Shumakov Anatoly κ.α. ν. Ζήνωνας Γεώργιου Πολυδεύκη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2501/13, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A134 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2501/13 Μεταξύ: Shumakov Anatoly, από τη Ρωσία Shumakova Valentina, από τη Ρωσία Shumakov Mikhail, από τη Ρωσία Shumakova Nataliya, από τη Ρωσία και νυν κάτοικος Κύπρου Shumakov Alexander, από τη Ρωσία και νυν κάτοικος Κύπρου Εναγόντων-Αιτητών και
- Ζήνωνας Γεώργιου Πολυδεύκη, από την Πάφο
- Polydefkis Georghiou Developers Limited, από την Πάφο Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 4.10.2013 --------------- Ημερομηνία: 20.
- 2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Κλεοβούλου Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Στ. Φλωράκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ημερομηνίας 10.9.2013 οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πραγματική αξία της Έπαυλης με αρ. εγγραφής 0/9997, Τεμ. 91, Τμήμα 04, Φ/Σχ. 45/36W2, τοποθεσία Μελισσόβουνος, στο χωριό Τάλα της επαρχίας Πάφου, εάν αποπερατωθεί είναι ποσού €540.
- Β. Δήλωση του Δικαστηρίου προσδιορίζον τους επαχθείς για τους Ενάγοντες όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και δήλωση ότι οι εν λόγω όροι είναι προϊόν απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή ανεγράφησαν σε γλώσσα μη καταληπτή από τους Ενάγοντες και κατά συνέπεια άκυρη. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου ακυρώνον τους όρους του ως άνω αγοραπωλητήριου που είναι επαχθείς για τους Ενάγοντες. Δ. Δήλωση του δικαστηρίου ότι η αξία της αναφερόμενης Έπαυλης στο αγοραπωλητήριο ημερομηνίας 4/01/2013 είναι προϊόν απάτης του εναγόμενου 1 και/ή 2 και/ή ψυχικής πίεσης και/ή άλλως. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγόμενους να συνεχίσουν την ανέγερση της Έπαυλης και επιτρέπον στους Ενάγοντες να την αποπερατώσουν. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους να μεταβιβάσουν την αναφερόμενη Έπαυλη ελεύθερη υποθηκών και οποιουδήποτε άλλου βάρους επ΄ ονόματι των Εναγόντων και/ή Διάταγμα διατάττον την Ειδική Εκτέλεση του αγοραπωλητήριο προσδιορίζον όμως την πραγματική αξία της Έπαυλης. Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν ήδη το ποσό €350.000 στους Εναγόμενους. Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να παραδώσουν αποπερατωμένη την Έπαυλη την 23/1/2013 και/ή εντός του Ιανουαρίου
- Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν την προφορική Συμφωνία. Ι. Γενικές αποζημιώσεις για απάτη. ΙΑ. Διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό €350.000, πλέον τόκων ως αποζημιώσεις και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. ΙΒ. Νόμιμο τόκο. ΙΓ. Έξοδα.» Σε μεταγενέστερο στάδιο (4/10/13) οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτούνται: «Α. Προσωρινό Διάταγμα, το οποίο μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερου δικαστικού διατάγματος, απαγορεύει στους Εναγόμενους προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή πληρεξουσίων και/ή αντιπροσώπων τους, να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, ανταλλάξουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, υποθηκεύσουν, ενοικιάσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν οιονδήποτε μέρος του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/9997, Φυλ/Σχ.45/36W2, Τμήμα 4, Τεμ.91, στην περιοχή Μελισσόβουνος, στο χωριό Τάλα.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 30 και 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Διάταξη 48, Κανονισμοί 1, 2, 3, 8 και 9 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 3 ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι όλοι οι Ενάγοντες είναι οικογένεια, δηλαδή οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι, ο ίδιος και η Ενάγουσα 4 είναι τέκνα των Εναγόντων 1 και 2 ενώ ο Ενάγοντας 5 είναι τέκνο της Ενάγουσας
- Όλοι είναι Ρώσοι πολίτες, ο ίδιος και ο Ενάγοντας 5 κατοικούν στην Κύπρο ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται στο εξωτερικό. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι περί τον Απρίλιο του έτους 2011 ο Εναγόμενος 1 τους παρουσιάστηκε ως κατασκευαστής επαύλεων και διευθυντής και εκπρόσωπος της Εναγόμενης 2 (οικογενειακής του επιχείρησης) και κατέστη οικογενειακός τους φίλος ο οποίος τους υπέβαλε πρόταση να ανεγείρει για αυτούς μια έπαυλη συγκεκριμένων διαστάσεων σε συγκεκριμένο χώρο (Τεμ. 90, Φ./Σχ. 45/36W2, τοποθεσία Μελισσόβουνος) σύμφωνα με αρχιτεκτονικά σχέδια στο χωριό Τάλα. Οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση και κατέβαλαν στον Εναγόμενο 1 ως προκαταβολή τα ποσά των €3.000 την 27.5.2011 και €147.000 την 27.6.2011 δηλαδή ποσό €150.000 έναντι του συνολικού τιμήματος που ανήρχετο σε €630.
- Εν συνεχεία μετά από πρόταση του Εναγόμενου 1 συμφωνήθηκε όπως η έπαυλη κτιστεί σε έκταση 604 μέχρι 610 τ.μ. στο Τεμ. 91 (δυτικό τμήμα), Φ/Σχ. 45/36W2, Τμήμα 4, αρ. τίτλου 9907 ενώ στη συνέχεια η έκταση αυξήθηκε σε 710 τ.μ. στο ανατολικό τμήμα του εν λόγω τεμαχίου και το κόστος της έπαυλης (τίμημα) σε €700.
- Περαιτέρω, οι Ενάγοντες κατέβαλαν την 22.1.2012 το ποσό των €200.000 με αποτέλεσμα η προκαταβολή που δόθηκε να αυξηθεί στο ποσό των €350.
- Ο Εναγόμενος 1 για τις ως άνω πληρωμές εξέδιδε αποδείξεις της Εναγόμενης 2 καθιστώντας έτσι μέρος της συμφωνίας και την Εναγόμενη 2 και αλληλέγγυα συνυπεύθυνη μετά του Εναγόμενου 1 για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που αυτός ανέλαβε απέναντι της. Ήτο όρος της συμφωνίας, συνεχίζει ο Ενάγοντας αρ. 1, ότι με τη συμπλήρωση της προκαταβολής οι Εναγόμενοι θα ξεκινούσαν την ανέγερση της έπαυλης την οποία θα αποπεράτωναν και θα την παρέδιδαν έτοιμη για κατοίκηση εντός ενός έτους μέχρι την 23.1.
- Δυστυχώς οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν εργασίες μόλις τον Ιούνιο του έτους 2012 και συνέχιζαν με αργό ρυθμό κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και η ανέγερση της έπαυλης δεν ολοκληρώθηκε μέχρι την 23.1.2013 ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι και την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης του (4.10.2013). Ο ενόρκως δηλών (Ενάγοντας 3) αναφέρει στη συνέχεια: «
- Λόγω του αργού ρυθμού με τον οποίο οι Εναγόμενοι προχωρούσαν την ανέγερση της έπαυλης και της απόλυτης στασιμότητας που η ανέγερση της έπαυλης μετά τον Οκτώβριο 2012 παρουσίαζε και ένεκα του γεγονότος ότι μεταξύ ημών και των Εναγομένων δεν καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία και ότι απλά δείξαμε εμπιστοσύνη στις προφορικές διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 1 και ιδιαιτέρως, επειδή τον Ιανουάριο του 2013, οι γονείς μας, Ενάγοντες 1 και 2 θα αναχωρούσαν για την Ρωσία, για να γιορτάσουν στις 6 Ιανουαρίου τα Ρωσικά Χριστούγεννα, ήμασταν ιδιαίτερα ανήσυχοι ότι ακόμη η Έπαυλη δεν αποπερατώθηκε μολονότι είχαμε ήδη πληρώσει στους Εναγόμενους το ποσό €350.000,00 και αυτό χωρίς να έχουμε υπογράψει ούτε καν συμβόλαιο με τους Εναγόμενους, το Δεκέμβριο 2012 εντείναμε τις πιέσεις μας προς τους Εναγόμενους και ο Εναγόμενος 1, στις 4 Ιανουαρίου 2013, ώρα 19.00, ενώ οι γονείς μας, Ενάγοντες 1 και 2 θα αναχωρούσαν με πτήση η ώρα 10 το πρωί της 5ης Ιανουαρίου, μας κάλεσε να υπογράψουμε στον Δικηγόρο του Εναγόμενου 1 αγοραπωλητήριο έγγραφο της Έπαυλης, δηλώνοντας μας ότι αυτό ήταν απαραίτητο για να τιτλοποιηθεί η έπαυλη επ΄ ονόματι μας.
- Το αγοραπωλητήριο, το οποίο κληθήκαμε να υπογράψουμε δεν είχαμε το χρόνο να το μελετήσουμε και επιπλέον ήταν γραμμένο στην Αγγλική και επειδή κανένας από εμάς δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα τόσο καλά ώστε να μπορεί να διαβάζει νομικά έγγραφα και κατά συνέπεια δεν ξέραμε τι περιείχε, ρωτήσαμε για το περιεχόμενο του αγοραπωλητηρίου τον Εναγόμενο 1 και αυτός μας επιβεβαίωσε ότι το αγοραπωλητήριο περιελάμβανε ότι είχε ήδη συμφωνηθεί και όταν εμείς, απ΄ όσα το αγοραπωλητήριο διελάμβανε, μπορέσαμε να αντιληφθούμε μόνο κάποιους αριθμούς άσχετους όμως με ότι είχαμε μέχρι τότε συμφωνήσει, ρωτήσαμε τον Εναγόμενο 1 για τους αριθμούς αυτούς και αυτός επικαλέσθηκε τη δήθεν αδελφική μας φιλία και μας καθησύχασε να μην ανησυχούμε και ότι το αγοραπωλητήριο ήταν εικονικό, ότι προορίζετο να χρησιμοποιηθεί μόνο για τις ανάγκες των αρχών της Δημοκρατίας ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο ήταν απαραίτητο για τις ανάγκες του Νόμου και ότι το εν λόγω περιεχόμενο του αγοραπωλητηρίου δεν είχε καμία σημασία διότι ποτέ δεν θα εγίνετο χρήση του και ότι θα ίσχυαν τα όσα είχαμε συμφωνήσει προφορικά.
- Υπό τις περιστάσεις εμείς υπογράψαμε το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο και μετά την υπογραφή του αγοραπωλητήριο οι Ενάγοντες 1 και 2 αναχώρησαν για τη Ρωσία και ο Εναγόμενος 1 κράτησε τα αγοραπωλητήρια που υπεγράφησαν με σκοπό, όμως μας δήλωσε, ο Δικηγόρος του να τα καταθέσει στο Κτηματολόγιο.
- Η υπογραφή λοιπόν του αγοραπωλητηρίου έγινε βεβιασμένα και χωρίς να γνωρίζουμε τι υπογράφαμε. Η εμπιστοσύνη δε που επιδείξαμε στο πρόσωπο του Εναγομένου 1 οφείλεται στο γεγονός ότι εμείς γνωρίζουμε ήμασταν επηρεασμένοι από τη ρώσικη κουλτούρα νοοτροπία ότι η προφορική υπόσχεση έχει αξία και πάντοτε τηρείται.
- Κατά ή περί τις 08/01/2013 κλήθηκα στο Γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων και πλήρωσα το ποσό €2.100,00 ως έξοδα του αγοραπωλητηρίου, τα οποία οφείλαμε, όπως μου δήλωσε ο Εναγόμενος 1 και περί τις 10/01/2013 κλήθηκα ξανά και πλήρωσα στον ίδιο δικηγόρο το ποσό €1.250,00, για το φόρο, όπως ο Εναγόμενος 1 μου δήλωσε, προφανώς εννοώντας τα χαρτόσημα του αγοραπωλητηρίου όπως ο Δικηγόρος μου με πληροφορεί.
- Στις επόμενες μέρες ο Εναγόμενος 1 μου ζήτησε να του πληρώσω το ποσό €35.000,00 ως επιπλέον ποσό του τιμήματος €700.000,00, για την κατασκευή πορτοπαραθύρων της έπαυλης, όπως ο Εναγόμενος 1 μου ανέφερε, αλλ΄ ωστόσο εγώ αρνήθηκα να πληρώσω πέραν του συμφωνηθέντος ήδη ποσού και περαιτέρω διαμαρτυρήθηκα στον Εναγόμενο 1 ότι άλλα ήσαν τα συμφωνηθέντα και τότε ο Εναγόμενος 1 μείωσε την απαίτηση του στο ποσό €28.000,00, το οποίο όμως πάλι αρνήθηκα να πληρώσω, διότι ήταν εκτός των συμφωνηθέντων.
- Περί το τέλος Ιανουαρίου 2013, ζήτησα από τον δικηγόρο του Εναγομένου 1 το αγοραπωλητήριο για να το παρουσιάσω στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες μου το ζήτησαν για σκοπούς έκδοσης άδειας παραμονής αλλ΄ ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 έθεσε όρο για την παράδοση του αγοραπωλητηρίου την πληρωμή του ως άνω ποσού €28.000,00 και μετά τις διαμαρτυρίες μου προς τον δικηγόρο του Εναγομένου 1, αυτός με παρέπεμψε στον Εναγόμενο 1, και ο Εναγόμενος 1 μετά από την έντονη διαμαρτυρία μου, μου παρέδωσε το αγοραπωλητήριο, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β.
- Υπό τις περιστάσεις, αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε τις προθέσεις του Εναγομένου 1 και αναζητήσαμε βοήθεια από κάποιο πολιτικό μηχανικό, στον οποίο επιδείξαμε το αγοραπωλητήριο και αυτός μας ανέφερε ότι το εν λόγω αγοραπωλητήριο ήταν ελλειπές διότι δεν ανέφερε την πολεοδομική άδεια.
- Περαιτέρω, επειδή τον Μάϊο 2013 ο Εναγόμενος 1, προς κατάπληξη μας, μας ζήτησε ποσό €100.000,00, αναφέροντας μας ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί την προβλεπόμενη δόση του αγοραπωλητηρίου, ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανέγερσης της έπαυλης, αποταθήκαμε σε δικηγόρο, ο οποίος μας επεξήγησε τους όρους του αγοραπωλητηρίου και τότε αντιληφθήκαμε για πρώτη φορά το μέγεθος της εξαπάτησης μας από τον Εναγόμενο
- Αυτός και η Εναγόμενη 2, όρισαν άλλους από τους συμφωνηθέντες προφορικά όρους πληρωμής του τιμήματος της έπαυλης.
- Ο δικηγόρος στον οποίο αποταθήκαμε μας ανέφερε ότι πέραν της κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, στην οποία προέβη, διότι όμως μας συνεβούλευσε ήταν ενδεδειγμένο μέτρο για την κατοχύρωση των συμφερόντων μας, δεν μπορούσε να μας προσφέρει άλλη βοήθεια.» Ο Ενάγοντας 3 αναφέρει ακόμα ότι υπό τις περιστάσεις αναζήτησε και βρήκε διερμηνέα η οποία στη συνέχεια τον οδήγησε στον παρόντα δικηγόρο τους ο οποίος τους συμβούλευσε να προσφύγουν στο Δικαστήριο για κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε ο δικηγόρος τους στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο αποκαλύφθηκε ότι το ως άνω τεμάχιο 91 στο οποίο οι Εναγόμενοι ανήγειραν την έπαυλη, το αγόρασε η Εναγόμενη 2 από τρίτο πρόσωπο μόλις τον Ιούλιο του έτους 2011 στην τιμή των €430.000 και αμέσως υποθηκεύτηκε σε συγκεκριμένη τράπεζα δια ποσό €300.
- Όπως ακόμα διαπιστώθηκε η Εναγόμενη 2 έχει πωλήσει όλη την περιουσία της και την έχει υποθηκεύσει, όπως έχει κάνει και με την επίδικη έπαυλη. Η Εναγόμενη 2 με τις διάφορες υποθήκες οφείλει σε διάφορους τραπεζικούς οργανισμούς το συνολικό ποσό των €2.009.607 και παρατίθενται λεπτομέρειες. Περαιτέρω οι Ενάγοντες εξασφάλισαν την εκτίμηση εμπειρογνώμονα η οποία εκτίμηση προσδιορίζει την αξία του ανατολικού τμήματος του τεμαχίου 91, στο οποίο η έπαυλη ανεγείρεται, στο ποσό των €211.400 και την αξία του κτιρίου αποπερατωμένου στο ποσό των €366.000 περίπου δηλαδή η αξία της έπαυλης (κτιρίου και οικοπέδου) ανέρχεται σε €577.400 περίπου και για την αποπεράτωση της έπαυλης υπολείπεται το ποσό των €216.000 περίπου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, συνεχίζει ο Ενάγοντας 3, οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν ότι έπεσαν θύματα της μεγάλης απάτης των Εναγομένων και παρατίθενται λεπτομέρειες απάτης ή και δόλιας συμπεριφοράς του Εναγομένου 1 ο οποίος ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 για του οποίου τη συμπεριφορά και ενέργειες, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, είναι συνυπεύθυνη η Εναγόμενη
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν εμπιστεύονται πλέον τους Εναγόμενους και δεν επιθυμούν τη συνέχιση της συνεργασίας τους μαζί τους ενώ όπως εκτιμά υπάρχει και ο παράγοντας οικονομικής και επαγγελματικής αφερεγγυότητας εκ μέρους των Εναγομένων αφού είναι βέβαιο ότι οι Εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να αποπερατώσουν την έπαυλη λόγω οικονομικής αδυναμίας. Το πλέον ενδεδειγμένο μέτρο για τους Ενάγοντες είναι η παύση της συνεργασίας με τους Εναγόμενους και η ανάθεση της έπαυλης σε άλλο εργολάβο και σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να δαπανηθεί, ως αναφέρεται πιο πάνω, το ποσό των €216.000 ανεβάζοντας το συνολικό ποσό της δαπάνης σε €577.
- Ήδη ο δικηγόρος τους απέστειλε προς την Εναγόμενη 2 επιστολή ημερομηνίας 30.9.2013 με την οποία τους πληροφορεί ότι οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν πλέον τη συνεργασία τους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η έπαυλη θα παραμείνει υποθηκευμένη για το ποσό των €300.000 πλέον τόκους, ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να αποπληρώσουν γεγονός που θα τους εξαναγκάσει να αποπληρώσουν οι ίδιοι το χρέος και στην καλύτερη γι΄ αυτούς περίπτωση η τράπεζα ίσως αποδεχθεί να αποπληρώσουν το ήμισυ του χρέους αυτού το οποίο αναλογεί στο μέρος που ανεγέρθηκε η οικοδομή το οποίο δεν γνωρίζουν πόσο θα αυξηθεί με τους τόκους. Ακόμα θα περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής της οποίας τα έξοδα πιθανόν να ανέλθουν στο ποσό των €15.
- Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη 2 είναι μια αφερέγγυα εταιρεία της οποίας η διάλυση είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο που θα έχει ως συνέπεια να μην μπορέσει να αποπληρώσει την υποθήκη ενώ οι ίδιοι οι Ενάγοντες δεν θα μπορέσουν να εκτελέσουν την απόφαση την οποία το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει προς όφελος τους. Όπως ακόμα αποκαλύπτει το πιστοποιητικό έρευνας του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου, η Εναγόμενη 2 δεν έχει καμία περιουσία ελεύθερη, όλη η περιουσία της έχει πουληθεί, τα μισά ακίνητα είναι υποθηκευμένα και κανένα δεν έχει μεταβιβασθεί ενώ στερείται ρευστότητας όπως του αποκάλυψε εξάλλου ο Εναγόμενος 1 τον Ιανουάριο του έτους
- Είναι λοιπόν ενδεδειγμένο και επιβαλλόμενο, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, όπως οι Ενάγοντες εξασφαλίσουν τα δικαιώματα τους με συντηρητικό διάταγμα διότι η οικία που αγόρασαν και θα δαπανούσαν για αυτήν επιπλέον ποσό ενδέχεται μια μέρα να πωληθεί προς ικανοποίηση των χρεών της τράπεζας ενώ η μόνη εξασφάλιση που έχουν ότι κάποτε θα μπορέσουν να εισπράξουν το ποσό των αποφάσεων είναι η δέσμευση του εν λόγω ακινήτου το οποίο είναι το μόνο ελεύθερο. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 καταχώρησε εμφάνιση την 21.10.2013 και την 15.11.2013 ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Κ.4, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 31 και 32, στις αρχές της επιείκειας και στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4
(1)
(2)
(3), 7, 9
(1)
(2)
(3). Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος. Β) Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση. Γ) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δ) Η αίτηση για έκδοση του εν λόγω Διατάγματος καταχωρήθηκε εκ του περισσού, αφού οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορούν εκ των πραγμάτων και ούτε και σήμερα να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, ανταλλάξουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, υποθηκεύσουν, ενοικιάσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν το μέρος του επίδικου ακινήτου επί του οποίου ανεγείρεται η έπαυλη την οποία αγόρασαν οι Ενάγοντες - Αιτητές, δεδομένου ότι το εν λόγω μέρος του ακινήτου βαρύνεται ήδη με το ΠΩΕ 535/2013, ήτοι το ίδιο το Πωλητήριο Έγγραφο των Εναγόντων - Αιτητών. Ε) Απαγόρευση των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση δια της έκδοσης σχετικού Διατάγματος να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, ανταλλάξουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, υποθηκεύσουν, ενοικιάσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν το υπόλοιπο μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον, είναι περιττό και άδικο για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση, αφού το τεμάχιο που οι Ενάγοντες διεκδικούν είναι το μέρος του επίδικου ακινήτου το οποίο και αγόρασαν και το οποίο βαρύνεται με το ως άνω Πωλητήριο Έγγραφο, η δε αξία του υπολοίπου ακινήτου υπερκαλύπτει την κλίμακα της παρούσας αγωγής και τις αξιώσεις των Εναγόντων - Αιτητών. ΣΤ) Η δέσμευση δια δικαστικού διατάγματος ολόκληρου του ακινήτου επί μέρους του οποίου ανεγείρεται η επίδικη έπαυλη την οποία αγόρασαν οι Ενάγοντες - Αιτητές αποτελεί υπέρμετρα δυσμενές και ιδιαίτερα επαχθές μέτρο για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση, αφού οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση ως εταιρεία ανάπτυξης γης η οποία εμπορεύεται ακίνητα θα αναγκαστεί να θέσει εκτός αγοράς το υπόλοιπο μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον. Ζ) Σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού τα δικαιώματα των Εναγόντων - Αιτητών προστατεύονται από το πωλητήριο έγγραφο τους το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η) Οι Ενάγοντες απέτυχαν να επικαλεστούν και να αποδείξουν για ποιους συγκεκριμένα λόγους είναι κατεπείγουσα η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Θ) Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο καταχωρώντας την αίτηση για έκδοση του προσωρινού Διατάγματος, αλλά στρέβλωσαν τα πραγματικά γεγονότα και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, γεγονός που από μόνο του πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη της αίτησης τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ι) Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι άλλος από τον σκοπό για τον οποίο ο νομοθέτης προνόησε την ύπαρξη παρόμοιων αιτήσεων, ήτοι καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες - Αιτητές καταχρηστικά, με στόχο να πιέσουν τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση να επαναδιαπραγματευτούν τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 04/01/2013 και ειδικά το τίμημα πώλησης και ανέγερσης της κατοικίας.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Πολυδεύκη, πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της Εναγόμενης 2 και του ατόμου που ελέγχει πλήρως και διευθύνει την Εναγόμενη 2 μετά που ο πατέρας του Πολυδεύκης Γεωργίου, διευθυντής της Εναγόμενης 2 του παραχώρησε τις πιο πάνω εξουσίες τις οποίες ο ίδιος δεν μπορούσε να εξασκήσει λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει στην ένορκη δήλωση του τη δική του εκδοχή των γεγονότων αμφισβητώντας αρκετούς από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα 3 στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι οι Ενάγοντες είναι οικογένεια όπως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια στην ένορκη δήλωση του ότι περί τον Απρίλιο του έτους 2011 ο Ενάγοντας 1 μαζί με τα τέκνα του Ενάγοντες 3 και 4 ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν συγκεκριμένη κατοικία στην Τάλα της επαρχίας Πάφου. Προς το σκοπό αυτό πλησίασαν την Εναγόμενη 2 η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης κατοικίας και με αυτό τον τρόπο ο ίδιος γνωρίστηκε προσωπικά μαζί τους αφού ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 2 ανέλαβε να διαπραγματευτεί μαζί τους την αγορά της έπαυλης. Η έπαυλη άρεσε στους Ενάγοντες και η Ενάγουσα 4 κατέβαλε την 27.5.2011 εκ μέρους των Εναγόντων 1, 3 και 4 στην Εναγόμενη 2 το ποσό των €3.000 ως προκαταβολή για την αγορά της η δε Εναγόμενη 3 εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη. Ωστόσο στην πορεία οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 αποφάσισαν αντί να αγοράσουν έτοιμη έπαυλη, να αγοράσουν γη και να ανεγείρουν έπαυλη την οποία θα σχεδίαζαν όπως οι ίδιοι ήθελαν. Έτσι τους υποδείχθη το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 9997, Φ/Σχ. 45/26W2, τεμ. 91, στην περιοχή Μελισόβουνος στην κοινότητα Τάλας και αφού δήλωσαν ότι τους άρεσε, υπογράφηκε την 27.6.2011 μεταξύ της Εναγόμενης 2 με τους Ενάγοντες 1, 3 και 4 προκαταρκτική συμφωνία με την οποία η Εναγόμενη 2 ανέλαβε να ανεγείρει εντός του δυτικού τμήματος αυτού (το οποίο η Εναγόμενη 2 βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις να το αγοράσει από τρίτο πρόσωπο) κατοικία τεσσάρων υπνοδωματίων με πισίνα έναντι του ποσού των €630.000 και οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 κατέβαλαν στην Εναγόμενη 2 ως προκαταβολή το ποσό των €147.000 η δε Εναγόμενη 2 εξέδωσε σχετική απόδειξη. Μετά την υπογραφή της προκαταρκτικής συμφωνίας η Εναγόμενη 2 ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις με το τρίτο πρόσωπο και την 28.6.2011 αγόρασε το εν λόγω ακίνητο του οποίου η διαδικασία πληρωμής και τιτλοποίησης ολοκληρώθηκε ένα περίπου μήνα αργότερα (29.7.2011) Μετά από κάποια καθυστέρηση που παρατηρήθηκε που σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα αυτή οφείλετο στους Ενάγοντες 1, 3 και 4 και μετά από κάποιες συζητήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ του ίδιου του ενόρκως δηλούντα και των Εναγόντων 1, 3 και 4 συμφωνήθηκε η ακύρωση της συμφωνίας της αγοράς του δυτικού μέρους του ακινήτου έναντι €630.000 και όπως οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 προχωρήσουν με την αγορά του ανατολικού μέρους του ακινήτου και της ανέγερσης έπαυλης σ΄ αυτό με υπόγειο προς €730.
- Έτσι περί τις αρχές του έτους 2012 η Εναγόμενη 2 ως ιδιοκτήτρια υπόγραψε με τους Ενάγοντες 1, 3 και 4 ως αγοραστές πωλητήριο έγγραφο σύμφωνα με το οποίο οι Ενάγοντες αγόραζαν από την Εναγόμενη 2 μια διώροφη κατοικία τεσσάρων υπνοδωματίων με πισίνα η οποία θα ανεγειρόταν έναντι του ποσού των €730.
- Διευκρινίζεται ότι αν και στο πωλητήριο έγγραφο αναφέρεται ότι υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων 1, 3 και 4 συγκεκριμένος δικηγόρος ως αντιπρόσωπος τους εντούτοις στην πραγματικότητα υπέγραψαν αυτοπροσώπως οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα στο έγγραφο. Παρόλο που εκ λάθους ή εκ παραδρομής δεν αναγράφεται ημερομηνία υπογραφής του αυτό υπογράφηκε περί τον Ιανουάριο του έτους 2012 και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι Ενάγοντες μέσω του Ενάγοντα 1 κατέβαλαν στην Εναγόμενη 2 την τρίτη πληρωμή του ποσού των €200.000 (στην παράγραφο 1 του πωλητηρίου εγγράφου δηλώνεται ξεκάθαρα ότι η Εναγόμενη 2 έχει ήδη εισπράξει το ποσό των €350.000) για το οποίο εκδόθηκε απόδειξη η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε και στη θέση της εκδόθηκαν τρεις νέες αποδείξεις για το συνολικό ποσό των €200.000 (για λογιστικούς σκοπούς). Ο ενόρκως δηλών εξηγεί στην ένορκη του δήλωση τους λόγους που το τίμημα πώλησης ανέβηκε κατά €100.000 και αναφέρει ότι αφού οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 κατέληξαν στα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια της αρεσκείας τους, περί το Μάρτιο του έτους 2012 υποβλήθηκε εκ μέρους της Εναγομένης 2 αίτηση για άδεια οικοδομής. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όλες οι συμφωνίες, εμπορικές συναλλαγές ή ανταλλαγές χρημάτων που έγιναν μεταξύ του ιδίου και των Εναγόντων έγιναν υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Εναγόμενης 2 και όχι προσωπικά από τον ίδιο. Αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 2 δεσμεύτηκε ότι θα ολοκλήρωνε την ανέγερση της κατοικίας μέχρι την 23.1.2013 παραπέμποντας στο πωλητήριο έγγραφο στο οποίο καθορίζεται ως χρόνος παράδοσης της κατοικίας, ο χρόνος εξόφλησης των τελευταίων €10.000 του τιμήματος πώλησης διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος προσωπικά ουδέποτε συμβλήθηκε και ουδέποτε δεσμεύτηκε για τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα: «9.(ε) Αρνούμαι τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 3 ότι δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, κυρίως ο ίδιος προσωπικά. Με τον Ενάγοντα 3, αλλά και με τους υπόλοιπους Ενάγοντες είχαμε πολύ στενές προσωπικές σχέσεις όλο αυτό το διάστημα της συνεργασίας τους με την Εναγομένη 2, ήτοι από την άνοιξη του 2011 μέχρι πρόσφατα. Η γλώσσα στην οποία συνεννοούμασταν αυτά τα 2,5 χρόνια είναι η αγγλική, τόσο προφορικά όσο και γραπτά και μέσω του Ενάγοντος 3 επικοινωνούσαμε και με τους υπολοίπους. Ανταλλάσαμε επισκέψεις, τηλεφωνήματα και μηνύματα στα κινητά μας τηλέφωνα, όλα στα αγγλικά. Οι Ενάγοντες υπέγραφαν συμφωνίες με την Εναγομένη 2 και αποδέχονταν αποδείξεις για τα χρήματα τα οποία παρέδιδαν στην Εναγομένη 2 στην αγγλική γλώσσα. Εξ΄ όσον δε κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και εξ΄ όσον οι ίδιοι με είχαν ενημερώσει, είχαν αγοράσει και παλαιότερα τον Ιούλιο του 2009 ένα διαμέρισμα στην Πάφο από την εταιρεία DDT Developers Ltd και το συμβόλαιο και σε εκείνη την περίπτωση είχε υπογραφεί από τους Ενάγοντες 1, 3 και 4 και πάλι στην αγγλική γλώσσα. Αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου που είχαν δώσει οι ίδιοι οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 2 για σκοπούς συμπλήρωσης αίτησης των Εναγόντων για μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ για την ανέγερση της επίδικης έπαυλης, επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Επίσης, εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω, και ο Ενάγων 5 αντιλαμβάνεται, μιλά και γράφει στα αγγλικά, αφού εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω φοιτά σε αγγλόφωνο σχολείο στην Πάφο. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι δεν γνωρίζουν να ομιλούν και να διαβάζουν την αγγλική γλώσσα είναι ψευδείς, ανυπόστατοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με μόνο σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων τους.» Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας οι οποίες άρχισαν αμέσως μετά την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων (την 26.4.2012 ολοκληρώθηκαν οι χωματουργικές εργασίες, την 17.5.2012 ξεκίνησε η διαδικασία των καλουπιών κ.λ.π.), προχωρούσαν κανονικά και ότι τα προβλήματα άρχισαν τον Οκτώβριο του έτους 2012 όταν οι Ενάγοντες αποφάσισαν να προβούν σε περαιτέρω αλλαγές κυρίως ως προς τα παράθυρα της κατοικίας, τη διαμόρφωση της κουζίνας και τα μπάνια γεγονός που προκάλεσε νέες καθυστερήσεις. Τον Δεκέμβριο του έτους 2012 ήρθε στην Κύπρο ο Ενάγων 1 μαζί με τη σύζυγο του Ενάγουσα 2 και τον ενημέρωσαν ότι δεν κατάφεραν να πωλήσουν κάποια ακίνητη ιδιοκτησία τους στη Ρωσία από το προϊόν της οποίας είχαν σκοπό να εξοφλήσουν την έπαυλη και ζήτησαν πίστωση χρόνου για καταβολή οποιουδήποτε περαιτέρω ποσού έναντι του τιμήματος αγοράς της έπαυλης. Περαιτέρω, μετά από αίτημα των Εναγόντων 1, 3 και 4 η Εναγόμενη 2 δέχθηκε να ακυρωθεί το πωλητήριο έγγραφο και να επαναδιαπραγματευθεί με τους Ενάγοντες τους όρους νέου πωλητηρίου εγγράφου για την αγορά της επίδικης έπαυλης. Μετά που οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον ενόρκως δηλούνται να τους συστήσει νέο δικηγόρο και αυτός τους σύστησε συγκεκριμένο δικηγόρο, ο νέος δικηγόρος τον ειδοποίησε την 4.1.2013 ότι το πωλητήριο έγγραφο ήτο έτοιμο και ότι οι πελάτες του επιθυμούσαν να υπογραφεί το συντομότερο καθότι οι Ενάγοντες θα έφευγαν για τη Ρωσία την ίδια μέρα. Έτσι κατά την ως άνω ημερομηνία μετά από πολλές διαπραγματεύσεις αναφορικά με τους όρους του πωλητηρίου (το τίμημα της έπαυλης μειώθηκε κατά €30.000 και συμφωνήθηκε στις €700.000 ως επίσης η εξόφληση του τιμήματος συμφωνήθηκε να γίνει σταδιακά σε μεγάλα χρονικά διαστήματα και τέλος αφαιρέθηκε πρόνοια για επιβολή τόκου επί του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση που αυτό δεν καταβαλλόταν όταν θα καθίστατο απαιτητό) και αφού κατέληξαν στο τελικό κείμενο του πωλητηρίου αυτό υπογράφηκε την 4.1.
- Λόγω της αλλαγής στον τρόπο καταβολής του τιμήματος η Εναγόμενη 2 ζήτησε και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν παράταση του χρόνου παράδοσης της έπαυλης (τέλος του έτους 2013). Κατά τη διάρκεια της συνάντησης οι Ενάγοντες σε καμία περίπτωση δεν παραπονέθηκαν για την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών. Όσον αφορά τη γλώσσα του πωλητηρίου εγγράφου οι Ενάγοντες 3 και 5 γνωρίζουν να μιλούν, να διαβάζουν και να γράφουν την αγγλική γλώσσα σε ικανοποιητικό επίπεδο ώστε τουλάχιστον να αντιληφθούν τους βασικούς όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η δόση των €100.000 που σύμφωνα με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 4.1.2013 ήτο πληρωτέα μέχρι το τέλος του μηνός Μαϊου 2013 ενώ η δόση των €100.00 που ήτο πληρωτέα την 30.8.2013 επίσης δεν πληρώθηκε. Μέχρι το Μάϊο του έτους 2013 οι εργασίες ανέγερσης της έπαυλης συνεχίζονταν κανονικά δηλαδή ολοκληρώθηκαν τα σοβατίσματα, όλες οι μονώσεις και η ηλεκτρολογική και υδραυλική εγκατάσταση. Ωστόσο δεδομένης της άρνησης ή αδυναμίας των Εναγόντων να καταβάλουν τη δόση των €100.000 την 31.5.2013 οι εργασίες αναστάλησαν περί τον Μάϊο-Ιούνιο του έτους
- Αποτελεί ακόμα θέση του ενόρκως δηλούντα ότι: «
- Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 27 της Ε/Δ και το Τεκμήριο Δ, ήτοι την εκτίμηση του ανατολικού τμήματος του Ακινήτου και της έπαυλης δεν παραδέχομαι το περιεχόμενο τους και διευκρινίζω τα κάτωθι: (α) Το όλο Ακίνητο αγοράστηκε το 2011 για το ποσό των €430.000,= και είναι συνολικού εμβαδού 1.208τ.μ.. Είναι θέση των Εναγομένων ότι το ανατολικό τμήμα το οποίο αγόρασαν οι Ενάγοντες είναι εμβαδού 600 τ.μ. ως εκ τούτου η αξία του είναι περίπου η μισή, ήτοι €215.000,=. (β) Οι καλυμμένοι χώροι της κατοικίας των Εναγόντων, περιλαμβανομένου και του υπογείου το οποίο είναι εμβαδού 134τ.μ. περίπου, είναι σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια συνολικού εμβαδού 320τ.μ. και όχι €241,55τ.μ. όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο Δ της Ε/Δ. Η αξία μια κατοικίας με τα υλικά που επέλεξαν μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες, στην περιοχή που βρίσκεται η εν λόγω κατοικία, είναι θέση των Εναγομένων ότι ανέρχεται στα €1.400,= και όχι €1.350,= ανά τ.μ. όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο Δ της Ε/Δ. Ως εκ τούτου, είναι θέση της Εναγομένης 2 από την πείρα της ως εταιρεία ανάπτυξης γης ότι η αξία της κατοικίας αποπερατωμένης, ανέρχεται στα €448.000,= περίπου. (γ) Ως εκ τούτου, είναι θέση των Εναγομένων ότι η αξία του τμήματος του Ακινήτου το οποίο οι Ενάγοντες αγόρασαν με την έπαυλη ολοκληρωμένη, ανέρχεται στις €663.000,=, αντί €577,000,= όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο Δ της Ε/Δ. (δ) Περίπου το ως άνω ποσό των €663.000,=, αποτελεί και το τίμημα αγοράς της έπαυλης των Εναγόντων από την Εναγομένη 2, αφού οι Ενάγοντες την αγόρασαν για το συνολικό ποσό των €700.000,= περιλαμβανομένου ΦΠΑ. Κι΄ αυτό αρχικά διότι η Εναγόμενη 2 θεωρούσε και ευελπιστούσε ότι μπορεί να διεκδικήσει μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ προς 5%. Γι΄ αυτό το λόγο η Εναγομένη 2 αποδέχθηκε το τίμημα του Ακινήτου να συμφωνηθεί εν τέλει στις €700.000,=, ήτοι €665.000,= πλέον 5% ΦΠΑ. Ωστόσο, εκ των υστέρων η Εναγομένη 2 ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες ότι ήταν οι ίδιοι ιδιοκτήτες και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο, ήτοι του διαμερίσματος που αγόρασαν δυνάμει του Τεκμηρίου 10 και ως εκ τούτου δεν θα γινόταν αποδεκτή η αίτηση τους για μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ. Το γεγονός αυτό ήταν τρομερό πλήγμα για την Εναγομένη 2, η οποία θα χρειαστεί να επωμιστεί η ίδια τον ΦΠΑ με συντελεστή 18% και άρα το πραγματικό ποσό που θα εισπράξει η Εναγομένη 2 από το Πωλητήριο Έγγραφο είναι €593.000,= περίπου μόνο, ήτοι ποσό πολύ χαμηλότερο από την σημερινή αξία του ακίνητου και της έπαυλης. (ε) Είναι θέση των Εναγομένων ότι το κόστος αποπεράτωσης της έπαυλης ανέρχεται περίπου στις €150.000,= και όχι €216,000,= όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο Δ της Ε/Δ.
- Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 28 της Ε/Δ, το αρνούμαι κατηγορηματικά και ισχυρίζομαι ότι είτε επί σκοπού και δόλια είτε εκ λάθους και χωρίς να το γνωρίζουν οι Ενάγοντες, έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας μέρος μόνο της αλήθειας και μάλιστα διαστρεβλωμένα. Συγκεκριμένα: (α) Η Εναγομένη 2 είναι εταιρεία ανάπτυξης γης, όπως έχει ήδη διευκρινιστεί και αποτελεί μέρος των σκοπών ίδρυσής της και των εργασιών της να αγοράζει και να πωλεί γη. Ως εκ τούτου το να παρουσιάζεται ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας της ως πουλημένη, μόνο υγιές μπορεί να χαρακτηριστεί κατά τη γνώμη μου. (β) Επαναλαμβάνω ότι το Τεκμήριο Γ σε καμία περίπτωση περιλαμβάνει όλη την περιουσία της Εναγομένης 2 και στο σημείο αυτό οι Ενάγοντες είτε ψεύδονται επί σκοπού είτε παραπλανήθηκαν και εκ λάθους μπορεί να παραπλανήσουν και το ίδιο το Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι είναι ιδιοκτήτες δύο ακινήτων στην Κοινότητα Μέσα Χωριού της Επαρχίας Πάφου, συνολικού εμβαδού €1.138τ.μ. και μόλις πρόσφατα αγόρασαν δύο ακόμα οικόπεδα στην περιοχή Μεσόγης της Επαρχίας Πάφου, το πρώτο εμβαδού 618τ.μ. και το δεύτερο εμβαδού 706τ.μ.. Όλα τα πιο πάνω ακίνητα είναι ελεύθερα από εμπράγματα βάρη και υποθήκες αν και τα δεύτερα οικόπεδα πωλήθηκαν μόλις πρόσφατα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 15 αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των εν λόγω ακινήτων της Εναγομένης 2 προς απόδειξη των ισχυρισμών μου. (γ) Διευκρινίζω ότι το Τεκμήριο 16 δεν είναι η μόνη ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 2, ωστόσο δεν βρίσκω το λόγο να αποκαλύψω περαιτέρω περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2, προκειμένου να αποδείξω ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι όλη η ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 2 περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο Γ της Ε/Δ του Ενάγοντα και ότι όλη η ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 2 είναι πωλημένη ή υποθηκευμένη, είναι πέρα για πέρα ψευδείς και ανυπόστατοι και μόνο σκοπό έχουν είτε εκ λάθους είτε επί σκοπού να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (δ) Διευκρινίζω ακόμα ότι η Εναγομένη 2 ουδέποτε ισχυρίστηκε ή υπονόησε στους Ενάγοντες ή δια της παρούσης στο Δικαστήριο ότι είναι κάποια μεγάλη εταιρεία ανάπτυξης γης με τεράστιες εκτάσεις, η οποία αναλαμβάνει την ανέγερση και πώληση μεγάλων οικοδομικών συγκροτημάτων. Τακτική της Εναγομένης 2, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι ανά περιόδους να αγοράζει δύο ή τρία οικόπεδα, να τα ενοποιεί, να σχεδιάζει εντός αυτών συγκροτήματα ή ανεξάρτητες κατοικίες των ολίγων οικιστικών μονάδων και να τα πωλεί κατά προτίμηση αφού θα βρεθούν αγοραστές, με σκοπό να μειώσει το ρίσκο να ανεγείρει οικιστικές μονάδες οι οποίες μπορεί να παραμείνουν απούλητες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αποφέροντας ζημιά στην Εναγομένη
- (ε) Αναφορικά με τις υποθήκες που φαίνονται στο Τεκμήριο Γ της Ε/Δ του Ενάγοντα 3 και οι οποίες παρουσιάζονται όλες ως υποθήκες της Εναγομένης 2 από τους Ενάγοντες, ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής και μόνο σκοπό έχει να δοθεί λανθασμένη εικόνα στο Δικαστήριο για τα οικονομικά και το ποιόν της Εναγομένης 2, με απώτερο σκοπό οι Ενάγοντες να χτίσουν την υπόθεση τους ότι δήθεν εξαπατήθηκαν από την Εναγομένη 2, η οποία δήθεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και η οποία δήθεν είχε λόγο να εξαπατήσει τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, διευκρινίζω ότι από τις υποθήκες που αναφέρονται στο Τεκμήριο Γ και την παράγραφο 28 της Ε/Δ, μόνο οι Υ2356/2011 και η 2357/2011 συνολικού ποσού €300.000,= οι οποίες βαρύνουν το Ακίνητο ανήκουν στην Εναγομένη
- Όλες οι υπόλοιπες αποτελούν εξασφαλίσεις δανείων που έχουν συνάψει οι αγοραστές της Εναγομένης 2 για την αγορά διαφόρων ακινήτων από την Εναγομένη 2 και όχι εξασφαλίσεις της ίδιας της Εναγομένης 2 για δικές της οφειλές. Συγκεκριμένα: ................
- Επίσης, επιθυμώ να αναφέρω στο Δικαστήριο ότι η οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 2 είναι αρκετά καλή, δεδομένων και των σημερινών οικονομικών συνθηκών. Συγκεκριμένα, είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε όλες τις τρέχουσες οικονομικές της υποχρεώσεις οι οποίες σε τραπεζικά ιδρύματα δεν είναι άλλες εκτός από το δάνειο που αναφέρεται στην παράγραφο 25 της παρούσας και επίσης έχει τραπεζικές καταθέσεις ύψους €145.000,=. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της Εναγομένης 2 ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις και ότι διατηρεί τραπεζικές καταθέσεις, επισυνάπτω σχετική βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Λτδ, η οποία είναι η τράπεζα με την οποία η Εναγομένη 2 συνεργάζεται τα τελευταία χρόνια, ημερομηνίας 29/10/2013, ως Τεκμήριο
- .................
- Αρνούμαι τους ισχυρισμούς που ο Ενάγων 3 αναφέρει στις παραγράφους 30, 31, 32 και 33 της Ε/Δ, και επαναλαμβάνω όσα ανέφερα ανωτέρω. Επίσης, επιθυμώ να προσθέσω ότι παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επιθυμούν δήθεν την παύση της συνεργασίας με την Εναγομένη 2, εν τούτοις, δεν έχουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τερματίσει, καταγγείλει ή ακυρώσει το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/2013, το οποίο άρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και να δεσμεύει τους Ενάγοντες.
- Αναφορικά δε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 31 περί οικονομικής και επαγγελματικής αφερεγγυότητας της Εναγομένης 2, αυτοί είναι όχι μόνο παντελώς αστήρικτοι και αβάσιμοι, αποτελούν δε ασύστολα ψεύδη και κακοπροαίρετα συμπεράσματα των ίδιων των Εναγόντων, οι οποίοι προσπαθούν να πλήξουν την εικόνα της Εναγομένης 2, διαστρεβλώνοντας αποδεδειγμένα την αλήθεια, όπως ισχυριζόμενοι ότι δήθεν η Εναγόμενη 2 είχε οφειλές σε διάφορες τράπεζες άνω των €2.000.000,= ενώ με μια πιο προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου Γ που οι ίδιοι οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν και με μια προσεκτικότερη έρευνα από πλευράς τους, εύκολα θα διαπίστωναν ότι οι μόνες υποθήκες που αφορούν την Εναγομένη είναι ύψους €300.000,=. Οι ισχυρισμοί τους δε για οικονομική αδυναμία ολοκλήρωσης της έπαυλης αντικρούονται στο Τεκμήριο 17 της παρούσης, αλλά και στην ίδια τη λογική, αφού το κόστος ολοκλήρωσης της έπαυλης υπερκαλύπτεται από το ποσό που οι Ενάγοντες οφείλουν να καταβάλουν στην Εναγομένη 2 πριν την παράδοση, ήτοι τις €300.000,= και όχι €310.000,= όπως περιγράφονται στις παραγράφους 2 b, c και d του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 04/01/
- Αναφορικά δε με την επιστολή των Δικηγόρων των Εναγόντων, Τεκμήριο Ε, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι την παρέλαβαν με τηλεομοιότυπο στις 03/10/2013, ήτοι πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής, η αποστολή της δε αποτελεί για τους Εναγομένους μια ακατανόητη και άνευ ουσίας ενέργεια, δεδομένης της έγερσης της παρούσας αγωγής. .................
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 36 της Ε/Δ και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 10/09/2013 με γενική οπισθογράφηση. Μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω δεν έχει καταχωρηθεί και επιδοθεί στους Εναγόμενους Έκθεση Απαίτησης. Με το διατακτικό της γενικής οπισθογράφησης οι Ενάγοντες αιτούνται διαφόρων αναγνωριστικών διαταγμάτων από το Δικαστήριο, ενός απαγορευτικού διατάγματος για τους Εναγομένους, ενός διατάγματος με το οποίοι οι Εναγόμενοι θα υποχρεούνται σε μεταβίβαση της έπαυλης στους Εναγόμενους, γενικές αποζημιώσεις για απάτη και τέλος διαζευκτικά τα χρήματα που κατέβαλαν στην Εναγομένη 2 δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τόσο από το διατακτικό, όσο και από το περιεχόμενο της Ε/Δ του Ενάγοντα 3, φαίνεται ότι βάση της αγωγής τους είναι η απάτη. Ωστόσο, δεν φαίνεται να επιθυμούν να προωθήσουν το αποτέλεσμα που θα προκύψει εάν η βάση της αγωγής τους επιτύχει, δηλαδή δεν επιθυμούν την ακυρότητα ολόκληρου του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 04/01/2013, το οποίο δήθεν αποτελεί προϊόν απάτης, γεγονός που εάν τυχόν αποδειχθεί θα είναι θανάσιμο για την ισχύ του. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι Ενάγοντας επιθυμούν την αναγνώριση από το δικαστήριο κάποιων όρων του Πωλητηρίου Εγγράφου οι οποίοι είναι προς όφελος τους ως αληθείς και εν ισχύ, πχ, την αναγνώριση δικαιώματος μεταβίβασης της έπαυλης επ΄ ονόματι τους και την παράδοση της κατοχής της έπαυλης για συνέχιση των εργασιών από άλλο εργολάβο, και την ακύρωση ή καθορισμό ή επαναδιαπραγμάτευση από το Δικαστήριο κάποιων όρων που δεν τους εξυπηρετούν, όπως το ύψος του τιμήματος. Εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι των Εναγομένων, αυτή η αγωγή είναι αδύνατο να επιτύχει, αφού οι Ενάγοντες φαίνεται να επιθυμούν να ακυρώσουν μερικώς το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/2013 και ταυτόχρονα να το διατηρήσουν μερικώς. .........................
- Εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων, σε αντίθεση με όσα αναφέρει ο Ενάγων 3 στην παράγραφο 43 της Ε/Δ, ισχυρισμοί που έτσι κι αλλιώς είναι γενικοί και αόριστοι και δεν στηρίζονται από οποιοδήποτε επιχείρημα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού Διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και της Ε/Δ και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Και αυτό διότι: (α) Οι Ενάγοντες δεν έχουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθ΄ ότι στην ουσία με την έγερση της παρούσας αγωγής ζητούν το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/2013 να ακυρωθεί μερικώς και να συνεχίσει να ισχύει μερικώς, γεγονός που δεν προβλέπεται από οποιοδήποτε κανόνα δικαίου και που σε καμία περίπτωση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της παρούσας δικαστικής διαμάχης, ακόμα και εάν οι Ενάγοντες καταφέρουν να αποδείξουν ότι δήθεν εξαπατήθηκαν από τους Εναγομένους. (β) Δεν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας υπόθεσης, αφού ακόμα και εάν οι Ενάγοντες καταφέρουν να αποδείξουν ότι εξαπατήθηκαν, το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί σε δήλωση ότι το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/2013 είναι εξ΄ υπαρχής άκυρο ως προϊόν απάτης και να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα του Πωλητηρίου Εγγράφου κατάσταση, διατάγματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο διατακτικό της Γενικής Οπισθογράφησης των Εναγόντων και Διατάγματα τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν αιτούνται οι Ενάγοντες, ούτε φαίνεται να τους ενδιαφέρουν. (γ) Εν γένει η μαρτυρία που οι Ενάγοντες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Ε/Δ και τα Τεκμήρια που την συνοδεύουν στην προσπάθεια τους να πείσουν ότι εξαπατήθηκαν από τους Εναγομένους είναι ελλιπής, γενική και αόριστη, σε καμία δε περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, γεγονός το ποίο το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί ακόμα και σε αυτό το στάδιο, με αποτέλεσμα η υπόθεση του Ενάγοντα να μην έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Μόνος δε σκοπός των Εναγόντων φαίνεται ξεκάθαρα κατά την γνώμη των Εναγομένων, είναι να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους όπως αυτές απορρέουν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/
- (δ) Οι Ενάγοντες απέτυχαν να υποδείξουν στο Δικαστήριο ποια είναι η δήθεν ανεπανόρθωτη ζημιά που τυχόν θα υποστούν εάν δεν εκδοθεί το υπό αίτηση Διάταγμα, δεδομένης της ύπαρξης του ΠΩΕ 535/2013 το οποίο βαρύνει το Ακίνητο, ενώ να σημειωθεί ότι είτε δόλια είτε από απλό λάθος, απέφυγαν να αναφερθούν καν στο γεγονός ότι το Πωλητήριο τους Έγγραφο είναι κατατεθειμένο στο κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 535/
- (ε) Αντίθετα, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον σε περίπτωση που το παρόν διάταγμα δεν εκδοθεί και αυτό διότι το ανατολικό τεμάχιο το οποίο οι Ενάγοντες αγόρασαν βαρύνεται ήδη, όπως φαίνεται από το τεκμήριο Γ που οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν, με το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/2013, ήτοι το ΠΩΕ535/
- Ως εκ τούτου και εκ των πραγμάτων, οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, ανταλλάξουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, υποθηκεύσουν, ενοικιάσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν το μέρος του ανατολικού μέρους του Ακινήτου, το οποίο σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 04/01/
- Για άρση οποιασδήποτε παρεξήγησης, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 18 πιστό αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 04/01/2013 όπως βρίσκεται κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο, ώστε να φαίνεται με κίτρινο χρώμα το τεμάχιο το οποίο αγόρασαν οι Ενάγοντες. (στ) Οι Ενάγοντες απέτυχαν να επικαλεστούν και να αποδείξουν για ποιους συγκεκριμένα λόγους είναι κατεπείγουσα η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, αλλά και γιατί η έκδοση τους είναι «δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις», δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι δεν αποδείχθηκε να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόθεση να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, ανταλλάξουν, διαθέσουν, αποξενώσουν, υποθηκεύσουν, ενοικιάσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν το Ακίνητο, στα πλαίσια συγκεκριμένης δοσοληψίας με συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.» Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι άλλος από το σκοπό για τον οποίο ο νομοθέτης προνόησε την ύπαρξη παρομοίων αιτήσεων, δηλαδή καταχωρήθηκε καταχρηστικά με σκοπό να πιεστούν οι Εναγόμενοι να επαναδιαπραγματευθούν τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.1.2013 και ειδικά το τίμημα πώλησης και ανέγερσης κατοικίας και τον τρόπο εξοφλήσεως του και είναι η θέση του ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η πλευρά των Εναγόντων προχώρησε μετά από άδεια του Δικαστηρίου στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 27.2.
- Η ενόρκως δηλούσα Αθηνά Φραγκουλίδου αναφέρει σ΄ αυτήν ότι είναι φίλη των Εναγόντων και μεταφράστρια της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα Ζήνωνα Πολυδεύκη στην ένσταση και δίδει τις δικές της εξηγήσεις. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση σχετικά με το ενδιαφέρον των Εναγόντων για την αγορά έτοιμης έπαυλης αναφέρει ότι αυτό δεν τελεσφόρησε γιατί όταν οι Εναγόμενοι την επώλησαν στους Ενάγοντες την είχαν ήδη πωλήσει σε άλλο πρόσωπο. Κάποια γεγονότα ως επίσης έγγραφα τα οποία επικαλείται ο Ζ. Πολυδεύκης στην ένορκη δήλωση του εξηγεί ότι δεν αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 3 είτε γιατί ο δικηγόρος των Εναγόντων δεν τα αξιολόγησε ως άξια αναφοράς είτε γιατί ο Ενάγοντας 3 δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο κάποιου εγγράφου είτε γιατί δεν το ενθυμείτο. Η ενόρκως δηλούσα επιμένει ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν καλά αγγλικά και ότι μόνο ο Ενάγοντας 4 γνώριζε λίγα όμως δεν ήταν σε θέση να διαβάζει πολυσέλιδα νομικά έγγραφα και συμφωνίες. Ο Ενάγοντας 5 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν κατείχε την αγγλική γλώσσα και είναι σε μεταγενέστερο χρόνο που ενεγράφη σε πανεπιστήμιο και κατέστη αγγλομαθής. Το έγγραφο που επικαλείται ο Ζ. Πολυδεύκης και ισχυρίζεται ότι επειδή οι Ενάγοντες το υπέγραψαν σημαίνει ότι γνώριζαν αγγλικά η πλευρά των Εναγόντων απαντά ότι οι Ενάγοντες είχαν τα χρονικά περιθώρια να το μεταφράσουν και να το κατανοήσουν. Αρνείται επίσης ότι οι Ενάγοντες συνέβαλαν στα αρχιτεκτονικά σχέδια και αναφέρει ότι όταν υπέβαλλαν σχετικές εισηγήσεις ο Εναγόμενος 1 τους ανέκοπτε με διάφορα προσχήματα. Αναφέρει ακόμα ότι ο δικηγόρος που ενεπλάκη στη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4.1.2013 αποτελούσε επιλογή των Καθ' ων η Αίτηση και όχι των Εναγόντων και δεν τους εξήγησε ουσιαστικά τίποτε σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο το οποίο δεν αποτελεί προϊόν διαπραγμάτευσης. Αρνείται επίσης ότι οι εργασίες στην έπαυλη σταμάτησαν τον Μάϊο του 2013 και ισχυρίζεται ότι αυτές σταμάτησαν τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Τέλος η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το ποσό των €10.000 το οποίο δεν συμπεριλήφθη στη συμφωνία ημερ. 4.1.2013 (στην οποία αναφέρεται ότι κατά το χρόνο υπογραφής της οι Ενάγοντες είχαν ήδη καταβάλει στην Εναγόμενη 2 €340.000 και όχι €350.00 που είναι παραδεκτό ότι εδόθηκαν) δεν ήταν εκ λάθους αλλά αποτελεί εσκεμμένη παράλειψη. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων. Αρκεί να λεχθεί ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση νε δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη όλους τους πιο πάνω παράγοντες αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (ανωτέρω). Οι δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες και μπορεί να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ακόμη ένα βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνω ότι οι Ενάγοντες στηρίζουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων στο γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε ισχυριζόμενη απάτη ή και δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγομένων ή και άσκηση ψυχικής πίεσης από αυτούς σε βάρος των Εναγόντων. Οι θεραπείες που οι Ενάγοντες ζητούν στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο τους δεν αντιστοιχούν στη βάση αγωγής τους. Δεν ζητείται δηλαδή η ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.1.2013 ή άλλη προφορική συμφωνία. Ζητείται από το Δικαστήριο να εντοπίσει τους επαχθείς (προς τους Ενάγοντες) όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4.1.2013 και να τους ακυρώσει. Ζητείται ακόμα δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πραγματική αξία της έπαυλης ανέρχεται σε €540.000 και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αναφερόμενη αξία στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 4.1.2013 είναι προϊόν απάτης ή και ψυχικής πίεσης. Ζητείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να συνεχίσουν της ανέγερση της έπαυλης και που να επιτρέπει στους Ενάγοντες να την αποπερατώσουν. Ζητείται ακόμα διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους να μεταβιβάσουν την αναφερόμενη έπαυλη επ΄ ονόματι των Εναγόντων ελεύθερη υποθηκών ή από οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος και διατάττον την ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου προσδιορίζοντας την πραγματική αξία της έπαυλης. Περαιτέρω ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν ήδη στους Εναγόμενους το ποσό των €350.000 και ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να παραδώσουν αποπερατωμένη την έπαυλη την 23.1.2013 ή και κατά τον Ιανουάριο του 2013, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν την προφορική συμφωνία, γενικές αποζημιώσεις για απάτη, διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου δια ποσό €350.000, πλέον τόκους ως αποζημιώσεις ή και λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τον περί Συμβάσεως Νόμο ΚΕΦ. 149 όταν μια σύμβαση συνήφθηκε συνεπεία απάτης ή ψυχικής πίεσης είναι ακυρώσιμη (άρθρα 19 και 20 αντίστοιχα). Στην παρούσα όμως περίπτωση η πλευρά των Εναγόντων δεν αξιώνει την ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (ή κάποια προφορική συμφωνία) αλλά ακύρωση ορισμένων όρων του. Αξιώνει ακόμα την εφαρμογή κάποιων όρων της σύμβασης (που δεν είναι επαχθείς για αυτούς) και την ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, αξιώσεις και θέσεις που κρίνονται ότι δεν εδράζονται σε αποδεκτές νομικές αρχές ή πρόνοιες του Νόμου. Περαιτέρω κάποιες από τις αξιώσεις είναι αντιφατικές μεταξύ τους π.χ. αξίωση δια γενικές αποζημιώσεις για απάτη και η αξίωση δια ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Επίσης ζητούνται αποζημιώσεις για απάτη και δήλωση του Δικαστηρίου δια παράβαση προφορικής συμφωνίας χωρίς να έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους των Εναγόντων πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Ζητείται δηλαδή από το Δικαστήριο να προσδιορίσει και να ακυρώσει κάποιους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου το οποίο δεν έχει τερματιστεί από τους Ενάγοντες οι οποίοι ζητούν την εφαρμογή εκ μέρους των Εναγομένων των λοιπών όρων του γεγονός που καταδεικνύει αντιφατικότητα και το μη βάσιμο των αξιώσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ η παρούσα απόφαση ετοιμαζόταν και βρισκόταν στα τελικά στάδια της η πλευρά των Εναγόντων προχώρησε την 10.6.2014 στην καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης. Κρίνω ότι θα ήτο άδικο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αφού όταν η ένσταση των Εναγομένων καταχωρήθηκε αυτή δεν ήτο καταχωρημένη και οι Εναγόμενοι δεν είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου της. Η μελέτη της Έκθεσης Απαίτησης καταδεικνύει ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης διαφοροποιούνται από αυτές στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και έχουν ως ακολούθως: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πραγματική αξία της έπαυλης είναι του ποσού €577.000,
- Β. Δήλωση του δικαστηρίου ότι οι όροι του αγοραπωλητηρίου οι οποίοι δεν εναρμονίζονται με την πραγματική αξία της έπαυλης είναι άκυροι. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι των Εναγόντων το Ακίνητο, ελεύθερο υποθηκών και οποιουδήποτε άλλου βάρους και/ή Δ. Διαζευκτικά διατάγματα ειδικής εκτέλεσης του εν θέματι αγοραπωλητηρίου το οποίο να προνοεί τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων διαβημάτων προς εξασφάλιση των απαιτούμενων από το Νόμο πιστοποιητικών αδειών και άλλων εγκρίσεων για την διενέργεια χωριστής εγγραφής του επίδικου ακίνητου, επ΄ ονόματι των Εναγόντων. Ε. Διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό €350.000, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στ. Διαζευκτικά αποζημιώσεις για το ποσό €350,000, το οποίο οι Εναγόμενοι δολίως έλαβαν από τους Ενάγοντες, πλέον ποσό €3,350 το οποίο με δόλιο τρόπο οι Εναγόμενοι τους πειθανάγκασαν να πληρώσουν προς το Δικηγόρο των Εναγομένων πλέον €8,000 ζημιά που υπέστησαν ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων πλέον €8.000 ετησίως ως συνεχόμενη ζημιά την οποία υφίστανται ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων και/ή Ζ. Νόμιμο τόκο. Η. Έξοδα.» Εν πάση περιπτώσει ισχύουν και εδώ τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ότι οι αξιώσεις δεν εδράζονται σε καλά αναγνωρισμένες αρχές ή πρόνοιες του Νόμου. Όσον αφορά τις αξιώσεις των παραγράφων Α, Β, Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία ως βάση αγωγής φαίνεται να είναι η απάτη ζητείται, από τη μια δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πραγματική αξία της έπαυλης είναι €577.000 ως επίσης ότι οι όροι του αγοραπωλητηρίου οι οποίοι δεν εναρμονίζονται με την πραγματική αξία της έπαυλης είναι άκυροι και από την άλλη διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι των Εναγόντων το ακίνητο ελεύθερο υποθηκών ή άλλων βαρών. Δηλαδή ζητείται η ακύρωση όχι όλου του εγγράφου αλλά μερικών όρων του, αξίωση που δεν έχει διευκρινιστεί που βασίζεται δηλαδή σε ποια καθιερωμένη αρχή ή νομοθετική πρόνοια και ταυτόχρονα διάταγμα μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι των Εναγόντων (και/ή διαζευκτικά διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ως η παράγραφος Δ) δηλαδή η εκτέλεση της σύμβασης, πράγμα αντιφατικό. Οι Ενάγοντες βέβαια αξιώνουν διαζευκτικά απόφαση δια ποσό €350.000 λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και ακόμα διαζευκτικά ποσό €350.000, πλέον €3.350, πλέον €8.000, πλέον €8.000 ετησίως (παράγραφοι (Ε) και (ΣΤ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης αντίστοιχα). Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί άκυρης ή ακυρώσιμης συμφωνίας ή τερματισμός της από τους Ενάγοντες πράγμα που δεν συμβαίνει. Η επιστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 25 της έκθεσης απαίτησης ότι απέστειλε ο δικηγόρος των Εναγόντων στους Εναγόμενους φέρει ημερομηνία 30.9.2013 δηλαδή παραπέμπει σε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται στην ως άνω παράγραφο της έκθεσης απαίτησης ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη συνεργασία τους με τους Εναγόμενους αλλά δεν αναφέρεται ότι προέβηκαν σε τερματισμό του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.1.
- Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 30 της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Ενάγοντες πρότειναν στους Εναγόμενους είτε να τους επιστρέψουν το ποσό των €350.000 πλέον τα έξοδα του αγοραπωλητηρίου που κατέβαλαν στο δικηγόρο των Εναγομένων (€3.350), πλέον το ποσό των €8.000 το οποίο πλήρωσαν ως ενοίκια και ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται να συμβιβαστούν δεν συμπεριλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως επίσης στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ως εκ των ανωτέρω ακόμη και αν ακόμη η υπόθεση των Εναγόντων αντικριστεί και με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης οι πιο πάνω επισημάνσεις και διαπιστώσεις δεν διαφοροποιούνται. Έχοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου και στα πλαίσια πάντα της εκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης των Εναγόντων στο στάδιο αυτό διαπιστώνω ότι οι θέσεις των Εναγόντων-Αιτητών στηρίζονται κυρίως σε ισχυρισμούς, δηλαδή προφορική μαρτυρία και όχι σε έγγραφα, ως επίσης ότι του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.1.2013 προηγήθηκαν κάποιες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. Ακόμα διαπιστώνω ότι οι Ενάγοντες 1, 2 και 4 πριν από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου ημερομηνίας 4.1.2013 είχαν υπογράψει σύμβαση συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα τον Ιούλιο του 2009 (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Όλα τα πιο πάνω δεν ενισχύουν την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Εναγόντων. Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 3 (παράγραφος 25 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι ο δικηγόρος των Εναγόντων απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 30.9.2013 προς τους Εναγόμενους 2 με την οποία τους πληροφορεί ότι δεν επιθυμούν πλέον τη συνεργασία μαζί τους δεν σημαίνει τερματισμό της συμφωνίας ημερ. 4.1.
- Στην εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) ο δικηγόρος των Εναγόντων αφού αναφέρει στους Εναγόμενους 2 ότι εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη με την οποία τους περιέβαλαν οι Ενάγοντες οι οποίοι εξαπατήθηκαν από αυτούς και τους δέσμευσαν με επαχθείς όρους στο ως άνω αγοραπωλητήριο, στη συνέχεια αναφέρει ότι οι Ενάγοντες αποφάσισαν να επιμείνουν στη συμφωνία χωρίς τους επαχθείς όρους, αφού ήδη οι Εναγόμενοι 2 εισέπραξαν από αυτούς το ποσό των €350.000 και δεν επιθυμούν πλέον να συνεχίσουν αυτοί την ανέγερση της έπαυλης ως επίσης ότι οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και ότι θα προωθήσουν εναντίον των Εναγομένων 2 παν ενδεδειγμένο νομικό μέτρο προς διασφάλιση των συμφερόντων τους. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν τα όσα έχουν σχολιαστεί για την αντιφατικότητα των αξιώσεων των Εναγόντων ως επίσης ότι οι αξιώσεις τους δεν βασίζονται σε καλά αναγνωρισμένες αρχές δικαίου ή σε πρόνοιες του Νόμου. Περαιτέρω η δήλωση στην εν λόγω επιστολή ότι οι Ενάγοντες αποφάσισαν να επιμείνουν στη συμφωνία αδυνατίζει την αξίωση των Εναγόντων για επιστροφή του ποσού των €350.000 είτε λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού είτε όπως αξιώνεται στην παράγραφο 32(στ) της Έκθεσης Απαίτησης. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιούνται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4.1.2013 έχει κατατεθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο (ΠΩΕ 535/2013) και επομένως το μέρος του ακινήτου που αφορά δηλαδή το ανατολικό τμήμα βαρύνεται ήδη με το έγγραφο αυτό με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην μπορούν να το αποξενώσουν, να το επιβαρύνουν κ.λ.π.. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 5
(1)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81
(1)/2011 όπως έχει τροποποιηθεί): «5.
(1)Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: Νοείται ότι, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, το εμπράγματο βάρος βαρύνει ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή και, με τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το εν λόγω τμήμα, το εμπράγματο βάρος περιορίζεται μόνο επί του τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης.» Επομένως όσον αφορά το μέρος του ακινήτου το οποίο αφορά το αγοραπωλητήριο έγγραφο (και που είναι σημειωμένο με κίτρινο χρώμα) δεν φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του αφού το αγοραπωλητήριο έγγραφο συνιστά εμπράγματο βάρος. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω δεδομένο ως επίσης το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί αφερεγγυότητας των Εναγομένων αμφισβητούνται έντονα με αποτέλεσμα να μην έχει καταδειχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό ότι σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης του υπολοίπου (δυτικού) μέρους του εν λόγω ακινήτου θα υπάρχει ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί, κρίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει ικανοποιήσει ούτε την τρίτη προϋπόθεση. Καταλήγω επομένως ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με αποτέλεσμα η αίτηση να πρέπει να απορριφθεί. Υπάρχει ένα τελευταίο ζήτημα το οποίο κρίνω ότι θα πρέπει να σχολιαστεί. Όπως προκύπτει από τη μελέτη της αίτησης αυτή στηρίζεται και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα συνιστά αντικείμενο της αγωγής: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, αν προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της αγωγής δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231). To Δικαστήριο βέβαια ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο ενδεικτικά ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1217). Στην παρούσα περίπτωση μόνο μέρος του ακινήτου (ανατολικό τμήμα) αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και επομένως κρίνω ότι το άρθρο 4 του ΚΕΦ 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου δεν προωθήθηκε η αίτηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων μέσω του άρθρου αυτού. Εν πάση όμως περιπτώσει επειδή και στις περιπτώσεις που διάταγμα προωθείται μέσω του άρθρου αυτού το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια καθοδηγείται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, η αίτηση, έχοντας υπόψη ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται μέσω του άρθρου 32 και της νομολογίας δεν ικανοποιούνται, θα είχε την ίδια κατάληξη. Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων-Αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο