Χριστάκης Θεοφάνους ν. Votsalo Properties & Development Limited, Αρ. Αγωγής 3308/2012, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A126 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3308/2012 Μεταξύ: Χριστάκης Θεοφάνους , από την Πάφο Ενάγουσα και Votsalo Properties & Development Limited, από την Πάφο Εναγόμενης -------------------- Αίτηση τροποποίησης - αντικατάσταση εναγομένων ημερ. 11.12.2013 Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Πατσαλίδου Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Γαβριήλ για κα Λ. Θεοφάνους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων ζητά διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ώστε να αντικατασταθεί το όνομα των εναγομένων από «Votsalo Properties & Development Limited» σε «Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ» και/ή διάταγμα διαγραφής της πρώτης εταιρείας και προσθήκης της δεύτερης ως εναγομένων. Η αίτηση του ενάγοντα έχει ως νομική της βάση τις Δ.25 Θ.1-6, Δ.9 Θ.2, Δ.63 θ.1, Δ.64 Θ.1 και την Δ.48 Θ.2 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επίσης βασίζεται στις γενικές εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της αίτησης ορκίζεται η δικηγόρος Μαριλένα Πατσαλίδου, η οποία όπως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα να προβεί σε ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για να οποία ορκίζεται. Μεταξύ άλλων και προς δικαιολόγηση του αιτήματος, με την ένορκη της δήλωση υποστηρίζει τα εξής: Γύρω στις 13.6.2012 ο ενάγων της έδωσε οδηγίες για την έγερση αγωγής εναντίον της εταιρείας Βότσαλο αναφορικά με την αμοιβή του για ξυλουργικές εργασίες. Στην κατοχή του ο ενάγων είχε έγγραφα στα οποία αναγράφετο το όνομα "Ktimatiki Eteria Votsallo II Ltd" και της ανάφερε πως γνώριζε ότι διευθυντής της εταιρείας ήταν ο κ. Μιχάλης Χαζηλκούκας. Στις 29.5.2012 (πιθανόν λανθασμένη ημερoμηνία) μετά από έρευνα που διενήργησε στον Έφορο Εταιρειών με την χρήση της λέξης Votsalo, εμφανίστηκαν 7 αποτελέσματα που αφορούσαν το όνομα Votsalo και το όνομα Votsalo Properties & Development Limited ήταν το μόνο σχετικό με το όνομα Ktimatiki Eteria Votsallo II Ltd. Στις 6/7/2012 μετά από έρευνα στον φάκελο της εταιρείας Votsalo Properties & Development Limited διαπίστωσε ότι ένας από τους διευθυντές της εταιρείας ήταν ο κ. Μιχάλης Χατζηλούκας και έτσι οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι ήταν η εταιρεία Votsalo Properties & Development Limited. Την 3.12.2013 κατά την προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης μελετώντας τα έγγραφα που αποκάλυψε ο ενάγων στην ένορκη δήλωση του ημερ. 19.3.2012, θεώρησε σκόπιμο όπως προβεί ξανά σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με το όνομα Ktimatiki Eteria Votsallo II Ltd χρησιμοποιώντας αυτή την φορά ως κριτήριο την λέξη «Κτηματική» και εμφανίστηκε η εταιρεία Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ. Μετά από έρευνα στον φάκελο της εταιρείας με το πιο πάνω όνομα συγκρίνοντας τους εναγόμενους με την Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ εντόπισε τα ακόλουθα κοινά στοιχεία: (α) Οι δύο εταιρείες έχουν το ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο (Μαραθώνος 3, MALI HOUSE, Πάφος) (β) Διευθυντής και των δύο εταιρειών είναι ο κ. Μιχάλης Χατζηλούκας. Επίσης διευθυντής της Votsalo Properties & Development Limited είναι ο Φάνης Θεοφάνους, ο οποίος είναι και ο γραμματέας της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ. (γ) Μέτοχοι και των δύο εταιρειών είναι τα πιο πάνω πρόσωπα. Αναφέρει επίσης ότι, από τα πιο πάνω προκύπτει πως πρόθεση του ενάγοντα ήταν από την αρχή η καταχώρηση αγωγής εναντίον της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ, ενώ η λανθασμένη προσθήκη της Votsalo Properties & Development Limited δεν έγινε σκόπιμα αλλά εκ παραδρομής και αβλεψίας και λανθασμένης έρευνας στον Έφορο Εταιρειών λόγω των πιο πάνω κοινών στοιχείων των δύο εταιρειών. Υποστηρίζει επίσης, ότι η Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ, έχει λάβει γνώση της παρούσας διαδικασίας, εφόσον ο διευθυντής των εναγομένων κ. Μιχάλης Χατζηλούκας είναι και διευθυντής της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ. Το λάθος στην περιγραφή του ονόματος, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, δεν ήταν αρκετό ώστε οι εναγόμενοι να μην αναγνωρίσουν το όνομα του ενάγοντα και να μην αντιληφθούν ότι το περιεχόμενο της αγωγής αφορούσε την Εταιρεία Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ. Υποστηρίζει επίσης ότι: - Τα δικαιώματα της Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ, δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς, αφού έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας και η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. - Ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν θα επιφέρει ουσιαστική αλλαγή αφού οι δύο εταιρείες συνδέονται. - Ότι το δικαστήριο είναι αναγκαίο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για σκοπούς προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων εναντίον των ορθών διαδίκων για ορθή και πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. - Η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υποστούν οι εναγόμενοι μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα ενώ η ζημιά που θα υποστεί ο ενάγων θα είναι ανεπανόρθωτη αφού οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής με το παρόν όνομα είναι μηδαμινές. Η εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση ως επίσης και η Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλουν συνοπτικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί καθότι στην ουσία ζητείται αλλαγή διαδίκου και όχι τροποποίηση δυνάμει της Δ.
- β. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες σκοπούν την προσθήκη ως εναγόμενης της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ και/ή διαφοροποιείται η βάση της αγωγής και/ή σκοπούν στην προσθήκη άλλου νομικού προσώπου ως διαδίκου. γ. Η ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει επαρκώς την αίτηση και/ή η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει την πηγή γνώσης της και/ή δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα. δ. Ο αιτητής παρέλειψε να δικαιολογήσει επαρκώς και/ή καθόλου την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. ε. Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα ώστε να συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. στ. Ο αιτητής κωλύεται και/ή είναι αντινομικό και/ή ανεπιεικές να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση. ζ. Αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση αλλά και στην εταιρεία Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με έξοδα. η. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόμενων αλλά της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ. θ. Τα γεγονότα τα οποία ζητά ο ενάγοντας να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν γνωστά και/ή θα μπορούσε να τα γνωρίζει και/ή όφειλε να τα γνωρίζει πριν την έγερση της αγωγής. ι. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί εκτροχιασμός της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία με αναπόφευκτες συνέπειες στα δικαιώματα των εναγομένων αλλά και της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ, αφού αν επιτραπεί η τροποποίηση οι εναγόμενοι θα αποφύγουν την καταδίκης τους σε όλα τα έξοδα μέχρι σήμερα πράγμα που θα γινόταν εάν διέκοπταν ή απέσυραν την αγωγή, η δε Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ κινδυνεύει ενδεχόμενα και/ή ανάλογα με το αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί έξοδα από την αρχή της διαδικασίας στην οποία δεν ελάμβανε μέρος. κ. Ο αιτητής ενεργεία κακόπιστα, αχρείαστα και η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. λ. Η εταιρεία Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ είναι άλλο νομικό πρόσωπο, αποτελεί διαφορετική νομική οντότητα από τη εναγόμενη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Χατζηλούκα διευθυντή της εναγόμενης και της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ με την οποία επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Αρχικά και πρώτου ασχοληθώ με την ουσία του αιτήματος κρίνω ορθό όπως αποφασίσω επί του ζητήματος (α) της παρατυπίας που παρατηρείται με την μη συμπερίληψη της Δ.9 θ.10 στην νομική βάση της αίτησης και (β) του τρίτου λόγου της ένστασης που αφορά την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η κ. Πατσαλίδου εισηγείται ότι εκ παραδρομής στην νομική βάση της αίτησης έχει αναγράφει η Δ.9 θ.2 αντί η Δ.9 θ.10 που θα έπρεπε και ότι πρόκειται για παρατυπία που δύναται να θεραπευτεί σύμφωνα με την Δ.64, αναφέροντας επίσης ότι αυτή η παράληψη δεν έχει επηρεάσει την άλλη πλευρά αφού από το αιτητικό προκύπτει ότι επιδιώκεται προσθήκη διαδίκου με βάση την Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί ότι το ζήτημα αυτό από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση δεν εγέρθηκε καθόλου, δεν περιλαμβάνεται τέτοιος λόγος ένστασης στην ένσταση τους και ούτε η συνήγορος τους αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό κατά την αγόρευση της. Σχετική υπόθεση ως προς την μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς είναι η υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, 23.3.1999 στην οποία λέχθηκαν τα εξής «Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.α
(1995)3 ΑΑΔ σελ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins.Agency Ltd
(1995)3 AAΔ σελ. 338, 340 και Panayiotis Georgiou (Catering Ltd) κ.α ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96- απόφαση της Ολομέλειας) Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις». Ο σκοπός της Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ.10). H Δ.64 έχει ερμηνευτεί σε σωρεία αποφάσεων (Βλ. Θαλλασινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΔΔ σελ 255, Λοίζου v. Χαραλάμπους & Άλλου, Πολιτική Εφεση 8946, ημερ. 15.2.96). Στην Θαλλασινός ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι με την νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανότητα δυνάμενη να θεραπευτεί . Στην Κarl Heinz ( ανωτέρω) αναφέρθηκε ως κύριος λόγος όπως αυτός προκύπτει, από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R 513, 520 521, 522, κατά την μελέτη της Αγγλικής Δ.2 που αντιστοιχεί με την δική μας νέα Δ.64, που το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτική του ευχέρειας πρέπει να λάβει υπόψη για την παροχή θεραπείας είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ακολουθώντας τις πιο πάνω αρχές όπως αυτές προκύπτουν μέσα από την Νομολογία, καταλήγω ότι η παρατυπία που έχει διαπιστωθεί είναι θεραπεύσιμη. Με βάση το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει παρέχετο η δυνατότητα να πληροφορηθούν οι καθ΄ων η αίτηση το περιεχόμενο του αιτήματος όπως άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο της ένστασης που έχουν καταχωρήσει, ενώ από την άλλη, δεν έχω διαπιστώσει ότι συνεπεία της παράληψης αυτής προκλήθηκε οποιοσδήποτε επηρεασμός των δικαιωμάτων των καθ΄ων η αίτηση. Ως εκ τούτου ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι η παρατυπία που έχει παρατηρηθεί μπορεί να θεραπευτεί και εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής της αίτησης από την παρατυπία. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο της ένστασης, που αφορά το επαρκές της ένορκης δήλωσης στην αίτηση για να υποστηρίζει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτό θα εξεταστεί κατά την εξέταση της ουσίας του αιτήματος, σε ότι αφορά την θέση όμως ότι δεν αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην πηγή γνώση της και το ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένη στο να προβεί σε ένορκη δήλωση, που εμπεριέχεται στον ίδιο λόγο ένστασης κρίνω ότι αυτό το σκέλος της ένστασης δεν ευσταθεί. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται και επιβεβαιώνει με την ένορκη της δήλωση τις δικές της ενέργειες προς εξακρίβωση του ονόματος της εναγόμενης εταιρείας αλλά και της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ, επίσης αναφέρει, ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον ενάγοντα να προβεί στην ένορκη της δήλωσης. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, θα ήταν ορθό να αναφερθεί, πως συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο δικηγόρος να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα (In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena και M. Holdinngs Ltd v. E. Rybolovleva, Πολικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009 ημερομηνίας 29/1/2010), όμως στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση και η ενόρκως δηλούσα όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης είναι το πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά εφόσον η ίδια έχει προβεί στις ενέργειες που αναφέρει. Σε ότι αφορά το ζήτημα της τροποποίησης σχετική είναι η Διαταγή 25 θ.1, η οποία προβλέπει τα εξής: 1. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διάδικους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποίησης θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και των παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ.Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K.Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Nanigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου (Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Η πιο πάνω αναφορά της νομολογίας και των αρχών που έχουν αναλυθεί μέσα από αυτή, γίνεται ώστε να διαφανεί η διαφορετικότητα του αιτήματος σε σχέση με την Διαταγή 25 η οποία προβλέπει τα περί τροποποίησης των δικογράφων. Εδώ, αυτό που ζητά ο αιτητής, είναι η δια τροποποιήσεως απομάκρυνση των εναγομένων και προσθήκη της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ ως νέων εναγομένων για να συνεχίσει η διαδικασία εναντίον τους. Ασχέτως των λοιπών ζητημάτων που προκύπτουν θεωρώ σκόπιμο όπως αρχικά εξετάσω τον λόγο της ένστασης που αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και για αυτό κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τον φάκελο της διαδικασίας. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 15.10.2012 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 15.11.2012 με την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες και πρώτη φορά ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση στις 11.12.2013 όπου και αναβλήθηκε καθότι την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Παρά το ότι η αίτηση καταχωρήθηκε 14 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής, από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαφαίνεται ότι η αναγκαιότητα προέκυψε κατά το στάδιο μελέτης της υπόθεσης πριν την ακρόαση της, όπου ευθύς καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση η υπό κρίση αίτηση. Ασχέτως δηλαδή από το γεγονός ότι θα μπορούσε με περισσότερη επιμέλεια να διαπιστωθεί το ορθό όνομα και να κινηθεί η αγωγή εναντίον της εταιρείας Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ αφού ο ενάγων παρέδωσε έγγραφα στην δικηγόρο του πριν από την έγερση αγωγής, ευθύς μόλις διαπιστώθηκε το λάθος ο ενάγων καταχώρησε την αίτηση. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, ως επίσης και το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η όποια παρατηρούμενη καθυστέρηση, δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης. Άμεσα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η Δ.9 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία παρέχει την δυνατότητα σε κατάλληλες περιπτώσεις το Δικαστήριο να επιτρέπει μετά από αίτηση ή ακόμα χωρίς αίτηση να διατάξει την διαγραφεί ή την προσθήκη διαδίκων. Όπως αναφέρθηκε στην Mepa Management Ltd ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσει σε σχέση με τους διαδίκους, με το να προσθέτει, να διαγράφει ή να αντικαθιστά διάδικο και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων. Όπως έχει το ζήτημα τεθεί προς επίλυση, στην προκειμένη είναι η θέση του ενάγοντα ότι έγινε λανθασμένη αναγραφή του ονόματος των εναγομένων κατά τρόπο που προκύπτει αναγκαιότητα διόρθωσης του δυνάμει τόσο της Δ.25 όσο και της Δ.9 Θ.10 Στην υπόθεση Spyropoullos v. Transavia Holland N. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που εγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Έχει επίσης λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδώσει (Etablissement Bandelot n. R.S. Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 149). Στην προκειμένη περίπτωση, ασχέτως των κοινών στοιχείων που παρατηρούνται (εγγεγραμμένο γραφείο, διευθυντής κ.α) είναι παραδεχτό ότι η εταιρεία «Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ» είναι εντελώς διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τους εναγόμενους. Στην υπόθεση Davies v. Elsby Brothers Ltd
(1960)3 All E.R. 672, έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co. Ltd
(1932)1 K.B 485, αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτεινόμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα όσα διατυπώνονται στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του ενάγοντα αιτητή και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τη αίτηση είναι η θέση του αιτητή και των δικηγόρων του ότι τα κοινά στοιχεία των δύο εταιρειών και το γεγονός ότι όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα, ήτοι ότι ο ενάγοντας πρόσφερε της επίδικες εργασίες στην Κτηματική αφού είναι αποδεκτό ότι ο κ. Μιχάλης Χατζηλούκας είναι ο διευθυντής των εναγομένων και της Κτηματικής, θα πρέπει να επιτραπεί η αίτηση. Τα γεγονότα της υπόθεσης Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L
(1999)1 ΑΑΔ 1805, την οποία επικαλούνται οι δικηγόροι του ενάγοντα - αιτητή, είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της κρινόμενης περίπτωσης, καθότι δεν επρόκειτο για διαφορετική νομική οντότητα και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο καθαρά για ανακριβή αναφορά του ονόματος αφού η εταιρεία είχε αλλάξει το όνομα της πριν την καταχώρηση της αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη μου την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, με τους ισχυρισμούς που αντιπαραβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, κρίνω πως η κρινόμενη περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία των περιπτώσεων που αφορούν λανθασμένη περιγραφή του ονόματος των εναγομένων ώστε να επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση με την σχετική αντικατάσταση αφού με αυτή θα επέλθει πλήρης αλλαγή των διαδίκων. Επίσης, δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που μπορεί να τύχει εφαρμογής η Δ.9 Θ.10 καθότι η Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λιμιτεδ η οποία είναι άλλη νομική οντότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναγκαίος διάδικος (Artemis Company Ltd v. The Ship "Sonjia"
(1972)1 AAΔ 153, Χατζηευαγέλλου (Αρ.1) ν. Doprani Marine Ltd κ.α
(1978)1 ΑΑΔ 545, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1 ΑΑΔ 1818 και Οδυσσέως ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα
(2001)1 ΑΑΔ 1372, Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422 C.A., Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688 και McCheane v. Gyles (No. 2)
(1902)Ch. P.917). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εκθέσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Ενώ δεν επιδικάζονται έξοδα υπέρ της «Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο ΙΙ Λίμιτεδ». (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο