← Κύπρος

Ulrike Koch ν. Ντέμη Μπεστάεβ, Aρ. Αγωγής: 1089/2008, 4/6/2014

Ulrike Koch ν. Ντέμη Μπεστάεβ, Aρ. Αγωγής: 1089/2008, 4/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 1089/2008 Μεταξύ: Ulrike Koch, από την Γερμανία και τώρα στην Πάφο Ενάγουσας - και - Ντέμη Μπεστάεβ από την Πάφο Εναγόμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 4.6.2014 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο - αιτητή: κ. Ι. Τηλεμάχου για Α. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: κα Λάζιτς για P.Kourides & Co LLC -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 27.8.2013 -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση της οποίας ο εναγόμενος επιδιώκει τον παραμερισμό, εκδόθηκε εναντίον του και στην απουσία του στις 28.6.2013 και αφορά Η το ποσό των €78,363.21 πλέον νόμιμο τόκο από τις 20.5.2008 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα. Το ποσό των €18,363.21 επιδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων και το ποσό των €60,000 ως γενικές αποζημιώσεις αναφορικά με δυστύχημα που επισυνέβη στις 18.9.2007, όπου σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του έφερε ο εναγόμενος. Η αίτηση του εναγόμενου, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1 - 2,2,3, 9 (
  2. h)και στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή/υπαλλήλου του τμήματος απαιτήσεως της Ασφαλιστικής εταιρείας του εναγόμενου Άντρου Ευσταθίου, ο οποίος ορκίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία να καταθέσει προς όφελος και για λογαριασμό του αιτητή. Συνοπτικά, αυτό που υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση, χωρίς να αμφισβητείται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων δικαστικών εγγράφων προς τον εναγόμενο αλλά και την ασφαλιστική εταιρεία η οποία γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής, είναι ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής έγιναν προσπάθειες μεταξύ του δικηγόρου της ενάγουσας και ασφαλιστικής εταιρείας του εναγόμενου προς διευθέτηση της απαίτησης. Κατά το στάδιο των πιο πάνω προσπαθειών και επαφών που είχε ο δικηγόρος της ενάγουσας με την ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους του εναγόμενου, ενώ δόθηκε η διαβεβαίωση από τον δικηγόρο της ενάγουσας ότι δεν θα προχωρήσει στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση. Παρά την πιο πάνω διαβεβαίωση του δικηγόρου της ενάγουσα, στις 17.7.2013 έλαβε η ασφαλιστική εταιρεία επιστολή ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Η μη ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγόμενου ότι οι δικηγόροι της ενάγουσας δεν επιθυμούν την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης για εξώδικη διευθέτηση της, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, αλλά και οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις, οδήγησαν στην μη καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου πράγμα που αν γνώριζαν ως προς τις προθέσεις τους, δηλαδή την μη επιθυμία για περαιτέρω συζήτηση, θα έπρατταν. Υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, ως προς τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση αφού ενήργησαν άμεσα μετά την ενημέρωση που έλαβαν για την έκδοση της απόφασης με την οποία κλήθηκαν να συμμορφωθούν. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος δεν υπέχει αμέλειας για το δυστύχημα, ενώ οι αποζημιώσεις που δόθηκαν στην ενάγουσα από το δικαστήριο, γενικές και ειδικές, είναι εξογκωμένες και/ή υπερβολικές. Τα δε τραύματα της ενάγουσας και τα δήθεν κατάλοιπα που παραμένουν σε αυτή είναι αδικαιολόγητα δεν περιέχονται σε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το υπερβολικό και υπέρογκο ποσό των €60.000.- που επιδικάστηκε υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1.O εναγόμενος - Αιτητής δεν προβάλλει και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση η οποία να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης και/ή δεν υπάρχει καλή τη πίστη ουσιαστική υπεράσπιση. 2.Οι λόγοι που επικαλείται ο Εναγόμενος - Αιτητής για να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στην παρούσα υπόθεση, δεν εστιάζονται σε όλα τα πραγματικά και αληθή γεγονότα που περιβάλλον την υπόθεση, αλλά γίνεται απόκρυψη στοιχείων και της αλήθειας και επιλεκτική αναφορά των γεγονότων. 3.Δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης που να δικαιολογεί την επανέναρξη της δικαστικής διαδικασίας. 4.Δεν προβάλλει και δεν αποκαλύπτει ουσιαστικούς και πραγματικούς λόγους, ότι δικαιολογημένα παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. 5.Η αίτηση πλήττει την αναγκαιότητα για τελεσίδικη διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. 6.Η καταχώρηση της αίτησης έγινε καθυστερημένα και πλήττει την αναγκαιότητας για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. 7.Ο εναγόμενος επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία, περιφρονητική συμπεριφορά και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου και για αυτό δεν μπορεί να αιτείται θεραπείες για την μέχρι σήμερα ασυγχώρητη και αδικαιολόγητη παράλειψη του.
  1. Η απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια νόμιμης και νομότυπης δικαστικής διαδικασίας και/ή πρακτικής και η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και καταχρηστική.
  2. Ο μοναδικός λόγος για την καταχώρησης της αίτησης είναι για αποφυγή και απαλλαγή του εναγόμενου - αιτητή να συμμορφωθεί στις εντολές και διαταγές της απόφασης ημερ. 28.6.
  3. Η ένσταση της ενάγουσας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας Γιασμίνας Λάζιτς, η οποία, όπως αναφέρει, είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί σε ένορκη δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση, αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης ημερ. 28.6.2013 και ειδικότερα στην επιστολογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ δικηγόρου ενάγουσας και ασφαλιστικής εταιρείας τους εναγόμενου καθώς και στην στάση του εναγόμενου και της ασφαλιστικής εταιρείας ενώ η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 20.5.2008 και επιδόθηκε στον εναγόμενο, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, στις 27.5.
  4. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 6.11.2009 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 8.12.
  5. Εμφάνιση δεν καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο και η ενάγουσα στις 23.9.2010 καταχώρησε μονομερή αίτηση για απόφαση την οποία όμως στις 12.1.2011 επέσυρε άνευ βλάβης. Ακολούθησε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στις 7.10.
  6. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 25.10.
  7. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης όλα τα έγγραφα επιδόθηκαν κανονικά τόσο στον εναγόμενο όσο και στην ασφαλιστική του εταιρεία. Στις 28.5.2012 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για απόφαση λόγω παράληψης καταχώρησης εμφάνισης, η οποία ορίστηκε για απόδειξη την 24.9.2012 ακολούθως στις 2.11.2012 όπου και τελικά αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Αίτηση για απόφαση επίσης καταχωρήθηκε και στις 6.2.2013 η οποία και πάλι αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 19.2.
  8. Στις 8.5.2013 καταχωρήθηκε εκ νέου αίτηση για απόφαση και στις 28.6.2013 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Σύμφωνα επίσης με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εκδόθηκε και επιδόθηκε προς τους δικηγόρους της ενάγουσας, ειδοποίηση σύμφωνα με τον Θεσμό 14
(1)της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με την παράληψη καταχώρησης αίτησης για απόφασης, στην οποία αναφέρονται και οι συνέπειες σε περίπτωση που δεν το πράξουν μέσα στην προθεσμία 14 ημερών από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης. Αμφότερες οι πλευρές επικαλούνται με τις ένορκες δηλώσεις τους το περιεχόμενο των επιστολών που αντηλλάγησαν μεταξύ τους και γενικότερα τις επαφές που υπήρξαν κατά το στάδιο που η αγωγή καταχωρήθηκε και εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου και μέχρι την έκδοση της απόφασης. Από το περιεχόμενο των λόγω επιστολών που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια επιστολής ημερ. 20.5.2008 οι δικηγόροι της ενάγουσας δίδουν την αναγκαία ειδοποίηση προς την ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου ότι εγέρθηκε η αγωγή με αριθμό 1089/2008 Στην συνέχεια, η ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα, με επιστολή της προς τους δικηγόρους της ενάγουσας τόσο για την παρούσα αγωγή όσο και την αγωγή 1090/2008 ενημερώνει τα ακόλουθα: «Σε συνέχεια επιστολής σας ημερ. 20.5.2008 παρακαλώ σημειώσατε ότι δεν θα καταχωρήσουμε σημείωμα εμφάνισης στις πιο πάνω αγωγές. Είμαστε στην διάθεση σας να δούμε τις απαιτήσεις των πελατών σας αφού μας στείλετε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Εάν διαφωνείται με την πιο πάνω διευθέτηση παρακαλώ να μας ενημερώσετε για να διορίσουμε δικηγόρο.» Στις 23.7.2008 ο δικηγόρος της ενάγουσας αποστέλλει διάφορα πιστοποιητικά και ζητά τις απόψεις της ασφάλειας για εξώδικο συμβιβασμό των δύο αγωγών. Στην συνέχεια ο δικηγόρος της ενάγουσας αποστέλλει 2 επιστολές, επιστολή ημερ. 28.8.2008 και επιστολή ημερ. 26.9.2008 όπου και πάλι ζητά τις απόψεις της ασφαλιστικής για εξώδικο διευθέτηση. Στις 14.11.2008, ο δικηγόρος της ενάγουσας, αποστέλλει νέα επιστολή μαζί με αντίγραφα όλων των προηγούμενων επιστολών και αντίγραφα ιατρικών και άλλων πιστοποιητικών, με παράκληση όπως, το συντομότερο η Μινέρβα δώσει τις απόψεις και προτάσεις της καθότι οι πελάτες του επιθυμούσαν να γνωρίζουν αν υπάρχει δυνατότητα εξώδικου συμβιβασμού. Στις 27.2.2009, ο δικηγόρος της ενάγουσας, που όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 27.2.2009, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία και συζήτηση επί του θέματος με την ασφάλεια, αποστέλλει πρόταση με συγκεκριμένα ποσά για διευθέτηση της απαίτησης και ζητά να δοθεί απάντηση από την ασφαλιστική εταιρεία το αργότερο μέχρι 16.3.2009 Η Μινέρβα με επιστολή της ημερ. 28.1.2010 ζητά να επιβεβαιώσει ο κ. Κουρίδης ότι δεν θα προωθήσει την διαδικασία στην αγωγή για έκδοση απόφασης μέχρι «να λάβουμε απάντηση σας στην πρόταση μας για διευθέτηση της αγωγής». Ο δικηγόρος της ενάγουσας με επιστολή του ημερ 1.2.2010, επιβεβαιώνει ότι δεν θα λάβει μέτρα μέχρι να έχει την απάντηση της πελάτισσας του. Στις 19.2.2010 ο δικηγόρος της ενάγουσας με επιστολή του ημερ. 19.2.2010 απορρίπτει την πρόταση της ασφαλιστικής και ζητούν νέα αναθεωρημένη πρόταση. Ενώ δεσμεύεται να παραδώσει αποφάσεις που να δικαιολογούν τα ποσά της δικής του πρότασης σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις (βλ. παρ. 10 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση - και σημείωση στο Τεκμήριο 7 της αίτησης). Έκτοτε όπως προκύπτει δεν υπήρξε καμία άλλη επικοινωνία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του δικηγόρου της ενάγουσας και η ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση την 17.7.2012 της έκδοσης της απόφασης που επιδιώκεται ο παραμερισμός όταν έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 10 στην ένσταση, του δικηγόρου της ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου ή συνεπεία της παράλειψης του να καταχωρήσει την υπεράσπιση του, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει, δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Αρχίζοντας από το τελευταίο, δηλαδή από την κατάδειξη στην υπό κρίση περίπτωση επαρκούς δικαιολογίας για την παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι μέσα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι δόθηκε τέτοια δικαιολογία ώστε να ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση. Οι δικηγόροι της ενάγουσας στις 19.2.2010 έχουν αποστείλει και αυτή φαίνεται να είναι η τελευταία επιστολή, γραπτώς την απόρριψη της πρότασης που έχει γίνει από μέρους της ασφαλιστικής και ζητούν όπως σύντομα τους γίνει μια νέα αναθεωρημένη πρόταση. Το ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας δεν επικοινώνησε έκτοτε με την ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, η οποία γνώριζε κατά πάντα ουσιώδεις χρόνους ότι εκκρεμούσε η αγωγή από το έτος 2008 ενώπιον του δικαστηρίου, δεν δικαιολογεί την στάση που επιδείχτηκε εκ μέρους της μέχρι τον χρόνο που έλαβε γνώση της απόφασης. Δεν διαφαίνεται πουθενά να υπήρξε κανένα ενδιαφέρον για την υπόθεση από μέρους του εναγόμενου και της ασφαλιστικής του εταιρείας στο μεσοδιάστημα και ενώ γνώριζαν ότι η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου και οι προθεσμίες είχαν παρέλθει προ πολλού. Η ανησυχία που προσπαθούν να πείσουν ότι υπήρξε καθόλη την διάρκεια δεν είναι εμφανής μέσα από αυτή την συμπεριφορά. Το ότι παράλληλα με την αγωγή γίνονταν και προσπάθειες διευθέτησης της αγωγής, όταν μάλιστα υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών ότι δεν υπέχει αμέλειας για το δυστύχημα ο εναγόμενος, δεν εμπόδιζαν σε καμία περίπτωση τον εναγόμενο από το να καταχωρήσει εμφάνιση δια δικηγόρου και να υπερασπιστεί. Οι οποίες δικαιολογίες δόθηκαν δεν δύναται να δικαιολογήσουν την παράληψη του εναγόμενου να εμφανιστεί. Όταν μάλιστα η θέση του, είναι ότι δεν υπέχει ευθύνης για το δυστύχημα. Αυτό που προκύπτει μέσα από τα πιο πάνω και το ιστορικό της υπόθεσης, είναι ότι η «ανησυχία» άρχισε στις 17.7.2013 όταν το αποτέλεσμα της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου και έλαβε γνώση η ασφαλιστική εταιρεία για σκοπούς πληρωμής δεν ήταν ικανοποιητικό σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς στην ένορκης δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η άμεση καταχώρηση της αίτησης αυτής και σε χρονικό διάστημα 1 μήνα και 10 ημερών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί την παράληψη για εμφάνιση, ενισχύει μάλλον τα πιο πάνω που αφορούν την απογοήτευση ως προς το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης όχι όμως το γνήσιο της ύπαρξης υπεράσπισης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα της προβολής υπεράσπισης από μέρους του εναγόμενου. Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα να Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολτική Εφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει τόσο την ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση του και καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του καθότι αυτός δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Η μόνη αναφορά επί του θέματος γίνεται στην παρ. 18 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι δηλαδή ο εναγόμενος δεν υπέχει αμέλειας. Η αναφορά στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του αιτητή (σελ 7), ότι ο εναγόμενος «έχει ουσιαστική υπεράσπιση, η οποία μάλιστα δικαιολογείται και υποστηρίζει από σημαντικά γεγονότα, που φανερώνουν ότι δεν υπέχει αμελείας.» δεν καλύπτεται από καμία αναφορά τέτοιων γεγονότων με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Τα δε υπόλοιπα που αναφέρονται τόσο στην παρ. 18 όσο και στην παρ. 19 που αφορούν το ύψος των αποζημιώσεων και της κατάληξης του δικαστηρίου στην επιδίκαση των συγκεκριμένων ποσών και τους ισχυρισμούς ότι αυτά δεν δικαιολογούνται από την νομολογία, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσουν καθότι το δικαστήριο δεν μπορεί να σχολιάσει ούτε να αναθεωρήσει μέσα από αυτή την διαδικασία την κρίση του εκδικάζοντας την υπόθεση δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης του εναγόμενου. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.