← Κύπρος

CLIN CO LTD ν. Asim Elahi, Αρ. Αγωγής: 1164/13, 5/6/2014

CLIN CO LTD ν. Asim Elahi, Αρ. Αγωγής: 1164/13, 5/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1164/13 Μεταξύ: CLIN CO LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και Asim Elahi, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 5.6.14 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Χρ. Χ΄΄Γεωργίου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Χρ. Αλεξίου για κκ Α. Κακογιάννη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου / Αιτητή στις 11.7.13 με την οποία ζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή να διαγράφεται και/ή να απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η επίδοση προς τον Εναγόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και όλων των δικαστικών εγγράφων τα οποία έχουν επιδοθεί στον Εναγόμενο Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη της παρούσας αγωγής και/ή αναστολής της παρούσας διαδικασίας επειδή η παρούσα αγωγή είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή νόμω αβάσιμη». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θ 1, 2, 3, 5, 12, 13, Δ.16, θ.7, 9, Δ.5, θθ. 1, 2, 9, 10, Δ.5Α, Δ.6, θθ 1-9, Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.42Α, θθ 1, 2, Δ.48, θθ 1-4, 8

(1)(α.1) & (f),
(2),
(4), 8
(2), 9, 11, 13, στο άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας, στον Νόμο 90(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν. 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 6
(2)και 29, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 2 και 21, στις συμφυείς εξουσίες, την διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της κυρίας Κατερίνας Ανδρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου του Αιτητή, η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της κυρίας Ανδρέου το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση παραγράφηκε στις 29.1.13 και εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώρηση ή την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή. Για τον πιο πάνω λόγο η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (reasonable cause of action), είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Υπό το φως των πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 5 λόγοι ένστασης υπό παραγράφους Α, Β, Γ, Δ και Η ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Φοινικούς Στεφάνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Παρατίθενται οι λόγοι ένστασης: (Α) η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη σε ότι αφορά την νομική της βάση και σε ότι αφορά τα γεγονότα (Β) τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία (Γ) δεν υπάρχει κανένας λόγος για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος το οποίο θα θέσει τον Καθ' ου η αίτηση σε δυσμενή θέση, αδικαιολόγητα (Δ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αβάσιμη (Η) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και οι Κανονισμοί για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αποτελούν, μεταξύ άλλων, θέσεις του Αιτητή τα ακόλουθα: το αδίκημα για το οποίο ηγέρθη η αγωγή δεν παραγράφηκε σύμφωνα με το άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του ίδιου Νόμου ο γενικός χρόνος παραγραφής για τα αστικά αδικήματα είναι 6 χρόνια τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν δικαιολογούν τις υπό του Αιτητή αιτούμενες θεραπείες η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση και φυσική εξέλιξη και πορεία της αγωγής και για τον λόγο αυτό είναι καταχρηστική δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για να επιτραπεί η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια: Νοείται ότι αν κατά το χρόνο που προκύπτει πρώτα η βάση της αγωγής, αν ο ενάγοντας δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή δεν έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόμενος δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία, οι τριετείς αυτές προθεσμίες δεν αρχίζουν να τρέχουν μέχρις ότου ο ενάγοντας συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή παύσει να μην έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόμενος επανέλθει στη Δημοκρατία: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι επηρεάζει τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου και του άρθρου 58 του Νόμου αυτού». Πιο κάτω παρατίθενται οι πρόνοιες από τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν. 66(Ι)/12, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος 66(Ι)/12», που ενδιαφέρουν: Το άρθρο 6
(1)του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής: Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.
(4)Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής». Το άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος». Το άρθρο 28 του Νόμου του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012». Το άρθρο 29 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του Παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω Παραρτήματος
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (άρθρο 29) ΠΡΩΤΗ ΣΤΗΛΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΤΗΛΗ ΝΟΜΟΙ ΕΚΤΑΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ Ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15. Ολόκληρος Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148. άρθρο 68, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου Ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002. ολόκληρος Ο περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ. 262. άρθρο 94 Οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμοι του 2000 έως 2010. άρθρο 22 Οι περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμοι του 1989 έως 2011. άρθρο 19» Από τις πρόνοιες του Παραρτήματος του Νόμου 66(Ι)/12 που αφορά στο άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, αλλά και σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 24(ε) του Νόμου 66(Ι)/12, μέρος του οποίου παρατίθεται πιο κάτω, προκύπτει έκδηλα ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως για πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα και που επισυνέβησαν πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου, ήτοι πριν την 1.7.12, ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο καθορίζει περίοδο παραγραφής τρία χρόνια. Το εν λόγω άρθρο καταργείται μόνο αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν κατά ή μετά την 1.7.12. Η ρητή δε αναφορά στο Παράρτημα του Νόμου 66(Ι)/12 περί κατάργησης του άρθρου 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν κατά ή μετά την 1.7.12 άλλη ερμηνεία δεν θα μπορούσε να επιδεχθεί από το ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως για πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν πριν την 1.7.12 ισχύ έχει το εν λόγω άρθρο και όχι οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/12. Είναι δε σε αυτές τις περιπτώσεις και μόνο, ήτοι στις περιπτώσεις που δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, που ισχύ για αστικά αδικήματα έχει το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/12. Επίσης, το άρθρο 24 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: .......................................................................................................................... (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν: (
  1. i)αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και (
  2. ii)δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, .......................................................................................................................». Το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, δεν καταργήθηκε από το άρθρο 29 του Νόμου 66(Ι)/12 για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν την 1.7.12, τουναντίον, διατηρήθηκε ρητά σε ισχύ, και δεν αναστάληκε από τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν. 110(Ι)/2002. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα πριν την 1.7.12 ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, ενώ για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα κατά ή μετά την 1.7.12 ισχύ έχει το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/12. Το άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/12 αποτελεί μεταβατική διάταξη η οποία έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις εκείνες που η περίοδος παραγραφής διέπεται πλέον από τις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/12 και όχι από άλλη Νομοθετική διάταξη, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, και η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, ήτοι πριν την 1.7.12. Σε μια τέτοια περίπτωση πρόσωπο δύναται να καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή μέχρι και την 31.12.14, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής καθορίζεται από τον Νόμο 66(Ι)/12, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο χρόνος που καθορίζεται από τον τελευταίο Νόμο. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής, πρώτο, η περίοδος παραγραφής στην υπό εξέταση περίπτωση διέπεται από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, δεύτερο, το εν λόγω άρθρο καθορίζει περίοδο παραγραφής 3 έτη σε αστικά αδικήματα και, τρίτο, το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στις 29.1.10, το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση παραγράφηκε στις 28.1.13, ήτοι πριν την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι κακόπιστη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1958 η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω θεσμό ασκείται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν χωρεί αμφιβολία. Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (Βλ. σελίδα 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α. ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden
(1966)1 All E R 689). Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του πιο πάνω Κανονισμού. Και αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο, αφού όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο. Αυτό που, επομένως, θα πρέπει να εξετασθεί είναι αν η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει ή όχι εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή μια διαδικασία ή απαίτηση καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο: «Frivolous or Vexatious Actions» σημειώνεται ότι η φράση «καταπιεστικές και ενοχλητικές αγωγές» αναφέρεται σε αγωγές οι οποίες είναι έκδηλα καταπιεστικές και ενοχλητικές ή εμφανώς ανυπόστατες. Το δικόγραφο πρέπει να είναι εμφανώς καταπιεστικό ώστε η προώθησή του να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 575 υπό τον τίτλο: «No reasonable cause of action» αναφέρεται ότι αφ' ης στιγμής η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασισθεί από τον Δικαστή ή τους ενόρκους δεν δικαιολογεί διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει. Στο εν λόγω σύγγραμμα παρατίθενται με αναφορά σε υποθέσεις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες η Έκθεση Απαίτησης διαγράφηκε και η αγωγή απορρίφθηκε. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αγωγής που προσέκρουε στην αρχή του δεδικασμένου, (β) αγωγής για σύμβαση στην οποία φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή (γ) η σύμβαση δεν ήταν έγκυρη κατά τον νόμο, (δ) αγωγής με την οποία αξιωνόταν θεραπεία σε βάση η οποία δεν αποτελούσε την βάση για την θεραπεία εκείνη, (ε) αγωγής στην οποία αξιωνόταν θεραπεία που το Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να παραχωρήσει, (στ) αγωγής για δυσφήμηση στην οποία η Έκθεση Απαίτησης απεκάλυπτε ότι η δημοσίευση που είχε γίνει ήταν απόλυτα προνομιούχα. Σε αγωγή στην οποία από την Έκθεση Απαίτησης διεφάνη ότι το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε πριν την λήξη της περιόδου παραγραφής αποφασίσθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν θα έπρεπε να διαγραφεί εκτός εάν είχε εφαρμογή ο νόμος περί παραγραφής (Βλ. Prince v. Philipps
(1894)W.N. 213). Στην υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others
(1982)3 All E R 961 ο τριτοδιάδικος υπέβαλε αίτηση για διαγραφή της διαδικασίας τριτοδιάδικου επί το ότι αυτή δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα για τον λόγο ότι τα αγώγιμα δικαιώματα του εναγόμενου 2 εναντίον του τριτοδιάδικου είχαν παραγραφεί. Έρεισμα για την αίτηση αποτέλεσε η νέα Αγγλική Δ.18, θ.19, η οποία προνοούσε, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαγράψει οποιοδήποτε δικόγραφο ή την οπισθογράφηση του κλητηρίου επί το ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση ή είναι σκανδαλώδες, καταπιεστικό ή ενοχλητικό ή γιατί δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να θέσει σε αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη δίκη της υπόθεσης ή γιατί κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση απορρίφθηκε πρωτόδικα και η υπόθεση οδηγήθηκε, εν τέλει, στο Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal). Ο Δικαστής Donaldson L. J. διασαφήνισε, ότι ένα δικόγραφο δεν μπορεί να διαγραφεί στα πλαίσια της Δ.18, θ.19 στην βάση του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα για τον λόγο ότι ο νόμος περί παραγραφής παρέχει στον εναγόμενο υπεράσπιση, αφενός, γιατί, σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο ο νόμος περί παραγραφής δεν εξαλείφει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, αλλά, απλώς, τον εμποδίζει να λάβει θεραπεία από τα Δικαστήρια, νοουμένου ότι ο εναγόμενος εγείρει την υπεράσπιση αυτή στο δικόγραφό του, αφετέρου, γιατί η υπεράσπιση της παραγραφής ενδέχεται κάθε φορά υπό τις περιστάσεις να υπόκειται σε κάποιες εξαιρέσεις προς όφελος του ενάγοντα. Παρόμοια αντιμετώπιση του θέματος από τα Αγγλικά δικαστήρια βρίσκομε χρόνια πριν στην υπόθεση Dismore v. Milton
(1938)3 All E R 762. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε από τους Δικαστές Greer L.J. και Slesser L.J., ότι σε αίτηση για διαγραφή δεν νομιμοποιείται ο εναγόμενος να επικαλείται την παραγραφή ως την βάση για την θέση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Στην Αγγλική υπόθεση Riches v. Director of Public Prosecutions
(1973)2 All E R 935, στην οποία έγινε αναφορά από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή κατά την αγόρευσή της, το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε ότι μια Έκθεση Απαίτησης μπορεί να διαγραφεί για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι είναι σαφές, ότι ο ενάγων δεν μπορεί να στηριχθεί ή να επικαλεσθεί κάποια από τις εξαιρέσεις του νόμου που διέπει την παραγραφή, ώστε να μπορεί να ξεφύγει από τις πρόνοιες του νόμου αυτού, που, κατά τα άλλα, καθιστούν την αγωγή του παραγεγραμένη. Ο Δικαστής Davies L.J. απαγγέλλοντας την απόφασή του στην Riches έθεσε με σαφήνεια την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της αίτησης για διαγραφή στην πιο πάνω υπόθεση και της αντίστοιχης αίτησης στην υπόθεση Dismore v. Milton, που πιο πάνω μνημονεύεται. Σύμφωνα με τον Davies L.J. ο λόγος, που η αίτηση απέτυχε στην τελευταία υπόθεση ήταν γιατί αυτή είχε στηριχθεί αποκλειστικά στην θέση, ότι ένεκα της παραγραφής η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Δεν μπορούσε, όμως, να αποκλεισθεί, ότι η υπόθεση του ενάγοντα δεν εδύνατο να εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που παρέχονται από τις πρόνοιες του νόμου που διέπει την παραγραφή. Σε αντίθεση με την Riches στην οποία είχε διαφανεί, ότι ο ενάγων δεν εδύνατο να στηριχθεί σε κάποια από τις εν λόγω εξαιρέσεις. Με το σκεπτικό του Δικαστή Davies L.J. συμφώνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης, η δε ορθότητα του λόγου της Riches επιβεβαιώθηκε από τον Δικαστή Donaldson L.J. στην υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others, που πιο πάνω μνημονεύεται. Αναφορικά με το θέμα που πραγματεύεται η υπό κρίση αίτηση ο Δικαστής Stephenson L.J. στην Riches ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα: «. It seems to me that that case (Dismore v. Milton) is in no way a decision that the court cannot strike out a claim which is statute-barred on the ground that it is an abuse of the process of the court, where it is clear from the terms of the summons that the statute is going to be relied on and where, as here, counsel has told the court that he has express instructions to rely on the statute . I think that it would be absurd for the court, faced with an application such as this to strike out, under its inherent jurisdiction or under the rules, a claim as an abuse of the process of the court, to shut its eyes to the fact that there is going to be raised an apparently unanswerable plea of the Limitation Act 1939 . Why should such a claim not be an abuse of the process of the court? Why should not the court exercise its inherent jurisdiction to stay or to dismiss an action which must fail? .............................................................................. In my judgment justice requires that no further time or money should be wasted by either party on litigation which can only end with the failure of the plaintiff's claim. I therefore agree that, both in justice and in mercy, we ought to put an end to it now by dismissing the appeal». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. Είμαι της άποψης, ότι η υπόθεση εκείνη (Dismore v. Milton) σε καμία περίπτωση δεν διακηρύττει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγράψει μιαν απαίτηση η οποία έχει παραγραφεί επί του ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της αίτησης ότι θα γίνει επίκληση της νομοθεσίας (περί παραγραφής) και όταν, όπως εδώ, ο συνήγορος (του εναγόμενου) αναφέρει στο Δικαστήριο ότι έχει ρητές οδηγίες να επικαλεσθεί την νομοθεσία (αυτή) ... Θεωρώ, ότι θα ήταν παράλογο για ένα Δικαστήριο που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια τέτοια αίτηση για διαγραφή δυνάμει της σύμφυτης του εξουσίας ή των θεσμών μιας απαίτησης ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου, να κλείνει τα μάτια του στο γεγονός ότι πρόκειται να υπάρξει μια εμφανώς αναντίρρητη επίκληση του Περί Παραγραφής Νόμου του
  1. Γιατί μια τέτοια απαίτηση να μην είναι κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου; Γιατί το Δικαστήριο να μην ασκήσει την σύμφυτη του εξουσία να αναστείλει ή να απορρίψει μιαν αγωγή η οποία πρέπει να αποτύχει; ....................................... ................................................................................... Κατά την κρίση μου το δίκαιο απαιτεί όπως μη σπαταληθεί περισσότερος χρόνος και χρήμα από τους διαδίκους σε μια διαδικασία που η μόνη της κατάληξη είναι η αποτυχία της απαίτησης του ενάγοντα. Γι' αυτό συμφωνώ ότι για τους σκοπούς του δικαίου και της επιείκειας θα πρέπει να θέσομε τέρμα στην διαδικασία αυτή απορρίπτοντας την έφεση». Τέλος, ο Lawton L.J. ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα: «The object of RSC Ord 18, r. 19 is to ensure that defendants shall not be troubled by claims against them which are bound to fail having regard to the uncontested facts. One of the uncontested sets of facts which arises from time to time is when on the statement of claim it is clear that the cause of action is statute-barred and the defendant tells the court that he proposes to plead the statute and, on the uncontested facts, there is no reason to think that the plaintiff can bring himself within the exceptions set out in the Limitation Act
  2. In those circumstances it is pointless for the case to go on so that the defendant can deliver a defence. The delivery of the defence occupies time and wastes money; and even more useless and time-consuming from the point of view of the proper administration of justice is that there should then have to be a summons for directions, and an order for an issue to be tried, and for that issue to be tried before the inevitable result is attained. It seems to me that when that situation arises the comments of Lord Blackburn in Metropolitan Bank v. Pooley are applicable. He said that a stay or even dismissal of proceedings may "often be required by the very essence of justice to be done". The White Book, having called attention to that statement by lord Blackburn, goes on to say that the object is "to prevent parties being harassed and put to expense by frivolous, vexatious or hopeless litigation". It would be contrary to the public interest that justice should be shackled by rules of procedure when the shackles will fall to the ground the moment the uncontested facts appear; and that is just the case». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο σκοπός της Δ.18, θ.19 είναι να διασφαλίζονται οι εναγόμενοι για το ότι δεν θα ταλαιπωρούνται από απαιτήσεις οι οποίες υπόκεινται σε αποτυχία έχοντας υπόψη τα αδιαμφισβήτητα στην υπόθεση γεγονότα. Ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που εγείρεται από καιρού εις καιρό είναι όταν από την Έκθεση Απαίτησης είναι σαφές ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και ο εναγόμενος λέει στο Δικαστήριο ότι προτίθεται να επικαλεσθεί (στο δικόγραφό του) την νομοθεσία και στην βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων δεν υπάρχει λόγος για να θεωρεί κάποιος ότι ο ενάγων μπορεί να εντάξει την υπόθεσή του εντός των εξαιρέσεων που θέτει ο Περί Παραγραφής Νόμος του
  3. Υπό αυτές τις περιπτώσεις είναι άσκοπο να συνεχίσει η υπόθεση και ο εναγόμενος να παραδώσει Υπεράσπιση. Η παράδοση της Υπεράσπισης παίρνει χρόνο και είναι σπατάλη χρήματος. Και ακόμα πιο άσκοπο και χρονοβόρο από άποψης ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι ότι μετά θα πρέπει να ακολουθήσει αίτηση για οδηγίες και διαταγή για εκδίκαση κάποιου ζητήματος και όπως το ζήτημα αυτό εκδικασθεί πριν καταλήξομε στο αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Έχω την άποψη ότι σε μια τέτοια περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής τα σχόλια του Λόρδου Blackburn στην Metropolitan Bank v. Pooley. Αυτός είπε ότι αυτό που συχνά επιβάλλεται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι η αναστολή ή η απόρριψη της διαδικασίας. Το White Book λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω σχόλια του Λόρδου Blackburn αναφέρει ότι ο σκοπός είναι "να εμποδισθεί η ταλαιπωρία και η σπατάλη χρήματος στους διάδικους από καταπιεστικές, ενοχλητικές και ανέλπιδες διαδικασίες". Θα ήταν ενάντια προς το δημόσιο συμφέρον η δικαιοσύνη να μπαίνει σε δεσμά από διαδικαστικούς κανόνες την στιγμή που τα δεσμά αυτά θα καταρριφθούν όταν θα αποκαλυφθούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση». Στην υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others, που πιο πάνω αναφέρθηκε, διασαφηνίσθηκε από τον Δικαστή Donaldson L.J., ότι η κατάληξη της σύνθεσης ενδεχομένως να ήταν διαφορετική αν ο τριτοδιάδικος δεν είχε επικαλεσθεί την πρόνοια της Δ.18, θ.19 περί εύλογου αγώγιμου δικαιώματος, αλλά οποιαδήποτε άλλη πρόνοιά της, δηλαδή, ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου θα έπρεπε να διαγραφεί για τον λόγο ότι ένεκα της παραγραφής η απαίτηση εναντίον του είναι σκανδαλώδης, καταπιεστική και ενοχλητική ή γιατί δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να θέσει σε αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη δίκη της υπόθεσης ή γιατί κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων θα ήταν επιτρεπτή και το Δικαστήριο θα είχε, έτσι, την δυνατότητα να διεισδύσει στα γεγονότα και στην βάση των ευρημάτων του να αποφανθεί κατά πόσο η απαίτηση είχε παραγραφεί ή όχι και, κατ' επέκταση, αν με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του θεσμού 19 δικαιολογείτο η διαγραφή της. Το απαύγασμα της απόφασης του Δικαστή Donaldson L. J. είναι ότι όταν υπάρχει θέμα παραγραφής ο εναγόμενος δύναται είτε να εγείρει την υπεράσπιση αυτή στο δικόγραφό του και να ζητήσει από το Δικαστήριο την προδικαστική εκδίκαση του θέματος, είτε να αιτηθεί την διαγραφή της απαίτησης για τον λόγο ότι αυτή, ένεκα της παραγραφής, είναι καταπιεστική, ενοχλητική και καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας το αίτημά του αυτό με μαρτυρία. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί, όπως είδαμε, να αιτηθεί την διαγραφή της απαίτησης για τον λόγο και μόνο ότι ένεκα της παραγραφής δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Με την απόφαση του Δικαστή Donaldson L. J. συμφώνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης. Αξιοσημείωτη είναι η υπόδειξη των Δικαστών Sir Sebag Shaw και Stephenson L.J. ότι το μέτρο της αίτησης για διαγραφή μιας απαίτησης ως καταπιεστικής, ενοχλητικής και καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου είναι το ορθό, όταν αυτή έχει παραγραφεί, ώστε να εξοικονομείται χρήμα και χρόνος. Ανεξάρτητα του ότι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Ronex Properties Ltd αφορούσε αίτηση για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης στα πλαίσια της νέας Αγγλικής Δ.18, θ.19 ο λόγος της διακηρύσσει μια γενική αρχή δικαίου. Και η αρχή αυτή είναι ότι μια αγωγή που καταχωρείται μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής δύναται να είναι καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και ως τέτοια να διαγραφεί. Όταν δε φανεί, ότι ο ενάγων δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι η υπόθεσή του εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που θέτουν οι πρόνοιες του νόμου περί παραγραφής, τότε, η αγωγή δύναται να διαγραφεί και επί το ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (Βλ. Riches v. Director of Public Prosecutions, πιο πάνω). Η σημασία της ύπαρξης λόγου ή λόγων που θα παρείχαν σε ενάγοντα την δυνατότητα να εντάξει την περίπτωσή του σε μια από τις εξαιρέσεις του νόμου περί παραγραφής τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από τον Δικαστή Stephenson L.J. στην Riches. Ο εν λόγω Δικαστής ανέφερε επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «. Even in such a case there may be a possibility of a plaintiff bringing himself within one of the exceptions which avoid the statute and make it inapplicable. Again, however, this is not such a case. There is no material put before the court which could possibly suggest that the statute will not be a complete answer to the plaintiff's claim». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. Ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να υπάρχει η δυνατότητα όπως ο ενάγων αποδείξει ότι η υπόθεσή του εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις οι οποίες καθιστούν τον νόμο (περί παραγραφής) μη εφαρμόσιμο. Η περίπτωση, όμως, αυτή δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Κανένα μαρτυρικό υλικό δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για την εισήγηση ότι ο νόμος (περί παραγραφής) δεν θα ήταν η απάντηση στην απαίτηση του ενάγοντα». Ομοίως και από τον Δικαστή Greer L.J. στην υπόθεση Dismore v. Milton
(1938)3 All E R 762. Ένας από τους λόγους που ο εν λόγω Δικαστής κατέληξε στο ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ήταν ότι ο ενάγων ενδεχομένως να μπορούσε να αποδείξει ότι η υπόθεσή του ενέπιπτε σε μια από τις εξαιρέσεις του νόμου που διέπει την παραγραφή, ώστε η αγωγή του να μην θεωρείτο, τελικά, παραγραμμένη. Τέλος, ο Δικαστής Davies L.J. στην Riches κατέληξε ότι η αγωγή έπρεπε υπό τις περιστάσεις να απορριφθεί εν' όψει του ότι δεν είχε καταδειχθεί, ότι ο ενάγων μπορούσε να επικαλεσθεί οποιαδήποτε πρόνοια του νόμου που διέπει την παραγραφή (escape clauses), ώστε να θεωρείται ότι η αγωγή του δεν ήταν παραγραμμένη. Το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, που διέπει το θέμα της παραγραφής στην υπό εξέταση περίπτωση, προνοεί για εξαιρέσεις οι οποίες, όμως, αποκλείονται εκ προοιμίου. Αφ' ης στιγμής ο Καθ' ου η αίτηση είναι νομικό πρόσωπο και σύμφωνα με την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης «νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εκ Λευκωσίας», δεν τίθεται ζήτημα για μη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας ή για μη σώας φρένας ή για μη διαμονή εντός της Δημοκρατίας. Επίσης, καμία άλλη Νομοθετική πρόνοια δεν έχω εντοπίσει αλλά και ούτε έχει υποδειχθεί από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση και η οποία να ισχύει για απαιτήσεις που αφορούν σε ανάκτηση αποζημιώσεων άλλες από αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης, όπως είναι η παρούσα αγωγή στην οποία αξιώνονται ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές αυτοκινήτου. Από την άλλη, οι εξαιρέσεις ή οι περιπτώσεις που προνοούνται στον Νόμο 66(Ι)/12 για επέκταση του χρόνου παραγραφής δεν είναι διαθέσιμες στον Καθ' ου η αίτηση αφού, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, το θέμα της παραγραφής στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, αλλά από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει εμφανώς ότι ο Αιτητής πρόκειται να επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τον Δικαστή Davies L.J. στην Riches το περιεχόμενο της αίτησης για διαγραφή είναι από μόνο του αρκετό για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ένας εναγόμενος πρόκειται να εγείρει την υπεράσπιση της παραγραφής. Σύμφωνα με τον εν λόγω Δικαστή: «. It is perfectly plain from that that, if he was not putting that point forward positively in the courts below, nevertheless he was reserving it and had it in mind and it was in the forefront of his summons». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. Από αυτό καθίσταται εντελώς φανερό ότι ακόμα και αν δεν προωθούσε θετικά το σημείο τούτο ενώπιον του κατώτερου δικαστηρίου, εντούτοις, επιφυλασσόταν και το είχε κατά νου και ήταν στην πρώτη γραμμή της αίτησής του». Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της Νομολογίας που παρατέθηκε προκύπτει ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Είναι, επίσης, καταπιεστική και ενοχλητική. Δικαιολογείται, επομένως, η διαγραφή της στην βάση της Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και, κατ' επέκταση, η απόρριψη της αγωγής (Βλ. Riches v. Director of Public Prosecutions
(1973)2 All E R 935). Σημειώνονται και τα ακόλουθα ενδιαφέροντα. Ανεξαρτήτως της Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά και αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, σελ. 574 υπό τον τίτλο: «Striking Out». Η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου έχει εκτενώς επεκταθεί ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του από την κατάχρηση. Η κύρια διαφορά μεταξύ της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Διάταξη 27, θεσμό 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι ότι όταν το Δικαστήριο ασκεί την σύμφυτή του εξουσία μπορεί να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη του ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ενώ στην βάση της Δ.27, θ.3 η φύση της αγωγής ή το ελάττωμα στο δικόγραφο πρέπει να διαφαίνεται από το ίδιο το δικόγραφο ή τις λεπτομέρειες που σε αυτό εκτίθενται και η παρουσίαση ένορκης μαρτυρίας δεν είναι επιτρεπτή, κάτι το οποίο είναι έκδηλο από το λεκτικό του ίδιου του θεσμού. Είναι, επίσης, επιτρεπτό όπως ο εναγόμενος στην αίτησή του επικαλείται τόσο τον θεσμό όσο και την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ταυτόχρονα. Στο ίδιο σύγγραμμα υπό τον τίτλο: «Inherent Jurisdiction», στην σελίδα 577 διασαφηνίζεται ότι πέραν από τους θεσμούς το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία (inherent jurisdiction) να διατάξει την αναστολή οποιασδήποτε διαδικασίας που είναι εμφανώς καταπιεστική ή ενοχλητική (obviously frivolous and vexatious) ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Έχει, έτσι, εξουσία να διαγράψει ακόμα και την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ή μέρους αυτής ή να παραμερίσει την επίδοσή του. Η εξουσία αυτή δεν επηρεάζεται με κανένα τρόπο ούτε και μειώνεται, είτε από τον θεσμό 3, είτε από τον θεσμό 4 της Διάταξης 25, οι οποίοι αντιστοιχούν με τους θεσμούς 2 και 3, αντίστοιχα, της Διάταξης 27 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Απεναντίας, η εξουσία αυτή αποτελεί εξουσία πρόσθετη προς την εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τους πιο πάνω θεσμούς και, συνάμα, πολύτιμη εξουσία, αφού όταν γίνεται η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Remmington v. Scoles
(1897)2 Ch. 1 ήταν στην βάση εξωγενούς μαρτυρίας που το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η υπεράσπιση ήταν ψεύτικη (sham) και έπρεπε να διαγραφεί ως καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Άρα σε αντίθεση με αίτηση, η οποία βασίζεται στην Δ.27, θ.3 και η οποία αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων και μόνο, στην περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να αποφασίσει το ζήτημα της διαγραφής στην βάση μαρτυρίας. Σημειώνεται, ότι η εξουσία αυτή ασκείται με περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι ξεκάθαρο ότι η απαίτηση θα αποτύχει. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή του καμία Νομοθετική πρόνοια δεν επικαλέσθηκε και κανένα ισχυρισμό δεν προέβαλε που να υποστηρίζει ότι κάποια εξαίρεση στον νόμο που διέπει την παραγραφή είναι διαθέσιμη στην περίπτωσή του. Τουναντίον, θέση του ήταν ότι η αγωγή θα μπορούσε να καταχωρηθεί μέχρι και την 31.12.14. Κανένα απολύτως μαρτυρικό υλικό δεν υπάρχει προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Δικαιολογημένα θα έλεγα αφού και υπό το φως των όσων ενωρίτερα αναφέρθηκαν καμία πρόνια στον Νόμο δεν είναι διαθέσιμη για να δικαιολογήσει το ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή είναι καταπιεστική και ενοχλητική και ως τέτοια αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ασκώντας την σύμφυτη μου εξουσία η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί για τον πιο πάνω λόγο. Το Δικαστήριο οφείλει υπό τις περιστάσεις να θέσει τέρμα στην διαδικασία ώστε, αφενός, να προστατεύσει τον εαυτό του από την κατάχρηση, αφετέρου, να διασφαλίσει την αποφυγή σπατάλης χρόνου και χρήματος. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή / Εναγόμενου και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Διαγραφή αγωγής - Παραγραφή Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.