← Κύπρος

A. Papapmiltiades (Constructions) Ltd. ν. Ειρήνης Ευσταθίου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-2904/2009, 30/6/2014

A. Papapmiltiades (Constructions) Ltd. ν. Ειρήνης Ευσταθίου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-2904/2009, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :-2904/2009 A. Papapmiltiades (Constructions) Ltd. και

  1. Ειρήνης Ευσταθίου
  2. Γεώργιου Ευσταθίου Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 12/2/2014 Ημερομηνία :- Δευτέρα 30η Ιουνίου 2014 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Νάσια Παπακωνσταντίνου για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σια Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ζαχαρώ Σάββα Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Μαρία-Άννα Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρύσανθος Μούδουρος Ενδιαμεση Αποφαση
  3. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι "εναγόμενοι") αιτούνται τόσο τη τροποποίηση του δικογράφου τους όσο και τη προσθήκη των ίδιων συνεναγόμενων δια ανταπαιτήσεως. Η προηγούμενη αίτηση τους απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 13/1/2014, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν από τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Εναντίον της απορριπτικής αυτής απόφασης καταχωρήθηκε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η οποία όμως στη συνέχεια αποσύρθηκε. Εξού και βασικά στοιχεία μεταξύ των 17 συνολικά λόγων ένστασης εντός της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσας είναι αυτά της κατάχρησης ως επίσης και η ύπαρξη δεδικασμένου ενώ υπάρχει επίσης και εισήγηση ως προς την ύπαρξη υπέρβασης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
  4. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης διαπιστώνεται πως αυτός είναι πολύ γενικός ενώ η αναφορά σε νομοθεσία πολύ πιθανό να γίνεται εκ παραδρομής και η ενάγουσα να εννοεί την ισχύουσα νομολογία παρά την ισχύουσα νομοθεσία. Εν πάση περιπτώσει η γενικότητα αυτού του λόγου ένστασης είναι τέτοια έτσι ώστε να κρίνεται πως επαρκής εξέταση αυτού είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο εντός του πλαισίου της γενικότερης εξέτασης από το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αίτησης.
  5. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο και άλλων λόγων ένστασης διαπιστώνεται πως τόσο αυτός όσο και οι λόγοι ένστασης 5, 6 και 17 έχουν σχέση με τη θέση της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη κατάχρησης σε σχέση με το αίτημα των εναγομένων. Συνεπώς αυτοί οι λόγοι ένστασης θα εξεταστούν μαζί ως ένα ενιαίο σύνολο ανεξάρτητα και από την ξεχωριστή διατύπωση τους. Παρομοίως η ενάγουσα συνδέει με την ένσταση της το θέμα της κατάχρησης με εισήγηση ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου αναφορικά με το αίτημα των εναγομένων αλλά και υπέρβασης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
  6. Η εξέταση της εισήγησης ως προς την ύπαρξη κατάχρησης ως βάση επί της οποίας η αίτηση να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο προϋποθέτει ανασκόπηση της πρώτης αίτησης τροποποίησης ως επίσης και του αποτελέσματος αυτής. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε σχέση με την εισήγηση αναφορικά με την ύπαρξη δεδικασμένου. Σε μεγάλο βαθμό, όπως αυτά παρουσιάζονται στην ένσταση της ενάγουσας, διαπιστώνεται πως τα δύο θέματα της κατάχρησης και του δεδικασμένου είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
  7. Οφείλω να επισημάνω πως η όλη προσέγγιση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της πρώτης αίτησης για τη τροποποίηση του δικογράφου των εναγομένων και για προσθήκη διαδίκων (στο εξής θα καλείται η «πρώτη αίτηση») ήταν ιδιαίτερα προσεχτική αλλά και περιορισμένης εμβέλειας καθώς το Δικαστήριο πρώτο, επικεντρώθηκε σε μία ιδιαίτερη πτυχή του θέματος γενικότερα της δυνατότητας τροποποίησης ενός δικογράφου, δηλαδή ως προς τη διατύπωση αυτού και του περιεχομένου του ενώ, δεύτερο, έκρινε ορθότερο αλλά και πιο δίκαιο όπως το θέμα της προσθήκης διαδίκων να μην εξεταστεί καθόλου. Η επιλογή αυτή του Δικαστηρίου δεν ήταν τυχαία αλλά εκ των προτέρων αναγνώριση της δυνατότητας καταχώρησης νέας αίτησης. Με απώτερο σκοπό βεβαίως την αποφυγή άσκησης δικαστικής κρίσης επί θεμάτων τα οποία δεν κρινόταν σκόπιμο όπως εξεταστούν εντός του πλαισίου εκδίκασης μίας αίτησης η οποία θα απορριπτόταν για τους λόγους τους οποίους αναφέρονται εντός αυτής αλλά και πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης.
  8. Αναφορικά με τη πρώτη επισήμανση υπενθυμίζω πως στην απόφαση ημερομηνίας 13/1/2014 (στο εξής θα καλείται η «πρώτη απόφαση») ένας ήταν ο βασικός λόγος επί του οποίου το Δικαστήριο βασίστηκε έτσι ώστε να απορρίψει την αίτηση των εναγομένων. Αυτός είχε σχέση με τη διατύπωση της προτεινόμενης τροποποίησης υπό την εξής έννοια. Κρίθηκε πως με την προτεινόμενη τροποποίηση εντός του δικογράφου των εναγομένων θα εισαγόταν μαρτυρία και όχι ισχυρισμοί. Διαπιστώθηκε επίσης η έλλειψη συνοπτικότητας ή περιληπτικής ουσιαστικά μορφής στην όλη διατύπωση της προτεινόμενης τροποποίησης. Δηλαδή η αίτηση δεν έγινε δεκτή όχι διότι το αίτημα των εναγομένων δεν κρίθηκε δικαιολογημένο για λόγους ουσίας (παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το κατά πόσο αυτό ήταν αναγκαίο ή δικαιολογημένο με αναφορά στα επίδικα θέματα) αλλά εξαιτίας της προτεινόμενης διατύπωσης του δικογράφου.
  9. Αναφορικά με τη δεύτερη επισήμανση το ίδιο το Δικαστήριο στην παράγραφο 31 της πρώτης απόφασης ρητά αναφέρει το εξής σε σχέση με το μέρος του αιτήματος το οποίο είχε σχέση με τη προσθήκη διαδίκων. Έχοντας υπόψη το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς το μέρος της αίτησης το οποίο είχε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση του δικογράφου των εναγομένων και λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό στον οποίο αυτό ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το μέρος το οποίο είχε σχέση με τη προσθήκη διαδίκων, κρίθηκε πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως εξεταστεί το μέρος της αίτησης το οποίο είχε σχέση με τη προσθήκη διαδίκων.
  10. Συνεπώς, πραγματικά όπως και να ιδωθεί η εισήγηση της ενάγουσας αναφορικά με την ύπαρξη είτε κατάχρησης είτε δεδικασμένου (διατηρώντας βεβαίως υπόψη το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση) αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Αντιθέτως το Δικαστήριο διαπιστώνει πως ούτε κατάχρηση προκύπτει από τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αλλά ούτε και υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με το αίτημα των εναγομένων. Επιπλέον ούτε κατάχρηση είναι δυνατό να διαπιστωθεί σε σχέση με το γεγονός της καταχώρησης έφεσης στις 7/2/2014 εναντίον της πρώτης απόφασης διατηρώντας υπόψη την απόσυρση της έστω και εάν αυτή δεν είχε αποσυρθεί προ της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  11. Θεωρώ ορθό και προς πληρέστερη αιτιολόγηση της απόφασης αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης να προσθέσω σε σχέση με την εισήγηση ως προς την ύπαρξη υπέρβασης δικαιοδοσίας πως πραγματικά όπως και να ιδωθεί το όλο θέμα το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας ως προς το ότι η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση "...ισοδυναμεί με αναψηλάφηση της εκδίκασης της πρώτης αίτησης, έξω και πέρα από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου". Θεωρώ πως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εξηγούν ακριβώς τους λόγους βάσει των οποίων το Δικαστήριο κρίνει πως δεν είναι δυνατό με κανένα τρόπο να γίνει δεκτή η θέση πως ουσιαστικά το Δικαστήριο ανεπίτρεπτα ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του ελέγχοντας με οποιοδήποτε τρόπο την ορθότητα της πρώτης απόφασης. Το Δικαστήριο δεν έχει την οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με την ορθότητα της πρώτης απόφασης ενώ η παρούσα αίτηση εξετάζεται έχοντας ως βάση τα δικά της δεδομένα έστω και εάν αυτά συμπεριλαμβάνουν εν μέρει και το γεγονός της καταχώρησης και απόρριψης της πρώτης αίτησης. Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας πως οι "...διαφοροποιήσεις μεταξύ της πρώτης αίτησης ... και της παρούσας αίτησης είναι ελάχιστες και μηδαμινές...". Αρκεί μία απλή σύγκριση μεταξύ του περιεχομένου των δύο αιτήσεων έτσι ώστε η εισήγηση αυτή να μην γίνει δεκτή. Επιπλέον υπενθυμίζω και τονίζω τη σημασία την οποία έχει ο βαθμός στον οποίο εξετάστηκε η πρώτη αίτηση και το όλο σκεπτικό βάσει του οποίου απορρίφθηκε η πρώτη αίτηση (βλ. σχετικά τις παραγράφους 6 και 7 αυτής της απόφασης).
  12. Βεβαίως απομένει προς εξέταση γενικότερα το θέμα της αιτούμενης τροποποίησης όπως αυτό έχει διατυπωθεί με τη δεύτερη αίτηση των εναγομένων. Το Δικαστήριο θα εξετάσει το αίτημα των εναγομένων σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης της ενάγουσας.
  13. Με τον τρίτο λόγο ένστασης εισηγείται η ενάγουσα πως οι εναγόμενοι με την αίτηση τους επιδιώκουν να εισαγάγουν μαρτυρία εντός του δικογράφου τους. Ο τέταρτος λόγος ένστασης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως συνδέεται με τον τρίτο λόγο ένστασης καθώς σύμφωνα με αυτόν οι αιτούμενες τροποποιήσεις "...στερούνται συνοπτικότητας και/ή περιληπτικής μορφής στην όλη διατύπωση τους..." και η "...αρίθμηση και ... έκταση..." τους "...προκαλεί σύγχυση και αντίκειται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας". Σαφώς με αυτούς τους λόγους ένστασης η ενάγουσα παραπέμπει στα δύο βασικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην πρώτη απόφαση.
  14. Αναφορικά με αυτούς τους λόγους ένστασης διαπιστώνω πως οι εναγόμενοι έχουν λάβει υπόψη τους το περιεχόμενο της πρώτης απόφασης ως προς τη διατύπωση του αιτήματος τους με αυτή την αίτηση. Με στόχο ουσιαστικά να αποφύγουν ακριβώς τα όσα το Δικαστήριο διαπίστωσε στην πρώτη απόφαση του έτσι ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα απόρριψης της πρώτης αίτησης τροποποίησης. Θεωρώ ότι η προσπάθεια των εναγομένων ως προς την επίτευξη αυτού του στόχου είναι επαρκώς ικανοποιητική έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να κρίνει πως οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν δίχως παράλληλα να κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε επιπρόσθετη ανάλυση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης.
  15. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της αγωγής ιδιαίτερα δε την αλλαγή των δικηγόρων των εναγομένων και τη δήλωση τους ευθύς εξ αρχής αφού ανέλαβαν το χειρισμό της αγωγής ως προς τη πρόθεση τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο καταχώρησης αίτησης τροποποίησης (σχετικά είναι τα πρακτικά ημερομηνίας 26/3/2013 και 19/4/2013) αλλά και το γεγονός καταχώρησης της πρώτης αίτησης τροποποίησης - ως ένα σχετικό δεδομένο δηλαδή ανεξάρτητα και από την απόρριψη της - ως επίσης και τα όσα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει σχετικά, θεωρώ πως δεν υπάρχει υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη καταχώρηση της αίτησης ή πως οι εναγόμενοι αιτούνται τη προσθήκη ισχυρισμών και ανταπαίτησης η οποία θα μπορούσε να είχε γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από τη καταχώρηση της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης. Παράλληλα ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το δεδομένο πως η δίκη της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει.
  16. Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, αναφέρει συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, δηλαδή ο εναγόμενος 2 (ο οποίος στο εξής θα καλείται ο "Ευσταθίου") πως μετά που οι εναγόμενοι είχαν αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσης στον νυν δικηγόρο τους και αφού του είχαν αναφέρει όλες τις σχετικές λεπτομέρειες ο ίδιος τους συμβούλευσε πως η έκθεση υπεράσπισης τους η οποία καταχωρήθηκε στις 19/2/2010 από τους αρχικούς δικηγόρους τους, δεν περιείχε όλες τις θέσεις και όλα τα γεγονότα επί των οποίων στην πραγματικότητα στηριζόταν η υπεράσπιση τους. Επιπλέον οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους και πρόσφατες μελέτες εμπειρογνωμόνων τις οποίες δεν είχαν όταν καταχωρήθηκε η υπεράσπιση τους και βάσει των οποίων διαπιστώθηκαν σοβαρές κακοτεχνίες στην επίδικη οικοδομή. Επιπρόσθετα ο νυν δικηγόρος τους εξέφρασε την άποψη πως τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν την έγερση ανταπαίτησης εναντίον τόσο της ενάγουσας όσο και του αρχιτέκτονα του έργου αλλά και συγκεκριμένου υπεργολάβου. Σύμφωνα δηλαδή με αυτή τη συμβουλή (βλ. σχετικά τις παραγράφους 1 και 4 της ένορκης δήλωσης) εισηγείται ο Ευσταθίου πως είναι απαραίτητο να προστεθεί η ανταπαίτηση αλλά επίσης να προστεθούν και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι "...για λόγους οικονομίας της δίκης αλλά και για να διαπιστωθεί τυχόν ευθύνη του καθενός στο έργο". Τονίζει δε πως η αίτηση "...υποβάλλεται καλόπιστα χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση και σκοπό έχει την προβολή μέσω της δικογραφίας όλων των γεγονότων και θέσεων μας έτσι ώστε να προβληθεί αποτελεσματικά και ουσιαστικά κατά την ακροαματική διαδικασία η υπεράσπιση και ανταξίωση μας" (παράγραφος 6). Βεβαίως παρά και την αναφορά του ως προς την ανυπαρξία καθυστέρησης στην επόμενη παράγραφο της ένορκης δήλωσης δικαιολογεί την ύπαρξη της οποιασδήποτε καθυστέρησης εξηγώντας πως αυτή οφείλεται στην επιθεώρηση της επίδικης οικοδομής και ετοιμασία σχετικών εκθέσεων από τους εμπειρογνώμονες. Αναφέρει δε σχετικές ημερομηνίες των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του.
  17. Αναφορικά δε με τον ένατο λόγο ένστασης ο οποίος συμπλέκει την εισήγηση ως προς την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης σε βάρος των συμφερόντων και δικαιωμάτων της ενάγουσας και τη παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της ενάγουσας για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο διερωτώμαι πραγματικά πως η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται από τους εναγομένους για την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών να είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο ως αιτία βάσει της οποίας να στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Το ίδιο διαπιστώνω αναφορικά με τον δέκατο λόγο ένστασης ως προς το ότι η απαίτηση την οποία οι εναγόμενοι ζητούν να συνεκδικαστεί με την παρούσα αγωγή θα ήταν ορθό και δίκαιο να εγερθεί μέσω ανεξάρτητης αγωγής εναντίον των προτιθέμενων εναγομένων εξ ανταπαιτήσεως. Αμφότεροι οι λόγοι ένστασης κρίνονται αβάσιμοι.
  18. Επιπλέον σε σχέση με τον ένατο λόγο ένστασης η εισήγηση ως προς την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη καθώς ουσιαστικά η βάση υπεράσπισης των εναγομένων παραμένει η ίδια. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή τα όσα αναφέρονται στην υφιστάμενη έκθεσης υπεράσπισης. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στην παράγραφο 10 ως προς τη κατ' ισχυρισμό ευθύνη της ενάγουσας για κακοτεχνίες στην επίδικη οικοδομή αλλά και στο μερίδιο ευθύνης της για τους υπεργολάβους σε σχέση με τους οποίους αναμένονταν εκθέσεις εμπειρογνωμόνων. Θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων ως προς το ότι η δομή της υπόθεσης δεν αλλάζει και ότι απλώς ζητείται να τεθεί η υπεράσπιση ολοκληρωμένα σε συνδυασμό και με τις ανταξιώσεις των εναγομένων με διεύρυνση των στοιχείων των κακοτεχνιών και διεκδίκηση αποζημιώσεων.
  19. Επιπλέον, σε σχέση με τον δέκατο λόγο ένστασης, διατηρώντας υπόψη τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα στα οποία ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρεται σε συνάρτηση με βασική αρχή σύμφωνα με την οποία η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά επίσης και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, κρίνω πως όντως θα ήταν πιο πρακτικό αλλά και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως τα θέματα τα οποία εγείρονται ακουστούν και εκδικαστούν στην ίδια αγωγή. Βασικό δεδομένο το οποίο δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα είναι το γεγονός πως οι προτειθέμενοι εξ ανταπαιτήσεως διάδικοι ήταν στη μία περίπτωση υπεργολάβος στην επίδικη οικοδομή και στην άλλη ο αρχιτέκτονας του επίδικου έργου. Για τον δε υπεργολάβο ως ισχυρίζεται ο Ευσταθίου, με αναφορά στο αιτητικό μέρος της αίτησης, δηλαδή όπως αυτό είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό, στο ίδιο το μέρος της αίτησης όπου παρατίθεται η αιτούμενη τροποποίηση, έφερε ευθύνη και η ενάγουσα σε σχέση με τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των εργασιών του. Ενώ ο δεύτερος προτιθέμενος εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος ως ο αρχιτέκτονας του έργου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οποίους οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν στο δικόγραφο τους επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ο επιβλέπων αρχιτέκτονας καθώς δεν επέβλεψε την οικοδομή ως έπρεπε και παρέλειψε να συντονίζει τόσο τον εργολάβο αλλά και τους υπεργολάβους κατά την εκτέλεση των εργασιών τους.
  20. Διατηρώ υπόψη μου αναφορικά με το θέμα της αποφυγής της πολλαπλότητας των διαδικασιών σχετική νομολογία. Όπως αναφέρεται από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβή Δ. στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Aρ. 10214, ημερομηνίας 12/1/1999, Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α. Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών ενώ εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανή. Αναφέρεται επίσης ως σχετική και η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 7994, ημερομηνίας 21/4/1992, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην οποία ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτας Δ. αναφέρει σχετικά πως η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.
  1. Αναφορικά με τον ενδέκατο λόγο ένστασης, ως προς το ότι δηλαδή η αιτούμενη τροποποίηση "θα περιπλέξει την υπόθεση" αναμφίβολα η προσθήκη ανταπαίτησης εναντίον της ενάγουσας αλλά και των οποιωνδήποτε ισχυρισμών αναφορικά με την ευθύνη και άλλων ατόμων κατά την εκτέλεση ανέγερσης της επίδικης οικοδομής ως επίσης βεβαίως και η αιτούμενη προσθήκη διαδίκων θα προσθέσει και άλλα στοιχεία κατά την εκδίκαση της αγωγής όμως αυτό το δεδομένο από μόνο του δεν κρίνεται ως βάσιμος λόγος έτσι ώστε να μην αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών με το να στερηθούν οι εναγόμενοι από τη δυνατότητα να εγείρουν τις οποιεσδήποτε αξιώσεις τους εναντίον όχι μόνο της ενάγουσας αλλά και άλλων δικαιολογημένα συνδεδεμένων διαδίκων σε σχέση με το ίδιο οικοδομικό έργο σε μία και μόνο διαδικασία.
  2. Ως προς τον δωδέκατο λόγο ένστασης θεωρώ πως αυτός εγείρεται εκ του περισσού καθώς καλύπτεται από τον όγδοο λόγο ένστασης ο οποίος ήδη έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και κριθεί αβάσιμος.
  3. Αναφορικά με την εισήγηση η οποία εγείρεται με τον δέκατο τρίτο λόγο ως προς το ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους "αλλά προσπάθεια διάσωσης μίας ελλειπής Υπεράσπισης" διερωτώμαι πραγματικά, διατηρώντας υπόψη την αλλαγή των δικηγόρων των εναγομένων και παροχής ανάλογης νομικής συμβουλής από αυτούς, ακόμη και να ευσταθεί η εισήγηση ως προς τη προσπάθεια διάσωσης μίας ελλιπούς υπεράσπισης, γιατί θα πρέπει να στερηθούν οι εναγόμενοι του δικαιώματος προβολής μίας όσο το δυνατό καλύτερης υπεράσπισης η οποία ενδεχομένως να τους προσφέρεται υπό τις περιστάσεις. Έχει σημασία βεβαίως το κατά πόσο όντως το αίτημα των εναγομένων υποβάλλεται καλόπιστα. Όχι κατ΄ ανάγκη εξαιτίας ενός καλόπιστου λάθους αλλά κατά πόσο απουσιάζει το στοιχείο της κακοπιστίας από το αίτημα τους. Οι εναγόμενοι δεν κατέχουν νομικές γνώσεις αλλά βασίζονται στις νομικές συμβουλές των κατά καιρούς δικηγόρων τους. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή των νυν δικηγόρων τους έχουν καταχωρήσει την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Πραγματικά, όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, το στοιχείο της κακοπιστίας δεν αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο να καθοδηγεί ή να αποτελεί μέρος του αιτήματος των εναγομένων.
  4. Ο δε δέκατος τέταρτος λόγος ένστασης προσομοιάζει με τον πρώτο λόγο ένστασης υπό την έννοια της γενικότητας του και δεν είναι δυνατό όπως εξεταστεί δίχως να λαμβάνονται υπόψη και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν σχέση με τα γεγονότα και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Ασφαλώς η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς το σύνολο του αιτήματος των εναγομένων και κατά πόσο αυτό δικαιολογείται λαμβάνει υπόψη και τα γεγονότα αλλά και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης έτσι ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει σύμφωνα με το οποίο προφανώς τόσο τα γεγονότα όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης κρίνεται εν τέλει πως δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης των εναγομένων.
  5. Ο δε δέκατος πέμπτος λόγος ένστασης προσομοιάζει με τον ένατο λόγο ένστασης ενώ διατηρώντας υπόψη το αίτημα των εναγομένων στο σύνολο του δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτός είναι βάσιμος υπό την έννοια του δυσμενή και αδικαιολόγητου επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων της ενάγουσας εάν η αίτηση εγκριθεί. Βεβαίως λαμβάνονται υπόψη τόσο τα συμφέροντα και δικαιώματα της ενάγουσας αλλά πρωταρχικός παράγων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο όπως διαπιστώνεται εν τέλει εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση παρά με την απόρριψη της αίτησης των εναγομένων. Ενώ όπως τονίζεται κατ΄ επανάληψη στη νομολογία μας (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 96/2006, ημερομηνίας 27/7/2007, Νικολάου ν. 1) Μιλτιάδους κ. ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005) σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων έχοντας ως κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου το συμφέρον της δικαιοσύνης. Υπενθυμίζεται στη νομολογία μας πως κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Μάλιστα δεν αποκλείεται τροποποίηση να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο - δίχως τονίζω να διαπιστώνω πως αυτό ισχύει στη περίπτωση υπό εξέταση - αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Επιπλέον, έχοντας υπόψη και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα των εναγομένων, δηλαδή προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, διατηρώ υπόψη μου σχετική νομολογία ως προς το ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια έστω και εάν αυτό μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο οποίος όρος ανεπανόρθωτη ζημιά έχει την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Πραγματικά στην περίπτωση υπό εξέταση δεν διαπιστώνω με την έγκριση της αίτησης να προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα.
  1. Ως προς τον δέκατο έκτο λόγο ένστασης δεν είναι δυνατό να κριθεί ως ανεπίτρεπτη η οποιαδήποτε επιδίωξη των εναγομένων του συσχετισμού της ενάγουσας με τους προτεινόμενους εναγόμενους εξ ανταπαιτήσεως. Το κατά πόσο αυτοί όντως είχαν ή δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη νομική σχέση με την ενάγουσα είναι θέμα το οποίο θα μπορεί να κριθεί τελεσίδικα με την εκδίκαση της αγωγής. Ενώ τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αίτησης ως προς το ότι δηλαδή τουλάχιστον επί της πραγματικής πτυχής της υπόθεσης υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ της ενάγουσας και των προτεινόμενων εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων έτσι ώστε να κρίνεται ορθή η συνεκδίκαση της αξίωσης των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων δια μέσω της ανταπαίτησης της σε αυτή την αγωγή.
  2. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και το σκεπτικό της απόφασης ιδωμένο στο σύνολο του η αίτηση των εναγομένων κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται ως η αίτηση παράγραφος Α και Β. Σε σχέση με το αίτημα της παραγράφου Γ δίδονται παράλληλα οδηγίες όπως το τροποποιημένο δικόγραφο των εναγομένων επιδοθεί στους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους όπως καθορίζεται πιο κάτω. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι θα κλητεύονται όπως εμφανιστούν με ειδοποίηση ανταπαίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου θα οπισθογραφείται η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Η ενάγουσα θα πρέπει να καταχωρήσει τροποποιημένη απάντηση και έκθεσης υπεράσπισης στην ανταπαίτηση εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης στη διεύθυνση επίδοσης της, της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων.
  3. Η νομολογία επί του θέματος των εξόδων σε περίπτωση έγκρισης αίτησης τροποποίησης αντιμετωπίζει την επιδίκαση εξόδων ουσιαστικά ως μέτρο αποζημίωσης. Υπό την έννοια δηλαδή ότι η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα (βλ. σχετικά την απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 223/87, ημερομηνίας 22/2/1989 Φοινιώτης ν. 1) Greenmar Navigation Ltd κ. ά.
(1989)1E Α.Α.Δ 33). Συνεπώς, τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν εξαιτίας της έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την αποπεράτωση της αγωγής.
  1. Η αγωγή ορίζεται στις 29/9/2014 και ώρα 09:00 για οδηγίες έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να ελέγξει την ολοκλήρωση των δικογράφων μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων αλλά και την ανάλογη προώθηση της ανταπαίτησης των εναγομένων εναντίον των προστιθέμενων εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων.
  2. Διατηρώντας υπόψη και την αύξηση της κλίμακας της αγωγής ως συνέπεια της καταχώρησης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο Πρωτοκολλητής θα πρέπει να μεριμνήσει έτσι ώστε στις 29/9/2014 ο φάκελος της αγωγής να τεθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστή. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.