Παναγιώτης Σπύρου ν. PAS KAROUSOS POWER HYDRAULICS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 806/10, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 806/10 Μεταξύ: Παναγιώτης Σπύρου, από την Πάφο Ενάγων και
- PAS KAROUSOS POWER HYDRAULICS LTD, από την Πάφο
- Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23.6.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους / Αιτητές: κ. Λ. Νεοφύτου για κκ Α. Κ. Χ΄΄Ιωάννου & Υιοί & Χ. Καλογήρου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Μενοίκου για κ. Αλ. Αλεξάνδρου ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων / Αιτητών στις 16.12.13 με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται όπως το Δικαστήριο εκδικάσει και αποφασίσει προδικαστικά επί των ακόλουθων νομικών σημείων: «Α) Το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί αφού έχουν παρέλθει πέραν των 3 χρόνων από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής Β) Ο Ενάγοντας στερείται σε κάθε περίπτωση αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.48, θθ. 2, 3 και 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Στέλιου Γιωργαλλίδη ο οποίος είναι διευθυντής της Εναγόμενης
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν ακόμα καταχωρηθεί η Ένσταση δήλωσε ότι δεν έφερε ένσταση στο να εκδικασθεί προδικαστικά το μέρος της υπό κρίση αίτησης που αναφέρεται στο θέμα της παραγραφής. Δήλωσε, όμως, ότι έφερε ένσταση στο να εκδικασθεί προδικαστικά το μέρος της αίτησης που αναφέρεται στο θέμα που αφορά στην μη αποκάλυψη εύλογου αγώγιμου δικαιώματος. Προς τούτο καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 3 λόγοι ένστασης υπό παραγράφους (α), (β) και (γ). Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Παρατίθενται οι λόγοι ένστασης: (α) δεν εγείρεται μέσα από την Υπεράσπιση προδικαστική ένσταση ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα (β) το κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση έχει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα είναι θέμα ουσίας και δεν μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά αλλά κατά το στάδιο της εκδίκασης της αγωγής (γ) ο Καθ' ου η αίτηση με την Έκθεση Απαίτησής του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά των Αιτητών Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Οι θεσμοί 1 και 2 της Διάταξης 27 προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό
- Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο». Στην υπόθεση Anastasia C. Hambou v. Andreas Thoma
(1987)1 CLR 370 λέχθηκε ότι ο σκοπός της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο καθορισμός προδικαστικά ενός νομικού σημείου θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Toulla G. Malachtou v. Christodoulos K. Armefti and Another
(1984)2 CLR 548 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 550-551: «In the case of Overseas Shipping & Forwarding Co. of Lebanon v. Kappa Shipping Co. Ltd. and others
(1977)1 C.L.R. 248 it was held by a Judge of this Court (on the issue of jurisdiction) that "it is true that such an order.................. should be made only in aspect of matters on which no further light would be thrown at the trial (Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B, 391 applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243) nor should such an order be made where these are facts in dispute". This Court after repeatedly drawing the attention on the procedure to be followed in respect of points of law raised under Order 27, rule 1 (vide: The heirs of the late Theodora Panayi v: The Administrator of Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167 at p. I70 and Maroulla Athanassi Michaelides v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 C.L.R. 392) laid down in the case of Michael PapaMichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305 that only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order
- This is the relevant extract from page 309 of the report: "We must say that we find the procedure followed in this case rather unorthodox. If it was a preliminary point of law then the provisions of Order 27 should have been followed............... If it was a question of mixed law and fact, or a question of fact alone, the trial Judge should have followed the procedure laid down in Order 33 regarding the hearing of the action................". Our Order 27, rule I is similar to Order 25, rule 2 of the Rules of the Supreme Court in England as they were in force before
- (Now the corresponding rule in England is rule 11 of Order 18 read together with rules 3 and 4
(2)of Order 33). In the Annual Practice 1953 Vol. 1 at p. 418 we read the following in respect of the English Order 25, rules 2 and 3 under the heading Scope of Rules. "The Court is not justified under the above Rules, even with the consent of the parties, in deciding abstract questions of law raised by the pleadings. Its function is 'to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts"'. (Stephenson, Blake & Co. v. Grant Legros & Co. 86 L.J. Ch. 439—Glasgow Navigations Co. v. Iron Ore Co. [1910] A.C. 293). In the case of Stephenson, Blake & Co., v. Grant Legros & Co. (supra) upon appeal on a dismissal of an application for the determination of six points of law under Order XXV, rules 2 and 3, the Court of Appeal refused to decide the questions of the law as to copyright and designs raised as points of law, leaving the action to go to trial in the ordinary way; Warrington L.J. stated inter alia the following: "....The function of the Court is not to decide abstract questions of law, but to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts...." (vide p. 444 of the report). The establishment with certainty of the state of facts from which there emerges the necessity of a preliminary decision of a point of law under Order 27, rule 1, is invariably a "sine qua non" element in all Cyprus authorities and in the vast majority of English cases to which we have looked for guidance. .......................................................................................................................... Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving, rise to the legal issues he is invited to resolve. If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e. the hearing of the whole action. A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts». Στην Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 των Θεσμών Ναυτοδικείου, αν και διαφορετικά διατυπωμένος από την Δ.27, θ. 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται στις ίδιες περιπτώσεις που εφαρμόζεται και η Διάταξη 27, δηλαδή, μόνο εκεί όπου εγείρεται καθαρό νομικό σημείο που μπορεί να διεκπεραιώσει ολόκληρη την αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 δεν είχε εφαρμογή στην πιο πάνω περίπτωση, αφού η απόφαση για τα προκαταρκτικά θέματα συνεπαγόταν κρίση μαρτυρίας και αφορούσε νομικά θέματα που ήταν περίπλοκα και αμφισβητούμενα. Ενδεικτικό για το εύρος του πιο πάνω Κανονισμού και κατ' επέκταση, της Διάταξης 27 που μας ενδιαφέρει είναι το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση που ακολουθεί: «Όμως ενώ υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν θεωρώ ότι η παρούσα θα ήταν πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα 89. Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι, ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Overseas Shipping & Forwarding Co of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd and Others
(1977)1 C.L.R. 248, ο Δικαστής Α. Λοΐζου (όπως ήταν τότε) αν και αναγνώρισε τη διαφορά διατύπωσης μεταξύ του Κανόνα 89 και της Δ.25 θ.2 και Δ.27 θ.1, είπε τα εξής στη σελίδα 252: "It is true that such an order should not be made in respect of matters which, on account of their nature, factual or legal, have to be decided at the trial and should be made only in respect of matters "on which no further light would be thrown at the trial". (See Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. p. 391, applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243). "Nor should such an order be made where there are facts in dispute". Παρατηρώντας ότι στην υπόθεση ενώπιόν του δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα παρά μόνο θέμα δικαιοδοσίας επί των γεγονότων όπως διατυπώνονταν στα δικόγραφα, και περαιτέρω ότι η νομική θέση πάνω στο θέμα της δικαιοδοσίας ήταν καθαρά διατυπωμένη και χωρίς αβεβαιότητες ή ασάφειες, ο Δικαστής Λοΐζου θεώρησε την περίπτωση πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα
- Η προσέγγιση του στο θέμα φαίνεται και από την αναφορά την οποία έκαμε στη σχετική νομολογία σε σχέση και με τη Δ.25 θ.
- Την ίδια προσέγγιση υιοθέτησε ο ίδιος Δικαστής και στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Compania Espanola de Laminaction S.A., A.N. 31/88, ημερ. 14.10.1989, όπου αποφάσισε, όπως το έθεσε στις σελίδες 3 - 4: "... ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα πραγματικά γεγονότα που δεν μπορεί και δεν είναι ορθό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε μια αίτηση της φύσης όπως είναι η παρούσα με βάση τις ενόρκους δηλώσεις και/ή τη φωτοτυπία του πιστοποιητικού εγγραφής του πλοίου, αλλά είναι θέμα προσαγωγής και ακροάσεως αποδεκτής, κατά τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 μαρτυρίας, σε ακροαματική διαδικασία." Επιπλέον υπάρχει και διαφωνία ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν την υπόθεση..." Και συνέχισε στις σελίδες 4 - 5: "Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως και εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι οι ένορκοι δηλώσεις." Βασιζόμενος στα πιο πάνω και αναφερόμενος και στην υπόθεση Overseas Shipping (ανωτέρω) όπως και στην αντίστοιχη ερμηνεία της Δ.27 θ.1 στη νομολογία, κατάληξε στο συμπέρασμα, όπως το έθεσε στη σελίδα 5, ότι: "Στις υποθέσεις αυτές έχει καθιερωθεί ότι για να εξαρτηθεί η τύχη μιας διαδικασίας σε προκαταρκτικό στάδιο πρέπει τα πραγματικά γεγονότα να μην αμφισβητούνται και το μόνο που να παραμένει στο Δικαστήριο για απόφαση να είναι το νομικό ή τα νομικά σημεία. Στην υπό εξέταση υπόθεση μιας και το επίδικο θέμα της αίτησης μας δεν είναι καθαρά νομικό αλλά μειχτό πραγματικό και νομικό, ο θεσμός 89 δεν έχει εφαρμογή." Η απλή παράθεση των θέσεων των δύο πλευρών στην αίτηση ενώπιον μου δείχνει πόσο ανάρμοστη θα ήταν η εφαρμογή του Κανόνα 89 στην προκείμενη περίπτωση. Τόσο η πρώτη όσο και η τρίτη προδικαστική ένσταση συναρτώνται με περίπλοκα γεγονότα τα οποία είναι υπό καίρια αμφισβήτηση και για τα οποία αναμένεται λογικά ότι θα δοθεί αρκετή μαρτυρία και θα υπάρξει σοβαρή επιχειρηματολογία αξιοπιστίας και ερμηνείας τους. Επιπλέον, τα εγειρόμενα θέματα φαίνονται να έχουν και ευάριθμες νομικές προεκτάσεις ασαφούς και αβέβαιας έκβασης. Μάλιστα παρατηρώ ότι αν και τα εγειρόμενα θέματα αναφέρονται σαν προδικαστικές ενστάσεις, είναι φανερό από τα δικόγραφα ότι στην πραγματικότητα αποτελούν την ουσία της υπόθεσης και της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, αφού τα γεγονότα και νομικά σημεία τα οποία αφορούν τις προδικαστικές ενστάσεις είναι τα θέματα στα οποία επικεντρώνονται τα δικόγραφα. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, αν και φαίνεται να αναφέρεται μάλλον σε νομικά σημεία, εντούτοις δεν είναι ανεξάρτητη από γεγονότα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η σχέση των μερών, και μάλιστα σημειώνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων στην Αναφορά (παρ. 1) τυγχάνουν άρνησης εκ μέρους των Εναγομένων στην Απάντηση τους (παρ. 4). Κυρίως όμως, όπως διαφαίνεται από την εκτεταμένη νομολογία στην οποία αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, η νομική πλευρά του εγειρόμενου θέματος, όπως και των νομικών θεμάτων τα οποία εγείρονται σε σχέση με τις άλλες ενστάσεις, δεν είναι καθόλου καθαρή αλλά μάλλον περίπλοκη και ασαφής. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι τα εγειρόμενα στις προδικαστικές ενστάσεις θέματα δεν είναι αρμόζοντα για προδικαστική εκδίκαση. Η προδικαστική εκδίκαση τους θα ισοδυναμούσε με την ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής χωρίς να επιτυγχάνει τα οφέλη της εξοικονόμησης χρόνου και εξόδων τα οποία επιδιώκονται με την προδικαστική εκδίκαση θεμάτων ορθώς νοούμενη». Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του ό,τι προκύπτει από την Νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 956: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Κρίνω σκόπιμο ευθύς εξ' αρχής να σημειώσω ότι δεν θα υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης παρά την εισήγηση που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών. Ό,τι στο στάδιο αυτό θα αποφασίσω είναι αν θα επιτρέψω προδικαστική εκδίκαση στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού κάτι τέτοιο υπαγορεύεται από την πιο πάνω δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση και πρωτίστως το γεγονός ότι εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση. Αν η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση θεωρούσε ότι το ζήτημα του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος αποτελούσε καθαρό νομικό σημείο δεν θα καταχωρούσε ένσταση και οι διάδικοι θα περιορίζονταν σε αγορεύσεις επί νομικών σημείων. Το γεγονός ότι καταχωρήθηκε Ένσταση για το πιο πάνω ζήτημα δηλώνει ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαφωνεί με την θέση που αναδύεται μέσα από την υπό κρίση αίτηση, ότι, δηλαδή, το ζήτημα του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος είναι αμιγώς νομικό, κάτι το οποίο συνάδει και με την σημειωθείσα δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, αλλά και προκύπτει ευκρινώς από την ίδια την Ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην σελίδα 2051 στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χρίστος Χ΄΄Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046 και πιο κάτω παρατίθενται: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό. Εν όψει όλων όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ακυρώνεται με έξοδα εναντίον του εφεσίβλητου». Το ζήτημα της παραγραφής εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Σύμφωνα με την εν λόγω προδικαστική ένσταση η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι «το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί αφού έχουν παρέλθει πέραν των 3 χρόνων από τον χρόνο του δυστυχήματος μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής». Με την Υπεράσπιση δεν είναι καν παραδεκτό ότι έλαβε χώρα το υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενο ατύχημα. Ενδεικτική είναι η παράγραφος 5 της Υπεράσπισης με την οποία προβάλλεται άρνηση του περιεχομένου της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης με την οποία δικογραφείται ο τρόπος με τον οποίο επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα καθώς και ο χρόνος που αυτό επισυνέβη. Στην δε αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αναφέρει ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε 4 και πλέον χρόνια από τις 2.11.05, ημερομηνία κατά την οποία επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα. Η χρήση της λέξης «ισχυριζόμενο» θεωρώ πως αντικατοπτρίζει την θέση των Αιτητών όπως αυτή διατυπώνεται στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης και για την οποία λόγος έγινε πιο πάνω. Ό,τι η πιο πάνω λέξη εξυπακούει είναι ότι το επίδικο ατύχημα αποτελεί ισχυρισμό και μόνο του Καθ' ου η αίτηση και δεν είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη 1. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι η Εναγόμενη 1 αρνείται και πολλούς άλλους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση που εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτησής του. Αυτό, όμως, ουδόλως εμποδίζει την Εναγόμενη 1 να εγείρει θέμα παραγραφής στις έγγραφές της προτάσεις στην βάση των ισχυρισμών και μόνο του Καθ' ου η αίτηση ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 2.11.05. Η προδικαστική ένσταση εγείρεται στην ουσία διαζευκτικά προς την γενικότερη υπεράσπιση της. Στην υπόθεση Maroulla Athanasi Michaelides (wife of Aristotelis Gregoriades) ν. Pinelopi Hji Michael Diakou
(1968)1 CLR 392 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ενάγοντα / εφεσείοντα για τον λόγο ότι (α) η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και (β) η αγωγή είχε παραγραφεί. Τα πιο πάνω ζητήματα είχαν εγερθεί στην Υπεράσπιση του εναγόμενου / εφεσίβλητου στην οποία ο τελευταίος έδινε την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Με δεδομένους τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου όπως αυτοί εκτίθεντο στην Έκθεση Απαίτησής του το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αγωγή είχε παραγραφεί. Υπό το φως των πιο πάνω έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να ασχοληθεί με το ζήτημα του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, επίσης, ότι όταν στην Υπεράσπιση εγείρονται νομικά ζητήματα είναι επιθυμητό όπως αυτά αποφασίζονται στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας κατόπιν σχετικής αίτησης του εναγόμενου υποβαλλόμενης πριν την ημερομηνία της δίκης. Προκύπτει ότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα και, επομένως, μπορεί να εκδικασθεί προδικαστικά. Σημειώνεται ότι η προδικαστική ένσταση περί παραγραφής εύλογα εκλαμβάνεται ότι αφορά μόνο στην Εναγόμενη 1 παρά το ότι στην Υπεράσπιση αυτή διατυπώνεται ως να εγείρεται και από τους δύο Εναγόμενους. Δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά και στην Εναγόμενη 2 αφού το πρόσωπο που ενάγεται ως υπέχων ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος είναι η Εναγόμενη 1 και όχι η Εναγόμενη
- Η τελευταία ενάγεται επί το ότι εξέδωσε ασφαλιστήριο ευθύνης εργοδότη. Επίσης, η αναφορά στην προδικαστική ένσταση σε πάροδο 3 ετών από τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής εύλογα παραπέμπει στην περίοδο παραγραφής των 3 ετών που καθορίζει το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο έχει ισχύ για αστικά αδικήματα. Ότι αυτή είναι η Νομοθετική πρόνοια στην οποία στηρίζεται η ένσταση καθίσταται έκδηλο μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών. Στην Έκθεση Απαίτησης, όμως, κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς την κατεύθυνση ότι η Εναγόμενη 2 είναι υπόλογη για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι η προδικαστική ένσταση περί παραγραφής αφορά μόνο στην Εναγόμενη 1 και όχι και στην Εναγόμενη
- Επίσης, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι έκδηλα διακριτό ότι το σημείο του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος αφορά μόνο στην Εναγόμενη 2 παρά το ότι στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης αυτό αναφέρεται και στους δύο Εναγόμενους. Είναι, λοιπόν, σε συνάρτηση μόνο με την Εναγόμενη 2 που θα το εξετάσω. Σημειώνεται, επίσης, ότι σε ποιον εναγόμενο αφορά το κάθε σημείο καθίσταται ορατό και μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών. Από αυτήν προκύπτει έκδηλα ότι το σημείο της παραγραφής αφορά στην Εναγόμενη 1 και το σημείο του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος στην Εναγόμενη
- Αναφορικά με το θέμα του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος κρίνω εύστοχο τον πρώτο λόγο ένστασης. Η διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης νομικού ζητήματος στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προϋποθέτει, όπως από το λεκτικό του θεσμού 1 προκύπτει, την έγερση του ζητήματος τούτου στην Υπεράσπιση. Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των θεσμών 1 και 2 της Διάταξης 27 προκύπτει ότι οποιοσδήποτε διάδικος δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οποιοδήποτε νομικό σημείο και αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει το νομικό αυτό σημείο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό και να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι αποτελεί προϋπόθεση για την προδικαστική εκδίκαση νομικού ζητήματος η έγερσή του στην Υπεράσπιση. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα στην Υπεράσπιση αναφορικά με την Εναγόμενη
- Σε κανένα σημείο της Υπεράσπισης δεν προβάλλεται η θέση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης
- Διαφωνώ, επίσης, με την θέση που διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση στην αγόρευσή του ότι στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης δικογραφείται ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής αναφορικά με την Εναγόμενη
- Στην πιο πάνω παράγραφο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης και δηλώνεται ότι τα όσα στην πιο πάνω παράγραφο αναφέρονται δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής. Μόνο που ό,τι γίνεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης είναι περιγραφή του τρόπου με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο ατύχημα και καμία σχέση δεν μπορούν να έχουν με την Εναγόμενη
- Ακολουθεί ότι στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης ό,τι δικογραφείται είναι ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής μόνο σε σχέση με την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 και όχι και σε σχέση με την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση εναντίον της Εναγόμενης
- Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης σημειώνεται ότι αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο στάδιο αυτό. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε μέλημα του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο είναι αν θα επιτρέψει προδικαστική εκδίκαση στην βάση της Διάταξης 27 και όχι να εξετάσει την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Εξέταση του λόγου αυτού ισοδυναμεί με το δεύτερο. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το ζήτημα του εύλογου αγώγιμου δικαιώματος αναφορικά με την Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να εκδικασθεί προδικαστικά. H εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τον θεσμό 3 της Διάταξης 27 το Δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Ο θεσμός αυτός είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1958 η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Είναι, επίσης, σημαντικό να αναφερθεί, ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του πιο πάνω Κανονισμού. Και αυτό είναι λογικό, αφού όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι αφού δυνάμει του πιο πάνω θεσμού υπάρχει η δυνατότητα διαγραφής της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να έχει παραδοθεί η Υπεράσπιση, το γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση στην Υπεράσπιση δεν γίνεται αναφορά στην μη αποκάλυψη εύλογου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης 2 δεν είναι καταλυτικό για το αίτημα. Κρίνω πως στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία που του δίδεται από τον πιο πάνω θεσμό. Αφενός, γιατί στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στον πιο πάνω θεσμό, αφετέρου, γιατί με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Ό,τι με την υπό κρίση αίτηση ζητείται είναι η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων. Συνακόλουθα διατάσσεται η προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της παραγραφής αναφορικά με την Εναγόμενη
- Τα όσα με την υπό κρίση αίτηση ζητούνται αναφορικά με την Εναγόμενη 2 δεν μπορούν να πετύχουν. Το μέρος της υπό κρίση αίτησης που αφορά στην Εναγόμενη 2 αποτυγχάνει. Εν' όψει του αποτελέσματος τα έξοδα της αίτησης αναφορικά με την Εναγόμενη 2 επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1 τα έξοδα της αίτησης επιφυλάσσονται. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου - Διάταξη 27 Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο