ALEXEY SUPRUNOV κ.α. ν. ΝΑΤΑΣΑ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αγωγή αρ. 870/14, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 870/14 Μεταξύ: ALEXEY SUPRUNOV, από τη Ρωσία Α.P.G.I. LIMITED, από την Πάφο Εναγόντων - και - ΝΑΤΑΣΑ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ, από την Πάφο NATAVEL LIMITED, από την Πάφο Εναγομένων ------------- Αίτηση ημερ. 24.4.14 για προσωρινά διατάγματα ------------- 26.6.14 Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: Κος Α. Χρ. Δημητριάδης (κα Α. Χαραλάμπους ν' ακούσει απόφαση) Για τις Καθ'ων η Αίτηση-Εναγόμενες: Κα Λ. Θεοφάνους (κα Γ. Γαβριήλ ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες-Αιτητές εξαιτούνται γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά και απώλεια που υπέστησαν από τη μετάδοση και/ή ανακοίνωση από τις Εναγόμενες 1 και 2-Καθ'ων η Αίτηση προσωπικών δεδομένων τους σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και/ή εκμετάλλευση των προσωπικών δεδομένων τους για εγκληματικούς και/ή άλλους σκοπούς, από την πρόκληση και/ή δημοσίευση κακόβουλων και/ή εσφαλμένων και/ή παραπλανητικών δημοσιευμάτων, από εκβιασμό και/ή καταπίεση σε βάρος τους και από κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με την προώθηση παράλληλης διαδικασίας στη Ρωσία. Ζητείται επίσης η έκδοση αριθμού διαταγμάτων με το να εμποδίζονται οι Εναγόμενες να ανακοινώνουν προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή να τα εκμεταλλεύονται προς εκβιασμό των Εναγόντων, να προωθήσουν παράλληλη δικαστική διαδικασία στη Ρωσία, να δημοσιεύουν οποιαδήποτε δυσφήμιση σε βάρος των Εναγόντων ή να προβούν τέλος σε οποιαδήποτε καταγγελία στον Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας, στον Πρόεδρο της Ερευνητικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στην Interpol, στον Αρχηγό της Ρωσικής Αστυνομίας, στον Υπουργό Εσωτερικών της Ρωσίας και στον Υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου σε σχέση με τα θέματα της Αγωγής 2020/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Με την καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος οι Ενάγοντες-Αιτητές αυθημερόν επιδίωξαν με την παρούσα μονομερή αίτηση την έκδοση των εξής διαταγμάτων: «Α. Να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζονται οι Εναγόμενες 1 και 2 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή πρόσωπα ενεργούντα για λογαριασμό τους από το να μεταδίδουν και/ή να ανακοινώνουν προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων 1 και 2 σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και/ή να εκμεταλλεύονται τα προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων 1 και/ή 2 και/ή για σκοπούς συνομωσίας με εγκληματικά πρόσωπα και/ή οργανισμούς σε βάρος των Εναγόντων 1 και/ή 2 και/ή για σκοπούς προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους υπό των Εναγομένων 1 και/ή 2 σε βάρος των Εναγόντων 1 και/ή 2 και/ή για να βλάψουν τους Ενάγοντες 1και/ή
- Β. Να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζονται οι Εναγόμενες 1 και 2 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή πρόσωπα ενεργούντα για λογαριασμό τους από το να προωθήσουν στην Ρωσία οποιαδήποτε παράλληλη δικαστική ή άλλη διαδικασία που αφορά τα θέματα που εγείρονται στην αγωγή και/ή υπεράσπιση και/ή ανταπαίτηση της Αγωγής υπ' αρ. 2020/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Γ. Να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζονται οι Εναγόμενες 1 και 2 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή πρόσωπα ενεργούντα για λογαριασμό τους από του να δημοσιεύσουν και/ή μεταδίδουν οποιαδήποτε δυσφήμιση που επηρεάζει τους Ενάγοντες 1 και/ή 2 και/ή το επάγγελμα τους. Δ. Να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζονται οι Εναγόμενες 1 και 2 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή πρόσωπα ενεργούντα για λογαριασμό τους από το να προβούν σε οποιαδήποτε καταγγελία προς τον Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας, τον Πρόεδρο της Ερευνητικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, την INTERPOL, τον Αρχηγό της Ρωσικής Αστυνομίας, τον Υπουργό Εσωτερικών της Ρωσίας και τον Υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή αναφορικά με τα θέματα που εγείρονται στην αγωγή και/ή υπεράσπιση και/ή ανταπαίτηση της Αγωγής υπ' αρ. 2020/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ε. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή που το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα της Αίτησης.» Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της παρούσας αίτησης μονομερώς έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην άλλη πλευρά η οποία και καταχώρισε ένσταση στην οποία καταγράφονται οι εξής λόγοι ένστασης: « To Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και/ή να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα καθ' ότι οι ισχυριζόμενες από τους αιτητές ενέργειες των καθ'ων η αίτηση διαπράχθηκαν κατ' ισχυρισμό των αιτητών στην Ρωσσία. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στις παραγράφους Β και Δ της αίτησης καθ' ότι παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα των καθ'ων η αίτηση να προσφύγουν σε οποιαδήποτε αρχή θεωρούν σωστό και/ή Δικαστήριο για την προώθηση απαιτήσεων τους και/ή παραπόνων τους. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει και ούτε αναφέρεται ποιά είναι η δυσφήμιση που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν οι καθ'ων η αίτηση. Η αναφορά και/ή η παραπομπή σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα των καθ'ων η αίτηση και δεν μπορεί να συνιστά δυσφήμιση και/ή μετάδοση και/ή ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων. Τα περιγραφόμενα γεγονότα δεν συνιστούν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ή οποιουδήποτε άλλου αδικήματος στην Κύπρο και εν πάση περιπτώσει η λήψη των μέτρων που λήφθηκαν στη Ρωσσία από τους Καθ'ων η αίτηση επιτρέπονται σύμφωνα με το δίκαιο της Ρωσσίας και η αναφορά που έγινε στις αρχές της Ρωσσίας δεν μπορούν να συνιστούν είτε δυσφήμιση σύμφωνα με το δίκαιο της Κύπρου και το δίκαιο της Ρωσσίας είτε μετάδοση και/ή ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων. Πουθενά δεν αναγράφονται και δεν γίνεται αναφορά και δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση ποιές είναι οι ενέργειες που απειλούν και εκβιάζουν ότι θα προβούν οι καθ'ων η αίτηση και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει και δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε ζημιά και δεν αναγράφονται λεπτομέρειες ζημιών και/ή των απωλειών που ισχυρίζονται οι αιτητές ότι θα υποστούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα με αριθμούς Β και Γ της αίτησης. Η προώθηση και/ή η συνέχιση της δικαστικής και/ή άλλη διαδικασίας στην Ρωσσία άπτεται της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στη Ρωσσία και/ή των αρχών στην Ρωσσία και εν πάση περιπτώσει οι αιτητές έχουν το δικαίωμα να ενστούν και/ή να υπερασπιστοόυν στην Ρωσσία και/ή να εγείρουν οιαδήποτε προδικαστική ένσταση επιθυμούν και όχι με αίτηση για προσωρινά διατάγματα να ζητούν την αναστολή τους και/ή την μη προώθηση τους. Πουθενά δεν αναγράφονται και δεν γίνεται αναφορά και δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτητη των Αιτητών και δεν αποκαλύπτεται ποιά είναι τα προσωπικά δεδομένα που έχουν μεταδοθεί και/ή ανακοινωθεί και τα οποία συνιστούν παραβίαση της Ευρωπαϊκής οδηγίας και/ή του Νόμου 28(iii)/2011 από την οποία εν πάση περιπτώσει είναι αμφίβολο εάν προκύπτει τέτοια ερμηνεία και/ή αν είναι δεσμευτική στην Ρωσσία. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζουν την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα γεγονότα τα οποία επικαλέσθηκαν οι Αιτητές δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των Αιτούμενων διαταγμάτων. Η ενόρκως δηλούσα δεν απεκάλυψε όλα τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει κάνοντας την δέουσα έρευνα και/ή μελέτη. Η ενόρκως δηλούσα δεν αποκάλυψε ότι στα πλαίσια της αγωγής 2020/13 Ε.Δ. Πάφου έγινε η ρύθμιση και/ή εκδόθηκε διάταγμα ως το πρακτικό ημερ. 28/2/
- Η αίτηση είναι κακόπιστη, οι δε Αιτητές και η ενόρκως δηλούσα σκόπιμα παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα και γενικά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να αποδεικνύει περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5-9 του Κεφ.
- Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Αιτητές καθυστέρησαν και αυτό δημιουργεί κώλυμα να προωθούν την Αίτηση. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής ούτε διεφάνει ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε από τα γεγονότα που περιέχονται σε αυτές πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ούτε αποδεικνύεται το επείγον.» H νομική βάση της αίτησης είναι η Οδηγία 1995/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στο Νόμο 28(ιιι)/2011 που κυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του Ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμο 138(Ι)/2001, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-4, 8
(1)(ee) και 9, καθώς και στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περίπου την ίδια νομική βάση έχει και η ένσταση. Η μεν αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Μαριάννας Μαγδαλασίδου, ημερ. 24.4.14, η δε ένσταση απ' εκείνη της Eβελίνας Αγαθοκλέους, αδελφής της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 19.5.
- Σημειώνεται ότι και οι δύο ένορκες δηλώσεις είναι μακροσκελείς και συνοδεύονται με μεγάλο αριθμό εγγράφων, ιδιαίτερα εκείνη της Μαγδαλασίδου. Ήταν η κύρια θέση της Μαγδαλασίδου, μετόχου και διευθύντριας της Ενάγουσας 2, στην ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης ότι η Εναγόμενες 1 και 2 θα πρέπει να εμποδιστούν να προβούν στις ενέργειες που απειλούν και εκβιάζουν να προβούν γιατί πραγματοποίηση των απειλών τους θα αποτελέσει εμπόδιο στην ικανοποίηση των Εναγόντων και θα περιπλέξει τη δικαστική διαδικασία στην Αγωγή 2020/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων είναι τέτοια που στην περίπτωση υλοποίησης των απειλών και εκβιασμών τους θα προκληθεί τεράστια ζημιά στους Ενάγοντες, και ειδικότερα στον Ενάγοντα 1 που τυγχάνει Εργολάβος μεγάλων κατασκευαστικών έργων του Δημοσίου στη Ρωσία. Η Μαγδαλασίδου παραθέτει στην ένορκη δήλωση της στοιχεία σ' όσον αφορά την Αγωγή 2020/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ιδιαίτερα λεπτομέρειες της Ανταπαίτησης της Ενάγουσας 2 εναντίον των Εναγομένων της παρούσας υπόθεσης και άλλων εταιρειών. Συνοπτικά η Ανταπαίτηση αφορά σε ειδικές αποζημιώσεις για κακοτεχνίες ή παραλείψεις, αποζημιώσεις για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και σε άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων. Δεν κρίνω σκόπιμο ή ότι εξυπηρετεί στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας αίτησης η περαιτέρω ενασχόληση επί της Ανταπαίτησης στην Αγωγή 2020/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Είναι επίσης η θέση της Μαγδαλασίδου στην ένορκη δήλωση της ότι εκκρεμούσης της διαδικασίας της πιο πάνω Αγωγής οι Εναγόμενες στην παρούσα υπόθεση εξουσιοδότησαν εγκληματικά στοιχεία στη Ρωσία να προβούν σε ενέργειες που αποσκοπούν στην πληρωμή προς αυτές του ποσού των €913.190,
- Μεταξύ των ενεργειών αυτών είναι και η χρήση απειλών και εκβιασμών, μετάδοση προσωπικών δεδομένων των Εναγόντων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, πρόκληση και/ή απειλή για δημοσίευση των δεδομένων αυτών που αποσκοπούν σε βλάβη των Εναγόντων, εκβιασμό και/ή καταπίεση σε βάρος τους, για καταγγελία τους για δήθεν εγκληματικές ενέργειες ανήθικου περιεχομένου στο Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας, στον Πρόεδρο της Ερευνητικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, INTERPOL και άλλες αρχές στη Ρωσία, καθώς και στον Υπουργό Εσωτερικών Κύπρου, καθώς και απειλή για προώθηση δικαστικής διαδικασίας στη Ρωσία. Είναι ισχυρισμός της ότι οι Εναγόμενες προέβησαν περαιτέρω στο διορισμό συγκεκριμένου προσώπου να ενεργήσει ως ειδικός πληρεξούσιος τους με την εντολή να λάβει δικαστικά και άλλα μέτρα στη Ρωσία για είσπραξη του πιο πάνω ποσού, το οποίο πρόσωπο χρησιμοποίησε κάποιον άλλον ονόματι Karapanov Alexander, για τον ίδιο σκοπό. Και οι δύο, στη βάση πληροφοριών από το διαδίκτυο από άλλους παραπονούμενους, αποτελούν μέλη της Ρωσικής μαφίας και με εκβιαστικό τρόπο απαιτούν την είσπραξη οφειλών. Καταλογίζει επίσης στον ειδικό πληρεξούσιο των Εναγομένων ότι παρέδωσε στη Ρωσία στον Ενάγοντα 1 δύο έγγραφα που είναι τα Τεκμήρια 5 και 7 στην ένορκη δήλωση της. Με το τεκμήριο 5 που έχει τίτλο Έκθεση για Εγκληματικότητα και απευθύνεται στο Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας, στον Πρόεδρο της Ερευνητικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, την INTERPOL, τον Αρχηγό της Ρωσικής Αστυνομίας, τον Υπουργό Εσωτερικών της Ρωσίας και τον Υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου και/ή σε άλλες αρχές ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ονόματι Sergeyev Aleksandr Vyacheslavovich απαιτεί το ποσό των €913.190,50 που προέρχεται από την αγοραπωλησία της έπαυλης, επίδικο θέμα της Αγωγής 2020/
- Πληροφορεί επίσης ότι ο Ενάγοντας 1 διατηρεί σεξουαλικές σχέσεις με τη Μαγδαλασίδου, αντίγραφο φωτογραφιών που επιβεβαιώνουν τη σχέση τους επεσύναψε ως Τεκμήριο 6, και ότι έχει στην κατοχή του οπτικοακουστικά μέσα τα οποία θα χρησιμοποιήσουν οι δικηγόροι. Είναι ισχυρισμός της ότι η ίδια έφερε σε επαφή τον Ενάγοντα 1 με τις Εναγόμενες, εφόσον υπήρξε εργοδοτούμενη της Εναγόμενης 2, με τον οποίο και συνήψε προσωπική σχέση. Παραθέτει τέλος, τη σχέση συνεργασίας που προέκυψε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων 1 και 2 που κατέληξε στην ίδρυση της Ενάγουσας 2 εταιρείας και της παραχώρησης μιας
(1)μετοχής στην Εναγόμενη
