← Κύπρος

Νεόφυτος Ανδρονίκου Στυλιανού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Παραπομπής 77/2010, 27/6/2014

Νεόφυτος Ανδρονίκου Στυλιανού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Παραπομπής 77/2010, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Παραπομπής 77/2010 Μεταξύ: Νεόφυτος Ανδρονίκου Στυλιανού από Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς Αιτητής Και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσας Αρχής -------------------------- Ημερομηνία: 27.6.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον απαιτητή: κ. Ο. Νικολάου για να ακούσει απόφαση κα Χρ. Ιωάννου Για την Αποζημιούσα Αρχή: κ. Α Μελάς για να ακούσει απόφαση κα Σ. Κύρου Α Π Ο Φ Α Σ H O απαιτητής, αξιώνει το ποσό των είναι €1.277,96 πλέον τόκους, ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση μέρους της περιουσίας του που βρίσκεται στο χωριό Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς στην Πάφο καθώς και το ποσό των €500.- ως εκτιμητικά έξοδα. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, (α) Ο απαιτητής είναι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 285, με αριθμό εγγραφής 5140 του Φ/Σχ. 26/22 εκτάσεως 5 δεκαριών και 352 τ.μ, στην Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς στην Πάφο. (β) Δυνάμει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης Δ.Π.1055/15.11.2002 και διατάγματος Απαλλοτρίωσης Δ.Π 966/24.10.2003 η αποζημιούσα αρχή απαλλοτρίωσε 166 τ.μ από το πιο πάνω τεμάχιο για σκοπούς κατασκευής δρόμου σε σχέση με το Αρδευτικό Δίκτυο Γυαλιάς και Αγ. Μαρίνας και του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου Χρυσοχούς. (γ) Η Απαλλοτριούσα Αρχή με επιστολή της προς τον απαιτητή ημερομηνίας 3/12/2003 πρόσφερε το ποσό των €51.26 (Λ.Κ.30) το οποίο ο απαιτητής δεν αποδέχτηκε. Ο απαιτητής καθορίζει με την έκθεση απαίτησης του ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση γης το ποσό των €1.277.96, εφαρμόζοντας, όπως αναφέρεται στην παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης του, την μέθοδο της κεφαλαιοποίησης της προσόδου. Ενώ στις παρ. 4, 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα:

  1. Το Τεμάχιο βρίσκεται εντός του χωριού Αγ. Μαρίνα Χρυσοχούς είναι πότιμον και έχει πρόσβαση σε αγροτικό δρόμο. Έχει μικρή κλίση και μπορεί να οργώνεται με τρακτέρ. Το έδαφος είναι αμμοπηλώδες κατάλληλο για καλλιέργεια αβοκάντο.
  2. Εντός του ακινήτου ο Απαιτητής φύτευσε αβοκάντο η ηλικία των οποίων το 2002 πρέπει να ήταν 2-4 χρονών. Με την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου καταστρέφεται η εργασία και ο μόχθος του απαιτητή ο οποίος δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα όπως επίσης θα απωλέσει και εισόδημα από τα αβοκάντο.
  3. Σύμφωνα με την έκθεση Εκτίμησης του Γεωπόνου κ. Ταπακούδη Μιχαήλ το ύψος της καθαράς προσόδου για τον εν λόγω τεμάχιο ανά δεκάριο ανέρχεται στο ποσό των €7.698.
  4. Η εύλογη και δίκαιη αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του τεμαχίου έκτασης 166τ.μ εφαρμόζοντας την μέθοδο της κεφαλαιοποίησης της προσόδου ανέρχεται στο ποσό των €1.277,
  5. Με την έκθεση υπεράσπισης της η αποζημιούσα αρχή , αρνείται τις παρ. 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης του απαιτητή στην έκταση που αυτοί διαφέρουν και/ή δεν συνάδουν με την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και τα φυσικά χαρακτηριστικά αυτού όπως αναφέρονται στην αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης της αποζημιούσας αρχής. Σε ότι αφορά την παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης του απαιτητή, την οποία η αποζημιούσα αρχή αρνείται με την έκθεση υπεράσπισης, ισχυρίζεται ότι η πιο αξιόπιστη μέθοδος εκτίμησης είναι η συγκριτική. Επίσης, με την παρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης της, ισχυρίζεται ότι, το ακίνητο με την κατασκευή του έργου αποκτά πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο και επιπλέον το οδικό δίκτυο της περιοχής βελτιώνεται σημαντικά με αποτέλεσμα να επέρχεται επαύξηση στην αξία του εναπομείναντος μέρους του επίδικου ακινήτου, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 15%. Συνεπώς, υποστηρίζει ότι, μόνο ονομαστική αποζημίωση μπορεί να δοθεί στον απαιτητή. Προς υποστήριξη της απαίτησης του απαιτητή κατάθεσαν ως μάρτυρες ο Ρένος Πίτρος (Μ.Α.1), Πολιτικός Μηχανικός και εκτιμητής ακινήτων, ο Μιχάλης Ταπακούδης (Μ.Α2) Γεωπόνος, ο απαιτητής (Μ.Α.3) και ο Ανδρέας Ν. Ονουφρίου (Μ.Α.4) μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Γυαλιάς. Για την Αποζημιούσα Αρχή μαρτυρία έδωσε ο Γεώργιος Καυκαλιάς (Μ.Υ.2) εκτιμητής στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ο Μ.Α.1 ετοίμασε έκθεση εκτίμησης για τον απαιτητή ημερομηνίας 28.3.3013, η οποία καταχωρήθηκε στον φάκελο του δικαστηρίου χωρίς να προηγηθεί και να δοθεί άδεια προς τούτου. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση εκτίμησης, το λογικό ποσό της αποζημιώσεις που θα πρέπει να αποδοθεί στον απαιτητή είναι €1900.- ποσό το οποίο διαφέρει με αυτό που ο απαιτητής αξιώνει με την έκθεση απαίτηση του. Επίσης να σημειωθεί ότι, καμία αναφορά στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται για την ύπαρξη της πιο πάνω έκθεσης εκτίμησης και δεν υπήρξε καμία τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων ώστε να συμπεριληφθούν τα πιο πάνω. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση εκτίμησης αλλά και τα όσα κατάθεσε προφορικά στο δικαστήριο ο Μ.Α1, αφού χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο λαμβάνοντας υπόψη του 3 πωλήσεις για σκοπούς σύγκρισης κατέληξε αφού προέβηκε και σε ανάλογες προσαρμογές ότι η κατά τετραγωνικό μέτρο αξία της επίδικης περιουσίας είναι €11.
  6. Επί αυτού του σημείου δεν υπάρχει διαφωνία που να δημιουργεί την ανάγκη επίλυσης της από το Δικαστήριο αφού σύμφωνα με την εκτίμηση της αποζημιούσας αρχής και την μαρτυρία του κ. Καυκαλιά (Μ.Υ.1), η αξία του επίδικου ακινήτου είναι €13,68 ανά τετρ. μέτρο δηλαδή μεγαλύτερη από αυτή που καθόρισε ο εκτιμητής του απαιτητή Σύμφωνα και με την εισήγηση του δικηγόρου της αποζημιούσας αρχής, παρά την πιο πάνω διαφωνία ως προς την κατά τετραγωνικό μέτρο αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης, το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει την αξία του Κτηματολογίου, η οποία είναι πιο συμφέρουσα για τον απαιτητή. Συνεπώς, έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, χωρίς ανάγκη επέκτασης και ανάγκη αξιολόγησης του μέρους της μαρτυρίας των Μ.Α.1 και Μ.Υ.1 που αφορά το πιο πάνω ζήτημα, αποδέχομαι και καταλήγω ότι η αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης είναι €13,68 ανά τετραγωνικό μέτρο. Με τους πάνω υπολογισμούς των δύο μαρτύρων στην δε πρώτη περίπτωση η αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης γης υπολογίζεται σε €1909.- ενώ στην δεύτερη περίπτωση σε €2270,88.- με την διαφορά ότι ο απαιτητής με την έκθεση απαίτησης ζητά €1.277.96 ως αποζημίωση. Η διαφωνία που απομένει, αφορά την ύπαρξη και το ύψος της επιζήμιας επίδρασης στο υπόλοιπο μέρος της επίδικης περιουσίας το οποίο τέθηκε από τον Μ.Α.1 καθώς και στο ζήτημα της ύπαρξης και το ύψος της επαύξησης στο υπόλοιπο μέρος του επίδικου ακίνητου το οποίο τέθηκε από τον Μ.Υ
  7. Σύμφωνα με το άρθρο 23

(4)(γ) του Συντάγματος η απαλλοτριούσα αρχή, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υποχρεούται να καταβάλει «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», η οποία σε περίπτωση διαφωνίας καθορίζεται από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεργίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ, ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημιώσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα, ενώ ο όρος «εύλογη» υποδηλώνει συσχετισμό της αποζημίωσης με τη ζημιά που επιφέρει η απαλλοτρίωση, οι οικονομικές συνέπειες της οποίας προσδιορίζουν το μέτρο της αποζημίωσης Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιακωβίδη
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1819, ως προς την ενδεχόμενη επαύξηση ή μείωση της αξίας εναπομείναντος μέρους ακίνητου λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Κατά τον υπολογισμό της επαύξησης ή μείωσης της αξίας περιουσίας που κατέχεται από τον ιδιοκτήτη μαζί με το απαλλοτριωθέν μέρος λαμβάνονται υπόψη τα κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης υφιστάμενα δεδομένα (βλέπε άρθρο 10 του Νόμου 15/2 όπως τροποποιήθηκε). Η διαπίστωση της επαύξησης ή της μείωσης της υπόλοιπης περιουσίας είναι θέμα πραγματικό. Τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό είναι τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του κτήματος που υφίστανται κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης και τα, κατά τον ίδιο χρόνο, ευλόγως προβλεπτά (βλέπε άρθρο 10 του Νόμου 15/2 όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 25/83) Βίας Δημητρίου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(19865)1 ΑΑΔ 217, Μεσαρίτης ν. Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 534, Δημοκρατίας ν. Χριστοφή Κυριάκου Ττοφή κ.α (1997( 1 (Γ) ΑΑΔ 1735 και Σάββας Α. Νικολαίδης κ.α ν. Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1363)» . Όπως προκύπτει από τα λεχθέντα της υπόθεσης Demetriou v. The Republic
(1985)1 CLR 217,225 η διερεύνηση τέτοιου ισχυρισμού προϋποθέτει προσκόμιση σχετικής και αξιόπιστης μαρτυρίας που να υποστυλώνει ανάλογα ευρήματα. Σε ότι αφορά τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από την νομολογία για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1. Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999).1 (Β) Α.Α.Δ. 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 Α.Α.Δ. 984 και Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 528. Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1020. Η ανάγκη για την παράθεση τεκμηριωμένων στοιχειών από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες, τίθεται και στην υπόθεση SΥΝCON LTD v. Ανδρέα Χρίστου
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Ο Μ.Α1 και ο Μ.Υ.1 μπορούν να γίνουν αποδεχτοί και γίνονται αποδεχτοί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες λόγω των προσόντων που ο καθένας έχει και της πείρας τους στοιχεία τα οποία δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης κατά την ακροαματική διαδικασία. Είναι η θέση του Μ.Α.1, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης του και την μαρτυρία του, ότι με την απαλλοτρίωση και την διαπλάτυνση του δρόμου, προκαλείται επιζήμια επίδραση στο τεμάχιο του απαιτητή καθότι δημιουργείται επιπλέον μόλυνση του περιβάλλοντας από τα καυσαέρια των διερχόμενων οχημάτων και επηρεάζονται τα εναπομείναντα παρόδια κτήματα, προκαλείται επιπλέον θόρυβος από τα διερχόμενα αυτοκίνητα (ηχορύπανση), χαλάει το υφιστάμενο περιβάλλον της περιοχής, από άποψης αισθητικής και επηρεάζονται οι ανέσεις του εναπομείναντος τεμαχίου. Ο Μ.Α.1 επίσης στην έκθεση του αναφέρει ότι επιζήμια επίδραση ισούται με καλυτέρευση και όπως εξήγε στην μαρτυρία του, αφού έλαβε υπόψη τα δύο πιο πάνω στοιχεία, κατέληξε ότι οι δύο επιδράσεις αλληλοεξουδετερώνονται εφόσον το ύψος της υπεραξίας ισούται με το ύψος της επιζήμιας επίδρασης και συνεπώς για αυτό θα πρέπει να δοθεί στο ακέραιο το ποσό της αγοραίας αξίας. Αρχικά να σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται καμία αναφορά σε επιζήμια επίδραση του υπόλοιπου μέρους της επίδικης περιουσίας και δεν αξιώνεται οιονδήποτε ποσό αναφορικά με το θέμα αυτό. Σε ότι αφορά την θέση του Μ.Α.1 ότι η επιζήμια επίδραση στο κτήμα δημιουργείται λόγω της ηχορύπανσης που θα προκληθεί από τη διέλευση των οχημάτων από και την ρύπανση του περιβάλλοντος λόγω της εκπομπής καυσαερίων των οχημάτων θεωρώ ότι πρόκειται για συλλογισμό αβάσιμο και αυθαίρετο ως επίσης και κενό από επιχειρήματα που να τον υποστηρίζει. Όταν μάλιστα υπάρχει κοινή συμφωνία ότι ακίνητο του απαιτητή είναι χωράφι και εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνης Ζ
  2. Ο Μ.Ε.1 δεν εξήγησε επίσης πως υπολόγισε και πως κατέληξε στα περί αλληλεξουδετέρωσης που αυτό θα σήμαινε υπολογισμό τόσο της επιζήμιας επίδρασης όσο και της επαύξησης. Συνεπώς, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, ο ισχυρισμός περί επιζήμιας επίδρασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο Μ.Α. 2 είναι γεωπόνος και για αυτό θεωρώ ότι δεν είναι ο καταλληλότερος να καταθέσει επί της αξίας της γης, παρά το ότι ο ίδιος υποστήριξε ότι έχει τις δυνατότητες, τις ικανότητες και το δικαίωμα με βάση το νόμο ώστε να προβεί σε εκτίμηση γεωργικών εκτάσεων. Όπως και πιο πάνω αναφέρω, σε ότι αφορά την αξία της γης που έχει απαλλοτριωθεί αλλά και την κατά τετραγωνικό μέτρο αξία αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία του εκτιμητή του κτηματολογίου για τους λόγους που εξήγησα η οποία είναι και μεγαλύτερη. Σε ότι αφορά την μέθοδο που χρησιμοποίησε ο Μ.Α.2 για να καταλήξει στο ποσό της απαίτησης θεωρώ ότι μειονεκτεί έναντι της συγκριτικής μεθόδου η οποία παρέχει την δυνατότητα σύγκρισης και αντιπαράθεσης κοινών στοιχείων κατά τρόπο που εξασφαλίσει τα εχέγγυα για κατάληξη σε ασφαλή συμπεράσματα (βλ. σχετικά Κούβαρου ν. Δημοκρατίας
(1993)1 ΑΑΔ 346 και ΕΣΚΑΛ ν. Δημοκρατίας
(1993)1 ΑΑΔ 1069). Η μαρτυρία του απαιτητή περιορίστηκε σε αναφορές ως προς την χρήση του επίδικου ακίνητου και στον τρόπο πρόσβασης σε αυτό ενώ δεν γνώριζε εάν ο δρόμος που χρησιμοποιούσε και παρέχει πρόσβαση του τεμάχιο του, είναι εγγεγραμμένος ή όχι. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Μ.Α. 4 κατάθεσε αναφορικά με τον δρόμο που εφάπτεται του επίδικου ακινήτου και χρησιμοποιείται για σκοπούς πρόσβασης σε αυτό, πρόκειται για τον ίδιο δρόμο για τους σκοπούς του οποίου έγινε η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση και όπως διαφάνηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει ότι επρόκειτο για δρόμο εγγεγραμμένο και νόμιμο. Παραδέχτηκε όμως ότι τα τελευταία χρόνια έγινε διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωση του. Σε ότι αφορά τον Μ.Υ.1 η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή ως αντικειμενική και αξιόπιστη όπου με βάση αυτή καταλήγω ότι από νομικής άποψης το ακίνητο ήταν περίκλειστο αφού δεν είχε νόμιμη πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο και ότι με την απαλλοτρίωση βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο και δόθηκε νόμιμη πλέον πρόσβαση σε αυτό. Με βάση τα όσα κατάθεσε προφορικά και τα όσα στην έκθεση της αποζημιούσας αρχής αναφέρονται την οποία υιοθέτησε κατά την μαρτυρία του και την υποστήριξε, προκύπτει ότι με την απαλλοτρίωση και την δημιουργία νόμιμου δρόμου δημιουργήθηκαν προοπτικές για το κτήμα εφόσον ακόμα και ως γεωργικό έχει αποκτήσει νόμιμη πρόσβαση και έχει χάσει τον χαρακτηρισμό του ως περίκλειστο. Το ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας έγινε αποδεκτό και από τον εκτιμητή του απαιτητή, την οποία όμως εξομοίωσε με την επιζήμια επίδραση που ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκε στο κτήμα, θέση η οποία όπως πιο πάνω αναφέρω, δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συνεπώς η θέση του Μ.Υ.1 περί επαύξησης γίνεται αποδεκτή, όχι μόνο λόγω των όσων κατέθεσε και παράθεσε στο δικαστήριο για να ενισχύσει την θέση του αυτή αλλά και από την μαρτυρία που προσκόμισε ο ίδιος ο απαιτητής. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία και έχοντας υπόψη τα νομολογηθέντα στην υπόθεση που επικαλέστηκε ο δικηγόρος της αποζημιούσας αρχής, Δημοκρατία ν. Ηροδότου (Ρωτή) Αριστόδημου Αγιωτού
(2000)1 Β ΑΑΔ 1020, καταλήγω ότι με την δημιουργία δρόμου και συγκεκριμένα την νομιμοποίηση του, την διαπλάτυνση και την ασφαλτόστρωση του, δημιουργήθηκε καλυτέρευση στην επίδικη περιουσία στο ποσοστό που ανέφερε ο Μ.Υ 1 και με το οποίο συμφώνησε και ο εκτιμητής του απαιτητή. Οι προοπτικές που έχουν δημιουργηθεί συνεπεία του δρόμου, όπως εξήγησε ο Μ.Υ.1, έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη του ακινήτου όπου συνεπεία του δρόμου, το ακίνητο μπορεί να πωληθεί για σκοπούς ανέγερσης ανέγερση μεμονωμένης κατοικίας. Η αλλαγή των δυνατοτήτων ανάπτυξης λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που επηρεάζει την αξία του κτήματος του απαιτητή. Τα όσα εισηγείται ο συνήγορος του απαιτητή στην αγόρευση του αναφορικά με την ύπαρξη του δρόμου αυτά θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνο στην περίπτωση που ο δρόμος ήταν νόμιμος και εγγεγραμμένος πράγμα που στην περίπτωση μας δεν ισχύει. Συνεπώς καταλήγω ότι ο απαιτητής δικαιούται σε ονομαστική αποζημίωση ως η προσφορά ημερ. ήτοι €51.26 και εκδίδω απόφαση για το ποσό αυτό πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 15.11.2002 μέχρι την 15.5.2014 και από 16.5.2014 μέχρι εξόφλησης τόκους προς 3%. Σε ότι αφορά τα εκτιμητικά έξοδα κρίνω ορθό όπως επιδικάσω ποσό €250 πλέον νόμιμο τόκο αφού ο απαιτητής για να μορφώσει άποψη ως προς την απαίτηση του και την περιουσία του επιβαρύνθηκε με αυτή την δαπάνη. Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω δίκαιο όπως μη εκδώσω καμία διαταγή. Με την καταβολή των πιο πάνω ποσών η απαλλοτριωθείσα έκταση γης να εγγραφεί επ΄ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.