος είναι και ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι χρειάζονται τα παραστατικά για να ελέγξουν την νομιμότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Ο θεσμός 2 της Διαταγής 28 προβλέπει για τον τύπο που πρέπει να έχει η αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Ο θεσμός 11 της Διαταγής 28 επί του οποίου, επίσης, στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have been been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου σε αιτία αγωγής ή ζήτημα καθ' οιονδήποτε χρόνο και είτε ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει ήδη διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα απαιτώντας όπως οποιοσδήποτε άλλος διάδικος αναφέρει ενόρκως αν κατά πόσο συγκεκριμμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του και αν όχι πότε αποχωρίσθηκε της κατοχής, φύλαξης ή εξουσίας τους και τι απέγιναν αυτά. Μια τέτοια αίτηση θα γίνεται με ένορκο δήλωση η οποία θα αναφέρει ότι κατά την πεποίθηση του ομνύοντα ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται έχει ή σε κάποιο χρόνο είχε στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του το συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα στην αιτία αγωγής ή ζήτημα ή με κάποια ή ένα από αυτά». Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται στην σελίδα 713 υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να ζητήσει από διάδικο μια μόνο ένορκο δήλωση εγγράφων. Δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να ζητήσει και δεύτερη αν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή αν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Αυτό μπορεί να προκύψει είτε από την ίδια την λίστα εγγράφων που αποκαλύπτεται, είτε από τα ίδια τα έγγραφα που αποκαλύπτονται στην λίστα, είτε από παραδοχές οι οποίες γίνονται στα δικόγραφα του διαδίκου που προέβη σε αποκάλυψη. Στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 153 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 158 -159: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ......................................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο θεσμός 11 προνοεί για τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων διαδίκου είναι ελλιπής. Σε μια τέτοια περίπτωση παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τον διάδικο αυτό να προβεί στην καταχώρηση και δεύτερης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Προκύπτει, επίσης, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών, ότι το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του αντιδίκου του είναι ελλιπής. Και όχι στον Καθ' ου η αίτηση, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υποδεικνύει στην αγόρευσή του, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι «ο περαιτέρω και καλύτερος κατάλογος εγγράφων που ζητούν οι Αιτητές δεν είναι αναγκαίος και/ή απαραίτητος». Υπό το φως των πιο πάνω και για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Άγγλου Δικαστή στην υπόθεση Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, που πιο πάνω μνημονεύεται, το βάρος είναι στους ώμους των Αιτητών να κλονίσουν τον όρκο του Καθ' ου η αίτηση και να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα και τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 6.12.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση ό,τι, μεταξύ άλλων, υποστηρίζουν είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε υποχρέωση να αποκαλύψει αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού καθώς και τα παραστατικά που αφορούν σε κάθε πράξη που έγινε μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η αίτηση καθότι αυτά άπτονται ουσιωδών γεγονότων στην υπόθεση τα οποία οι Αιτητές αμφισβητούν. Η πιο πάνω υποχρέωση απορρέει σύμφωνα με τους Αιτητές από διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε να προβεί σε γενική αποκάλυψη εγγράφων, προδήλως, εννοείται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.12.
- Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι θέση των Αιτητών είναι ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 6.12.12 δεν ήταν επαρκής και, κατά συνέπεια, ήταν ελλιπής. Το ότι ρητά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν κρίνω πως μεταβάλλει την ουσία του αιτήματος που είναι ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε. Κατά τους Αιτητές η ένορκη αποκάλυψη που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση είναι ελλιπής, αφενός, σε σχέση με το έγγραφο που στον Πίνακα εκτίθεται υπό παράγραφο 7 με τίτλο «Κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.6.10», αφετέρου, γιατί δεν αποκαλύφθηκαν τα αιτούμενα παραστατικά. Όπως είδαμε, το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του να διατάξει διάδικο να καταχωρήσει και δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων όταν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή όταν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα έγγραφα. Σχετικά είναι τα έγγραφα εκείνα που περιέχουν πληροφορίες που μπορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή που εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δυνατόν να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες (Βλ. The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 QBD 55). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ένα έγγραφο είναι σχετικό αν υπάρχει πιθανότητα να ρίξει φως στην υπόθεση (Βλ. Merchants and Manufacturers Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 All E R 767). Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον συγκεκριμένο διάδικο, γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της υπόθεσής του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν υπάρχουν σχετικά έγγραφα προς αποκάλυψη εξετάζει τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας που έγινε στην υπόθεση (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 713 υπό τον τίτλο: «Refuse, adjourn . not necessary . limited to certain classes of documents»). Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών αναφέρεται ότι η παράγραφος 7 στον Πίνακα που συνοδεύει την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του Καθ' ου η αίτηση δεν προσδιορίζει το όνομα του χρεώστη και την περίοδο που η εν λόγω κατάσταση καλύπτει. Επίσης, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι στον πιο πάνω Πίνακα δεν προσδιορίζεται ο αριθμός λογαριασμού. Μα και μόνο το γεγονός ότι αποκαλύφθηκε η κατάσταση λογαριασμού αυτό υποδηλοί ότι η εν λόγω κατάσταση αφορά στην Εναγόμενη 1 και στον επίδικο λογαριασμό. Δεν θα μπορούσε λογικά να αφορά είτε σε άλλο χρεώστη, είτε σε άλλο λογαριασμό. Σε σχέση με το δεύτερο αναφέρεται ότι από το γεγονός και μόνο ότι αποκαλύπτεται η ημερομηνία κατάρτισης της κατάστασης λογαριασμού κρίνω πως προσδιορίζεται με επάρκεια η ημερομηνία μέχρι την οποία η εν λόγω κατάσταση καλύπτει, ήτοι η 30.6.
- Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το αξιώμενο με την Έκθεση Απαίτησης ποσό υπολογίσθηκε μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία πλέον τόκους από την επομένη, ήτοι από 1.7.10, μέχρι εξόφλησης. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι η αποκαλυφθείσα κατάσταση λογαριασμού όφειλε να καλύπτει περίοδο μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου ως είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Τώρα αν από την πιο πάνω αναφορά δεν προκύπτει από ποια ημερομηνία αρχίζει η κατάσταση λογαριασμού που αποκαλύπτεται αυτό δεν αποτελεί λόγο για να αχθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 6.12.12 είναι ελλιπής εντός της έννοιας του θεσμού 11 της Διάταξης 28 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συναφώς κανένας θετικός ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ήτοι ότι αυτή δεν αρχίζει από την «ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας και/ή άνοιγμα του λογαριασμού». Ό,τι επί του προκειμένου αναφέρεται είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση όφειλε να αποκαλύψει την αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από την «ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας και/ή άνοιγμα του λογαριασμού». Δεν προβάλλεται, όμως, ως θετικός ισχυρισμός ότι η αποκαλυφθείσα κατάσταση δεν αρχίζει από τότε. Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να προβληθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός αφ' ης στιγμής σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση η κατάσταση λογαριασμού δεν επιθεωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών. Σημειώνεται ότι ο τελευταίος ισχυρισμός δεν αντικρούσθηκε και δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από πλευράς των Αιτητών. Αν δε ό,τι με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν είναι η επιθεώρηση της κατάστασης λογαριασμού, αυτό δεν καλύπτεται από την νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Όπως είδαμε, η Δ.28, θ.11 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει διάδικο να προβεί σε δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων αν κριθεί ότι η πρώτη είναι ελλιπής. Δεν δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει επιθεώρηση εγγράφων. Αναφορικά με τα παραστατικά όλων των δοσοληψιών και πράξεων έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Θεωρώ ότι ο λόγος που προβάλλεται προς υποστήριξη του αιτήματος είναι γενικόλογος και αόριστος. Η αιτούμενη αποκάλυψη ζητείται για να ελεχθεί από τους Αιτητές η νομιμότητα και η εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Δεν προσδιορίζεται, όμως, πού έγκειται η οποιαδήποτε τυχόν μη νομιμότητα ή μη εγκυρότητα στις δοσοληψίες και πράξεις των Αιτητών με τον Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να προσδωθεί βαρύτητα στον λόγο τον οποίο οι Αιτητές επικαλούνται για να δικαιολογήσουν το βάσιμο του αιτήματός τους. Συν τοις άλλοις, και αφού εξέτασα με πολλή προσοχή την Υπεράσπιση των Αιτητών και διαφωνώντας με την αντίθετη θέση που διατυπώνεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών κρίνω ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και ταμειακών πράξεων δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Ό,τι με την Υπεράσπιση αμφισβητείται είναι, μεταξύ άλλων, η νομιμότητα και/ή η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών για τους ποικίλους λόγους που σε αυτήν εκτίθενται. Και όχι οι διάφορες δοσοληψίες και/ή οι πράξεις που έγιναν μεταξύ αυτών και του Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν βλέπω πώς θα έριχνε φως στην υπόθεση η αποκάλυψη των ζητηθέντων παραστατικών. Πάντως, διερωτώμαι γιατί οι Αιτητές ζητούν την αποκάλυψη των ζητηθέντων παραστατικών αφού οι δοσοληψίες και οι ταμειακές πράξεις στις οποίες αυτά αναφέρονται θα πρέπει να είναι γνωστές στην Εναγόμενη
- Αφού αυτές λογικά γίνονταν και με την συμμετοχή της. Διάδικος δεν δικαιούται σε αποκάλυψη όταν τα έγγραφα την αποκάλυψη των οποίων ζητά από τον αντίδικο βρίσκονται στην κατοχή του. Συναφώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την κατεύθυνση ότι τα ζητηθέντα παραστατικά δεν βρίσκονται στην κατοχή της Εναγόμενης 1 ή ότι αντίγραφα αυτών δεν παραδίδονταν σε αυτήν κάθε φορά που γινόταν κάποια δοσοληψία ή ταμειακή πράξη. Επίσης, δεν θα συμφωνήσω με την θέση που προωθείται μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να περιγράψει την αποκαλυφθείσα κατάσταση λογαριασμού με την επάρκεια που υποδεικνύει η Νομολογία ή τα συγγράμματα τα οποία επικαλέσθηκε ώστε οι Αιτητές να στερούνται της δυνατότητας να αντιληφθούν σε τι αυτά αναφέρονται ή να παρεμποδίζεται τυχόν διάταγμα επιθεώρησης που ήθελε εκδοθεί σε σχέση με αυτά να δύναται να εφαρμοσθεί και εκτελεσθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι η αποκάλυψη των ζητηθέντων εγγράφων θα ρίξει φως στην υπόθεση. Ή ότι αυτή θα βοηθήσει τους Αιτητές είτε να προωθήσουν την δική τους υπόθεση είτε να βλάψουν εκείνη του αντιδίκου τους ή ότι θα οδηγήσει σε έρευνα η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες. Έπειτα είναι και το άλλο. Οι Αιτητές δεν περιορίσθηκαν μόνο στο να υπερασπισθούν την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση. Εγείρουν και Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν το ποσό που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει εναντίον τους. Αυτό κατά την κρίση μου καταδεικνύει ότι όχι μόνο παραδέχονται το ύψος των ποσών που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την Έκθεση Απαίτησής του, αλλά και ότι οι ισχυρισμοί τους για παράνομες και άκυρες δοσοληψίες και ταμειακές πράξεις που προβάλλουν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αποτελούν κενό γράμμα αφ' ης στιγμής την ίδια στιγμή ανταπαιτούν ποσά που κατά τις θέσεις τους είναι παράνομα. Αν τα ποσά που ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει με την αγωγή του είναι για τους πιο πάνω λόγους παράνομα πώς τα ανταπαιτούν οι ίδιοι; Κρίνω πως η αξίωση που εγείρεται μέσω της Ανταπαίτησής τους διασαλεύει τους πιο πάνω αναφερθέντες ισχυρισμούς τους. Καταλήγω στο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 6.12.12 δεν είναι ελλιπής. Και ότι η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Τέλος, με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών κρίνει επιλήψιμη την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευσή του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με αυτή την εισήγηση. Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην παράγραφο 2 αυτής εκτός από το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι γνωρίζει και τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά. Επομένως, το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ό,τι μόνο ο ομνύων αναφέρει στην ένορκο του δήλωση ως η υπό συζήτηση θέση υποδεικνύει. Υπό το φως των πιο πάνω δεν διακρίνω οτιδήποτε το επιλήψιμο στην ένορκό του δήλωση. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείων, ακολούθως, με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Κρίνω δε πως σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτεινόταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη, η δε εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποκάλυψη εγγράφων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο