← Κύπρος

Ευφημίας Νεοφύτου ν. Μαρίκκας Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1640/07, 30/6/2014

Ευφημίας Νεοφύτου ν. Μαρίκκας Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1640/07, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A143 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1640/07 Μεταξύ: Ευφημίας Νεοφύτου από την Πάφο Ενάγουσας Και

  1. Μαρίκκας Χρίστου από την Πάφο
  2. Ελένης Χρίστου από την Πάφο Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 30.6.2014 Για Ενάγουσα: κ. Επ. Κορακίδης (κα Μ. Κορακίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενες: κ. Μ. Βασιλειάδης (κα Β. Ιωάννου για ν΄ ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ - Κύριοι Ισχυρισμοί Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι γονείς της Ενάγουσας είχαν στην κατοχή τους το κτήμα με την ονομασία Αλουποτρύπια στο χωριό Χολέτρια, το οποίο φέρει τώρα αριθμό εγγραφής 4007 και το οποίο δεν είχε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη («το επίδικο»). Τίθεται επίσης ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω κτήμα είχε δοθεί στην Ενάγουσα ως προίκα περί την 7.12.1952 και ότι από την πιο πάνω ημερομηνία πέρασε στην κατοχή της και από τότε το κατέχει συνεχώς και αδιαλείπτως μαζί με το σύζυγο της (βλ. παρ. 1 και 2). Ακολούθως τίθεται ο ισχυρισμός ότι η Άννα Πέτρου Γεωργίου (μητέρα των Εναγομένων) και οι Εναγόμενες παράνομα και δολίως πέτυχαν την εγγραφή του πιο πάνω κτήματος στο όνομα της Άννας Πέτρου και ακολούθως δυνάμει δωρεάς πέτυχαν την εγγραφή του στις ίδιες τις Εναγόμενες (βλ. παρ. 3-9). Η ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ - Κύριοι Ισχυρισμοί Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης το πιο πάνω κτήμα ήταν καταχωρημένο στο όνομα του παππού των Εναγομένων Πετρή Γεωργίου ή Γιωρκή ο οποίος ήταν αδελφός του πατέρα της Ενάγουσας. Ανήκε στον εν λόγω παππού των Εναγομένων. Το ως άνω κτήμα ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή της Ενάγουσας ή του συζύγου της, αλλά περιήλθε στη κατοχή της μητέρας των Εναγομένων Άννας Πέτρου δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της. Και από το 2002 περιήλθε στην κυριότητα των Εναγομένων δυνάμει δωρεάς από την μητέρα τους Άννα Πέτρου. Ουδέποτε το ως άνω κτήμα δόθηκε ως προίκα στην Ενάγουσα. Αν αποδειχθεί ότι της δόθηκε ως προίκα χωράφι στην τοποθεσία Αλουποτρύπια, αυτό δεν είναι το επίδικο αλλά άλλο το οποίο ανήκει τώρα στον υιό της Ενάγουσας. Τίθεται επίσης ο ισχυρισμός ότι εντός του επίδικου κτήματος υπάρχει ελιά την οποία πάντοτε μάζευε (καρπούτο) η οικογένεια των Εναγομένων και κανείς άλλος. Επίσης όταν μετακινήθηκε το χωριό Χολέτρια, το έτος 1978, ο πατέρας των Εναγομένων δημιούργησε την μάντρα του δίπλα από το επίδικο ακίνητο και το βοσκούσε αυτός και κανείς άλλος ούτε κατείχε, ούτε διαμαρτυρήθηκε. (Βλ. παρ. 2 της Υπεράσπισης). Αρνούνται τους ισχυρισμούς για δόλο και απάτη. Επίσης τίθεται μεταξύ άλλων ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα γνώριζε τα σχετικά γεγονότα πολύ πριν το
  3. ΟΙ ΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ Όπως φαίνεται τόσο από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ημερ. 31.5.2007 όσο και από την Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε την 3.12.2007, αρχικά οι αιτούμενες θεραπείες στόχευαν στην εγγραφή του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι της Ενάγουσας. Αποτελεί όμως κοινή εκδοχή ότι οι Εναγόμενες εκκρεμούσης της αγωγής πώλησαν (το Νιόμβρη του 2007) το επίδικο κτήμα σε εταιρεία έναντι ποσού £65.
  4. Συνεπεία τούτου, επισημαίνεται και στην αγόρευση από τον κ. Κορακίδη ότι η Ενάγουσα δεν διεκδικεί πλέον εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της και περιορίζεται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για την αξία του ακινήτου που κατ΄ ισχυρισμό απώλεσε. ΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΚΑΙ ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε συζήτηση κατά πόσο η αναφορά του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 1) σε «χωράφιν τοποθεσία Αλουποτρύπια» αφορά το επίδικο ακίνητο. Επισημαίνεται επίσης ότι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε ένσταση για το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας με αναφορά στο γενικό κανόνα περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Ούτε και στις τελικές αγορεύσεις τέθηκε οποιοδήποτε θέμα αποδεκτότητας (admissibility of evidence). Όπως όμως αναφέρεται στην απόφαση του Ε.Δ. Αμμοχώστου που συνεδρίασε στη Λάρνακα, Αρ. Αγωγής 849/2003 Ν. Βλίττη κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ημερ. 9.11.2007 (Κ. Κληρίδης, τότε Π.Ε.Δ.): «.Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (βλ. Mahattou v. Viceroy Shipping

(1981)1 C.L.R. 335 και Lefkaritis Bros v. Tanya Shipping
(1994)1 Α.Α.Δ. 231).» Γι΄ αυτό κρίνεται ορθό, όπως εξεταστεί το θέμα αυτό έστω και τώρα. Η περιγραφή σε «χωράφιν τοποθεσία Αλουποτρύπια» επί του Τεκμηρίου 1 είναι ασαφής εφόσον δεν παρέχει την απαραίτητη περιγραφή για τον ακριβή προσδιορισμό του ακινήτου. Κρίνεται συνεπώς ότι οποιαδήποτε εξωγενής μαρτυρία έχει τεθεί ως προς τον προσδιορισμό του ακινήτου είναι αποδεκτή (ανεξαρτήτως αξιολόγησης) αφού θεωρείται ότι εμπίπτει στις εξαιρέσεις του κανόνα αυτού. (Βλ. «Η Απόδειξη» Τ. Ηλιάδη σελ. 125-128 κάτω από τον τίτλο «Ερμηνεία ενός Εγγράφου»). ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά την ακρόαση έδωσαν μαρτυρία οι ακόλουθοι μάρτυρες: Ο κ. Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) Ο Παπαλάζαρος Νεοφύτου (Μ.Ε.2) Ο κ. Κυριάκος Μακαρίου (Μ.Ε.3) Ο κ. Κυριάκος Χρυσάνθου (Μ.Ε.4) Η κα Ευφημία Νεοφύτου (Ενάγουσα) (Μ.Ε.5) Ο κ. Κλείτος Νεοφύτου (Μ.Υ.1) Η κα Ελένη Χρίστου (Εναγόμενη αρ. 2) (Μ.Υ.2) Ο Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) υιος της Ενάγουσας, κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή δήλωση (Ένδειξη Α). Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων τα εξής: Η Ενάγουσα γεννήθηκε στα Χολέτρια όπου κατοικεί από τη γέννηση της. Οι γονείς της είχαν στην κατοχή τους το επίδικο κτήμα το οποίο δεν είχε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη και δόθηκε στην Ενάγουσα ως προίκα κατά την 7.12.1952 (αντίγραφο προικοσύμφωνου Τεκμήριο 1). Από την πιο πάνω ημερομηνία πέρασε στην κατοχή της και από τότε το κατέχει συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα. Είναι η θέση του ότι η πλευρά της Ενάγουσας έμαθε το Μάϊο του 2007 ότι το επίδικο κτήμα είχε εγγραφεί κατά το 2000 στο όνομα της Άννας Πέτρου Γεωργίου και ακολούθως στις θυγατέρες της δηλαδή στις Εναγόμενες 1 και
  1. (Κατά την ακρόαση κατέθεσε αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής (Τεκμήριο 2.) Ακολούθως η Ενάγουσα κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία Κουκλιών. Εκφράζει τη θέση ότι η κατοχή του πιο πάνω κτήματος σε καμιά χρονική στιγμή δεν περιήλθε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πλην της Ενάγουσας. Προσθέτει ότι περί το 1999-2000 η Άννα Πέτρου, μητέρα των Εναγομένων, εν γνώσει και με προτροπή των Εναγομένων αφού εξασφάλισε σχετικό πιστοποιητικό από τη Χωρητική Αρχή Χολετριών το οποίο πιστοποιούσε ότι η ίδια κατείχε το επίδικο από το 1945 μετά από δωρεά του πατέρα της, με αίτηση της προς το Κτηματολόγιο Πάφου πέτυχε την εγγραφή του πιο πάνω κτήματος στο όνομα της και ακολούθως το μεταβίβασε δωρεάν στις θυγατέρες της, Εναγόμενες 1 και
  2. Είναι η θέση του ότι το κτήμα για το οποίο η Ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή είναι αυτό που περιγράφεται στο εν λόγω προικοσύμφωνο Τεκμήριο (1ονΧωράφιν τοποθεσία αλουποτρύπια όλον) και το οποίο σύμφωνα με το μάρτυρα ανήκει στην Ενάγουσα. Τούτο το διαπίστωσε ως εξής: Εξασφάλισε τοπογραφικό (το οποίο κατέθεσε στην ακρόαση ως Τεκμήριο 3) και επίσης επισκέφθηκε την περιοχή διαπιστώνοντας ότι πράγματι ήταν το τεμάχιο της Ενάγουσας. Ο ίδιος ο μάρτυρας γεννήθηκε στα Χολέτρια το 1962 και κατοικούσε εκεί μέχρι την ηλικία των 33 ετών αλλά από τον καιρό που έφυγε, κάθε Σάββατο επισκέπτεται το χωριό. Τώρα είναι κάτοικος στη Μηλιού της Πάφου. Έθεσε τους δικούς του ισχυρισμούς ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος: Το επίδικο κτήμα το γνωρίζει από τον καιρό που ήταν μικρός. Όταν ήταν ο ίδιος σε ηλικία 5-6 ετών ο πατέρας του και η μητέρα του τους έπαιρναν με τα αδέλφια του μαζί τους για να το θερίζουν κάθε χρόνο στο οποίο έβαζαν συνήθως ρόβι ή βίκο. «Και από τότε μέχρι που ο πατέρας μου είχε ζώα και μπορούσε να καλλιεργά το συγκεκριμένο τεμάχιο διότι διαφορετικά δεν καλλιεργείτο με τρακτέρ ή οτιδήποτε άλλο μηχάνημα..». Σε σχέση με τις θέσεις των Εναγόμενων ανάφερε τα εξής: - Ουδέποτε είδε τις Εναγόμενες ή τη μητέρα τους να χρησιμοποιούν ή να είναι μέσα στο επίδικο κτήμα. - Καμιά φορά δεν έχουν επισκεφθεί το επίδικο κτήμα οι Εναγόμενες για να μαζέψουν ελιές. - Συμφωνεί ότι ο πατέρας των Εναγομένων είχε μάντρα σε κτήμα διπλανό με το επίδικο αλλά δεν έχει δει καμιά φορά τα ζώα τους να βόσκουν μέσα στο επίδικο τεμάχιο. Η εν λόγω μάντρα της οικογένειας των Εναγομένων έγινε μετά το 1975 όταν μετακινήθηκε ολόκληρο το χωριό Χολέτρια από το παλιό στο νέο. Ήταν η θέση του ότι το επίδικο τεμάχιο το καλλιεργούσε ο πατέρας του μέχρι περίπου το 1990 ενόσω δηλαδή είχε τα ζώα. Μετά που ο πατέρας του πώλησε τα ζώα συνέχιζε να μεταφέρει το «κόπρι» από κατσίκες και πρόβατα στο συγκεκριμένο τεμάχιο μέχρι και το 1995 που ο πατέρας του δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί. Ανέφερε ότι ο πατέρας του και η μητέρα του είχαν κατ΄ επανάληψη επισκεφθεί τον Κοινοτάρχη για να τους δώσει σχετική βεβαίωση ούτως ώστε να αποκτήσουν τίτλο για το επίδικο όμως ο Κοινοτάρχης επικαλείτο διάφορες δικαιολογίες. Αμφισβήτησε τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι με το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) είχε δοθεί στη μητέρα του άλλο κτήμα στην ίδια τοποθεσία και όχι το επίδικο. Όταν του ζητήθηκε κατά την κυρίως εξέταση να υποδείξει επί του τοπογραφικού (Τεκμήριο 3) το επίδικο τεμάχιο σημείωσε το τεμάχιο με αριθμό 585 τονίζοντας ότι δεν καταλαβαίνει από σχέδια και ξέχασε τον αριθμό. Πρόσθεσε ότι στην περιοχή πήγε με την αδελφή του η οποία είναι πολιτική μηχανικός και εντόπισε το σημείο. Κατά την αντεξέταση, απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος: Διευκρίνισε ότι από το 1994 ο ίδιος μένει στη Μηλιού και όχι στα Χολέτρια. Όμως από το επίδικο τεμάχιο περνά κάθε Σάββατο και πιθανόν κάποιες καθημερινές για να μεταβεί σε περβόλι που διατηρεί στην Αμαργέτη και για να βλέπει τη μητέρα του την Ενάγουσα. Απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό. Επέμενε ότι δεν είδε τον πατέρα των Εναγομένων να βόσκει πρόβατα μέσα στο επίδικο. Ο πατέρας του είχε δύο βόδια που καλλιεργούσε τα χωράφια είχε επίσης και κατσίκες και πρόβατα. Τα βόδια τα είχε ο πατέρας του μέχρι την ηλικία που μπορούσε να τα φροντίζει (μέχρι περίπου το 1990). Παρά την υποβολή ότι όταν τη δεκαετία του 1970 το παλιό χωριό μεταφέρθηκε στο νέο χωριό, ουδείς χωριανός είχε βόδια, επέμενε ότι ο πατέρας του είχε τα βόδια. Τα άλλα ζώα (κατσίκες και πρόβατα) ο πατέρας του τα είχε μέχρι περίπου το
  3. Τα είχαν αυτά (κατσίκες και πρόβατα) σε χώρο ακριβώς κάτω από το σπίτι τους και το «κόπρι» εκείνο το μετέφεραν (με τα γαϊδούρια) στο επίδικο που ήταν το πιο κοντινό στο χωριό. Ο ίδιος πήγαινε στο επίδικο και έσπερνε με τους γονείς του μέχρι περίπου το 1990 που είχε ο πατέρας του ζώα αλλά δεν θυμάται ακριβείς ημερομηνίες. Επίσης μέχρι περίπου το 1996 που μετέφεραν το «κόπρι» ο Μ.Ε.1 επισκεπτόταν το επίδικο. Επέμενε ότι η μάντρα της οικογένειας των Εναγομένων δίπλα από το επίδικο έγινε μετά το
  4. Έβλεπε λίγα ζώα μέσα σ΄ εκείνη τη μάντρα (απ΄ ότι θυμάται κατσίκες). Δεν θυμάται οποιαδήποτε φορά αν το κοπάδι της διπλανής μάντρας έτρωγε τα ρόβια και το βίκο του επίδικου χωραφιού χωρίς να το αποκλείει. Κατόπιν ερωτήσεων ανάφερε ότι ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας ούτε οποιοσδήποτε άλλος μάζευε ελιές από το επίδικο. Ως προς τη πρόσφατη κατάσταση του επίδικου: Βλάστησαν διάφοροι θάμνοι, «3-4 αρκοελιές» και άλλα και υπάρχει ένας βράχος στη μέση. Δεν καλλιεργείται και είναι ξηρή γη. Στο υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασης απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το τι ακολούθησε μετά που πληροφορήθηκε ότι το επίδικο κτήμα ήταν προς πώληση. (Επισκέφθηκε, ισχυρίστηκε το Κτηματολόγιο για έρευνα μαζί με την αδελφή του που είναι πολιτικός μηχανικός/έγινε καταγγελία στην Αστυνομία). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 από πληροφόρηση έμαθε ότι ο Πετρής Γεωργίου ήταν παρών κατά την υπογραφή του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 1). Απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις ως προς τα πρόσωπα που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  5. Επίσης αναφορικά με το κατά πόσο το επίδικο αναφέρεται στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1). Σε κάποιο σημείο ο Μ.Ε.1 απέδωσε δόλο από τον Πετρή Γεωργίου. Σε κάποιο σημείο, απέδωσε επίσης δόλο στον Κοινοτάρχη Χολετριών (Μ.Υ.1) που υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό κατοχής υπέρ της μητέρα των Εναγομένων. Έγινε επίσης συζήτηση ως προς τα υπόλοιπα ακίνητα που αναφέρονται στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1), κατά πόσο δηλαδή τιτλοποιήθηκαν και πότε. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το πότε η αδελφή των Εναγομένων, η Αθηνούλλα Κυπριανού, άρχισε να εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Χολετριών. Επέμενε στη θέση του ότι οι γονείς του είχαν αποταθεί για το επίδικο κατ΄ επανάληψη για την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού κατοχής από την Κοινοτική Αρχή χωρίς αποτέλεσμα. Απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό του ως προς το χρόνο και τις συνθήκες που ανακάλυψε για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στην Άννα Πέτρου. Επίσης ως προς το κατά πόσο η οικογένεια του πλήρωνε φόρους για το επίδικο ακίνητο. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Ο Παπαλάζαρος Νεοφύτου (M.E.2) κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι γεννήθηκε το 1928 στα Χολέτρια και είναι αδελφός της Ενάγουσας. Αναγνώρισε το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) στο οποίο και αναφέρθηκε. Γνωρίζει το χωράφι στην τοποθεσία Αλουποτρύπια το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω προικοσύμφωνο και σε σχέση με το χωράφι εκείνο εξέθεσε τους εξής ισχυρισμούς: Μέχρι το 1945 το έσπερνε ο πατέρας του Νεόφυτος Γιωρκή και τους έπαιρνε μαζί του εκεί. Όταν ο πατέρας του απεβίωσε το 1945 το ανέλαβε και το έσπερνε και το θέριζε ο ίδιος ο μάρτυρας. Ακολούθως όταν το 1952 αρραβώνιασαν την αδελφή τους την Ενάγουσα όλα τα αδέλφια της υπόγραψαν το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) για να δείξουν ότι της έδιναν την μοίρα τους και δεν έχουν απαίτηση. Ισχυρίστηκε ότι ψευδώς οι Εναγόμενες αναφέρουν ότι το κτήμα στα Αλουποτρύπια που είχε δοθεί στην Ενάγουσα με το Τεκμήριο 1 δεν είναι το επίδικο. Σύμφωνα με τον Παπαλάζαρο οι γονείς των Εναγομένων δεν κατείχαν το επίδικο κτήμα. Ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ο θείος του ο Πετρής Γιωρκή (δηλαδή ο παππούς των Εναγομένων) για το γεγονός ότι η πλευρά της Ενάγουσας καλλιεργούσε το επίδικο κτήμα. Πρόσθεσε ότι ο εν λόγω θείος του ο Πετρής ήταν παρών στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1). Κατά την αντεξέταση ανάφερε μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του δηλαδή ο Νεόφυτος Γιωρκή απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών το
  6. Ο θείος του Μ.Ε.2, ο Πετρής Γεωργίου ήταν δύο χρόνια μικρότερος από τον πατέρα του. Απάντησε σε γενικές ερωτήσεις αναφορικά με την Χωρομετρία που είχε γίνει παλιά και έδωσε την δική του πιθανολόγηση ως προς το γιατί το επίδικο κτήμα βρέθηκε καταχωρημένο στο όνομα του Πετρή Γεωργίου. Επέμενε στον ισχυρισμό του ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος από την οικογένεια της Ενάγουσας. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς τις ισχυριζόμενες ανεπιτυχείς προσπάθειες της Ενάγουσας να εξασφαλίσει πιστοποιητικό κατοχής αναφορικά με το ακίνητο από τον Κοινοτάρχη Χολετριών. Ανέφερε επίσης ότι και ο ίδιος ο μάρτυρας είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία όταν δημιουργήθηκε το θέμα με την υπόθεση αυτή. Απάντησε επίσης σε ερωτήσεις ως προς τα περιουσιακά της στοιχεία της γιαγιάς του Παναγιώτας Μούσκου. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε είδε οποιονδήποτε είτε από την πλευρά της Ενάγουσας είτε από την πλευρά των Εναγομένων να μαζεύει την ελιά. Ισχυρίστηκε ότι ο θείος του ο Πετρής Γεωργίου και ο πατέρας του είχαν πολύ καλές σχέσεις. Ο θείος του ο Πετρής πέθανε το
  7. Η κόρη του Πετρή η Άννα Πέτρου (μητέρα των Εναγομένων) με την οποία επίσης είχαν καλές σχέσεις απεβίωσε το
  8. Δεν αμφισβήτησε ότι δίπλα από το επίδικο, ο πατέρας των Εναγομένων αγόρασε χωράφι και το έκανε μάντρα με κοπάδι. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο το κοπάδι βοσκούσε από το επίδικο το οποίο κατ΄ ισχυρισμό καλλιεργούσε η πλευρά της Ενάγουσας με σιτάρι και κριθάρι, απάντησε ότι έχει πολλή καιρό που η μάντρα δεν έχει κοπάδι μέσα. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το ποιοι ήταν παρόντες στο προικοσύμφωνο (ο Πετρής Γεωργίου ήταν παρών), ως προς το γιατί δεν υπόγραψε στο προικοσύμφωνο ο Πετρής Γεωργίου, ως προς το ρόλο κάποιου Παναγιώτη Ιακώβου (το όνομα του οποίου φαίνεται στο προικοσύμφωνο - Τεκμήριο 1) ως προς τα άλλα χωράφια/ακίνητη περιουσία που αναφέρονται στο προικοσύμφωνο, ως προς τι περιουσία είχε η μητέρα της Ενάγουσας και τι έδωσε. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Όσον αφορά τον κ. Κυριάκο Μακαρίου (Μ.Ε.3): Μετά από παραδεκτά γεγονότα και σύντομη κυρίως εξέταση στην οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, ακολούθησε η αντεξέταση κατά την οποία αναφέρθηκε στην αίτηση της μητέρας των Εναγομένων Άννας Πέτρου υπ΄ αριθμό 434/99 για εγγραφή του επίδικου κτήματος στο όνομα της. Κατάθεσε το Τεκμήριο 5 (Πιστοποιητικό Χωρητικής Αρχής Χολετριών ημερ. 11.5.1999) και άλλο πιστοποιητικό ημερ. Σεπτεμβρίου 1999 (Τεκμήριο 6). Εξήγησε ότι το Τεκμήριο 5 είναι το αρχικό πιστοποιητικό που εξέδωσε η Χωρητική Αρχή εις την Άννα Πέτρου για να καταθέσει στο Κτηματολόγιο την αίτηση της για επιτόπια έρευνα. Το Τεκμήριο 6 το συνέταξε ο Κτηματολόγος μετά την επιτόπια έρευνα που έγινε στο χωριό την 12.9.
  9. Έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις για τα δύο τεκμήρια. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 7 τοπογραφικό σχέδιο αναφορικά με το επίδικο τεμάχιο. Κατέθεσε επίσης αντίγραφο εντύπου Ν.63 (Τεκμήριο 8) αναφορικά με το επίδικο και το οποίο εξήγησε. Κλήθηκε να εξηγήσει την εξής αναφορά του Τεκμηρίου 8 ως προς τον τρόπο απόκτησης της Άννας Πέτρου του εν λόγω τεμαχίου «Τρόπος απόκτησης: Δωρεά κατά το 1955 από το πατέρα της Πετρή Γεωργίου που πέθανε κατά το
  10. Ιδιοκτήτης ο Πετρής με νομική κατοχή πέρα των 30 χρόνων». Ανάφερε ότι το επίδικο κτήμα δεν ήταν εγγεγραμμένο, αλλά απλώς καταχωρημένο εις το όνομα του Πετρή Γεωργίου από τον καιρό της γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης που έγινε στα Χολέτρια το 1923 περίπου. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.3 με την αίτηση 434/99 είναι η πρώτη φορά που έγινε αίτηση για να εκδοθεί τίτλος για το κτήμα αυτό. Και πρόσθεσε: «Κατά την επιτόπια έρευνα εφάνη ότι και με τη σύμφωνο γνώμη του Κοινοτικού Συμβουλίου των Χολετριών ότι το κτήμα τούτο ανήκει πλέον εις την Άννα Πέτρου Γεωργίου από τα Χολέτρια, η οποία το βρήκε δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της Πετρή Γεωργίου.....» Αναφορικά με το τεμάχιο 55 (που σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόμενων είναι αυτό που δόθηκε στην Ενάγουσα με το Τεκμήριο 1 και όχι το επίδικο), κατάθεσε τα Τεκμήρια 9, 10, 11, 11(α), 12 και έδωσε σχετικές εξηγήσεις. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί το Κτηματολόγιο για την εγγραφή κτημάτων μετά την έκδοση του αρχικού πιστοποιητικού που δίδει το Κοινοτικό Συμβούλιο/η Χωρητική Αρχή με αναφορά στα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατόπιν άλλων ερωτήσεων αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε το 1923 με την οποία διαμορφώθηκε η χωρομετρία στην Κύπρο. Ανάφερε ότι με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε το 1923 είχε καταχωρηθεί αρχικά το επίδικο στον Πετρή Γεωργίου. Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση τίτλου για το επίδικο τεμάχιο. Ακολούθησε σύντομη επανεξέταση. Ο κ. Κυριάκος Χρυσάνθου (Μ.Ε.4) κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε ότι ο ίδιος γεννήθηκε το 1930 στα παλιά Χολέτρια και τώρα διαμένει στα νέα Χολέτρια. Ανάφερε ότι γνωρίζει τους διάδικους και με την Ενάγουσα είναι συγγενείς. Κοντά στο επίδικο έχει και δικό του χωράφι και πήγαινε τακτικά εκεί. Περιγράφοντας το επίδικο είπε ότι έχει δύο ελιές και κάμποσες πέτρες. Δίπλα από το επίδικο υπάρχει μια μάντρα της οικογένειας των Εναγομένων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.4 την μάντρα εκείνη την έκαμε ο σύζυγος της Νεοφύτας (αδελφής των Εναγομένων). Θυμάται ότι το επίδικο το καλλιεργούσαν τα αδέλφια της Ενάγουσας δηλαδή ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) και ο Χρίστος και από τον καιρό που αρραβωνιάστηκε η Ενάγουσα το καλλιεργούσε ο σύζυγος της Ενάγουσας Νεόφυτος Χριστοδούλου. Είχε επίσης λίγα ζώα και πέτασσε εκεί και «κόπρι». Ερωτούμενος κατά πόσο χρησιμοποιούσαν το επίδικο κτήμα οι Εναγόμενες ή ο πατέρας τους ανάφερε ότι έμπαιναν μέσα τα ζώα τους και έβοσκαν αλλά δεν είδε ποτέ την πλευρά των Εναγομένων να το καλλιεργούν. Η πεποίθηση του μάρτυρα είναι ότι το επίδικο κτήμα ανήκε στην πλευρά της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι είναι πρώτος εξάδελφος με την Ενάγουσα. Ο ίδιος διετέλεσε Κοινοτάρχης των Χολετριών και ενδιάμεσα αναπληρωτής κοινοτάρχης από την 15.2.1981 μέχρι την 11.5.
  11. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν του ζητήθηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό αναφορικά με την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ήταν επίσης η θέση του ότι η Ενάγουσα ουδέποτε του είχε ζητήσει πιστοποιητικό κατοχής και για οποιοδήποτε άλλο κτήμα. Επίσης δεν θυμάται εάν έδωσε οποιοδήποτε πιστοποιητικό κατοχής περιουσίας στην αδελφή της Ενάγουσας την Μαρία (Νεοφύτου). Εξέφρασε τη θέση ότι ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) ο αδελφός της Ενάγουσας καλλιεργούσε το επίδικο από το 1945 μέχρι το 1952 που δόθηκε στην Ενάγουσα. Το θυμάται αφού περνούσε από κοντά στο χωράφι. Διευκρίνισε ότι ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) το καλλιεργούσε μια φορά το χρόνο και μπορούσε να μείνει και ένα χρόνο ακαλλιέργητο. Ακολούθως συμφώνησε με τη θέση ότι ο Παπαλάζαρος είχε πάει στον αγγλικό στρατό και πρόσθεσε ότι αυτό ήταν στο τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου αλλά δεν θυμάται ακριβώς χρονολογίες. Πρόσθεσε όμως ότι το επίδικο χωράφι το καλλιεργούσε ο άλλος αδελφός της Ενάγουσας όταν έλειπε ο Παπαλάζαρος, δηλαδή ο Χρίστος (που μετά έγινε Παπαχρίστος). Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Κοινοτάρχης ήταν Αζάς ο Σωκράτης Κυπριανού και ο Παναγιώτης Ιακώβου. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς τον έλεγχο που γίνεται όταν εκδίδονται πιστοποιητικά από την Χωρητική Αρχή. Ο Σωκράτης Κυπριανού έχει χωράφι κοντά στο επίδικο. Όσον αφορά τη διπλανή μάντρα, δηλαδή τη μάντρα της πλευράς των Εναγομένων, διευκρίνισε ότι εκεί έβλεπε τον γαμπρό των Εναγομένων, δηλαδή τον Κώστα Κλείτου, να έχει ζώα. Πάντως αυτή η μάντρα έγινε μετά το 1974 που οι χωριανοί έφυγαν από τα παλιά Χολέτρια και πήγαν στα νέα. Έβλεπε τα ζώα της πλευράς των Εναγομένων να μπαίνουν μέσα στο επίδικο χωράφι και διευκρίνισε ότι και άλλων βοσκών έμπαιναν τα ζώα τους στο επίδικο. Ο ίδιος ο μάρτυρας είχε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα των Εναγομένων ο οποίος ήταν πρώτα γεωργός και ύστερα εργαζόταν στις οικοδομές. Τον θυμάται στα παλιά Χολέτρια να έχει βόδια (ζευγάρι). Επέμενε ότι δεν είδε καμιά φορά τον πατέρα των Εναγομένων να καλλιεργεί το επίδικο χωράφι. Ήταν η θέση του ότι ώσπου είχε βόδια ο σύζυγος της Ενάγουσας καλλιεργούσε το επίδικο και από εκεί και πέρα δεν το καλλιεργούσε. Δεν θυμάται ημερομηνίες. Όταν μεταφέρθηκαν οι χωριανοί στο νέο χωριό μεταφέρθηκαν και ορισμένα μόνο βόδια και δεν θυμάται αν ο σύζυγος της Ενάγουσας τα είχε μεταφέρει στο νέο χωριό. Απάντησε σε ερωτήσεις για τη συγγένεια του με την Ενάγουσα και την περιουσία της μητέρας της Ενάγουσας. Κατόπιν ερωτήσεων διευκρίνισε ότι περνούσε τακτικά από το επίδικο αφού ο ίδιος καλλιεργούσε το χωράφι του που είχε εκεί κοντά, όμως ήταν λεωφορειούχος και δεν έμενε όλη μέρα εκεί. Δεν έτυχε να δει ποιος μάζευε την ελιά του επίδικου. Ο Πετρής Γεωργίου ουδέποτε του είπε ότι το επίδικο χωράφι ήταν δικό του. Ήταν η θέση του ότι παρόλο που στο επίδικο χωράφι είχε σκληρές πέτρες εντούτοις μπορούσε να καλλιεργηθεί καθότι αυτές ήταν μεγάλες πέτρες στην άκρια. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Η Ενάγουσα (Μ.Ε.5) κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι γνωρίζει ποιο είναι το χωράφι στα Αλουποτρύπια που αναφέρεται στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1). Η ίδια γεννήθηκε το 1932 και από 2-3 χρόνων θυμάται ότι οι γονείς της την έπαιρναν με τα αδέλφια της στο εν λόγω χωράφι όπου οι γονείς της έσπερναν και θέριζαν. («Αν ήταν ρόβι εφκάλαν το αν ήταν σιτάρι θερίζαν το..») Μετά που της προικοδοτήθηκε, η ίδια και ο σύζυγος της έσπερναν το επίδικο χωράφι κάθε χρόνο με τα βόδια μέχρι περίπου το 1988-89-90 (δεν θυμάται ακριβώς). Μετά που σταμάτησαν να το σπέρνουν τοποθετούσαν εκεί «κόπρι». Περιγράφοντας το επίδικο χωράφι ανέφερε ότι έχει αρκετές πέτρες και μια ελιά με πολύ λίγα κλαδιά από την οποία είναι πολύ δύσκολο κάποιος να πάρει τις ελιές. Με την προσπάθεια κάποιου να τις πάρει, εύκολα πέφτουν μέσα στις πέτρες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για να καλλιεργηθεί το επίδικο χωράφι χρειάζονται βόδια και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί τράκτορ. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων η θέση της μεταξύ άλλων έχει ως εξής: - Ουδέποτε οι Εναγόμενες ή η μητέρα τους μπήκαν μέσα στο χωράφι εκείνο. - Επέμενε ότι το χωράφι στα Αλουποτρύπια που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 είναι το επίδικο και όχι άλλο (δηλαδή όχι το τεμάχιο 55 το οποίο επικαλείται η Υπεράσπιση). Ισχυρίστηκε επίσης ότι κάποιος Κωστάκης Θεοφάνους πληροφόρησε τον υιό της Μ.Ε.1 ότι το επίδικο χωράφι το έχουν οι Εναγόμενες πληροφορώντας τον ότι επιθυμούν να το πουλήσουν και ρωτώντας τον Μ.Ε.1 εάν επιθυμεί να το αγοράσει. Οπότε η Ενάγουσα κατάγγειλε το θέμα στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι γεννήθηκε στο παλιό χωριό και περίπου από το 1975 μετακόμισε στο νέο χωριό το οποίο είναι πιο ψηλό από το παλιό. Μαζί τους στο νέο χωριό πήραν και όλα τα ζώα που είχαν (περιλαμβανομένων και των βοδιών). Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το πόσο χρόνο κράτησαν τα ζώα. Ο πατέρας της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν 12 ετών. Επέμενε ότι το αναφερόμενο στο Τεκμήριο 1 χωράφι στο Αλουποτρύπια είναι το επίδικο το οποίο της ανήκει. Επέμενε στους ισχυρισμούς της ως προς τη χρήση του επίδικου χωραφιού από την πλευρά της ίδιας και της οικογένειας της. Επέμενε ότι ουδέποτε είδε τις Εναγόμενες να μαζεύουν τις ελιές από το επίδικο χωράφι. Απάντησε σε ερωτήσεις ως προς τους ισχυρισμούς των Εναγομένων για τη χρήση του επίδικου ακινήτου και της διπλανής μάντρας. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, απάντησε σε ερωτήσεις ως προς τα αδέλφια του πατέρα της, ως προς το ποιοί και γιατί ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του προικοσυμφώνου, ως προς τους ισχυρισμούς της για ανεπιτυχείς προσπάθειες της να αποκτούσε τίτλο εγγραφής (κοτσιάνι) για το επίδικο και σε άλλα συναφή ερωτήματα. Απάντησε επίσης σε ερωτήσεις ως προς το τεμάχιο 55 (το οποίο επικαλείται η Υπεράσπιση) το οποίο κατέληξε στον γιο της Αντρέα και επέμενε για λόγους που εξήγησε ότι εκείνο το τεμάχιο ανήκε στην αδελφή της. Έγινε επίσης συζήτηση και για κάποια Φυτούλα, αδελφή των Εναγομένων. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο Ιακώβου Παναγιώτης (σύζυγος της αδελφής της) είχε ξεγελαστεί για να υπογράψει το σχετικό πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής (Τεκμήριο 5). Γενικά επέμενε στις θέσεις της. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Ο κ. Κλείτος Νεοφύτου (Μ.Υ.1) κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε μεταξύ άλλων ότι γεννήθηκε στα Χολέτρια και διετέλεσε Κοινοτάρχης στο χωριό Χολέτρια από το Μάιο του 1989 μέχρι την 31.6.2006 (επέστρεψε το 1983 στα Χολέτρια αφού προηγουμένως υπήρξε κάτοικος Λευκωσίας). Για το επίδικο ακίνητο θυμάται ότι το καλλιεργούσε ο Χρίστος Κυπριανού (πατέρας των Εναγομένων) και κάποτε θυμάται και τον Πετρή Γεωργίου (παππού των Εναγομένων). Όταν επέστρεψε το 1983 στα Χολέτρια θυμάται ότι στο επίδικο χωράφι υπήρχαν κάποια υποστατικά και είχε μέσα ο πατέρας των Εναγομένων γουρούνια. Ακριβώς δίπλα (δεξιά του επίδικου χωραφιού) ο πατέρας των Εναγομένων είχε και μία μικρή μάντρα με αιγοπρόβατα. Πρόσθεσε ότι από το 1983 και μετά που επέστρεψε στα Χολέτρια το επίδικο χωράφι δεν καλλιεργήθηκε από οποιονδήποτε. Κατόπιν ερωτήσεων ανάφερε μεταξύ άλλων ότι από το 1983 και μετά που επέστρεψε στα Χολέτρια, θυμάται ότι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της είχαν κάποιες κατσίκες τις οποίες είχαν σε ένα υποστατικό εντός χαλίτικης γης μπροστά από το σπίτι τους. Δεν θυμάται να υπήρχαν από το 1983 και μετά βόδια. Όσον αφορά τις ακαθαρσίες (το «κόπρι») από τα ζώα που είχαν, θυμάται ότι οι πλείστοι κάτοικοι τα έριχναν έξω από τα υποστατικά, γιατί δεν υπήρχε οτιδήποτε το απαγορευτικό. Ερωτούμενος να απαντήσει στους ισχυρισμούς ότι η Ενάγουσα είχε τα ζώα της μέχρι το 1995, απάντησε ότι τούτο δεν μπορεί να ευσταθεί λόγω του ότι περί το 1992-1993 κάποιες κατοικίες, περιλαμβανομένης και αυτής της Ενάγουσας, κατεδαφίστηκαν στο πλαίσιο σχεδίου κατοικιών με στατικά προβλήματα. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα δεν καλλιεργούσε το επίδικο. Αναγνώρισε τα πιστοποιητικά (Τεκμήρια 5 και 6) και απάντησε σε ερωτήσεις ως προς τις συνθήκες έκδοσης τους. Πρόσθεσε ότι για το επίδικο κτήμα από την πλευρά της Ενάγουσας του είχαν επίσης ζητήσει ανάλογο πιστοποιητικό ο υιός της Ενάγουσας Ανδρέας και μετά ο σύζυγος της Ενάγουσας μαζί με τον Ανδρέα, όχι όμως η ίδια η Ενάγουσα. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε όμως να τους το χορηγήσει καθ΄ ότι το επίδικο κτήμα ήταν καταχωρημένο στον Πετρή Γεωργίου (παππού των Εναγομένων). Πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι η αδελφή των Εναγομένων Αθηνούλα Κυπριανού προσλήφθηκε στην Χωρητική Αρχή Χολετριών μετά την έκδοση του πιστοποιητικού Τεκμηρίου 5, δηλαδή το
  12. Κατά την αντεξέταση ο Μ.Υ.1 απάντησε μεταξύ άλλων σε ερωτήσεις ως προς το πότε κατοικούσε στα Χολέτρια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε κτήματα κοντά στο επίδικο. Μέρος της αντεξέτασης περιστράφηκε ως προς τις έρευνες που κατ΄ ισχυρισμό έκανε πριν την έκδοση του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 5) το οποίο ανάφερε ότι είχε δακτυλογραφήσει η αδελφή των Εναγομένων Αθηνούλα Κυπριανού η οποία τότε, το 1999 προσέφερε υπηρεσίες στην Χωρητική Αρχή παρόλο που προσλήφθηκε το
  13. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε ερωτήσεις ως προς το πότε ο παππούς των Εναγομένων δώρισε κατ΄ ισχυρισμό το επίδικο κτήμα στη μητέρα των εναγομένων. Επίσης απάντησε σε ερωτήσεις ως προς το λόγο που στο Τεκμήριο 5 καταγράφεται ότι η σχετική ισχυριζόμενη δωρεά στη μητέρα των Εναγομένων έγινε το 1945 ενώ στο Τεκμήριο 6 καταγράφεται ότι η ισχυριζόμενη δωρεά έγινε το
  14. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι και το Κτηματολόγιο προέβηκε στην έρευνα πριν την έκδοση του Τεκμηρίου
  15. Ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος επέμενε στους ισχυρισμούς του που έθεσε και κατά την κυρίως εξέταση. Ήταν η θέση του ότι ο υιός και ο σύζυγος της Ενάγουσας είχαν αποταθεί στον ίδιο για έκδοση ανάλογου πιστοποιητικού εκ μέρους της Ενάγουσας πριν την έκδοση του Τεκμηρίου 5 και όχι μετά. Τελικά εξέδωσε το Τεκμήριο 5 λόγω του ότι το επίδικο χωράφι ήταν καταχωρημένο στο όνομα του παππού των Εναγομένων Πετρή Γεωργίου και με βάση πληροφορίες γηραιότερων χωριανών. Γενικά επέμενε στους ισχυρισμούς του. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Η Εναγόμενη αρ. 2 κα Ελένη Χρίστου (Μ.Υ.2) κατάθεσε κατά την κυρίως εξέταση γραπτή δήλωση (Ένδειξη Β) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Ανάφερε ότι η ίδια και η αδελφή της Εναγόμενη αρ. 1 κατοικούν στα Χολέτρια από όπου κατάγονται. Η εκδοχή της όπως την έθεσε έχει ως εξής: Το επίδικο κτήμα περιήλθε στην κατοχή της μητέρας τους από τον Πετρή Γεωργίου ο οποίος ήταν ο πατέρας της μητέρας τους και από το 2002 το κτήμα περιήλθε στην κυριότητα των δύο Εναγομένων. Το επίδικο ακίνητο έχει εγγραφεί κανονικά στο νόμιμο δικαιούχο, τη μητέρα των Εναγομένων και ακολούθως δυνάμει δωρεάς στις Εναγόμενες. Εντός του επίδικου κτήματος υπάρχει μια ελιά την οποία πάντοτε μάζευε η οικογένεια τους και κανείς άλλος. Επίσης από το 1978 όταν μετακινήθηκε το χωριό Χολέτρια, ο πατέρας των Εναγομένων δημιούργησε τη μάντρα του δίπλα από το επίδικο ακίνητο. «Και το βοσκούσε αυτός και κανείς άλλος, ούτε το κατείχε ούτε διαμαρτυρήθηκε». Σύμφωνα με την Εναγόμενη 2, το ισχυριζόμενο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) δεν αναφέρεται στο επίδικο ακίνητο (τεμάχιο 324) αλλά σε άλλο ακίνητο, στο τεμάχιο 55 τοποθεσία Αλουποτρύπια. Παρά την καταγγελία από την Ενάγουσα, η Αστυνομία δεν τους ανάφερε οτιδήποτε για το επίδικο ακίνητο. Σε σχέση με το επίδικο πρόσθεσε επίσης τα εξής: Ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια των Εναγομένων τοποθέτησαν ορισμένα καλάμια που σήμαινε ότι δεν ήθελαν να βάζουν άλλοι εκεί ζώα. Είναι η οικογένεια των Εναγομένων που έπαιρναν τα ζώα τους και έβοσκαν εκεί. Ο πατέρας των Εναγομένων είχε μια μεγάλη πέτρα και έβαλε τσίγκους και πάντοτε μεγάλωναν δύο χοίρους. Οι χοίροι υπήρχαν μέχρι το 88-90 που είχε ο πατέρας τους εκεί. Μετά οι Εναγόμενες έβαζαν τους δικούς τους χοίρους. Ήταν η θέση της ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας δεν καλλιεργούσε το επίδικο κτήμα αφού δεν είχε βόδια και το επίδικο χωράφι μόνο με βόδια μπορούσε να καλλιεργηθεί. «Όταν ήρθαμε πάνω στο νέο το χωριό δεν είχαν φέρει βόδια εκεί, διότι δεν είχαν υποστατικά να τα στεγάσουν, τα πουλήσαν». Αρνήθηκε ότι η οικογένεια της Ενάγουσας έπαιρνε στο επίδικο «κόπρι» από τα ζώα της. Ανάφερε μεταξύ άλλων ότι η αδελφή της, η Αθηνούλα Κυπριανού δεν δούλευε στην Χωρητική Αρχή Χολετριών όταν ο πατέρας της έκανε τα διαβήματα για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού για το επίδικο χωράφι, αλλά άρχισε να εργάζεται εκεί περί το τέλος του
  16. Όσον αφορά τη μάντρα δίπλα από το επίδικο υποστατικό: Τη δημιούργησε ο πατέρας των Εναγομένων το 1978 και είχε τα ζώα τους εκεί. Τότε η αδελφή τους Νεοφύτα ήταν 10 ετών. Ακολούθως ο πατέρας των Εναγομένων το έδωσε στη Νεοφύτα μετά που παντρεύτηκε το
  17. Οπότε μέχρι το 2000 είχε τα ζώα εκεί (στη μάντρα) η αδελφή της η Νεοφύτα και μετά η Νεοφύτα έκτισε άλλο υποστατικό. Σήμερα υπάρχει μέρος της μάντρας. Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ιακώβου (σύζυγο της Μαρίας Νεοφύτου, αδελφής της Ενάγουσας) ισχυρίστηκε ότι απεβίωσε την 26.5.
  18. Γενικά η θέση της ως προς τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας έχει ως εξής: «Η Ενάγουσα και οι μάρτυρες της δεν λένε αλήθεια ότι κατείχε η Ενάγουσα το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι μαζέρι και το οποίο κατείχε η οικογένεια μου, το βοσκούσε ο πατέρας μου και μαζεύαμε εμείς την ελιά που είναι μέσα» (παράγρ. 10 γραπτής δήλωσης - Ένδειξη Β - της Εναγόμενης 2). Κατά την αντεξέταση επέμενε στις θέσεις της. Επίσης πρόσθεσε ότι το επίδικο κτήμα το καλλιεργούσε πολύ παλιά ο πατέρας των Εναγομένων όταν είχε βόδια. Επέμενε ότι στο επίδικο κτήμα έβοσκαν τα ζώα τους. Και σε κάποιο σημείο ανάφερε «..πηγαίναμε και βοηθούσαμε τη μητέρα μας, είμαστε μικροί, πηγαίναμε και βοηθούσαμε τη μητέρα μας». Είχαν περίπου 60 ζώα (πρόβατα και κατσίκες). Δεν γνωρίζει ποιος δακτυλογράφησε το σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) αναφορικά με το επίδικο κτήμα. Τις διαδικασίες τις είχε αναλάβει ο πατέρας τους με τη μητέρα τους. Επέμενε ότι δεν είδε ποτέ την Ενάγουσα ή τα αδέλφια της Ενάγουσας στο επίδικο κτήμα. Αρνήθηκε ότι οι Εναγόμενες εξαπάτησαν την Ενάγουσα. Απάντησε επίσης σε ερωτήσεις για τους συγγενείς του παππού τους, δηλαδή του Πετρή Γεωργίου. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία καθώς και τον τρόπο και ύφος με το οποίο απαντούσαν. (Βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Έχω επίσης κατά νου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. (Βλ. επίσης Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 όπου αναφέρεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία). Όσον αφορά τον κ. Κώστα Χριστοδούλου (Μ.Ε.1): Οι ισχυρισμοί του ότι είχε γίνει κάποια χρήση του επίδικου ακινήτου από την οικογένεια της μητέρας του δεν είναι φτιαχτοί. Όμως η θέση του ότι πάντοτε και συνεχώς η οικογένεια της Ενάγουσας έσπερνε το επίδικο ακίνητο (μέχρι περίπου το 1990) όπως επεξηγείται σε άλλα σημεία της απόφασης, δεν τεκμηριώθηκε. Επίσης για θέματα που άπτονται πληροφοριών ως προς το πώς και πότε κινήθηκε η οικογένεια της Ενάγουσας για εξασφάλιση σχετικών πιστοποιητικών από την Χωρητική Αρχή με σκοπό την τιτλοποίηση και ως προς την ανάλογη στάση της Χωρητικής Αρχής, (όχι μόνο για το επίδικο κτήμα αλλά και για άλλα χωράφια που αναφέρονται στο προικοσύμφωνο Τεκμήριο 1) δεν ήταν καθόλου σαφής. Επιπρόσθετα ο Μ.Ε.1 προσπάθησε ανεπιτυχώς και ατεκμηρίωτα να αποδώσει δόλο στον παππού των Εναγομένων Πετρή Γεωργίου για το γεγονός ότι το επίδικο βρέθηκε καταχωρημένο στο όνομα του (εξάλλου κάτι τέτοιο δεν είναι δικογραφημένο). Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε αρχικά ότι το 1952 όταν συντάχθηκε το προικοσύμφωνο, το επίδικο κτήμα δεν ήταν καταχωρημένο στον Πετρή Γιωρκή αλλά ότι καταχωρήθηκε δολίως μεταγενέστερα του προικοσυμφώνου. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του: «Ε. Διευκρινίστε μας ποιος είναι ο ρόλος της παρουσίας του Πετρή κατά την σύνταξη του ισχυριζόμενου προικοσύμφωνου; Α. Είπα και προηγουμένως ότι το προικοσύμφωνο έγινε το ΄52, η εγγραφή απ' ότι μας είπαν στον Πετρή φάνηκε το '55, θεωρώ ότι υπήρχε δόλος από πλευράς του Πετρή εναντίον των αδερφότεχνων του. Ε. Η εγγραφή έγινε το '55; Δεν αντιλήφθηκα. Α. Το προικοσύμφωνο έγινε το 1952, η εγγραφή όμως, η εγγραφή στον Πετρή έγινε το '
  1. Ούτως ή άλλως το προικοσύμφωνο έγινε το '52 και το '52 έγινε παρουσία του Πετρή, δωρεά στη μητέρα μου.» Ακολούθως όταν η αντεξέταση συνεχίστηκε την επομένη ημέρα ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε ότι ανέφερε τα πιο πάνω. «Ε. Η θέση σας, ο ισχυρισμός σας ποιος είναι επί του θέματος; Πότε καταχωρήθηκε στον Πετρή Γιωρκή; Α. Εσείς χθες σε κάποιο σημείο είπατε ότι ήβρετε καταγραφή στο ακίνητο από το ΄55, αν θυμούμαι καλά; Ε. κ. μάρτυρα, επειδή τελείτε σε σύγχυση και δεν θέλω να επιμένω, να σας συγχύσω, το 55 που ανάφερα, είναι το τεμάχιο
  2. Α. Όχι. Ε. Σου υποβάλλω ότι ουδέποτε σας είπα ότι καταχωρήθηκε στον Πετρή Γιωρκή το ΄55, τι λέτε; Α. Εγώ αυτό θυμούμαι. Ε. Η θέση σας εσάς, όχι εμένα. Η θέση σας, πότε καταχωρήθηκε στο όνομα του Πετρή Γιωρκή το επίδικο; Α. Πού να ξέρω εγώ;» Ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) δεν είχε πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οι προθέσεις του ήταν γνήσιες. Σε κάποια δε σημεία η απροθυμία του να απαντήσει ήταν αποτέλεσμα αγανάκτησης από την αντεξέταση που είχε υποστεί. Όμως το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί απόλυτα σε μαρτυρία κάποιου μάρτυρα όχι μόνο όταν ο ίδιος έχει πρόθεση να αναφέρει την αλήθεια αλλά και όταν είναι ξεκάθαρο ότι ο μάρτυρας έχει σαφή εικόνα και δίδει σαφή μαρτυρία. Και δεν ήταν τέτοια η περίπτωση του Μ.Ε.
  3. Ίσως λόγω της παρόδου του χρόνου και μεγάλης ηλικίας του ίδιου έχουν δημιουργηθεί ασάφειες στη μαρτυρία του στις οποίες το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω σε άλλα σημεία. Ενδεικτικά ενώ στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) καταγράφονται διάφορα ακίνητα, εντούτοις σε κάποιο σημείο ισχυρίστηκε ότι το προικοσύμφωνο αφορούσε μόνο το χωράφι στα «Αλουποτρύπια». Παρατίθεται απόσπασμα από την αντεξέταση του: «Ε. Θυμάσαι τι άλλο έδωσε η Λωξάντρα; Α. Αφού εν είσιε τίποτε άλλο, είμαστε φτωσιοί. Μόνο τούτο το χωράφι είσιε τζαι έδωσε της, είμαστε φτωσιοί δεν είχαμε χωράφκια πολλά για να.. Ε. Με το προικοσύμφωνο που πήγατε εκεί, θυμάστε αν της έδωσε και άλλο χωράφι η Λωξάντρα; Α. Όχι, δεν θυμούμαι. Άμα δεν είχαμε τι ήταν να της δώσουμε; Ε. Ήνταλως τζαι θυμάσαι το τούτο μόνο; Α. Ποιο; Ε. Τούτο που δικάζουμε. Α. Αφού είπαμε, τα ευλοημένα.» Όσον αφορά τον κ. Κυριάκο Μακαρίου (Μ.Ε.3), υπάλληλο του Κτηματολογίου. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω σχολιασμού σε αυτό το στάδιο. Όσον αφορά τον κ. Κυριάκο Χρυσάνθου (Μ.Ε.4): Είναι γεγονός ότι όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το επίδικο κτήμα, ανάφερε ότι αυτό είχε δύο ελιές, (ενώ όλοι οι άλλοι μάρτυρες αναφέρθηκαν κυρίως σε μια ελιά) «Έσιει θκιο ελιές νομίζω, μια ήταν άγρια η άλλη ήταν ήμερη και κάμποσες σιρόπετρες, πέτρες σκληρές». Να διευκρινιστεί ότι αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αναφερόταν σε ακίνητο άλλο από το επίδικο. Εξάλλου θεωρήθηκε δεδομένο από την Υπεράσπιση ότι ο μάρτυρας αναφερόταν στο επίδικο και δεν του τέθηκε οποιαδήποτε υποβολή για το αντίθετο. Δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι ο ίδιος είχε χωράφι κοντά στο επίδικο. Έγινε πιστευτός ότι είχε παρατηρήσει το επίδικο κτήμα να καλλιεργείται από την οικογένεια της Ενάγουσας όμως δεν έδωσε επαρκή μαρτυρία ως προς τη χρονική διάρκεια. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του ότι το επίδικο κτήμα καλλιεργείτο και από τον αδελφό της Ενάγουσας Παπαχρίστο μετά το 1945 δεν συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του Παπαλάζαρου (Μ.Ε.2) Η εκδοχή της Ενάγουσας ότι η οικογένεια της χρησιμοποίησε σε κάποια χρονικά σημεία το επίδικο ακίνητο είναι αυθεντική. Τούτο δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα ότι η κατοχή ήταν συνεχής ή αποκλειστική αλλά αυτό όπως και άλλα σημεία αναλύονται πιο κάτω. Όσον αφορά τον κ. Κλείτο Νεοφύτου (Μ.Υ.1). Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο Μ.Υ.1 κ. Κλείτος Νεοφύτου διετέλεσε Κοινοτάρχης στα Χολέτρια από το Μάιο του 1989 μέχρι την 31.6.
  4. Είναι 60 ετών. Κατάγεται από τα Χολέτρια. Από το 1967 εγκατέλειψε το χωριό και κατοικούσε στη Λευκωσία. Κατά την απουσία του επισκεπτόταν το χωριό. Το 1983 επέστρεψε στα Χολέτρια. Για κάποιο χρονικό διάστημα (το οποίο δεν προσδιορίστηκε) είχε μεταβεί στο εξωτερικό για 3-4 χρόνια, όχι συνεχόμενα. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Προκύπτει επίσης ότι είχε ακίνητο κοντά στο επίδικο όχι όμως συνοριακά. Οι ισχυρισμοί του ως προς τη χρήση του επίδικου ακινήτου (καλλιέργεια από τον πατέρα των Εναγομένων, υποστατικά και ζώα στο επίδικο κ.λ.π.) εκφεύγουν από την οριοθέτηση που οι ίδιες οι Εναγόμενες έθεσαν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους. Συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επιπρόσθετα δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας απέφυγε στην αρχή να αναφέρει ευθέως ότι το πιστοποιητικό Τεκμήριο 5 είχε δακτυλογραφηθεί από την αδελφή των Εναγομένων Αθηνούλα. Όσον αφορά το περιεχόμενο των πιστοποιητικών Τεκμήρια 5 και 6: Όπως ο ίδιος ανάφερε δεν του είχε προσαχθεί οποιοδήποτε γραπτό έγγραφο δωρεάς του επίδικου ακινήτου προς την Άννα Πέτρου. Επιπρόσθετα δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι οι απαντήσεις που έδωσε σε σχέση με την έρευνα που όφειλε να προέβαινε για την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού Τεκμήριο 5, αλλά και για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 δεν ήταν ιδιαίτερα συγκεκριμένες ούτως ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να στηριχτεί στα αναφερόμενα του για το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων έστω μέσα από τις απαντήσεις του κατά την ακρόαση. Ωστόσο η προσπάθεια του κατά την ακρόαση για να υποστηρίξει την ορθότητα των Τεκμηρίων 5 και 6 δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι με δόλιο τρόπο έπραξε κατά την έκδοση των πιστοποιητικών (ούτε και δικογραφείται δόλος από την Κοινοτική Αρχή). Τούτο το συμπέρασμα υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι όντως έστω για σκοπούς φορολογίας το επίδικο ήταν καταχωρημένο στον Πετρή Γεωργίου από το
  5. Η δε αναφορά του ότι τον είχαν προσεγγίσει για το πιστοποιητικό ο γιος της Ενάγουσας Αντρέας και μετέπειτα ο σύζυγος της Ενάγουσας με τον υιό της Αντρέα δεν έχει κλονιστεί. Και η περαιτέρω αναφορά του Μ.Υ.1 ότι τους υπέδειξε το γεγονός της καταχώρησης του κτήματος στο όνομα του Πετρή Γεωργίου από τη «χαρτομάνα» συνάδει με τη λογική αφού όντως υπήρξε τέτοια καταχώρηση. (Το ότι δυνατόν και η ίδια η Ενάγουσα να μίλησε σε κάποιο στάδιο με τον Μ.Υ.1 δεν αναιρεί το γεγονός των επισκέψεων του υιού της Αντρέα και του συζύγου της στον Μ.Υ.1 για σκοπούς έκδοσης σχετικού πιστοποιητικού). Η Εναγόμενη 2, Ελένη Χρίστου (Μ.Υ.2) πέραν του ότι από τη διπλανή μάντρα του πατέρα τους βοσκούσαν τα ζώα τους στο επίδικο, (ισχυρισμός που τελικά υποστηρίχθηκε σε κάποιο βαθμό και από μάρτυρες της Ενάγουσας και τον οποίο ισχυρισμό αποδέχεται το Δικαστήριο), επιχείρησε να θέσει κάποιους νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη: (Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο πατέρας της παλιά καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο (βλ. την αντεξέταση της). Επίσης ότι στο επίδικο κτήμα, ο πατέρας τους είχε βάλει τσίγκους και ότι στο επίδικο κτήμα ο πατέρας τους μεγάλωνε δύο χοίρους. Επίσης ότι στο επίδικο κτήμα η οικογένεια των Εναγομένων έβαλε καλάμια). Ενόψει τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί γενικότερα στη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 για ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με αμφισβητούμενα θέματα (π.χ. για τον ισχυρισμό της για το μάζεμα της ελιάς). Γενικότερη και πληρέστερη αξιολόγηση των μαρτύρων προκύπτει μέσα από ολόκληρη την απόφαση. Βασικές συγγένειες: Να σημειωθεί ότι οποιεσδήποτε αναφορές έχουν γίνει από τους μάρτυρες κατά τις οποίες εξηγούν τους βαθμούς συγγένειας με διάφορα πρόσωπα δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν πραγματικά γεγονότα, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση. Ενδεικτικά όμως και για σκοπούς εύκολης ανάγνωσης της απόφασης επισημαίνονται τα εξής: · Η Ενάγουσα γεννήθηκε στο χωριό Χολέτρια της επαρχίας Πάφου την 1.12.
  6. Οι γονείς της Ενάγουσας ήταν ο Νεόφυτος Γιωρκή, από τα Χολέτρια, ο οποίος απεβίωσε το 1945 σε ηλικία 60 ετών και η Λωξάνδρα Ιωάννου από τα Χολέτρια η οποία απεβίωσε περί το
  7. Η μητέρα της Λωξάνδρας Ιωάννου ήταν η Παναγιώτα Μούσκου. Ο σύζυγος της Ενάγουσας ήταν ο Νεόφυτος Χριστοδούλου ο οποίος απεβίωσε το 2010-2011 (ακριβής ημερομηνία του θανάτου του δεν καταγράφεται αφού ο Μ.Ε.1 ανάφερε ως ημερομηνία του θανάτου του το 2010 ενώ η Ενάγουσα αναφέρθηκε σε Φεβρουάριο του 2011). · Οι Εναγόμενες είναι θυγατέρες της Άννας Πέτρου Γεωργίου και του Χρίστου Κυπριανού. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 η Άννα Πέτρου απεβίωσε περί το
  8. Ο πατέρας της εν λόγω Άννας Πέτρου ήταν ο Πετρής Γεωργίου ή Γιωρκή ο οποίος απεβίωσε περί το 1977 (η ημερομηνία θανάτου προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος σ΄ αυτό το σημείο δεν αμφισβητήθηκε). · Ο ως άνω Πετρής Γεωργίου (δηλαδή ο παππούς των Εναγομένων) ήταν αδελφός του ως άνω Νεόφυτου Γιωρκή (δηλαδή του πατέρα της Ενάγουσας). Ο Πετρής Γεωργίου ήταν 2 χρόνια μικρότερος από τον Νεόφυτο Γιωρκή όπως επεσήμανε ο Μ.Ε.2 και δεν αμφισβητήθηκε σ΄ αυτό το σημείο. (Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν). Άλλα γεγονότα σε σχέση με την Ενάγουσα, την οικογένεια της και συγγενικά της πρόσωπα Η Ενάγουσα κατά την ημερομηνία θανάτου του πατέρα της, Νεόφυτου Γιωρκή (δηλαδή το 1945) ήταν ηλικίας 13 ετών. Η Ενάγουσα πήγε μέχρι την 2η ή 3η τάξη του Δημοτικού. Μετακόμισε με την οικογένεια της στο νέο χωριό Χολέτρια τον Απρίλιο του
  9. Ο Παπαλάζαρος Νεοφύτου (Μ.Ε.2) αδελφός της Ενάγουσας γεννήθηκε στο παλιό χωριό Χολέτρια το 1928 (έγινε ιερέας το 1965). Συνεπώς κατά την ημερομηνία θανάτου του πατέρα τους Νεόφυτου Γιωρκή το 1945 ο Παπαλάζαρος ήταν 17 ετών. Ο Παπαλάζαρος έχει παιδιά. Μετακόμισε στα νέα Χολέτρια το 1975 οπότε ήταν γείτονας με την Ενάγουσα. Όπως διευκρινίστηκε από τον Μ.Ε.2 η Ενάγουσα είχε ακόμη εφτά αδέλφια (περιλαμβανομένου και του Μ.Ε.2). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Ενάγουσας και δεν αμφισβητήθηκε ο πατέρας της (Νεόφυτος Γιωρκή) είχε δύο αδελφές, τον αδελφό του Πετρή Γιωρκή (δηλαδή τον παππού των Εναγομένων) και τον αδελφό του το Νέαρχο (ο οποίος απεβίωσε). Ο κ. Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) είναι υιός της Ενάγουσας. Γεννήθηκε το 1962 στο παλιό χωριό Χολέτρια. Έμεινε στα Χολέτρια μέχρι τα 33 του χρόνια περίπου. Από το 1994 και μετά, έφυγε από τα Χολέτρια και διαμένει στη Μηλιού. Διατηρεί όμως περβόλι στο χωριό Αμαργέτη το οποίο δημιούργησε μετά το
  10. Ο κ. Κυριάκος Χρυσάνθου (Μ.Ε.4) ο οποίος γεννήθηκε το 1930 στα Χολέτρια, είναι πρώτος εξάδελφος με την Ενάγουσα (η μητέρα του και η μητέρα της Ενάγουσας είναι αδέλφια). Με τον πατέρα των Εναγομένων είχε φιλικές σχέσεις. Ο ίδιος διετέλεσε Κοινοτάρχης στο χωριό Χολέτρια (και ενδιάμεσα αναπληρωτής Κοινοτάρχης) από τη 15.2.1981 μέχρι την 11.5.
  11. Ήταν επίσης λεωφορειούχος. Γεγονότα σε σχέση με συγγενικά πρόσωπα των Εναγομένων Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι ο πατέρας των Εναγομένων ασχολείτο με τη γεωργία. Είχε μεταξύ άλλων βόδια. Τούτο το δέχεται τόσο ο Μ.Ε.4 κ. Χρυσάνθου όσο και η Ενάγουσα. Όπως επίσης προκύπτει από το Μ.Ε.4 σε κάποιο στάδιο ήταν και οικοδόμος. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 (Μ.Υ.2) ο Πετρής Γεωργίου (παππούς των Εναγομένων) είχε τρία παιδιά: Την μητέρα των Εναγομένων και άλλες δύο θυγατέρες. Η Αθηνούλα Κυπριανού (το όνομα της οποίας το συναντούμε σε διάφορα σημεία) είναι αδελφή των Εναγομένων. Επίσης η Νεοφύτα (το όνομα της οποίας επίσης συναντούμε στα πρακτικά), είναι αδελφή των Εναγομένων. Ο Σωκράτης Κυπριανού ο οποίος υπογράφει ως μέλος της Χωρητικής Αρχής το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) είναι αδελφός του πατέρα των Εναγομένων. Ο εν λόγω Σωκράτης Κυπριανού απεβίωσε. Οι σχέσεις των δύο οικογενειών Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, χωρίς να αμφισβητηθεί, ο πατέρας της Ενάγουσας Νεόφυτος Γεωργίου και ο παππούς των Εναγομένων Πετρής Γεωργίου ήταν αγαπημένα αδέλφια. Η Ενάγουσα είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια της μητέρας των Εναγομένων. Εξάλλου η Ενάγουσα και η Άννα Πέτρου (μητέρα των Εναγομένων) ήταν πρώτες εξαδέλφες. Γενικότερα, οι σχέσεις των δύο οικογενειών είναι όπως τις περιέγραψαν ο Μ.Ε.2 και η Ενάγουσα (Μ.Ε.5) και δεν έχουν αμφισβητηθεί σ΄ αυτό το σημείο. Γεγονότα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, τα οποία δεν αμφισβητούνται: · Φέρει πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας αριθμό 4007, τεμάχιο 623 (πρώην τεμάχιο 324) του Φ/Σχ 52/9, τοποθεσία Αλουποτρύπια, χωριό Χολέτρια (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω τεμάχιο εντοπίζεται στο τοπογραφικό σχέδιο (Τεκμήριο 7) (έχει κυκλωθεί από τον Μ.Ε.3 κατά την ακρόαση). · Δεν είχε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Σε κάποιο στάδιο καταχωρήθηκε για σκοπούς φορολογίας στο όνομα του Πετρή Γεωργίου, παππού των Εναγομένων. · Την 11.5.1999 εκδόθηκε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) από τη Χωρητική Αρχή του χωριού Χολετριών με το οποίο πιστοποιείτο ότι η Άννα Πέτρου (μητέρα των Εναγομένων) «κατέχει δωρεά από τον πατέρα της Πέτρο Γεωργίου από το έτος 1945 και έκτοτε κατέχει ανενοχλήτως και αδιακόπτως ..» μεταξύ άλλων το επίδικο κτήμα. · Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Γιώργου Μακαρίου (Μ.Ε.3), αφού κατατέθηκε από ή εκ μέρους της Άννας Πέτρου το εν λόγω πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) στο Κτηματολόγιο, ανοίχθηκε σχετικός φάκελος με σκοπό την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στην Άννα Πέτρου, μητέρα των Εναγομένων. (Την 14.5.1999 η εν λόγω Άννα Πέτρου αιτήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου την εγγραφή στο όνομα της του επίδικου ακινήτου (Αίτ. 434/99)). · Την 12.9.1999 με βάση την πιο πάνω αίτηση της Άννας Πέτρου, έγινε από το Κτηματολόγιο επιτόπια έρευνα στο επίδικο ακίνητο. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 κατά την επιτόπια έρευνα ο κτηματολόγος που τη διενήργησε συμπλήρωσε το έντυπο (Τεκμήριο 8). · Τον Σεπτέμβριο του 1999 εκδόθηκε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6). · Συνεπεία της εν λόγω αίτησης, το πιο πάνω κτήμα γράφτηκε στο όνομα της Άννας Πέτρου την 11.4.00 (βλ. Τεκμήριο 2). · Ακολούθως το 2002 το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε και εγγράφτηκε δωρεάν από την Άννα Πέτρου στις θυγατέρες της, δηλαδή στις Εναγόμενες, οι οποίες κατά το Νοέμβριο του 2007 το πούλησαν στην Green Kelokedara Ltd έναντι του ποσού των £65.000 · Η τοποθεσία του επίδικου ακινήτου έχει ως το περιέγραψαν διάφοροι μάρτυρες και δεν υπήρχε διάσταση απόψεων σε σχέση με τούτο. (Διευκρινίζεται ότι καθ΄ όσον αφορά τα Τεκμήρια 5, 6 και 8 στο παρόν στάδιο το πραγματικό γεγονός περιορίζεται στην έκδοση των εν λόγω πιστοποιητικών/εγγράφων και όχι στην αλήθεια του περιεχομένου τους). Από πότε το επίδικο κτήμα ήταν καταχωρημένο στο όνομα του Πετρή Γεωργίου Από την αντεξέταση του Μ.Ε.3 κ. Γεώργιου Μακαρίου, Κτηματολογικού Λειτουργού, προκύπτει ότι τούτο έγινε περί το 1923 όταν διεξήχθη η γενική χωρομετρία στα Χολέτρια. Τo πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής (Τεκμήριο 5) αναφορικά με το επίδικο και άλλα ευρήματα Από τη μαρτυρία προκύπτουν τα εξής: Εκδόθηκε από τον Πρόεδρο και Μέλη της Χωρητικής Αρχής του χωριού Χολέτρια την 11.5.
  12. Είναι υπογραμμένο από τους εξής: - Τον κ. Κλείτο Νεοφύτου (Μ.Υ.1) υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της εν λόγω Χωρητικής Αρχής και Από τα εξής μέλη της Χωρητικής Αρχής: - Τον Παναγιώτη Ιακώβου (ο οποίος είναι σύζυγος της αδελφής της Ενάγουσας) - Τον Σωκράτη Κυπριανού (ο οποίος είναι αδελφός του πατέρα των Εναγομένων). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 ο εν λόγω Σωκράτης Κυπριανού είχε χωράφι κοντά στο επίδικο «είχε το ενδιάμεσο, έχουν οι κοπέλλες χωράφι δίπλα, είναι το φιλονικούμενο και από την άλλη πλευρά το χωράφι του Σωκράτη». Τα αμέσως πιο πάνω σ΄ αυτή την ενότητα, προκύπτουν μεταξύ άλλων και από τη μαρτυρία του κ. Κλείτου Νεοφύτου (Μ.Υ.1) ο οποίος σ΄ αυτό το σημείο δεν αμφισβητήθηκε. Όπως επίσης προέκυψε κατά την αντεξέταση του κ. Κλείτου Νεοφύτου (Μ.Υ.1) το πιστοποιητικό αυτό είχε δακτυλογραφηθεί από την αδελφή των Εναγομένων που λεγόταν Αθηνούλα Κυπριανού. Η εν λόγω Αθηνούλα Κυπριανού τελικά προσλήφθηκε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Χολετριών το
  13. Το πιστοποιητικό φέρει ημερομηνία 11.5.
  14. Συνεπώς το άρθρο 82 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 ως ίσχυε τότε είχε ως εξής: «
(1)...............................
(2)................................
(3)όταν τα γεγονότα τα οποία θα πιστοποιηθούν δεν είναι προσωπικώς γνωστά στον κοινοτάρχη ή στο μέλος της χωριτικής επιτροπής από το οποίο απαιτείται όπως πιστοποιήσει αυτά αλλά το πιστοποιητικό βασίζεται σε πληροφορίες και δηλώσεις τρίτων μερών, ο κοινοτάρχης και το μέλος της χωριτικής επιτροπής διατυπώνει το πιστοποιητικό με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να καθιστά σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες και να κατονομάζει τους πληροφοριοδότες, και αυτός δεν πιστοποιεί το πιστοποιητικό εκτός αν είναι ικανοποιημένος ότι οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει πρόσωπα αξιόπιστα.» Ως προς το πώς πρέπει να χρησιμοποιείται τέτοιο πιστοποιητικό από το Κτηματολόγιο λέχθηκαν τα εξής στην ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΥ και άλλης ν ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, στις σελ. 46-47: «Είναι πρόδηλο από το λεκτικό του άρθρου 82
(1)ότι το περιεχόμενο πιστοποιητικού της χωριτικής αρχής θεωρείται από το Κτηματολόγιο ως απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ιδιοκτησία (Βλ. Hassidoff v. Santi and Othes
(1970)1 C.L.R. 220, 239). Είναι επίσης πρόδηλο ότι η πρόνοια του άρθρου 82
(3)για διατύπωση του πιστοποιητικού με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων είναι επιτακτική. Κατά την κρίση μας η πρόνοια αυτή έχει λάβει τον επιτακτικό χαρακτήρα εν όψει, κυρίως, της μεγάλης αποδεικτικής αξίας την οποία προσδίδουν στα πιστοποιητικά των Χωριτικών Αρχών οι Κτηματολογικές Υπηρεσίες. Με δεδομένη την αποδεικτική βαρύτητα τέτοιων πιστοποιητικών για τις Κτηματολογικές Υπηρεσίες θα ήταν άκρως ανασφαλές για τις τελευταίες να βασίζονται πάνω σε πιστοποιητικά τα οποία περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες και να αποφασίζουν επί θεμάτων ιδιοκτησίας χωρίς να γνωρίζουν ποιοί είναι οι πληροφοριοδότες και χωρίς την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη ότι αυτοί είναι πρόσωπα αξιόπιστα. ..» (Βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χ"Λοιζή και άλλου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 658 και Αντωνάκης Μαραγκός ν. Αντώνη Χριστοφή Πιέρου και άλλοι
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 676). Ως προς τη χρήση τέτοιου πιστοποιητικού από το Δικαστήριο είχαν λεχθεί στην ίδια απόφαση τα εξής: «Η απαίτηση του Νόμου για να κατανομάζονται οι πληροφοριοδότες έχει και μια άλλη σκοπιμότητα, η οποία συνδέεται με την δεκτικότητα των πιστοποιητικών ενώπιον των Δικαστηρίων. Τέτοια πιστοποιητικά, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο επειδή περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες (Βλ. Hassidoff (πιο πάνω) στη σελ. 239). Απόρροια αυτού του αποδεικτικού κανόνα είναι ότι το περιεχόμενο τους πρέπει να αποδεικνύεται με αποδεκτή μαρτυρία. Επομένως η αναφορά στους πληροφοριοδότες είναι απαραίτητη για να καθίσταται δυνατή η κλήση τους ενώπιον του δικαστηρίου.» Η απόφαση Γιάλλουρου (πιο πάνω) είχε εκδοθεί πριν την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας. Ακολούθως και μετά την κατάργηση του εν λόγω κανόνα με βάση το νέο Περί Αποδείξεως Νόμο εκδόθηκε η Σάουρος και άλλος ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου
(2009)1 Α.Α.Δ. 203 σύμφωνα με την οποία η έμφαση τώρα δίδεται στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αντί στο αποδεκτό της: «Ο λόγος έφεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων, ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής, αλλά θα έπρεπε να δεχθεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό στοιχείο των όσων αναφέρονταν σ' αυτά. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση των αποφασισθέντων στην Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, έκρινε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του, δεν ήταν διατεθειμένο να του προσδώσει αποδειχτική βαρύτητα. Παρόλο που η Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά., ανωτέρω, αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου και την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, ο λόγος της παραμένει ισχυρός, εφόσον η έμφαση τώρα, όπως ορθά υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεκτό της.» Στην παρούσα περίπτωση το περιεχόμενο του συγκεκριμένου πιστοποιητικού Τεκμήριο 5 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους εξής λόγους:
  1. Ο ίδιος ο Κοινοτάρχης (Μ.Υ.1) δεν είχε προσωπική γνώση του ισχυρισμού για την φερόμενη δωρεά του επίδικου από τον Πετρή Γιωρκή στην Άννα Πέτρου. Για τα μέλη της Χωρητικής Αρχής που υπέγραψαν το Τεκμήριο 5, ο Μ.Υ.1 ανέφερε μεν ότι ήταν γνώστες καταστάσεων αλλά δεν συγκεκριμενοποίησε κατά πόσο οποιοσδήποτε από αυτούς είχε προσωπική γνώση της ισχυριζόμενης δωρεάς. Εξάλλου ανάφερε επίσης ότι είχε ρωτήσει και παλαιότερους. Συνεπώς κρίνεται ότι το Τεκμήριο 5 δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 82 ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 αφού στο Τεκμήριο 5 δεν διευκρινίζεται ότι αυτό βασίζεται σε πληροφορίες ούτε και κατονομάζει όλους τους πληροφοριοδότες. Σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 εμπεριέχει εξ΄ ακοής μαρτυρία.
  2. Αξιολογώντας την εξ ακοής μαρτυρία που έδωσε ο Μ.Υ.1 σε σχέση με την ισχυριζόμενη δωρεάν από τον Πετρή Γιωρκή στην Άννα Πέτρου, έχοντας κατά νου και το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου κρίνεται ότι δεν θα ήταν ορθό να έδιδε το Δικαστήριο και δεν δίδεται αποδεικτική βαρύτητα στο ίδιο το Τεκμήριο 5 όσο αφορά το περιεχόμενο του. Τεκμήρια 6 και 8 Κατ΄ αρχήν από τη μαρτυρία προκύπτει ότι το Τεκμήριο 6 φέρει την υπογραφή του κ. Κλείτου Νεοφύτου (Μ.Υ.1) ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και την υπογραφή του κ. Σωκράτη Κυπριανού (ο οποίος απεβίωσε) και κάποιου κ. Χρίστου Παπαηλία ως μέλη. Έχοντας κατά νου ότι στο μεν πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) καταγράφεται ως η ημερομηνία δωρεάς του επίδικου στην Άννα Πέτρου το 1945, ενώ στα Τεκμήρια 6 και 8 καταγράφεται το 1955 ως η ημερομηνία της εν λόγω ισχυριζόμενης δωρεάς, δεν θα αποδοθεί αποδεικτική βαρύτητα ούτε στα Τεκμήρια 6 και
  3. Το τεμάχιο 55 του Φ/Σχ 52/17 τοποθεσία Αλουποτρύπια, χωριό Χολέτρια και συναφή ευρήματα (βλ. παράγρ. 2(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης): Το κτήμα με αριθμό τεμ. 55 του Φ/Σχ 52/17 που βρίσκεται στην τοποθεσία Αλουποτρύπια στο χωριό Χολέτρια δεν είχε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη αλλά ήταν καταχωρημένο για σκοπούς φορολογίας στο όνομα της Λωξάντρας Ιωάννου (μητέρα της Ενάγουσας). Μετά από αίτηση της Μαρίας Νεοφύτου Γεωργίου (θυγατέρας της Λωξάνδρας Ιωάννου και αδελφής της Ενάγουσας) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, το πιο πάνω κτήμα, εγγράφηκε στο όνομα της κατά την 12/6/
  4. Το πιο πάνω κτήμα μεταβιβάστηκε κατά το 1994 δυνάμει δωρεάς από την Μαρία Νεοφύτου στον Ανδρέα Νεοφύτου Χριστοδούλου, γιο της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω σ΄ αυτήν την ενότητα αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι πριν την ως άνω εγγραφή του τεμαχίου 55 επ΄ ονόματι της Μαρίας Νεοφύτου, είχε προηγηθεί έκδοση πιστοποιητικού κατοχής για το τεμάχιο 55 την 17.2.1985 από τον Πρόεδρο (κ. Χρυσάνθου - Μ.Ε.4) και μέλη της Χωρητικής Αρχής Χολετριών (Τεκμήριο 9). Έγινε επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο, εκδόθηκε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 10) και συμπληρώθηκε το έντυπο του κτηματολογίου (Ν.63) (Τεκμήριο 11 και 11(α)). Το Τεκμήριο 12 αποτελεί αντίγραφο της πρώτης σελίδας της δήλωσης μεταβίβασης του εν λόγω τεμαχίου από τη Μαρία Νεοφύτου στον Ανδρέα Νεοφύτου Χριστοδούλου. Από τη μαρτυρία του κ. Κυριάκου Μακαρίου (Μ.Ε.3) προκύπτει ότι κατά τη μεταβίβαση στον ως άνω Ανδρέα Νεοφύτου Χριστοδούλου, η Μαρία Νεοφύτου ενήργησε μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου, δηλαδή μέσω του συζύγου της Παναγιώτη Ιακώβου. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η ως άνω Μαρία Νεοφύτου Γεωργίου είναι αδελφή της Ενάγουσας και θυγατέρα της ως άνω Λωξάνδρας Ιωάννου. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η ως άνω Μαρία Νεοφύτου είχε κατά το χρόνο της πιο πάνω δωρεάς στον Ανδρέα Νεοφύτου, 3 παιδιά (ενώ είχε χάσει ακόμη 1 παιδί). Επιπρόσθετα όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Ενάγουσας (Μ.Ε.5) η Ενάγουσα και ο σύζυγος της έσπερναν κάθε χρόνο το εν λόγω τεμάχιο
  5. «Το έσπερνα εγώ κάθε χρόνο και είχαμε βούθκια. Της αδελφής μου ο άντρας της ήταν τζιαι οικοδόμος τζιαι ήταν στο Συνεργατικό τζιαι ποττέ του δεν ήξερε πώς έκαμναν ζευκάρι τζιαι πολλοί νόμιζαν πως ήταν δικό του άντρα μου γιατί σπέρναμε εμείς τζιαι διούσαμε του ενοίκιο.» Το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι την 7.12.1952 καταρτίσθηκε στο χωριό Χολέτρια προικοσύμφωνο (αντίγραφο του οποίου είναι το Τεκμήριο 1) το οποίο αφορούσε την υπόσχεση γάμου μεταξύ της Ενάγουσας και του Νεόφυτου Χριστοδούλου καθώς και τη σχετική προίκα του εν λόγω ζευγαριού. (Το προικοσύμφωνο, αντίγραφο του οποίου έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 1 ημερ. 7.12.1952 είναι σύμβαση και τότε διέπετο από το άρθρο 77
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 (με το Νόμο 22
(1)/95 το προικοσύμφωνο θεωρείται πλέον άκυρο) (βλ. επίσης Οικονόμου και άλλη ν. Ττοφίνη και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 436)). Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης καταγράφεται απόσπασμα της παραγράφου 5 του προικοσυμφώνου:
  1. .... δηλούμε ότι αναλαμβάνουμεν να προικοδοτήσωμεν την Εφημίαν Νεοφύτου δίδοντες εις αυτήν τα ακόλουθα: 1ον Χωράφιν τοποθεσία αλουποτρύπια όλον 2ο ................. 3ο ................. 4ο ................. 5ο ................. 6ο ................. 7ο ................. ....... ........» (Μέρος των πιο πάνω είναι καταγραμμένα σε χειρόγραφη μορφή στο ίδιο το Τεκμήριο). Στο τέλος του εν λόγω προικοσυμφώνου πέραν από την υπογραφή του εφημέριου Παπαβασίλειου Ιωάννου καταγράφονται χειρόγραφα τα εξής ονόματα: - Του Νεόφυτου Χριστοδούλου (σύζυγος της Ενάγουσας) - Του Χριστόδουλου Νικόλα (πατέρας του συζύγου της Ενάγουσας) - Της Ευφημίας Νεοφύτου (Ενάγουσας) - Της Λοξάνδρας Ιωάννου (μητέρας της Ενάγουσας) - Του Λάζαρου Νεοφύτου (αδελφός της Ενάγουσας - πρόκειται για τον Παπαλάζαρο Μ.Ε.2) - Του Χριστάκη Νεοφύτου (αδελφός της Ενάγουσας) - Της Μαρίας Νεοφύτου (αδελφής της Ενάγουσας) - Του Παναγιώτη Ιακώβου (σύζυγος της Μαρίας Νεοφύτου δηλαδή της αδελφής της Ενάγουσας) - Του Ιάσωνα Ιωάννου (αδελφός της μητέρας της Ενάγουσας) Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι όλοι οι πιο πάνω ήταν παρόντες κατά την σύναψη του προικοσυμφώνου γι' αυτό και τέθηκε η υπογραφή τους/ το όνομα τους σ΄ αυτό και με τον τρόπο που φαίνεται στο ίδιο το Τεκμήριο. (Επισημαίνεται ότι στο προικοσύμφωνο δεν υπάρχει η υπογραφή όλων των αδελφών της Ενάγουσας). Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί η αναφορά του Μ.Ε.2 και της Μ.Ε.5 ότι παρόντες ήταν επίσης ο παππούς των Εναγομένων Πετρής Γεωργίου καθώς και η μητέρα των Εναγομένων. Η εκδοχή της Υπεράσπισης ότι αντικείμενο του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 1) καθ΄ όσην έκταση αφορά το «χωράφι τοποθεσία Αλουποτρύπια» είναι το τεμάχιο 55 Η εκδοχή αυτή δεν ευσταθεί. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας (Μ.Ε.5) ότι το τεμάχιο 55 είχε ήδη δοθεί από τη μητέρα τους προίκα πριν την κατάρτιση του Τεκμηρίου 1, στην αδελφή της, την Μαρία Νεοφύτου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι (α) τελικά το 1986 το εν λόγω χωράφι (τεμ. 55) είχε μεταβιβαστεί στην Μαρία Νεοφύτου και (β) πριν την μεταβίβαση προηγήθηκε η έκδοση του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής (Τεκμήριο 9) ημερ. 17.2.1985 όπου αναφέρεται ότι η Μαρία Νεοφύτου «δυνάμει προικώς.. παρά της μητρός της Αλεξάνδρας Ιωάννου ..» κατείχε από το έτος 1943 το τεμάχιο
  2. (Βλ. επίσης Τεκμήριο 10 και 11Α, 11Β). (Επισημαίνεται ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων αυτών δεν έχει αμφισβητηθεί επαρκώς). Συνεπώς θα ήταν παράδοξο η μητέρα της Ενάγουσας (η οποία τεκμαίρεται ότι γνώριζε κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 τι έδιδε στην Ενάγουσα) να είχε δώσει με προίκα το 1943 το τεμάχιο 55 στην Μαρία Νεοφύτου και ακολούθως να έδιδε το ίδιο τεμάχιο ως προίκα το 1952 με το Τεκμήριο 1 στην Ενάγουσα. Δεν αγνοείται επίσης ότι η εν λόγω Μαρία Νεοφύτου τελικά μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς το 1994 στον υιό της Ενάγουσας Ανδρέα Νεοφύτου το εν λόγω τεμάχιο 55, στοιχείο το οποίο η Υπεράσπιση χρησιμοποίησε για να δείξει ότι πρόκειται για το τεμάχιο που εδικαιούτο η πλευρά της Ενάγουσας δυνάμει του Τεκμηρίου
  3. Όμως τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο. Εξάλλου η Ενάγουσα έδωσε εξήγηση για τη δωρεάν αυτήν λέγοντας ότι η Μαρία Νεοφύτου ήταν υποχρεωμένη στον υιό της Ανδρέα για τη βοήθεια που της παρείχε σε σοβαρά προβλήματα. Ποιο ήταν το αντικείμενο του προικοσυμφώνου - Τεκμήριο 1 - Καθ΄ όσην έκταση αναφέρετο σε «Χωράφι τοποθεσία Αλουποτρύπια» Με βάση τις εξηγήσεις που έδωσε η Ενάγουσα (Μ.Ε.5) και ο Παπαλάζαρος Νεοφύτου (Μ.Ε.2) προκύπτει ότι αντικείμενο του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 1) ήταν το επίδικο. Το γεγονός ότι ο Παναγιώτης Ιακώβου υπέγραψε ως μάρτυρας το Τεκμήριο 1 το οποίο συντάχθηκε το 1952 και ακολούθως 40 περίπου χρόνια μετά, υπέγραψε στο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) ημερομηνίας 1999, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει αυτόματα στο συμπέρασμα ότι το σχετικό ακίνητο στο Τεκμήριο 1 είναι διαφορετικό από το ακίνητο στο Τεκμήριο
  4. Το συμπέρασμα όμως της παρούσας ενότητας δεν προεξοφλά την επιτυχία της αγωγής. Το γεγονός ότι αντικείμενο του Τεκμηρίου 1 (χωράφι τοποθεσία Αλουποτρύπια) ήταν το επίδικο δεν σημαίνει αυτόματα ότι ορθά η πλευρά της Ενάγουσας εδικαιούτο να χειρίζετο το επίδικο (είτε με το προικοσύμφωνο είτε με τη χρήση του) ωσάν να είναι δικό της. Αποτελεί όμως μέρος των ισχυρισμών της που χρησιμοποιά με σκοπό την τεκμηρίωση της απαίτησης της το οποίο και συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο. Κοινοτάρχες του χωριού Χολετριών Από τη μαρτυρία προκύπτουν ότι τα εξής άτομα διετέλεσαν Κοινοτάρχες στο χωριό Χολέτρια.
(1)Ο κ. Κυριάκος Χρυσάνθου (Μ.Ε.4) από την 15.2.1981 μέχρι την 11.5.1989 (ενδιάμεσα ήταν αναπληρωτής Κοινοτάρχης).
(2)Ο κ. Κλείτος Νεοφύτου (Μ.Υ.1) από το Μάιο του 1989 μέχρι την 31.6.2006.
(3)Ο κ. Κυριάκος Παπαλαζάρου (υιός του Παπαλάζαρου - Μ.Ε.2) από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι και την ημερομηνία ακρόασης. Επειδή για τον εν λόγω Κυριάκο Παπαλαζάρου δεν υπάρχει ρητή θέση από την πλευρά των μαρτύρων της Ενάγουσας ως προς τις ημερομηνίες που διετέλεσε Κοινοτάρχης, κρίνεται ορθό όπως επισημανθούν κάποια ενδεικτικά σημεία στα οποία το Δικαστήριο βασίστηκε για τα συμπεράσματα που αφορά τη θητεία του κ. Κυριάκου Παπαλαζάρου: (α) Σε σχετικές ερωτήσεις προς τους Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.4 ότι μετά τον κ. Κλείτο Νεοφύτου (Μ.Υ.1) Κοινοτάρχης ήταν ο κ. Κυριάκος Παπαλαζάρου τούτο δεν αμφισβητήθηκε. (β) Προκύπτει επίσης σαφώς από το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση του Παπαλάζαρου (Μ.Ε.2): «E. Ο μουχτάρης που εν τωρά, ποιος ένει; A. Ο Κυριάκος Παπαλάζαρου. E. Εν γιος σου; A. Ναι. E. Πότε βγήκε μουχτάρης; A. Πριν 6 χρόνια. E. Δηλαδή το 2006; A. Έκαμε μια πενταετία και τώρα εν η δεύτερη. E. Θυμάσαι ή δεν θυμάσαι; Εν το 2006; A. Ρε φίλε μου λέω σου εν το 2007, εν το 2006, εν θυμούμαι. Έκαμε μια πενταετία, τώρα εν η δεύτερη. Τούτα τι σχέση έχουν με την υπόθεση που έχουμε; E. Εγώ σου λέω ότι εν πάση περιπτώσει ο γιος σου ήταν κοινοτάρχης πριν το
  1. Συμφωνείς; A. Ναμπου ήταν; E. Ήταν μουχτάρης, κοινοτάρχης πριν το 2007; A. Εν θυμούμαι την ημερομηνία ίσα σου λέω ήταν μια πενταετία, τελείωσε πέρσι και τώρα μπήκε δεύτερη πενταετία έχει 6 χρόνια τι άλλο να σου πω....» Επίσης από την κυρίως εξέταση του κ. Χρυσάνθου (Μ.Ε.4): «E. Εσύ πότε διετέλεσες κοινοτάρχης; A. 15 /2/1981 τζιαί μετά ήμουν αναπληρωτής κοινοτάρχης τζιαί μετά με θητεία που εκλέγηκα κοινοτάρχης μέχρι τις 11/05/
  2. E. Μάλιστα. Μετά από εσένα ποιος ήταν κοινοτάρχης; A. Ο Κλείτος Νεοφύτου. E. Και μετά από τον Κλείτο; A. Τώρα; Ο Κυριάκος Παπαλαζάρου. E. Ο γιος του παπά ‑Λάζαρου; A. Μάλιστα.» (γ) Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς των Εναγόντων ότι μετά τον κ. Κλείτο Νεοφύτου Κοινοτάρχης ήταν άλλος από τον κ. Κυριάκο Παπαλαζάρου. Η πλευρά της Ενάγουσας είχε αρχικά αποταθεί για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού στον Μ.Υ.2 το 1999 πριν την έκδοση του πιστοποιητικού (Τεκμηρίου 5) Αποτελεί κοινή εκδοχή ότι η πλευρά της Ενάγουσας είχε αποταθεί στον κ. Κλείτο Νεοφύτου (Μ.Υ.1) ενόσω αυτός ήταν Κοινοτάρχης Χολετριών για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού από τη Χωρητική Αρχή Χολετρίων προς όφελος της Ενάγουσας. Αποτελεί επίσης κοινή εκδοχή ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν εξασφάλισε τελικά το εν λόγω πιστοποιητικό. (Διαφορά εκδοχών υπήρχε ως προς το ποιος ακριβώς από την πλευρά της Ενάγουσας είχε αποταθεί στο Μ.Υ.1, πόσες φορές και ως προς την στάση του Μ.Υ.
  3. Επίσης κατά την ακρόαση δεν υπήρξε απόλυτη ταύτιση ως προς το πότε ακριβώς είχε αποταθεί η πλευρά της Ενάγουσας για το πιστοποιητικό). Προκύπτει ότι η πλευρά της Ενάγουσας είχε αποταθεί στον Μ.Υ.1 για το σκοπό αυτό περί το 1999 και πριν την έκδοση του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 5). Σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η ίδια η Ενάγουσα δεν εξέφρασε σαφή θέση ως προς το πότε ακριβώς είχε αποταθεί στο Μ.Υ.
  4. Σε κάθε περίπτωση ο κ. Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) δέχθηκε ότι η οικογένεια της Ενάγουσας είχε αποταθεί στον Μ.Υ.1 πριν το
  5. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του κ. Χριστοδούλου (Μ.Ε.1): «Ε. Και εσύ αποτάθηκες στον Κοινοτάρχη να σου δώσει πιστοποιητικό κατοχής του επίδικου ακινήτου; Α. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου, κατ΄ επανάληψη. Ε. Πότε; Α. Σε διάφορες περιόδους πριν το
  6. Ε. Και γνωρίζεις γιατί δεν τους εδίδετο λες το πιστοποιητικό;» Επιπρόσθετα κατά την αντεξέταση του κ. Κλείτου Νεοφύτου (Μ.Υ.1) του τέθηκε η υποβολή ότι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της είχαν αποταθεί στον ίδιο για πιστοποιητικό τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση του πιστοποιητικού: «Εγώ σου υποβάλλω κύριε ότι ήρθαν όντως ο κύριος Νεοφύτου και η γυναίκα του Ευφημία ήρθαν και πριν και μετά την έκδοση του πιστοποιητικού». Με την πιο πάνω υποβολή δέχεται δηλαδή η πλευρά της Ενάγουσας ότι είχε αποταθεί πριν την έκδοση του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 5) στο Μ.Υ.1 (αλλά τίθεται και η θέση ότι είχε αποταθεί και μετά την έκδοση του Τεκμηρίου 5). Επίσης αφέθηκε σαφώς να νοηθεί κατά την ακρόαση από τους μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας ότι ο Μ.Υ.1 με απατηλό τρόπο απέφυγε να δώσει το σχετικό πιστοποιητικό στην Ενάγουσα. Και ότι όταν η πλευρά της Ενάγουσας αποτάθηκε και μετά την έκδοση του πιστοποιητικού - Τεκμηρίου 5 στο Μ.Υ.1, ο Μ.Υ.1 τους απέκρυψε ότι είχε ήδη εκδώσει το Τεκμήριο
  7. Αυτό όμως δεν αποδείχθηκε. Να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται ότι η Κοινοτική Αρχή είχε ενεργήσει δολίως κατά ή μετά την έκδοση του πιστοποιητικού προς όφελος της Άννας Πέτρου. Αντίθετα εκείνο που δικογραφείται είναι ότι η Άννα Πέτρου και οι Εναγόμενες ξεγέλασαν τις αρμόδιες αρχές. Πότε η πλευρά της Ενάγουσας έμαθε ότι εκδόθηκε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) Αναφορικά με την πτυχή αυτή, ο υιός της Ενάγουσας κ. Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) ανάφερε σε γραπτή δήλωση του τα εξής: «
  8. Κατά τις αρχές Μαίου 2007 κάποιος με το όνομα Κώστας Θεοφάνους με επισκέφθηκε στο γραφείο μου στην Πάφο και μου έδωσε 1 πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης περιουσίας που αφορούσε το πιο πάνω κτήμα και μου ανέφερε ότι το κτήμα είναι προς πώληση και με ρώτησε εάν γνωρίζω οποιονδήποτε που να ενδιαφέρεται να αγοράσει το πιο πάνω κτήμα. Τότε αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για το πιο πάνω κτήμα της ενάγουσας και επισκέφθηκα το μέρος όπου και διαπίστωσα ότι πρόκειται για το πιο πάνω κτήμα της ενάγουσας. Ακολούθως επισκέφθηκα το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και πληροφορήθηκα ότι το πιο πάνω κτήμα είχε εγγραφεί στο όνομα της Άννας Πέτρου Γεωργίου κατά το 2000 μετά από αίτημα της στην οποία υποστήριζε ότι της είχε δωριθεί από τον πατέρα της και ότι βρισκόταν στην κατοχή της. Μετά την εγγραφή του πιο πάνω κτήματος στην Άννα Πέτρου Γεωργίου αυτό το μεταβίβασε δωρεάν στις κόρες της, εναγόμενες 1 και 2.» Η ύπαρξη του εν λόγω Κώστα Θεοφάνους, ο οποίος ήταν κάτοικος Χολετριών και βοσκός και ασχολείται με κτηματομεσιτικά, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. (Να σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο Μ.Ε.2 γνώριζε τον κ. Κώστα Θεοφάνους). Το ότι πράγματι ο κ. Κώστας Θεοφάνους περί το Μάϊο του 2007 πληροφόρησε τον Μ.Ε.2 ότι το επίδικο είναι προς πώληση ρωτώντας τον Μ.Ε.2 κατά πόσο ο Μ.Ε.1 γνώριζε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο αγοραστή, επίσης γίνεται πιστευτό και μελετώντας προσεκτικά τα πρακτικά, διαπιστώνεται ότι τούτο δεν αμφισβητήθηκε. Μελετώντας όμως το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι η πλευρά της Ενάγουσας γνώριζε τουλάχιστον για την έκδοση του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 5) πολύ πριν το Μάϊο του 2007 και πριν το θάνατο του Π. Ιακώβου. Αυτό προκύπτει από τα εξής: Ουδείς από τους μάρτυρες της Ενάγουσας, ούτε η Ενάγουσα, αναφέρθηκε σε ακριβή ημερομηνία του θανάτου του Π. Ιακώβου. Όμως η Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.2) πολύ συγκεκριμένα κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε ότι ο Π. Ιακώβου, απεβίωσε την 26.5.
  9. Ακολούθως στην αντεξέταση, δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά της αυτή. Συνεπώς αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι ο Π. Ιακώβου απεβίωσε τις 26.5.
  10. Από δε τη μαρτυρία της Ενάγουσας (Μ.Ε.5) προκύπτει ότι η ίδια παραπονέθηκε στον Π. Ιακώβου για την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού προς όφελος της Άννας Πέτρου. Τούτο έγινε βέβαια πριν τις 26.5.2004, ημερομηνία θανάτου του Π. Ιακώβου. Ενόψει δε του θανάτου του Π. Ιακώβου αλλά και του συνόλου της μαρτυρίας θα ήταν παρακινδυνευμένο το Δικαστήριο να υιοθετούσε τη θέση της Ενάγουσας ότι της είχε πει ο Π. Ιακώβου ότι τον είχαν ξεγελάσει. Προφανώς ήταν η πληροφόρηση ότι το επίδικο κτήμα ήταν προς πώληση το 2007 που τελικά κινητοποίησε την Ενάγουσα για την έγερση της αγωγής παρά το ότι γνώριζε πριν το θάνατο του Π. Ιακώβου για την έκδοση του Τεκμηρίου
  11. Κατά πόσο η πλευρά της Ενάγουσας έμαθε το Μάιο του 2007 και όχι πριν ότι το επίδικο κτήμα μεταβιβάστηκε στη μητέρα των Εναγομένων και ακολούθως στις Εναγόμενες. Η εκδοχή αυτή της Ενάγουσας δεν τεκμηριώθηκε. Ενδεικτικά το γεγονός και μόνο ότι πριν την έκδοση του Τεκμηρίου 5 είχε προσπαθήσει να εξασφαλίσει από τη Χωρητική Αρχή το σχετικό πιστοποιητικό ανεπιτυχώς σε συνδυασμό μεταξύ άλλων με το γεγονός της αλλαγής του Κοινοτάρχη τον Ιούνιο του 2006 και του γεγονότος ότι δεν αποτάθηκε μετά τον Ιούνιο του 2006 στο νέο Κοινοτάρχη για έκδοση του πιστοποιητικού, δείχνει ότι η Ενάγουσα ήδη γνώριζε για τις μεταβιβάσεις. Η καταγγελία στην Αστυνομία Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Ενάγουσα κατήγγειλε την υπόθεση (της εγγραφής του επίδικου κτήματος στην Άννα Πετρή κ.λ.π.) περί το Μάϊο του 2007 οπότε ζητήθηκαν καταθέσεις, όπως αναφέρεται σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας. Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΧΩΡΑΦΙΟΥ Η μάντρα δίπλα από το επίδικο Όπως η Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.2) ανάφερε και αποτελεί πραγματικό γεγονός, ο πατέρας των Εναγομένων, ο Χρίστος Κυπριανού το 1978 δημιούργησε μάντρα με ζώα δίπλα από το επίδικο. Εξάλλου αυτός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση π.χ. βλ. αντεξέταση κ. Κώστα Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) - εκείνο που αμφισβήτησε ο Μ.Ε.1 ήταν ότι τα ζώα της μάντρας εκείνης έβοσκαν στο επίδικο. Αλλά έχει επίσης αποδειχθεί ότι τα ζώα αυτά της μάντρας της οικογένειας των Εναγομένων βοσκούσαν στο επίδικο από τη δημιουργία της εν λόγω μάντρας. Τούτο προκύπτει και από τα αναφερόμενα του κ. Κυριάκου Χρυσάνθου (Μ.Ε.4) ο οποίος έδωσε μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας: «Ε. Χρησιμοποιούσαν καθόλου τούτο το κτήμα είτε η Μαρίκα Χρήστου είτε η Ελένη Χρήστου είτε η μητέρας τους είτε ο πατέρας τους; Α. Ε, κοιτάξετε, επειδής δεν είσιε τίποτε δέντρα μέσα που ήταν να βλάψουν, εάν έμπαιναν μέσα τα κτηνά, επειδή ήταν δίπλα από το δικό τους, έμπαιναν μέσα τα κτηνά τους τζαι έβοσκαν.» (Και σε άλλο σημείο πρόσθεσε ότι και άλλων βοσκών έμπαιναν τα ζώα τους στο επίδικο χωράφι). Εξάλλου και η Ενάγουσα αν και έδωσε έμφαση στον ισχυρισμό της ότι τα ζώα της οικογένειας των Εναγομένων δεν είχαν τι να βοσκίσουν στο επίδικο, οπότε ισχυρίστηκε ότι έμπαιναν μεν στο επίδικο αλλά έφευγαν, εντούτοις δέχτηκε στην ουσία ότι τα ζώα της πλευράς των Εναγομένων έμπαιναν στο επίδικο: «A. Έβαλλε τους τζεί μέσα αλλά που τη μια μερκάν εμπαίναν τζιαί που την άλλην εφκαίναν γιατί εν είσιεν φαγιά, είσιεν κάτι μαζιά ξερά, παλιότοπος. Έπρεπε να βάλλουμε λίπασμα για να φκεί. Έπαιρνα τες τζιαί εγιώ αλλά εν εστέκαση, εφεύκαση.» Όπως ήδη όμως επισημαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι τα ζώα της οικογένειας των Εναγομένων έμπαιναν και έβοσκαν στο επίδικο κτήμα. Ως προς το ερώτημα ποιος από την οικογένεια των Εναγομένων δημιούργησε την μάντρα δίπλα από το επίδικο, ο Μ.Ε.4 κ. Κυριάκος Χρυσάνθου ανάφερε ότι τη δημιούργησε ο σύζυγος της Νεοφύτας (αδελφής των Εναγομένων). Στο σύνολο τους όμως οι υπόλοιποι μάρτυρες δέχονται ότι την είχε δημιουργήσει ο πατέρας των Εναγομένων. Όπως προέκυψε και από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 η οποία σ΄ αυτό το σημείο δεν αμφισβητήθηκε, τη μάντρα τη δημιούργησε ο πατέρας τους και τη δώρισε στη Νεοφύτα και το σύζυγο της όταν η Νεοφύτα παντρεύτηκε, μετά το
  12. Άλλα ευρήματα Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της πλευράς της Ενάγουσας η θέση της Υπεράσπισης ήταν το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1) δεν αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Όπου όμως οι μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας (περιλαμβανομένης και της Ενάγουσας) αναφέρθηκαν στην γεωγραφική τοποθεσία του επίδικου, δηλαδή του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 4007 (Τεκμήριο 2), δεν τους υποβλήθηκε ότι αναφέρονταν σε άλλο τεμάχιο. Δηλαδή οι ισχυρισμοί των μαρτύρων ως προς τη χρήση του επίδικου χωραφιού αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. Αποτελεί κοινή εκδοχή η οποία προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, ότι το επίδικο χωράφι ανέκαθεν δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί με τρακτέρ αλλά μόνο με βόδια. Επίσης από ανέκαθεν είχε πέτρες και ελιά. Η εκδοχή δε της Ενάγουσας ότι με την μετακόμιση της στα νέα Χολέτρια μετέφεραν μαζί τους το βόδια τα οποία είχαν από προηγουμένως, γίνεται πιστευτή. Όμως οι απαντήσεις του Μ.Ε.4 κ. Χρυσάνθου σ΄ αυτό το θέμα αφήνουν κάποια αβεβαιότητα τουλάχιστον ως προς τη διάρκεια που διατήρησαν τα βόδια η Ενάγουσα για σκοπούς καλλιέργειας: «E. Από πότε μέχρι πότε τον έβλεπες. Φέρτα στο μυαλό σου και πες μας χρονικά. A. Δεν μπορώ να σου πω χρονικά και πότε τον έβλεπα. Έβλεπα μια περίοδο που καλλιεργείτο ή που μάζευαν κάτι που έσπερναν μέσα στο χωράφι μέσα. E. Πότε ήταν τούτο πριν το 74; Πρόσφατα; A. Και πριν 74 και μετά. E. Η τελευταία φορά που τον είδες πότε ήταν; A. Δεν έπιασα σημείωση, να βαστώ ημερομηνία. ....................................................... ....................................................... E. Κύριε μάρτυς, θέλω να μου ξεκαθαρίσεις και μην μου πεις ότι σε ρώτησα πάλι αυτό τον καιρό διαχρονικά ποιος το έτρωγε, το κατείχε, το καλλιέργα, οτιδήποτε; A. Ώσπου είχε βόθκια ο μακαρισμένος άντρας της Ευφημίας το καλλιεργούσε, από εκεί και πέρα δεν το καλλιέργα. Γιατί δεν σύμφερε. Πώς να καλλιεργήσει; Τράκτορ μεγάλο δεν πηαίνει. Τρακτούι μιτσί δεν έχει. Πώς να το καλλιεργήσει; E. Μέχρι πότε είχε βόδια; A. Δεν έχω ημερομηνίες, σημειωματάριο. E. Όταν μεταφέρθηκε το χωριό ως κοινοτάρχης που ήσουν πρέπει να ξέρεις. Μεταφέρθηκαν και τα βόδια στο νέο χωριό; A. Ορισμένα γιατί ελιάνασιν πιο πολλά. E. Ο άντρας της Ευφημίας τα μετέφερε τα βόδια; A. Δεν θυμάμαι. ....................................................... ....................................................... E. Εσύ είδες κανένα να βάζει κοπριές στο επίδικο τούτο; A. Ο Νεόφυτος είχε και τούτος λίγες αίγες, τα κόπρια που τα μάζευε από τα ζώα που είχε τα μετέφερε εκεί που ήταν το πιο κοντινό. E. Τι ζώα εννοείς; A. Αίγες, γαδάρους. Ήντα που θέλεις άλλο ; Ζώα είπα σου. E. Βόδια όχι; Α. Όταν πήγα στη νέα Χολέτρια σχεδόν παραίτησαν όλοι τα βόδια. Σου το είπα ξανά. Πάλι θέλεις να σου το πω;» Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι σε κάποια χρονικά διαστήματα όντως ο πατέρας της Ενάγουσας καλλιέργησε το επίδικο κτήμα, όπως και ο Παπαλάζαρος και μετέπειτα η Ενάγουσα και ο σύζυγος της. Δεν τεκμηριώθηκε όμως με σαφή μαρτυρία και επαρκώς ότι η χρήση αυτή ήταν συνεχής. Π.χ. η ίδια η Ενάγουσα στην επιχειρηματολογία της ότι τα ζώα της οικογένειας των Εναγομένων δεν έβοσκαν στο επίδικο είπε ότι δεν έβρισκαν οτιδήποτε να φάνε στο επίδικο, κάτι που υποδεικνύει τουλάχιστον καθόσον αφορά την περίοδο μετά το 1978 (μετά που δημιουργήθηκε η διπλανή μάντρα) ότι η πλευρά της Ενάγουσας δυνατό να μην καλλιεργούσε το επίδικο πάντοτε. Σε άλλο σημείο και η ίδια η Ενάγουσα άφησε να νοηθεί ότι το επίδικο δεν ήταν πάντοτε σπαρμένο (σε αντίθεση με το τεμάχιο 55): «E. Είσιεν μάντρα ο πατέρας τους; (των Εναγομένων) A. Είσιεν για λλίον τζιαιρό κοντά στο χωράφι το δικό μου..... E. Σε τούντο χωράφι που δικάζουμε πότε έκαμε τη μάντρα του είπες; A. Για λλίον τζιαιρό την έκαμε, εγιώ έπαιρνα τες τσούρες μου τζιαμαί αλλά που ήταν ούλλο ξερά μαζιά τζιαί δεν εστέκασην τα κτηνά τζιαί έφευκα τζιαί επήαινα κάτω στο χωράφι της αρφής μου που το έδωκε του γιού μου, είχαμε το πάντα σπαρμένο τζιαί επήαινα τζιηκάτω.» Επιπρόσθετα και ο Μ.Ε.4 στις αναφορές του ότι το επίδικο για την περίοδο μετά το 1945 καλλιεργείτο από τα αδέλφια της Ενάγουσας πρόσθεσε σε κάποιο σημείο ότι δεν ήταν κάθε χρόνο καλλιεργημένο «Μία φορά το χρόνο και μπορούσε να μείνει ένα χρόνο να μην καλλιεργούσαν, να το κάνουν τον άλλο χρόνο». Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι προκύπτει από τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι η ίδια και ο σύζυγος της ασχολούνταν με την καλλιέργεια του τεμαχίου 55 (ανεξαρτήτως του επίδικου). Μέχρι πότε διήρκησε η οποιαδήποτε χρήση του επίδικου κτήματος από την πλευρά της Ενάγουσας Παρόλο που στην κυρίως εξέταση του ο κ. Κώστας Χριστοδούλου (Μ.Ε.1), ισχυρίζεται ότι το επίδικο κτήμα το κατέχει η Ενάγουσα μέχρι και την ημερομηνία της ακρόασης, εντούτοις κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι η οποιαδήποτε χρήση του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα και τον πατέρα του, σίγουρα δεν συνεχίστηκε μετά το 1995-
  13. Η εκδοχή της Ενάγουσας ότι όταν μεταφέρθηκαν στα νέα Χολέτρια είχε μπροστά από το σπίτι της χώρο που είχε ζώα (κατσίκες κ.λ.π.) δεν αμφισβητήθηκε. Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας κρίνεται ότι η εκδοχή της Ενάγουσας ότι μετέφερε «κόπρι» στο επίδικο χωράφι μετά που πώλησαν τα ζώα δεν είναι φιαχτή. Αυτό σίγουρα δεν συνεχίστηκε μετά το 1995-
  14. Όμως μέχρι πότε ακριβώς γινόταν αυτό, δεν δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηρικτεί με ασφάλεια. H χρήση του ακινήτου από το θάνατο του πατέρα της Ενάγουσας μέχρι πριν το 1952 (πριν την σύνταξη του προικοσυμφώνου) Από τη μαρτυρία του Παπαλάζαρου (Μ.Ε.2) προκύπτει ότι σε κάποιο χρονικό διάστημα πριν το 1952 ο ίδιος καλλιέργησε το επίδικο κτήμα. Πέραν τούτου δεν υπάρχει όμως σαφής μαρτυρία ως προς την ακριβή ημερομηνία και διάρκεια για τους εξής λόγους: Ο ίδιος ο Μ.Ε.2 κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι όταν έγινε 17 ετών πήγε στρατό στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο «εγώ εγίνηκα 17 χρονών τζιαι πήγα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο..». Όμως είναι καλά γνωστό ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε το
  15. Επίσης ο Παπαλάζαρος ο οποίος γεννήθηκε το 1928 ήταν 17 ετών το 1945, στο τέλος δηλαδή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Επιπρόσθετα ο Μ.Ε.4 κ. Χρυσάνθου ανάφερε ότι ο Παπαλάζαρος πήγε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον αγγλικό στρατό (δηλαδή από το 1945 και μετά). Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι ο Παπαλάζαρος περί το 1945 και μετά εντάχθηκε στον αγγλικό στρατό. (Ιστορικά γνωρίζομε ότι κάποιοι Κύπριοι εντάχθηκαν στον αγγλικό στρατό και στο τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου. Τούτο συνάδει και με την εκδοχή του ίδιου του Παπαλάζαρου ότι πήγε στρατό στα 17 του - Ίσως εκ παραδρομής ο Παπαλάζαρος δεν ξεκαθάρισε ότι πήγε στρατό στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Τούτο όμως κλονίζει την εκδοχή του ότι από το 1945 και κάθε χρόνο μέχρι το 1952 καλλιεργούσε το επίδικο κτήμα. Σ' αυτή την ασάφεια προστίθεται και το εξής: Ο Μ.Ε.4 Κυριάκος Χρυσάνθου ανέφερε ότι από το 1946 και μετά έβλεπε τον Παπαλάζαρο (Μ.Ε.2) και τον αδελφό του τον Χρίστο να καλλιεργούν το επίδικο (όχι κάθε χρόνο). Επιπρόσθετα ο Μ.Ε.4 πρόσθεσε ότι όταν ο Παπαλάζαρος έλειπε στο στρατό το καλλιεργούσε ο αδελφός του Παπαλάζαρου ο Χρίστος. Ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) όμως αναφέρθηκε στην καλλιέργεια του επίδικου κτήματος μόνο από τον ίδιο και προηγουμένως από τους γονείς του. Χρήση του επίδικου χωραφιού από τον πατέρα του Νεόφυτο Γιωρκή και Πετρή Γεωργίου Όπως είδαμε πιο πάνω ο Νεόφυτος Γιωρκή (πατέρας της Ενάγουσας) και ο Πέτρος Γεωργίου (παππούς των Εναγομένων) ήταν αδέλφια. Όπως ανέφερε ο Παπαλάζαρος (Μ.Ε.2) και δεν έχει αμφισβητηθεί, το επίδικο χωράφι το έσπερνε ο πατέρας του εν λόγω Νεόφυτου Γιωρκή και Πετρή Γεωργίου (βλ. απ΄ την αρχή της αντεξέτασης του Μ.Ε.2, πρώτες 20 ερωτήσεις). Σ΄ αυτό το σημείο, επισημαίνεται ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν προσεγγίζεται στη βάση οποιουδήποτε ισχυριζόμενου κληρονομικού δικαιώματος είτε στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης, ούτε και επιχειρηματολογήθηκε κάτι τέτοιο στην τελική αγόρευση εκ μέρους της. ΝOMIKH ΠTYXH ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΝΑΛΥΣΗ · Το άρθρο 10 του Κεφ. 224 προνοεί τα εξής: «
  16. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής από πρόσωπο, ή από εκείνους από τους οποίους λαμβάνει την αξίωση, ακίνητης ιδιοκτησίας για την πλήρη περίοδο τριάντα ετών, παρέχει το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό όπως λογίζεται ως ο κύριος της ιδιοκτησίας αυτής και όπως αυτή εγγράφεται στο όνομα του. Νοείται ότι καμιά από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την περίοδο χρησικτησίας σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία άρχισε να κατέχεται εχθρικά πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, και όλα τα θέματα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνεχίζουν να διέπονται από τις διατάξεις των νομοθετημάτων που καταργήθηκαν από το Νόμο αυτό τα οποία αφορούν τη χρησικτησία, ωσάν ο Νόμος αυτός να μην είχε θεσπιστεί: Νοείται περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε ανικανότητας που επιφέρει δυνάμει των νομοθετημάτων αυτών την παράταση της περιόδου χρησικτησίας, η περίοδος αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει συνολικά τα τριάντα έτη ακόμα και όταν οποιαδήποτε τέτοια ανικανότητα δυνατό να συνεχίζει να υπάρχει κατά την εκπνοή των τριάντα ετών.» · Ως προς τη νομική σημασία της καταχώρησης στα βιβλία του Κτηματολογίου για φορολογικούς σκοπούς κατά τη διάρκεια της γενικής χωρομετρίας που έλαβε χώρα στην Κύπρο περί το 1920 - 1925: Δεν αποτελεί εγγραφή (registration) ιδιοκτησίας και δεν συνιστά τεκμήριο ιδιοκτησίας. Όπως υποδεικνύεται στην Hjipetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι το βάρος απόδειξης ότι δικαιούτο στην εγγραφή είχε μεταφερθεί στους ώμους του Εναγομένου, βασιζόμενο στο ότι το σχετικό τεμάχιο ήταν καταχωρημένο στο όνομα της γιαγιάς του Ενάγοντα. · Ως προς το βάρος απόδειξης όπου ο διάδικος επικαλείται εχθρική κατοχή: Η εχθρική κατοχή πρέπει να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία και ο Ενάγοντας να στηρίζεται στη δυναμική της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης της άλλης πλευράς (βλ. Hjipetrou v. Petsoloukas (ανωτέρω): «................................ ...................................... With respect, plot 66 was simply recorded (καταχωρημένο) for tax purposes in the name of the grand-mother of the plaintiff; it was never registered in anybody's name as a whole up to 1959; ....Plot 66/2 is the disputed land which the plaintiff and the defendant are claiming by virtue of possession according to Law; this is the effect of their pleadings. Such adverse possession should be proved by positive evidence as to the acts of ownership which amount to possession which the nature of the land admits (Aradipioti v. Kyriakou and Others
(1971)I C.L.R. 381. And in claims of this kind the plaintiffs have to rely on the strength of their case and not on the weakness of the adversary's case (Andrea & Others v. Dourmoush, 1962 C.L.R. 7)..........» (Βλ. επίσης την υπόθεση Anna Soteriou v. The Heris of Despina K. HjiPaschali and Others
(1962)C.L.R. 280, στη σελ. 282: «There must be positive evidence as to the acts of ownership which amount to possession which the nature of the land admits.») · Η αξίωση δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής παρότι αφορά σε ένα κατ΄ ισχυρισμό προσωπικό δικαίωμα εντούτοις οι περίοδοι κατοχής της επίδικης περιουσίας από τους προκατόχους του ενάγοντα που διεκδικεί δικαίωμα δυνάμει εχθρικής κατοχής μπορούν όπου αυτό απαιτείται να συνυπολογίζονται. (Βλ. Rodothea Papageorghiou v. Antonis Komodromou
(1963)2 C.L.R. και Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα ν. 1. Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή και άλλων (ανωτέρω), Πάχχα ν. Αγαθοκλέους
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1152). · Ως προς το τι εμπεριέχει ο όρος «κατοχή» στα πλαίσια απαίτησης βασιζόμενη σε εχθρική κατοχή: - «Ο όρος «κατοχή» προϋποθέτει κάποιες πράξεις ιδιοκτησίας που έγιναν από το πρόσωπο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα. Η μαρτυρία επί του προκειμένου πρέπει να είναι θετική και, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, να οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Πρέπει να αποδεικνύεται πραγματική κατοχή η οποία, ως εκ της φύσεως της, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τρίτους. Με άλλα λόγια, αυτός που διεκδικεί δικαίωμα ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, οφείλει να αποδείξει ότι η κατοχή του επί του ακινήτου ήταν τέτοια ώστε να τίθεται εκ ποδών οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα κατοχής του ιδίου κτήματος από τρίτους...... Ο ενάγων για να στοιχειοθετήσει κατοχή η οποία να εξοστρακίζει δικαιώματα άλλων προσώπων επί του ιδίου ακινήτου, έχει καθήκον να αποδείξει αδιαφιλονίκητη πραγματική κατοχή και ουσιαστική χρήση του κτήματος ασκούμενη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου χρησικτησίας ανάλογα με την περίπτωση.....» (Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα ν. 1. Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή και άλλων (ανωτέρω)). · Η κατοχή δεν είναι ανάγκη να ασκείται αυτοπροσώπως, (π.χ. σε περίπτωση καλλιέργειας του σχετικού κτήματος η κατοχή δεν προϋποθέτει καλλιέργεια του κτήματος από τον κάτοχο αυτοπροσώπως αλλά χρήση του κτήματος κατά τη βούληση του κατόχου. Βλ. Ιωάννης Ευσταθίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Σπαρσή και άλλων ν. Αναστασίας Νίκου Παναγή υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστή Γερολέμου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1297). · Σε ερωτήματα που σχετίζονται με διάφορες πτυχές ισχυριζόμενης κατοχής στα πλαίσια απαίτησης που αφορά εχθρική κατοχή, π.χ. κατά πόσο υπάρχει διακοπή κατοχής ή ανάληψη κατοχής από τον Εναγόμενο έναντι του Ενάγοντα (dispossession) το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το είδος/φύση της επίδικης περιουσίας (Agathi Charalambous as administratix of the estate of the deceased Charalambos Neophytou v. Ioannis K. Ioannides
(1969)1 C.L.R. 72 και Williams Brothers Ltd v. Raftery
(1957)3 All E.R. 593, p. 599) Στην προκειμένη περίπτωση: (α) Η περίοδος κατοχής η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη και να προσμετρήσει για σκοπούς θεμελίωσης δικαιώματος κατοχής δυνάμει εχθρικής κατοχής (νοουμένου ότι τεκμηριώνεται) είναι η χρονική περίοδος πριν την τιτλοποίηση του επίδικου κτήματος στο όνομα της Άννας Πέτρου που έγινε την 11.4.2000. (Βλ. επίσης Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα ν. 1. Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή και άλλων
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1785). (β) Στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει μεν ισχυρισμός ότι οι γονείς της Ενάγουσας είχαν στην κατοχή τους το επίδικο κτήμα. Όμως δεν τέθηκε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία κατά την αγόρευση ότι στην παρούσα περίπτωση είναι σχετικός οποιοσδήποτε νόμος πριν την έναρξη του ισχύος του Κεφ. 224 (ο οποίος νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.9.1946). Ούτε και συσχετίστηκε στην αγόρευση οποιοσδήποτε προηγούμενος νόμος σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία. Δεν ήταν η θέση δηλαδή της πλευράς της Ενάγουσας ότι η βάση της αγωγής διέπεται και στηρίζεται από οποιονδήποτε άλλο Νόμο πέραν του Κεφ.
  1. Κατά πόσο έχει αποδειχθεί δόλος από πλευράς των Εναγομένων; Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης τίθενται οι εξής ισχυρισμοί: «
  2. Η Άννα Πέτρου Γεωργίου και οι εναγόμενες, χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα, παράνομα, με δόλο και απάτη πέτυχαν την εγγραφή του πιο πάνω κτήματος στο όνομα της Άννας Πέτρου Γεωργίου και ακολούθως την εγγραφή του δυνάμει δωρεάς στο όνομα των εναγομένων. Λεπτομέρειες δόλου και απάτης των εναγομένων: (α) Προέτρεψαν ή/και συνεργάστηκαν με την Άννα Πέτρου Γεωργίου ώστε αυτή να παρουσιάσει ψευδώς στα μέλη της Χωρητικής Αρχής Χολετριών ή σε οποιοδήποτε από τα μέλη της και σε λειτουργούς του Κτηματολογίου ότι το πιο πάνω κτήμα ήταν στην κατοχή της Άννας Πέτρου Γεωργίου και ακολούθως να μεταβιβαστεί δωρεάν στο όνομα τους. (β) Προέτρεψαν ή/και συνεργάστηκαν με την Άννα Πέτρου Γεωργίου ώστε αυτή να αποκρύψει από τα μέλη της Χωρητικής Αρχής Χολετριών ή από οποιοδήποτε από τα μέλη της και από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου ότι ουδέποτε η Άννα Πέτρου Γεωργίου κατείχε το πιο πάνω κτήμα για να πετύχουν την εγγραφή του στο όνομα της Άννας Πέτρου Γεωργίου και ακολούθως να μεταβιβαστεί δωρεάν στο όνομα τους. (γ) Απέκρυψαν από τα μέλη της Χωρητικής Αρχής Χολετριών ή από οποιοδήποτε από τα μέλη της και από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου ότι ουδέποτε η Άννα Πέτρου Γεωργίου κατείχε το πιο πάνω κτήμα και ότι ούτε η Άννα Πέτρου Γεωργίου δικαιούνταν στην εγγραφή του πιο πάνω κτήματος ούτε και αυτές, για να πετύχουν την εγγραφή του στο όνομα της Άννας Πέτρου Γεωργίου και ακολούθως να μεταβιβαστεί δωρεάν στο όνομα τους.» Με την Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενες αρνούνται κατηγορηματικά την παράγραφο 4 καθώς και τις λεπτομέρειες δόλου. Σε αυτό το σημείο οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου έχουν ως εξής: (α) Με βάση την Έκθεση Απαίτησης η Άννα Πέτρου, και οι Εναγόμενες ξεγέλασαν τις αρμόδιες αρχές. Όμως η γραμμή αντεξέτασης του πρώην Κοινοτάρχη (Μ.Υ.1) ήταν ότι ο Μ.Υ.1 έλαβε συνειδητά μέρος στην απάτη. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να υπάρξει εύρημα ότι οι Εναγόμενες προέτρεψαν την Άννα Πέτρου να εξαπατήσει τις αρμόδιες αρχές. (β) Από τη μαρτυρία δεν αποδείχθηκε δόλια εμπλοκή των Εναγομένων κατά το χρόνο εξασφάλισης από την Άννα Πέτρου του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 5 και Τεκμήριο 6). (Συμμετοχή στη δακτυλογράφηση είχε η αδελφή των Εναγομένων Αθηνούλα Κυπριανού). Το ότι το επίδικο κτήμα μεταβιβάστηκε από την Άννα Πέτρου στις Εναγόμενες βεβαίως λήφθηκε υπόψη όμως επισημαίνεται ότι τούτο έγινε αρκετά αργότερα από τη μεταβίβαση στην Άννα Πέτρου, δηλαδή δύο χρόνια μετά. Το γεγονός ότι κατά την ακρόαση η Μ.Υ.2 επιχείρησε ανεπιτυχώς να προσθέσει ισχυρισμούς ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος από την οικογένεια της, λήφθηκε υπόψη. Όμως τούτο ερμηνεύεται ως μια κακή προσπάθεια να ενδυναμώσει περισσότερο τις θέσεις της και δεν οδηγεί αυτόματα στη διαπίστωση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε δόλος από τις Εναγόμενες. (γ) Τουλάχιστον σε σχέση με τους ισχυρισμούς για δόλο, το γεγονός ότι το επίδικο χωράφι ήταν καταχωρημένο στον παππού των Εναγομένων δεν έχει μηδενική αξία. Πιστεύω ότι η νομολογία σε σχέση με την καταχώρηση στα μητρώα του Κτηματολογίου, όπως εκτίθεται πιο πάνω, στοχεύει στο να δείξει ότι η καταχώρηση στα πλαίσια της χωρομετρίας δεν ισοδυναμεί αυτόματα με ιδιοκτησία και δεν αποτελεί τεκμήριο ιδιοκτησίας. Η νομολογία δεν αποκλείει όμως το συνυπολογισμό του στοιχείου της καταχώρησης στα μητρώα του Κτηματολογίου για σκοπούς οποιουδήποτε επίδικου θέματος. Συνυπολογίζοντας όλα τα γεγονότα στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχει αποδειχθεί η νομική έννοια του δόλου ούτε από την πλευρά της Άννας Πέτρου. Η σημασία του γεγονότος ότι ο Πετρής Γεωργίου (παππούς των Εναγομένων) και η Άννα Πέτρου (μητέρα των Εναγομένων) ήταν παρόντες κατά την σύναψη του προικοσυμφώνου - Τεκμηρίου 1 Το γεγονός αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Όμως η υπογραφή τους δεν υπάρχει καν ούτε ως μάρτυρες στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 1). Οπότε δεν είναι γνωστό κατά πόσο είχαν οποιαδήποτε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου
  3. Εξάλλου προκύπτει από τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι κατά την υπογραφή του προικοσυμφώνου είχαν διάφορους καλεσμένους. Δεν εξυπακούεται ότι όσοι ήταν παρόντες στη γιορτή των αρραβώνων κατά τη διάρκεια της οποίας υπογράφηκε το Τεκμήριο 1, ότι είχαν γνώση του περιεχομένου του. Τα υπόλοιπα κτήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 Κατά την αντεξέταση τόσο του Μ.Ε.1 όσο και της Ενάγουσας τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις ως προς το κατά πόσο πέτυχαν τιτλοποίηση των υπόλοιπων ακινήτων που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  4. Οι απαντήσεις τους ως προς το τι έγινε αναφορικά με αυτή τη πτυχή δεν αμφισβητήθηκαν και αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι για κάποια επιτεύχθηκε τιτλοποίηση. Σ΄ αυτό το σημείο η μαρτυρία τόσο του Μ.Ε.1 όσο και της Ενάγουσας ήταν ασαφής ως προς το πότε πέτυχαν τις τιτλοποιήσεις (και πάντως δεν ισχυρίστηκαν ότι κινητοποιήθηκαν για τα υπόλοιπα ακίνητα μετά που δημιουργήθηκε θέμα με το επίδικο). Στο σύνολο προκύπτει όμως ότι η πλευρά της Ενάγουσας ήταν προ πολλού ενήμερη για την ύπαρξη της διαδικασίας της τιτλοποίησης. Η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί - Λόγοι Απόρριψης Στην προκειμένη περίπτωση δεν λήφθηκε υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 για λόγους που εξηγούνται. Επιπρόσθετα όπως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας η Εναγόμενη 2 στην προσπάθεια της να τεκμηριώσει όσο μπορεί τη θέση της, προέβηκε κατά την ακρόαση σε νέους ισχυρισμούς ως προς τη χρήση του επίδικου κτήματος από την οικογένεια της. Τούτο όμως δεν οδηγεί από μόνο του στην επιτυχία της αγωγής. Ναι μεν δεν αποτελεί απόδειξη ιδιοκτησίας η καταχώρηση του επίδικου κτήματος στον Πετρή Γεωργίου, όμως οι Εναγόμενες δεν όφειλαν να αποδείξουν εχθρική κατοχή. Είναι η Ενάγουσα που όφειλε να αποδείξει εχθρική κατοχή στα πλαίσια του Κεφ. 224 ή την οποιαδήποτε βάση αγωγής. Και παρά το ότι έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο κάποια χρήση του επίδικου ακινήτου από μέρους της οικογένειας της Ενάγουσας, εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί η εχθρική κατοχή στα πλαίσια της νομικής έννοιας του άρθρου 10 του Κεφ.
  5. Επιπρόσθετα επισημαίνεται σ΄ αυτό το σημείο η κύρια θέση της Ενάγουσας όπως καταγράφεται στην τελική αγόρευση: «Σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας το επίδικο κτήμα περιήλθε στην κατοχή της από το 1952 και από τότε το κατείχε αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα για περίοδο πέραν των 30 χρόνων πριν την εγγραφή του. Σύμφωνα δηλαδή με την εκδοχή της Ενάγουσας, αυτή, τουλάχιστον από το 1982, απέκτησε το δικαίωμα να λογίζεται ο κύριος του επίδικου κτήματος και το δικαίωμα να εγγραφεί ως η ιδιοκτήτρια του». Πιο κάτω επισημαίνονται λόγοι απόρριψης της αγωγής: (α) Η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η χρήση του επίδικου ακινήτου κατά την ουσιώδη περίοδο ήταν συνεχής. (β) Επιπρόσθετα έχοντας κατά νου ότι μετά το 1978, μετά τη δημιουργία της διπλανής μάντρας τα ζώα της οικογένειας των Εναγομένων βοσκούσαν στο επίδικο όταν υπήρχε κάτι για να βοσκήσουν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα δεν έχει στοιχειοθετήσει κατοχή η οποία να αποκλείει τα δικαιώματα άλλων προσώπων επί του ιδίου ακινήτου. (γ) Αλλά εξετάζοντας και κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε συνεχής καλλιέργεια μεταξύ του 1945 και 1952 από τα αδέλφια της Ενάγουσας, και πάλι για λόγους που εξηγούνται κρίνεται ότι δεν τέθηκε σαφής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου γι΄ αυτή τη πτυχή, ώστε το Δικαστήριο να κατέληγε σε ανάλογο εύρημα. (δ) Επιπρόσθετα δεν ετέθηκε η θέση ότι η εχθρική κατοχή συμπληρώθηκε προς όφελος των γονέων της Ενάγουσας πριν το 1945, δηλαδή πριν το θάνατο του πατέρα της δυνάμει νόμων που ίσχυαν πριν το Κεφ.
  6. Εφόσον δε από το 1945-52 δεν προκύπτει συνέχιση της καλλιέργειας του επίδικου κτήματος επί συστηματικής βάσης, η περίοδος πριν το 1952 δεν μπορεί να συνυπολογιστεί (ε) Δεν έχει αποδειχθεί δόλος εκ μέρους των Εναγομένων. (στ) Ανεξαρτήτως των πιο πάνω η Ενάγουσα με τη συμπεριφορά της απώλεσε το δικαίωμα να διεκδικήσει με αγωγή το 2007 τα οποιαδήποτε δικαιώματα της: Στην Έκθεση Υπεράσπισης δικογραφείται ότι η Ενάγουσα γνώριζε πολύ πριν το 2007 τα σχετικά γεγονότα. Κατ΄ αρχήν η πλευρά της Ενάγουσας αποτάθηκε πριν την 11.5.1999 (πριν την έκδοση του πιστοποιητικού Τεκμήριο 5) για να πετύχει την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού για το επίδικο προς όφελος της ανεπιτυχώς. Ακολούθως (χωρίς εν τω μεταξύ από τότε να υπάρξει οποιαδήποτε νομική διεκδίκηση από την Ενάγουσα του επίδικου κτήματος) τούτο μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της μητέρας των Εναγομένων τον Απρίλη του 2000 και δύο χρόνια μετέπειτα, το 2002 στο όνομα των ίδιων των Εναγομένων. Ακολούθως 5 χρόνια μετέπειτα ήγειρε την παρούσα αγωγή. Εν τω μεταξύ όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, από το 1995 και μετά ούτε η Ενάγουσα ούτε οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της χρησιμοποίησε το επίδικο κτήμα ούτε και προέβηκε σ΄ οποιαδήποτε ουσιώδη πράξη που να δείχνει ότι εξακολουθούσε να το διεκδικεί (π.χ. απαγόρευση πρόσβασης σε τρίτους). (Το σημείο αυτό, όπως υποδεικνύεται πιο κάτω έχει σχέση όχι με την απόδειξη εχθρικής κατοχής αλλά με την πτυχή της αποποίησης/εγκατάλειψης τέτοιων δικαιωμάτων) Επιπρόσθετα όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ο κ. Κλείτος Νεοφύτου (Μ.Υ.1) διετέλεσε Κοινοτάρχης Χολετριών μέχρι και την 31.6.
  7. Αν η εκδοχή της πλευράς της Ενάγουσας ότι έμαθε για τη μεταβίβαση μόνο το Μάϊο του 2007 ευσταθούσε, τότε θα αναμένετο τουλάχιστον πριν τον Μάϊο του 2007 να ζητούσε πιστοποιητικό από τον επόμενο Κοινοτάρχη, ευθύς ως ο κ. Νεοφύτου (Μ.Υ.1) έπαυσε να είναι Κοινοτάρχης. Στην υπόθεση Σοφρωνία Βασιλείου και άλλης ν. Άννας Μενελάου και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η παράλειψη του δικαιούχου προσώπου να εγγράψει τα δικαιώματα του, χωρίς άλλη ενέργεια από μέρους του που να είναι ενδεικτική της πρόθεσης του να τα εγκαταλείψει, ουδέποτε θεωρήθηκε ότι συνιστά εγκατάλειψη των δικαιωμάτων του εκτός, βέβαια, αν το επίδικο κτήμα είχε εγγραφεί στο όνομα κάποιου καλή τη πίστει αγοραστή, πράγμα που δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση για τους λόγους που έχουμε ήδη εκθέσει.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει πως η Ενάγουσα ή αντιπρόσωποι της, όχι μόνο δεν εγκατέλειψε τα δικαιώματα της αλλά αντίθετα είχε ζητήσει σχετικό πιστοποιητικό από τον Κοινοτάρχη (Μ.Υ.1) και μάλιστα όχι μόνο μια φορά. Σ΄ αυτή όμως την περίπτωση κατά την οποία είχε αποτύχει να εξασφαλίσει το σχετικό πιστοποιητικό, αν ήθελε να διεκδικούσε νομικά τα δικαιώματα της όφειλε να το έπραττε τούτο έγκαιρα. Το γεγονός ότι απότυχε να εξασφαλίσει το σχετικό πιστοποιητικό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν κινήθηκε νομικά έγκαιρα (παρά μόνο 8 περίπου χρόνια μετά το 1999) και σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη της οποιασδήποτε χρήσης ή πράξης που να δείχνει ιδιοκτησία μετά το 1995-96 δείχνει ότι η Ενάγουσα είχε παύσει πλέον να το διεκδικεί πριν την πρώτη τιτλοποίηση (έστω και αν παραπονέθηκε ανεπίσημα στον Π. Ιακώβου μετά την έκδοση του πιστοποιητικού Τεκμήριο 5). Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση με την καθυστέρηση στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της έχουν ήδη γίνει τρεις αλλαγές εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του επίδικου κτήματος και κάποιοι ενδεχόμενοι μάρτυρες όπως Άννα Πέτρου και ο Π. Ιακώβου απεβίωσαν. Διάδικοι σε υποθέσεις απαιτήσεων εχθρικής κατοχής: Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της αγωγής για τους πιο πάνω λόγους είναι πιστεύω ορθό όπως το Δικαστήριο στρέψει τη προσοχή του στο θέμα των διαδίκων: Σχετικές αποφάσεις που δίδουν καλή καθοδήγηση είναι οι εξής:
(1)Απαίτηση στη βάση εχθρικής κατοχής μπορεί να προβληθεί μόνο εναντίον των ιδιοκτητών του κτήματος (Κραμβιάς ν. Οδυσσέως
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 267 και Πάχχα ν. Αγαθοκλέους
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1152).
(2)Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδος Ιωάννου Χριστοδούλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 579. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα: «Αδυνατούμε να αντιληφθούμε το πώς θα ήταν δυνατό να εξεταστεί θέμα ισχυριζόμενης εχθρικής κατοχής, δωρεάς ή προίκας όταν δεν ήταν διάδικος το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η ουσία της αξίωσης, εδώ η πρώην εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Το ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε μεταβιβάσει το κτήμα δεν μετέβαλλε εν προκειμένω την κατάσταση διότι το αντικείμενο συνέχιζε να είναι το προ της μεταβίβασης καθεστώς κυριότητας. Η εφεσίβλητη, εναντίον της οποίας προωθήθηκε η αγωγή, ήταν ξένη προς εκείνη τη διαφορά στις όποιες εκφάνσεις. Ούτε και συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η πρώην εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, ως πωλήτρια, δεν είχε συμφέρον στην αγωγή δεδομένου ότι τυχόν παραμερισμός της υφιστάμενης εγγραφής θα αντανακλούσε άμεσα και σε εκείνη. Η αναγκαιότητα συνένωσης "όλων των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε εχθρική κατοχή" υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα στην Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429 (στις σελ. 434-5) στην οποία εξηγήθηκαν η Χ"Δαυίδ ν. Χ"Δαυίδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176 και HadjiPetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83.»
(3)Στην υπόθεση Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ,
(1993)1 Α.Α.Δ 429: «...Με την αγωγή δεν επιδιωκόταν μόνο η έκδοση διατάγματος για την παρεμπόδιση εισόδου της εφεσίβλητης στο κτήμα αλλά και διαταγή για την έκδοση τίτλου επ' ονόματι του εφεσείοντα. Διαταγή αυτής της φύσης θα μπορούσε να εκδοθεί μόνο στο πλαίσιο αγωγής εναντίον όλων των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε εχθρική κατοχή, δηλαδή τόσο της εφεσίβλητης της οποίας η ιδιοκτησία περιοριζόταν στο 1/7, όσο και του ιδιοκτήτη των 6/7........................... Ο ορισμός του όρου "εχθρική κατοχή" στο ΚΕΦ. 224, δεν αφήνει αμφιβολία ότι αυτή ασκείται εναντίον προσώπου το οποίο δικαιούται στην κατοχή του κτήματος. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ν' ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση. Η παρουσία του προσώπου ή προσώπων εναντίον των οποίων ασκήθηκε η εχθρική κατοχή τόσο για το 1/7 όσο και για τα 6/7, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την τιτλοποίηση του κτήματος στο όνομα του εφεσείοντα. Επομένως η αγωγή του εφεσείοντα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία...»
(4)Στην Πολιτική Έφεση αρ. 240/08 ημερ. 22.11.2013 Αλεξάνδρου ν. Edward η αγωγή αφορούσε αξίωση της Ενάγουσας όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια μέρους ενός κτήματος στην Πάφο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή γιατί η Ενάγουσα είχε παραλείψει να συνενώσει στην αγωγή όλα τα πρόσωπα εναντίον των οποίων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ασκήθηκε εχθρική κατοχή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε παρατηρήσει ότι «η Ενάγουσα προβάλλει ισχυρισμό ότι από το 1953 μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο μέρος του κτήματος ενώ παράλληλα προβάλλει ισχυρισμό ότι το κτήμα μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο το 2002 μετά από εγγραφή του επίδικου μέρους το 2001 στο όνομα της Χαριτίνης Λαζάρου Σάββα..» Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω έφεσης παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε επανεκδίκαση. Διέταξε επίσης όπως η ως άνω Χαριτίνη Σάββα προστεθεί ως συνεναγόμενη στην αγωγή, επισημαίνοντας ότι «ήταν αδιαμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος και η προσθήκη της ήταν απαραίτητη δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων της». Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης θα έπρεπε να είχε ασκήσει από μόνο του τη διακριτική εξουσία με βάση τη Δ.9 θ.10 και να διέτασσε την προσθήκη της εν λόγω Χαριτίνης Λαζάρου Σάββα.
(5)Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνεται ότι: (α) Η Ενάγουσα δεν διεκδικεί πλέον την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα της (και τούτο γιατί εκκρεμούσης της αγωγής οι Εναγόμενες πώλησαν το ακίνητο). Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ακύρωσης προηγούμενων εγγραφών του ακινήτου. Έστω μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα περιορίστηκε στη διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον των Εναγομένων για την αξία του ακινήτου που απώλεσε. Τούτο αναφέρεται ρητά στη γραπτή αγόρευση εκ μέρους της Ενάγουσας. (β) Η Άννα Πετρή είχε αποβιώσει πριν την έγερση της αγωγής και ουδείς διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της. (γ) Στην παρούσα αγωγή κατόπιν αιτήσεως από την πλευρά της Ενάγουσας εκδόθηκε εκ συμφώνου άδεια στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας με το οποίο επιτράπηκε η προώθηση της παρούσας αγωγής στην απουσία ως διάδικου προσώπου που να αντιπροσωπεύει την περιουσία της Άννας Πέτρου στη βάση της Δ.9 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι γεγονός ότι δυνατόν να εγερθούν σειρά ερωτημάτων προς συζήτηση π.χ.
(1)κατά πόσο όφειλε το παρόν Δικαστήριο από μόνο του να προχωρούσε στην προσθήκη ως διαδίκου προσώπου που αντιπροσωπεύει την περιουσία της Άννας Πέτρου στη βάση της Αλεξάνδρου ν. Edward (πιο πάνω) και της Δ.9 θ.10
(2). Κατά πόσο ήταν ή όχι η κατάλληλη περίπτωση για άδεια προώθησης της υπόθεσης στην απουσία ως διαδίκου προσώπου που να αντιπροσωπεύει την περιουσία της Άννας Πέτρου (Δ.9 θ.13) - έστω και αν η εν λόγω άδεια δόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου των Εναγομένων. Στα πιο πάνω ερωτήματα επισημαίνεται ότι ο λόγος της απόρριψης της παρούσας αγωγής δεν είναι η απουσία ως διάδικου αντιπροσώπου της περιουσίας της Άννας Πέτρου. Για λόγους που εξηγούνται σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης, ήδη αποφασίστηκε η απόρριψη της αγωγής ανεξαρτήτως του θέματος των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση ως προς το ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο όφειλε να προχωρούσε από μόνο του στη προσθήκη διάδικου τίθεται ο εξής προβληματισμός (χωρίς να αγνοείται το λεκτικό της Δ.9 θ.10): Κατά πόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να προχωρεί αυτεπάγγελτα σε προσθήκη διαδίκου εξαντλείται κυρίως σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα του διάδικου που θα προστεθεί δυνατόν να επηρεαστούν αν δεν προστεθεί ως διάδικος; (Σε αντίθεση με το καθήκον των υφιστάμενων διαδίκων). Κατά πόσο η Αλεξάνδρου ν. Edward διαφοροποιείται από την παρούσα καθ΄ όσην έκταση αφορά το καθήκον του Δικαστηρίου να ενεργεί από μόνο του για την προσθήκη διαδίκου αφού εκεί, καθ΄ όλη τη διάρκεια της αγωγής εζητείτο διάταγμα εγγραφής της σχετικής ακίνητης περιουσίας και δεδομένου μεταξύ άλλων «και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων της»; Ενώ στην παρούσα ζητούνται στο παρόν στάδιο αποζημιώσεις μόνο από τις Εναγόμενες; Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου ότι η απόρριψη της αγωγής οφείλεται σε άλλους λόγους που αναφέρονται πιο πίσω, και έχοντας κατά νου ότι και η ίδια η πλευρά της Ενάγουσας επιθυμούσε την προώθηση της αγωγής χωρίς την προσθήκη διαδίκου, είναι θεωρητικό να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.