- Στη βάση της συνεργασίας τους αυτής, οι Εναγόμενες όφειλαν εμπιστευτικά καθήκοντα έναντι των Εναγόντων τα οποία, ως ο ισχυρισμός της Μαγδαλασίδου, παρέβησαν. Η Αγαθοκλέους, αδελφή της Εναγόμενης 1 και γνώστρια των γεγονότων, στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει την προσωπική σχέση της Μαγδαλασίδου με τον Ενάγοντα 1 και ότι ουσιαστική επιδίωξη της παρούσας αίτησης είναι ακριβώς για να μην αποκαλυφθεί αυτή η σχέση, εφόσον ο Ενάγοντας 1 είναι παντρεμένος με παιδιά, οι οποίοι αγνοούν την εξωσυζυγική σχέση του. Είναι ισχυρισμός της Αγαθοκλέους ότι με την Μαγδαλασίδου διατηρούσε πολύ στενή φιλική σχέση όπως και η αδελφή της, Εναγόμενη
- Ακόμη και πρόσφατα μέσα στις διακοπές του Πάσχα η Μαγδαλασίδου επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη 1, και της ζητούσε να διευθετήσει συνάντηση με τον Ενάγοντα 1 που βρισκόταν στην Κύπρο, για σκοπούς της Αγωγής 2020/13, αίτημα που απέρριψε η αδελφή της λόγω των προβλημάτων υγείας της μητέρας τους. Η Αγαθοκλέους αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Μαγδαλασίδου περί απειλών, εκβιασμών και άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς των Εναγομένων ή αντιπροσώπων τους σε βάρος των Εναγόντων, τονίζοντας τη σχετικότητα των πλείστων ισχυρισμών της με τα επίδικα θέματα της Αγωγής 2020/
- Είναι η θέση της ότι η Μαγδαλασίδου άνκαι προέβη περίπου την ίδια περίοδο και στην ένορκη δήλωση ημερ. 23.4.14 που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων στην Αγωγή 2020/13, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, για την έκδοση μονομερών διαταγμάτων, δεν κάμνει καμιά αναφορά στην επιλήψιμη συμπεριφορά που καταλογίζει στην παρούσα διαδικασία στις Εναγόμενες. Τονίζει τέλος το ανυπόστατο των ισχυρισμών της Μαγδαλασίδου, την έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον αρμόδιο θεωρεί το Δικαστήριο της Ρωσίας, το ασαφές των ισχυρισμών της ιδιαίτερα εκείνων περί παραβίασης προσωπικών δεδομένων και ότι οι πλείστοι ισχυρισμοί της είναι πανομοιότυποι με εκείνους της ένορκης δήλωσης της, ημερ. 23.4.14, στην Αγωγή 2020/
- Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση, καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους παραθέτοντας σχετική νομολογία. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται αναφορά κατωτέρω στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση προωθήθηκε ενώπιον μου κατά την ακρόαση έχοντας ως βάση κυρίως τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieries (Estates) & Others
(1982)1 A.A.Δ 557 στη σελ. 568 που είναι τα εξής:
- Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και
- να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά δεν εκδίδεται διάταγμα βάσει του άρθρου 32 αν αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. (βλ. Κούνουνα ν. C&A Simonos Ltd
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1361). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 397, αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης στην Κυρίσαββας κ.ά. ν. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1245 διευκρινίστηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία. Η εν λόγω αρχή επιβεβαιώθηκε στη πρόσφατη υπόθεση Zenios Company Ltd v. Demetriou Catering Ltd, Πολ. Εφ. 304/08, ημερ. 21.10.11. Στο θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, αν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη. (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ 788) και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφεση 424/11 ημερ. 27.3.14). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo (βλ. P. & Ma. Restaurant Ltd κ.ά. ν. Εric John Wakeham, Πολ. Έφεση 286/10 ημερ. 22.2.13). Σ' όσον αφορά υποθέσεις δυσφήμισης εφαρμόζονται αυστηρότερες αρχές ως προς την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην Κύπρο το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπο έκφρασης κατοχυρώνεται από το άρθρο 19
(1)
(3)του Συντάγματος. Ένας από τους περιορισμούς που υπόκειται το εν λόγω δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 19
(3)του Συντάγματος, είναι εκείνος που θεωρείται αναγκαίος «προς προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων». Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος για αποτροπή δημοσίευσης δυσφημιστικών δηλώσεων προϋποθέτει ότι η έκδοση του θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις (βλ. Coulson v. Coulson
(1887)3 T.L.R. 846). Στην υπόθεση C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 853 επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο οι αρχές και η νομολογία που καθιέρωσαν τα Αγγλικά Δικαστήρια ως προς την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω Κυπριακή απόφαση εντοπίζεται στις σελίδες 865, 866 και είναι το εξής: «..Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183, ".. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of 'pressing social need' as being exactly that." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο 'πιεστική κοινωνική ανάγκη' να σημαίνει ακριβώς αυτό." Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν,
(1)Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική,
(2)Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3)Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4)Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης (βλ. Gatley "On Libel and Slander" 9η Έκδοση, σελ. 634).» Έχω εξετάσει με προσοχή την αίτηση, ένσταση, ενόρκους δηλώσεις και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Σημειώνεται ότι εκείνο που οι Ενάγοντες-Αιτητές ουσιαστικά επιζητούν με την παρούσα Αίτηση αλλά και την Αγωγή τους, είναι να περιοριστεί η αντιδικία με τις Εναγόμενες, που προέρχεται από τη μεταξύ τους σύμβαση αγοραπωλησίας έπαυλης, στην Κύπρο χωρίς καμία εμπλοκή των Ρωσικών Αρχών ή των Ρωσικών Δικαστηρίων στη διένεξη, με την παράλληλη έκδοση διαταγμάτων που να παρεμποδίζουν τις Εναγόμενες να προβαίνουν σε δυσφήμιση ή παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των Εναγόντων. Νομικό έρεισμα των απαιτήσεων των Εναγόντων-Αιτητών σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους είναι παραβίαση από μέρους των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση του άρθρου 16
(1)και
(2)του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138
(1)/2001), δυσφήμιση των Εναγόντων, παράλληλη δικαστική διαδικασία και επιζήμιες ενέργειες. Κρίνω ορθό να εξεταστούν κατά πρώτον οι σημαντικότεροι, κατά την άποψη μου, λόγοι ένστασης που αφορούν στο ότι δεν αποκαλύπτεται με την ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου ότι διεπράχθη το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και ούτε οι Ενάγοντες αποκαλύπτουν αιτία αγωγής ή ότι υπέστησαν ζημιά. O ορισμός της δυσφήμισης δίνεται από το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου που προνοεί τα εξής: «17
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) ........ (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους» Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπο θεωρείται ότι δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου ή γραπτού, ζωγραφιάς κ.ά. με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα είτε με την έκθεση, παράδοση ή κοινοποίηση ώστε το δυσφημιστικό νόημα να περιέρχεται ή ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου απ' αυτό που δυσφημείται. Το άρθρο 20
(1)καθορίζει τις περιπτώσεις όπου η δημοσίευση ενός δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι απόλυτα προνομιούχα, μια από τις οποίες είναι η εξής: «(ε) αν το δημοσίευμα δημοσιεύεται σε κάποια δικαστική διαδικασία από το πρόσωπο που μετέχει της διαδικασίας αυτής ως δικαστής, δικηγόρος, μάρτυρας ή διάδικος.» Επίσης το άρθρο 21
(1)του Νόμου καθορίζει τις περιπτώσεις όπου η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, μια από τις οποίες είναι: «(γ) αν το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτού σε οποιοδήποτε θέμα, ή σε σχέση με το χαρακτήρα αυτού στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου αυτού προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα·» Τα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 21 προνοούν τα εξής: «2. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1), του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι - (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, αν η δημοσίευση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1), και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση αυτή δεν έγινε καλή τη πίστει φέρει ο ενάγοντας.» Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 που σχετίζονται άμεσα με το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων της δυσφήμισης. Στην απουσία δικογράφου και ειδικότερα Έκθεσης Απαίτησης, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 εξετάζεται με αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από αυτήν πρέπει να προκύπτουν τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν την αιτία αγωγής και τις απαιτήσεις των Εναγόντων. Η περαιτέρω εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας, αποφεύγοντας όμως την εξαγωγή συμπερασμάτων, γίνεται για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία. Αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση. Από την ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου και τα επισυναφθέντα σ' αυτήν έγγραφα προκύπτει ότι το δυσφημιστικό κείμενο περιέχεται σε δύο έγγραφα που είναι τα εξής: Το έγγραφο με τον τίτλο «Έκθεση για Εγκληματικότητα» που απευθύνεται στον Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας (Τεκμήριο 5 στην Ένορκη Δήλωση) και αναφέρεται στην οφειλή των €913.190,50 προς τις Εναγόμενες στη βάση σύμβασης πώλησης έπαυλης. Το έγγραφο αυτό συνοδεύεται από φωτογραφίες που σύμφωνα με το έγγραφο καταδεικνύουν τη σεξουαλική σχέση του Ενάγοντα 1 με τη Μαγδαλασίδου, την οποίαν οι Εναγόμενες θεωρούν ότι έλαβε μέρος στη συνωμοσία εναντίον τους και ότι τα δύο πρόσωπα διαμένουν παράνομα στην έπαυλη. Το έγγραφο καταλήγει σε αίτημα για λήψη ποινικών μέτρων εναντίον του Ενάγοντα 1 στη βάση των άρθρων 140, 144-146 του περί Ποινικής Δικονομίας Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και φέρεται να κοινοποιείται προς τον Υπουργό Εσωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και τους άλλους αξιωματούχους στους οποίους κάμνει αναφορά η Μαγδαλασίδου. Το πιο πάνω έγγραφο όπως και τις φωτογραφίες, η Μαγδαλασίδου χαρακτηρίζει ως εκβιαστικού, απειλητικού και δυσφημιστικού περιεχομένου και ότι επιδείχθησαν από τον ειδικό πληρεξούσιο των Εναγομένων στον Ενάγοντα 1, στη Ρωσία. Δυσφημιστικό περιεχόμενο αποδίδει επίσης η Μαγδαλασίδου και στο άλλο έγγραφο με τον τίτλο «Αξίωση για είσπραξη χρέους δυνάμει συμφωνίας» (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου) με το ίδιο περίπου περιεχόμενο με το πιο πάνω έγγραφο που απευθύνεται όμως στο Cheremushkinskiy Επαρχιακό Δικαστήριο της Μόσχας και με το οποίο απαιτείται η πληρωμή του ποσού των €913.190,50. Ενάγων στο έγγραφο αυτό φαίνεται να είναι η Εναγόμενη 2, μέσω του αντιπροσώπου της στη Μόσχα ονόματι Sergeyev Alexandr Vyacheslavovich και Εναγόμενοι ο Ενάγοντας 1 στην παρούσα υπόθεση και η Suprunova Tatiana Vladimirovna, ενώ ως τρίτο μέρος κατονομάζεται η Μαγδαλασίδου. Από την ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων προέβη σε «δημοσίευση» των εν λόγω εγγράφων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι δυσφημιστικού περιεχομένου, να έχουν δηλαδή αποσταλεί και ληφθεί απ' εκείνους προς τους οποίους απευθύνονται, ώστε το δυσφημιστικό κείμενο να περιέλθει σε γνώση τους. Αντίθετα, από την ένορκη δήλωση της διαφαίνεται ότι επιδόθηκαν μόνο στον Ενάγοντα 1, που είναι και το πρόσωπο που φέρεται να δυσφημείται. Σημειώνεται ότι με την παρούσα αίτηση αποσκοπείται η παρεμπόδιση των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση να προβούν στις ενέργειες που απειλούν να προβούν, δηλαδή να προχωρήσουν με την επίδοση της καταγγελίας στον Γενικό Κατήγορο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αντιγράφου στους άλλους αξιωματούχους και την καταχώριση της Αγωγής στο Ρωσικό Δικαστήριο, που αυτή αφορά. Με την πιο πάνω θέση της Μαγδαλασίδου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, δεν φαίνεται να ικανοποιείται ένα από τα βασικά συστατικά του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, αυτό δηλαδή της δημοσίευσης, ώστε να τίθεται θέμα δυσφήμισης στη βάση του πιο πάνω Νόμου. Στην περίπτωση ακόμη που οι Ενάγοντες προέβαιναν σε δημοσίευση των εγγράφων, εντός της εννοίας του πιο πάνω Νόμου, και κοινοποιούντο σε εκείνους προς τους οποίους απευθύνονται, δεν τέθηκε κανένα επαρκές στοιχείο ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Δεν διευκρινίζει η Μαγδαλασίδου ποιά κατ' ιδίαν σημεία από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων θεωρεί ότι ενέχουν δυσφημιστική έννοια. Ούτε επίσης και στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία που κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικά, εκβιαστικά ή απειλητικά. Από την άλλη, ακόμη και αν τα πιο πάνω έγγραφα ενέχουν δυσφημιστική έννοια και ικανοποιείτο η προϋπόθεση της δημοσίευσης τους, σύμφωνα με το πιο πάνω Νόμο, υπεύθυνος δυσφήμισης κανονικά θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων που κατήρτησε τα έγγραφα και προέβη σε παράδοση τους στον Ενάγοντα 1 και όχι οι Εναγόμενοι. Σημειώνεται ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι διάδικος στην παρούσα Αγωγή. Επιπρόσθετα, στη βάση των όσων ισχυρίζεται η Μαγδαλασίδου, η παρούσα περίπτωση φαίνεται να εμπίπτει στις προνομιούχες. Συγκεκριμένα, η μεν προτιθέμενη Αγωγή στη Ρωσία εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 20
(1)κατά τις οποίες η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι απόλυτα προνομιούχα, οπότε είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα είναι αληθές ή αναληθές και κατά πόσο οι Εναγόμενοι εγνώριζαν το αναληθές ή κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει. Σ' όσον αφορά δε το έγγραφο που φέρεται να αποτείνεται στον Γενικό Κατήγορο της Ρωσίας με το οποίο ζητείται η λήψη ποινικών δικαστικών μέτρων, και αυτή η περίπτωση καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του πιο πάνω Νόμου, εφόσον τα φερόμενα δημοσιεύματα είναι καταγγελίες, ή κατηγορίες εναντίον του Ενάγοντα 1 που έγιναν σε πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν εξουσία να διερευνούν το θέμα ή να δέχονται καταγγελίες σε σχέση με το θέμα. Οπότε στην παρούσα περίπτωση το έγγραφο που απευθύνεται στο Γενικό Κατήγορο μαζί με τις φωτογραφίες είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγιναν καλή τη πίστει. Άλλος λόγος ένστασης είναι ότι δεν έχει αποκαλυφθεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων των Εναγόντων, που να δικαιολογεί την επιτυχία της αίτησης. Από τη μελέτη του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, διαφαίνεται επίσης ως αιτία Αγωγής η παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των Εναγόντων που προστατεύονται από τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138
(1)/2001). Το άρθρο 16
(1)του πιο πάνω Νόμου, επί του οποίου στηρίζουν οι Ενάγοντες τις απαιτήσεις τους στην Αγωγή και την παρούσα αίτηση τους, προνοεί για δικαίωμα του θιγόμενου προσώπου προσφυγής στο Δικαστήριο για άμεση αναστολή ή μη εφαρμογή πράξης ή απόφασης διοικητικής αρχής ή νομικού προσώπου ή φυσικού προσώπου με επεξεργασία δεδομένων, εφόσον η επεξεργασία αυτή αποβλέπει στην αξιολόγηση της προσωπικότητας του και της εν γένει συμπεριφοράς του. Στην παρούσα περίπτωση δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου ποιά είναι τα προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων που φέρεται να παραβιάσθησαν ή με ποιόν τρόπο έχουν παραβιασθεί και αν προέρχονται από επεξεργασία δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 138
(1)/2001. Εν πάση περιπτώσει αν η Μαγδαλασίδου αναφέρεται στη σχέση της με τον Ενάγοντα 1, η ίδια την αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Εκείνο που μπορεί να υποθέσει το Δικαστήριο είναι ότι τα προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων φέρεται να παραβιάσθησαν μέσω των δύο εγγράφων, που χαρακτηρίζει η Μαγδαλασίδου ως δυσφημιστικά και αφορούν σε καταγγελία τους στις αρχές στη Ρωσία και Κύπρο και σε Αγωγή στη Ρωσία, τα οποία δεν έχουν ακόμα προωθήσει σε εκείνους που απευθύνονται. Με τα πιο πάνω δεδομένα, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και χωρίς να θεωρηθεί ότι προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα, από την εξέταση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού δεν υπάρχει περίπτωση τα πιο πάνω έγγραφα και φωτογραφίες να κριθούν ότι έχουν δημοσιευθεί από τους Εναγόμενους και περαιτέρω εκθέσει του Ενάγοντες ή οποιονδήποτε από αυτούς προσωπικά ή σε σχέση με την εργασία τους. Ούτε επίσης με την παράδοση των ιδίων εγγράφων στον Ενάγοντα 1 θεωρώ ότι παραβιάσθησαν τα προσωπικά δεδομένα των Εναγόντων, ώστε να δικαιούνται στις αξιούμενες αποζημιώσεις, ή διατάγματα. Συνεπώς κρίνω ότι στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της δυσφήμισης ή εκείνου της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν έχουν ικανοποιηθεί. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Στην περίπτωση που ικανοποιούντο και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, που δεν συμβαίνει εδώ, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη βάση της αρχής του τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις. Σημειώνεται ότι η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σε υπόθεση δυσφήμισης ουσιαστικά επενεργεί περιοριστικά στην άσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου που κατοχυρώνει το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός Νόμος 39/62). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, μόνο σε καθαρές περιπτώσεις, όπου το δημοσίευμα είναι αναμφίβολα δυσφημιστικό κρίνεται δικαιολογημένη η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που, με τα στοιχεία που παρέθεσε η Μαγδαλασίδου, όχι μόνο δεν παρατίθεται με σαφήνεια το μέρος εκείνο που κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικό ή εκβιαστικό, αλλά και οι Εναγόμενες χαρακτηρίζουν τους ισχυρισμούς περί δυσφήμισης ανυπόστατους. Ένας άλλος λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να πετύχει η αίτηση σ' όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα για παρεμπόδιση δυσφήμισης ή παραβίασης προσωπικών δεδομένων είναι γιατί αυτά είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της Αγωγής που είναι οι παράγραφοι Β(α), (γ) και (δ) του δεύτερου σκέλους της Γενικής Οπισθογράφησης. Ασφαλώς και η έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το στοιχείο αυτό συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται (βλ. Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά. Πολ. Έφ. 85/10, ημερ. 31.1.13 και ΑΚΙΣ ν. Κοκκονής
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Ναι μεν ζητούνται και απoζημιώσεις με το πρώτο σκέλος της Γενικής Οπισθογράφησης, που στην περίπτωση της δυσφήμισης δεν χρειάζεται η απόδειξη ζημιάς για επιδίκαση τους, αλλά η αξίωση αυτή γεννάται με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Όπως εξηγήθη ανωτέρω, απουσιάζει τέτοια μαρτυρία. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων (βλ. Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά. Πολ. Έφ. 319/11 και 320/11 ημερομηνίας 13.1.14). Μεταξύ των αξιώσεων των Εναγόντων και συγκεκριμένα των διαταγμάτων που ζητούνται στο δεύτερο σκέλος της Γενικής Οπισθογράφησης υπό στοιχείο Β, είναι και αντιαγωγικό διάταγμα (anti suit injunction) που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση από την έγερση παράλληλης διαδικασίας με την Αγωγή 2020/13, στη Ρωσία. Το ίδιο διάταγμα επιζητείται και με την παρούσα αίτηση. Τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις και με πολλή φειδώ και ο Ενάγων θα πρέπει να παρουσιάσει μια ισχυρή υπόθεση (βλ. Gasto Shipping Company Ltd v. Meneag Sqm (Africa) (Proprietory) Ltd κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1634, 1659). Στην υπόθεση Αirbus Industries G.I.E. v. Patel & Others
(1999)1 A.C. 58 η Βουλή των Λόρδων καθόρισε τις προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων που είναι οι εξής: α) όταν η άσκηση των διαδικαστικών πράξεων από τον εναγόμενο στη κύρια δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου έχει χαρακτήρα καταπιεστικό και συνέπειες δυσχερείς για τους αιτητές. β) όταν με τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε αλλοδαπά Δικαστήρια παραβιάζονται τα δικαιώματα επιείκειας των αιτητών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου ή γ) όταν παραβιάζεται συμφωνία των διαδίκων για τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων ή δ) όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα των αιτητών ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων από το κοινοδίκαιο. Περαιτέρω στην υπόθεση Societe Nationale Industrielle Aerospatiale v. Lee Kui Jak and Another
(1987)A.C 871, αναφέρθηκε ότι αντιαγωγικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί στη βάση του ότι η δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό είναι ενοχλητική και καταπιεστική ή απαιτείται για σκοπούς λήψης των δικαστικών διαδικασιών. Όπως λέχθηκε επίσης τέτοιου τύπου διατάγματα δεν αποσκοπούν στον περιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου, εφόσον δεν απευθύνονται στο Δικαστήριο, αλλά προς τον διάδικο του Δικαστηρίου που προσφεύγει στο άλλο Δικαστήριο, με πρωταρχικό γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι οι δύο πιο πάνω Αγγλικές αποφάσεις ασχολήθηκαν με την εξουσία έκδοσης αντιαγωγικού διατάγματος στα πλαίσια εξέτασης του natural forum που δεν είναι η παρούσα περίπτωση, όπου ζητούνται προσωρινά διατάγματα. Ούτε επίσης τα γεγονότα της υπόθεσης Gasto Shipping Company Ltd v. Mineag SQM (Africa) (Proprietory) Ltd κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος των Αιτητών για να υποστηρίξει τη θέση του, φαίνεται να προσομοιάζουν με της παρούσας υπόθεσης, στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, εφόσον εκείνη αφορούσε στην περίπτωση όπου η έγερση αγωγής στο εξωτερικό θα αποτελούσε παραβίαση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, που δεν φαίνεται να συμβαίνει εδώ. Σ' όσον αφορά τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής που έχει ως βάση την ύπαρξη της Αγωγής 2020/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που εκκρεμεί, άνκαι με την ένορκη δήλωση της Μαγδαλασίδου αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον και οι δύο Αγωγές φαίνεται να αφορούν σε υπόλοιπο λογαριασμού στη βάση σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου, εντούτοις δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση όπου στην παρούσα περίπτωση η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται επαρκής θεραπεία. Και στην περίπτωση ακόμη που πληρείτο και η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση εφόσον το αιτούμενο διάταγμα είναι ταυτόσημο με μια από τις απαιτήσεις των Εναγόντων στην Αγωγή, δηλαδή το Β(β) της Γενικής Οπισθογράφησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ή οποιασδήποτε άλλης νομοθετικής πρόνοιας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου, η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης, κρίνεται περιττή. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο