← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1295/13, 26/6/2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1295/13, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1295/13 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΝΕΟΚΛΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο ΜΕΛΑΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο όλων ενεργούντων μέσω του πατέρα και πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους Γιώργου Νικολάου από το χωριό Παρεκκλησιά Εναγόντων και

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας
  2. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α/ΦΟΙ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΥΝΝΑ ΛΤΔ, εκ Αραδίππου Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2013 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΝΕΟΚΛΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο ΜΕΛΑΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ από το Ηνωμένο Βασίλειο όλων ενεργούντων μέσω του πατέρα και πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους Γιώργου Νικολάου από το χωριό Παρεκκλησιά Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΥΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ - ΦΑΠ ΚΟΝΣΤΡΑΚΤΙΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ, εξ Αραδίππου Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 26.6.2014 Για τους Ενάγοντες: κ. Ν. Πιριλλίδης Για τον Εναγόμενο 1: κα Ε. Κόκκινου Για τον Εναγόμενο 2: κα Ε. Δημοσθένους για κ. Πουτζιουρή Α Π Ο Φ Α Σ Η Η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης αποκαλύπτει τα ακόλουθα: Την 20.5.2013 οι Ενάγουσες καταχώρησαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 διάφορες θεραπείες λόγω ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης. Την ίδια μέρα οι Ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση την οποία προώθησαν και τελικά πέτυχαν την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος ως η παράγραφος Α της αίτησης: «Εκδίδεται παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο εμποδίζει τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί βάση των οδηγιών τους από του να εισέρχονται και/ή εισέλθουν στο απολύτου ιδιοκτησίας ακίνητο των εναγουσών, αρ. εγγραφής 0/25354, Φ/Σχ-/2-145-349, Τεμ.19, Τμήμα 4, ενορία Άγιος Θεόδωρος στην Πάφο, το οποίο αποτελείται από ισόγειο εστιατόριο, υπόγειο μουσικοχορευτικό κέντρο και συγκρότημα διαμερισμάτων (στο εξής το «Ακίνητο») και/ή από του να κατεδαφίσουν οποιοδήποτε μέρος του εξωτερικού περιβάλλοντος τοίχου του Ακινήτου και/ή οποιοδήποτε μέρος του πλακόστρωτου εξωτερικού χώρου και/ή υπαίθριου χώρου εστίασης του πιο πάνω ισόγειου εστιατορίου και/ή οποιοδήποτε μέρος του κάτωθι αυτού ευρισκομένου υπόγειου μουσικοχορευτικού κέντρου και/ή άλλως και/ή να εκτελέσουν οποιεσδήποτε κατασκευαστικές ή άλλως εργασίες οποιασδήποτε φύσης επί του Ακινήτου και/ή να επέμβουν παράνομα καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επί αυτού και/ή να υλοποιήσουν την πρόθεση τους να κατεδαφίσουν και/ή άλλως επέμβουν επί του εν λόγω εξωτερικού τοίχου του Ακινήτου και/ή οποιουδήποτε μέρους τους πλακόστρωτου εξωτερικού χώρου και/ή υπαίθριου χώρου εστίασης του πιο πάνω ισόγειου εστιατορίου και/ή οποιουδήποτε μέρους του κάτωθι αυτού ευρισκόμενου υπόγειου μουσικοχορευτικού κέντρου στα πλαίσια των ευρύτερων κατασκευαστικών εργασιών διαπλάτυνσης του υφιστάμενου δρόμου γνωστού ως «Τάφοι των Βασιλέων.» Όσον αφορά τα διατάγματα που ζητούντο στις παραγράφους Β και Γ της αίτησης αυτά ορίστηκαν δια επίδοση την ίδια μέρα που το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο (27.5.2013). Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία την 27.5.2013 και την ίδια μέρα καταχώρησε αίτηση δια παραμερισμό ή και ακύρωση (set aside) της παρούσας αγωγής ή και του κλητηρίου εντάλματος ως επίσης της επίδοσης του διατάγματος και της αγωγής προς αυτήν. Περαιτέρω η Εναγόμενη 2 μαζί με τον Εναγόμενο 1 εμφανίστηκαν κατά την ως άνω ημερομηνία ενώπιον του Δικαστηρίου και έφεραν ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 ως επίσης στην διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. Την 3.6.2013 η Εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 20.5.
  3. Την 5.6.2013, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 ήτο ορισμένη δια οδηγίες και η αίτηση ημερομηνίας 27.5.2013 δια επίδοση, η πλευρά των Εναγουσών-Αιτητριών καταχώρησε (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής (αναφορικά με την ορθή ονομασία της Εναγόμενης 2) η οποία ορίσθηκε την ίδια μέρα. Ταυτόχρονα καταχώρησε ένσταση και στην αίτηση της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 27.5.
  4. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο και των τριών αιτήσεων την 5.6.2013 τις όρισε την 19.6.2013 δια οδηγίες. Την 5.6.2013 καταχωρήθηκε ακόμα η ένσταση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 στην αίτηση ημερ. 20.5.
  5. Την 19.6.2013 το Δικαστήριο, μετά από κοινό αίτημα όλων των πλευρών, όρισε και πάλι όλες τις πιο πάνω αιτήσεις δια οδηγίες την 11.9.
  6. Την ίδια ημερομηνία (19.6.2013) καταχωρήθηκε η ένσταση εκ μέρους της Εναγόμενης 2 στην αίτηση των Εναγουσών ημερομηνίας 5.6.
  7. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε επίσης την ίδια ημερομηνία δύο αιτήσεις δια καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια των αιτήσεων ημερομηνίας 27.5.2013 και 20.5.2013 αντίστοιχα. Την 11.9.2013 μετά και πάλι από κοινό αίτημα όλων των πλευρών όλες οι αιτήσεις ορίσθηκαν δια οδηγίες την 30.9.
  8. Την 30.9.2013 το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 5.6.2013 εξέδωσε διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης χωρίς έξοδα. (Το κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε την 4.10.2013.) Την ίδια ημερομηνία μετά από σχετικό αίτημα όλων των πλευρών η αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 ορίσθηκε δια οδηγίες την 7.11.2013 με «καμία διαταγή για έξοδα». Περαιτέρω την ίδια ημερομηνία η πλευρά της Εναγόμενης 2 απέσυρε την αίτηση ημερομηνίας 19.6.2013 δια συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 27.5.2013 χωρίς έξοδα και την αίτηση ημερομηνίας 27.5.2013 επίσης χωρίς έξοδα. Τέλος, το Δικαστήριο όσον αφορά την αίτηση ημερομηνίας 19.6.2013 δια καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της αίτησης 20.5.2013 εξέδωσε διάταγμα δια καταχώριση τέτοιας ένορκης δήλωσης και πάλι χωρίς έξοδα. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε την 7.10.
  9. Την 6.11.0213 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου
  10. Την 7.11.2013 ζητήθηκε νέα ημερομηνία για οδηγίες για να έχει στα χέρια της η πλευρά των Εναγουσών-Αιτητριών έκθεση τοπογράφου και η αίτηση ορίστηκε 13.12.2013 και εν συνεχεία στις 7.1.2014 και 13.2.2014 μετά από αίτημα όλων των πλευρών λόγω του ότι είχε παραμείνει ως μοναδικό επίδικο θέμα το ζήτημα των εξόδων και για το οποίο γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης με «καμία διαταγή για έξοδα» για όλες τις πιο πάνω ημερομηνίες. Την 13.2.2014 το Δικαστήριο, αφού δηλώθηκε από τα μέρη ότι δεν υπήρξε κατάληξη στο ζήτημα των εξόδων, όρισε την αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 δια ακρόαση με «καμία διαταγή για έξοδα». Την 24.3.2014 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 ήτο ορισμένη δια ακρόαση, η πλευρά των Εναγουσών-Αιτητριών ζήτησε αναβολή και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τις θέσεις των αντίδικων δικηγόρων οι οποίοι δεν έφεραν ένσταση, επαναόρισε την αίτηση δια ακρόαση την 15.5.2014 με έξοδα στην πορεία αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση. Την 15.5.2014 ο δικηγόρος των Εναγουσών δήλωσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τα οποία δεν αμφισβήτησαν και συμφώνησαν με το περιεχόμενο τους οι δικηγόροι των Εναγομένων: (α) μέρος του κτήματος έχει απαλλοτριωθεί δυνάμει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης με αριθμό ΔΠ29 ημερομηνίας 15.1.2013 ενώ (β) παράλληλα την ίδια ημερομηνία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας διάταγμα επίταξης με αριθμό ΔΠ32, ημερομηνίας 15.1.2013, (γ) δεν έχει δοθεί, επιδοθεί ή σταλεί οποιοδήποτε αντίγραφο της δημοσίευσης γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης όσο και του διατάγματος επίταξης στις Ενάγουσες, ενδιαφερόμενα μέρη στη διαδικασία απαλλοτρίωσης, ούτε έχει δημοσιευθεί οποιαδήποτε αναφορά στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για αδυναμία επίδοσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης και (δ) από πλευράς Εναγομένου 1 έχει σταλεί γνωστοποίηση ημερομηνίας 27.9.2013 περί της πιο πάνω απαλλοτρίωσης στον επικαρπωτή του επηρεαζόμενου κτήματος ότι δηλαδή όντως απαλλοτριώθηκε μέρος του συγκεκριμένου κτήματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών ανέφερε ότι στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων του προχωρεί στην απόσυρση της αίτησης ως επίσης της αγωγής λόγω του ότι έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και ότι το μόνο θέμα που απομένει να αποφασισθεί είναι το θέμα των εξόδων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επισήμανε ότι τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν το δικαιολογημένο της έγερσης της αγωγής αλλά και της εξασφάλισης του συντηρητικού διατάγματος το Μάιο του
  11. Υπάρχει δηλαδή επαρκής δικαιολογία για την έγερση της αγωγής για παράνομη επέμβαση τόσο από πλευράς του Εναγομένου 1 όσο και από πλευράς της Εναγομένης 2, εργολάβου του έργου. Έχοντας ως δεδομένο, συνέχισε, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εξασφάλισης του συντηρητικού διατάγματος και καταχώρησης της αγωγής δεν υπήρχε οποιαδήποτε γνωστοποίηση είτε της απαλλοτρίωσης είτε του εκδοθέντος διατάγματος επίταξης (κάτι που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο) ως ο Νόμος ορίζει, οι Ενάγουσες λόγω ακριβώς αυτής της αστοχίας ή παράλειψης του Εναγομένου 1 να τους ενημερώσει αναγκάστηκαν δικαιολογημένα να υποβληθούν σε έξοδα και να εγείρουν αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και
  12. Επομένως, ήτο η κατάληξη του, ότι τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα θα πρέπει να βαρύνουν την Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή τον Εναγόμενο
  13. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου 1 υιοθέτησε κατ' αρχάς τους λόγους ένστασης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Διαφώνησε με τις θέσεις της πλευράς των Εναγόντων και έδωσε τις δικές της εξηγήσεις. Από τη στιγμή συνέχισε, που είχαν εκδοθεί δύο διοικητικές πράξεις της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης και του διατάγματος επίταξης οι οποίες είχαν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 15.1.2013, είχε δηλαδή προωθηθεί η νόμιμη διαδικασία της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης με τη δημοσίευση της και την ίδια μέρα για σκοπούς καθαρά υλοποίησης των σκοπών της προτιθέμενης απαλλοτρίωσης είχε δημοσιευτεί το διάταγμα επίταξης για να νομιμοποιηθούν οι Αρχές να προβούν στις ανάλογες μετρήσεις ενόψει του αναμενόμενου διατάγματος απαλλοτρίωσης και να γίνει η νενομισμένη προσφορά μέσα στην προθεσμία που προϋποθέτει ο Νόμος, θεωρεί ότι δεν είναι σωστό ούτε δίκαιο να επωμιστεί η Δημοκρατία οποιαδήποτε έξοδα άλλων διαδίκων. Ήτο η τελική εισήγηση της ότι είναι ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εναγομένη 2 υιοθέτησε κατ' αρχάς τους λόγους ένστασης και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν. Η Εναγόμενη 2, συνέχισε, είναι ο εργολάβος του επίδικου έργου και ο εργοδότης του έργου, η Κυπριακή Δημοκρατία, έχει σε ισχύ διάταγμα επίταξης και απαλλοτρίωσης (Τεκμήριο Δ στην ένσταση) και επομένως είχε δικαίωμα να εισέλθει στο ακίνητο των Εναγουσών ιδιοκτητών του ακινήτου που επηρεάζετο από το διάταγμα επίταξης και απαλλοτρίωσης και τα οποία δεν έχουν προσβληθεί με οποιαδήποτε προσφυγή από τις Ενάγουσες-Αιτήτριες. Ήτο η θέση της ότι η αγωγή που καταχωρήθηκε μέσω γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και έχει ως βάση την παράνομη επέμβαση δεν θα είχε οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας εναντίον της Εναγομένης 2 και ως εκ τούτου ζήτησε τα έξοδα τόσο της αίτησης ημερομηνίας 20.5.2013 όσο και της αγωγής. Το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου προνοεί τα εξής: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχει πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Η Δ.59, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα πιο κάτω: "
  14. Subject to the provisions of any law or Rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund." Σε μετάφραση: «59.
  15. Τηρουμένων των προνοιών οιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού τα έξοδα ενός συμβάντος σε οιανδήποτε διαδικασία θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή Δικαστή που μπορεί να εξουσιοδοτήσει ένα εκτελεστή διαχειριστή ή θεματοφύλακα ο οποίος δεν ήγειρε ή δεν ενήργησε αδικαιολόγητα σε μια διαδικασία να πληρωθεί τα έξοδα του από συγκεκριμένη περιουσία ή ταμείον.» Στην υπόθεση Φιλίππου v. Φιλίππου

(1990)1 Α.Α.Δ. 890, λέχθηκε ότι: «.παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.» Περαιτέρω στην υπόθεση Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides(1959 -60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Ακόμα στην υπόθεση Χάσικος και άλλοι v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι «η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη» και επαναλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα αποτελεί τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Τονίζεται επίσης ότι απόκλιση από αυτό τον κανόνα πρακτικής δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της (βλ. επίσης Δοξούλλα Κυριάκου v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 416). Στην Ζαβρού v. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, λέχθηκε επίσης ότι: « Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.» Τέλος στην Φιλίππου v. Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: «Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή (βλέπε σχετικά Baylis Baxter Ltd v Sabath (στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω): Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Saab and Another v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499).» Η νεότερη νομολογία επί του επί του ζητήματος επιβεβαιώνει τις πιο πάνω αρχές (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνου κ.α. v. Εκδ. Ετ. Δημόκριτος Λτδ κ.α.
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1001). Στην παρούσα υπόθεση η πλευρά των Εναγουσών προχώρησε στην απόσυρση τόσο της αίτησης ημερομηνίας 20.5.2013 όσο και της αγωγής. Η πλευρά των Εναγομένων δεν έφερε ένσταση στην απόσυρση. Η διαφωνία των πλευρών έγκειται στο θέμα των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των Εναγουσών δεν προωθεί την αγωγή και την αίτηση ημερομηνίας 20.5.2014 αναφέροντας ότι έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου. Υποστηρίζει ότι λόγω την πιο πάνω δηλώσεων οι Ενάγουσες δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι εκπρόσωποι όμως των Εναγομένων κατά το στάδιο των αγορεύσεων ανέφεραν ότι υιοθετούν τους λόγους ένστασης τους στην αίτηση ημερομηνίας 20.5.2014. Ο Εναγόμενος 1 προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι οι Ενάγουσες-Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία ή τους διαδικαστικούς Κανονισμούς να καταχωρήσουν την ως άνω αίτηση, ότι χρησιμοποίησαν λανθασμένη διαδικασία ή και ένδικο μέσο για προώθηση της αίτησης, ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή και αντικανονική ή και νομικά και πραγματικά αστήριχτη, αδικαιολόγητη ή και κακόπιστη ή και αχρείαστη ή και σκανδαλώδης, αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών Θεσμών ή και της Δικαστικής Διαδικασίας και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είναι αδικαιολόγητη, ότι η αίτηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία ή και αχρείαστη ή και στοχεύει στην καθυστέρηση της διαδικασίας εκτέλεσης του έργου, ότι οι Ενάγουσες-Αιτήτριες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς ή και διαγωγής ή και εγγράφων ή και κακοπιστίας στην προώθηση της αίτησης, ότι οι Ενάγουσες αντικανονικά και παράτυπα χρησιμοποίησαν λανθασμένο τίτλο αγωγής ή και λανθασμένο όνομα διαδίκου, ότι η Ενάγουσες-Αιτήτριες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα ή και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, ότι δεν πληρούνται ή και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για έκδοση και παραμονή σε ισχύ του αιτούμενου διατάγματος, ότι αν ήθελε εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα ή και οι άλλες αιτούμενες θεραπείες θα προκληθούν δυσβάστακτα οικονομικά βάρη ή και ζημιές στον Εναγόμενο1-Καθ΄ ου η αίτηση. Από την πλευρά της η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι η αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 είναι ουσία και νόμω αβάσιμη και στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου για τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση και η αγωγή είναι καταχρηστικές, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει κανένα σκοπό, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι οι Ενάγουσες-Αιτήτριες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ότι οι αιτούμενες στην αγωγή θεραπείες στερούνται νομικού ερείσματος, ότι η αγωγή είναι πρόωρη και καμιά θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί από το Δικαστήριο, υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τις Ενάγουσες στην προβολή της απαίτησης τους και στην καταχώρηση της αίτησης, ότι η αγωγή και κατ' επέκταση η αίτηση είναι ελαττωματική ή και παράτυπη ή και άκυρη ή και αντικανονική και δεν βασίζεται στη σωστή νομική βάση ή και στο σωστό τύπο, ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2-Καθ΄ ης η αίτηση, ότι τα επίδικα διατάγματα δεν μπορούν να εκτελεστούν, ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι, ότι δεν στοιχειοθετείται το κατ' επείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση ούτως ώστε ο Αιτητής να νομιμοποιείται να ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ότι στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει οι Αιτήτριες δεν καταδεικνύουν με γεγονότα ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεγαλύτερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και τέλος ότι για το επίδικο ακίνητο έχει εκδοθεί διάταγμα απαλλοτρίωσης και διάταγμα επίταξης που ήταν σε γνώση των Αιτητών ή και θα μπορούσε να ήταν σε γνώση τους με ανάλογη επιμέλεια και φροντίδα. Ενόψει του πιο πάνω πολύ μεγάλου αριθμού λόγων ένστασης στους οποίους και οι δύο Εναγόμενοι εμμένουν, κρίνω ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει ως προς τα έξοδα της αίτησης ως η εισήγηση του εκπροσώπου των Εναγουσών έχοντας υπόψη τα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ορφανίδης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 874, το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας την έφεση αποφάσισε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στη βάση του οποίου άσκησε τη διακριτική του εξουσία σε σχέση με τα έξοδα, πως ήταν αρχικώς δικαιολογημένη η καταχώρηση της αίτησης, δεν εύρισκε έρεισμα στα δεδομένα της υπόθεσης. Δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη βάσιμου λόγου, ο οποίος, στο πλαίσιο της κατά δικαστικό τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, θα επέτρεπε την επιδίκαση των εξόδων, ουσιαστικά υπέρ του αποτυχούντος αντί υπέρ του επιτυχούντος διαδίκου. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που είναι το αποτέλεσμα της δίκης που στην παρούσα υπόθεση είναι η απόρριψη της αίτησης (και της αγωγής). Η πλευρά του Εναγόμενου 1 δεν ζήτησε έξοδα και εισηγήθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Η πλευρά όμως της Εναγόμενης 2 ζήτησε τα έξοδα της. Η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά των διαδίκων όσον αφορά την παρούσα αίτηση δεν ήταν η ταχεία εκδίκαση της. Ζητήθηκε και ορίστηκε αρκετές φορές δια οδηγίες τις περισσότερες φορές χωρίς να δοθεί διαταγή για έξοδα ή χωρίς έξοδα. Η πλευρά των Εναγουσών και της Εναγόμενης 2 κατεχώρησαν σημαντικό αριθμό αιτήσεων οι οποίες είτε αποσύρθηκαν χωρίς έξοδα είτε εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Η συμπεριφορά των διαδίκων είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και έχοντας υπόψη τη συμπεριφορά των διαδίκων όσον αφορά τόσο την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 20.5.2014 όσο και τα άλλα διαβήματα που έγιναν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ως επίσης το γεγονός ότι η αίτηση (όπως και η αγωγή) έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, θέση την οποία δεν αμφισβήτησε η πλευρά των Εναγομένων, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμισθεί τα έξοδα της. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη μου όσον αφορά την αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 κρίνω ότι η ίδια διαταγή θα πρέπει να δοθεί και όσον αφορά την αγωγή. Σημειώνεται ότι όσον αφορά την αγωγή έχει καταχωρηθεί μόνο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και σημειώματα εμφάνισης. Ως εκ των ανωτέρω δίδεται άδεια για απόσυρση τόσο της αίτησης ημερομηνίας 20.5.2013 όσο και της παρούσας αγωγής οι οποίες απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα εκδίδεται διαταγή για έξοδα ως ανωτέρω. (Υπ.) ................. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.