ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. PRITEK DATAFORMS EXPRESS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 1740/06, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A150 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1740/06 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόντων - και -
- PRITEK DATAFORMS EXPRESS LTD
- Μιχάλης Μούντη
- Λούλλα Μούντη
- MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD
- CRS SERVICES LTD Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 30.1.14 για ακύρωση και/ή παραμερισμό απόφασης --------------------- 8.7.14 Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη 3: Κα Αργεντούλλα Ιωάννου (κα Ε. Ιωάννου ν' ακούσει απόφαση) Για την Καθ'ης η Αίτηση-Ενάγουσα: Κα Γ. Μαλέκκου (κα Α. Κακογιάννη ν' ακούσει απόφαση) E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 3 ζητά την έκδοση των εξής διαταγμάτων: «
- Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) η Απόφαση ημερομηνίας 13/3/2012 που εξέδωσε το Δικαστήριο σε βάρος της Αιτήτριας - Εναγόμενης αρ. 3 στην παρούσα Αγωγή ερήμην της Αιτήτριας - Εναγόμενης αρ.
- Παραμερισμό της Δικαστικής πράξης και/ή απόφασης και/ή διαταγής δια της οποίας απερρίφθη η Ανταπαίτηση της Αιτήτριας και Επαναφορά (Reinstatement) της Ανταπαίτησης της Αιτήτριας στην πιο πάνω Αγωγή.
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή οδηγίες που θεωρεί ορθό και δίκαιο να δώσει το Δικαστήριο.
- Όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής μεταξύ της Αιτήτριας και των Εναγόντων μετά που θα επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης από το Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 30
(1),
(2), και
(3)του Συντάγματος, στη Δ.12 θθ.1-7, Δ.17 θ.3, 5, 7 και 10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.1-
- Δ.50 θ.1, 2 και 3, Δ.51, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 3-13 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης 3, ημερ. 30.1.14 όπου προβαίνει στην παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης από την ημερομηνία καταχώρισης της στις 12.10.06 μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που αφορά η παρούσα αίτηση. Είναι ισχυρισμός της ότι δεν είχε και δεν έχει καμία σχέση με τη διεύθυνση Λεωφόρος Αθηνών 12, 8102 Πάφος που φέρεται ως η διεύθυνση της στο Κλητήριο Ένταλμα και ουδέποτε της επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ευθύς ως της επιδόθηκε η αγωγή, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της η δικηγόρος Αργεντούλλα Ιωάννου και δόθηκε ως διεύθυνση επίδοσης της το δικηγορικό γραφείο της συγκεκριμένης δικηγόρου που είναι Λεωφόρος Μακαρίου Γ αρ. 240, Π. Λόρδος Σέντερ Μπλοκ Α, γραφείο 501 στη Λεμεσό, φ/δι το δικηγορικό γραφείο του κ. Γιώργου Σιαηλή Γωνία Κινύρα και Κοροίβου, Μέγαρο Οθων Γαλαξίας, 1ος όροφος, διαμ. 102-103 στην Πάφο. Ως διεύθυνση επίδοσης σε σχέση με την παρούσα διαδικασία η Εναγόμενη 3 θεωρεί εκείνη που δηλώθηκε με το σημείωμα εμφάνισης της δικηγόρου της η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Ως ισχυρίζεται η ίδια τα τελευταία πέντε χρόνια διαμένει στη διεύθυνση Μίντζη 5 στη Γεροσκήπου, ενώ προηγουμένως διέμενε στην οδό Σπετσών 11 στην Πάφο. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η Εναγόμενη 3 υιοθετεί τα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της στην αίτηση της Ενάγουσας ημερ. 12.6.07 για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων καθώς και στα επισυναφθέντα τεκμήρια, τα οποία και δεικνύουν την υπεράσπιση της στην παρούσα αγωγή. Όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, το Μάιο του 2009 αποφάσισε να χειριστεί μόνη της την υπόθεση μετά την απόσυρση της δικηγόρου της και το Σεπτέμβριο του 2009 προέβη σε αίτηση για εξαίρεση του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία όμως απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 2.11.
- Η απόφαση του εφεσιβλήθηκε από την ίδια με την Πολιτική Έφεση 343/09, αλλά επειδή ο Πρόεδρος που εξέδωσε την απόφαση αφυπηρέτησε, τον Ιούνιο του 2012 επικοινώνησε προφορικά με το Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δήλωσε την πρόθεση της για απόσυρση της Έφεσης, η οποία τελικά, όπως η ίδια πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από το Ανώτατο Δικαστήριο την προηγούμενη βδομάδα, απορρίφθηκε το Μάρτιο του
- Από τον Ιούνιο του 2012 ανέμενε να ειδοποιηθεί από το Δικαστήριο Πάφου για την ημερομηνία ορισμού της παρούσας αγωγής αφού εν τω μεταξύ προέβη σε πολλά εξωδικαστικά διαβήματα περιλαμβανομένης και καταγγελίας της Ενάγουσας Τράπεζας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η ουσία των καταγγελιών της αφορά σε επιλήψιμη συμπεριφορά της Τράπεζας, όπως άσκηση ψυχικής και αθέμιτης πίεσης σε βάρος της Αιτήτριας προς το σκοπό υπογραφής των προσωπικών εγγυήσεων και των άλλων εξασφαλίσεων που έδωσε στην Τράπεζα. Στις επιστολές αυτές τις οποίες επεσύναψε στην ένορκη της δήλωση, αναφέρει τις θέσεις της σε σχέση τόσο με τις παρανομίες της Τράπεζας κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, αλλά και κατά τη λειτουργία των επίδικων δανείων. Επίσης στις 4.2.13 επισκέφθηκε μαζί με τη δικηγόρο Αργεντούλλα Ιωάννου την Κεντρική Τράπεζα για συζήτηση της παρούσας Αγωγής αλλά και άλλων Αγωγών που καταχώρισε η Ενάγουσα Τράπεζα εναντίον της. Είναι ισχυρισμός της ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο είτε για την έκδοση απόφασης εναντίον της, είτε για να εμφανιστεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής. Μάλιστα αρχές Δεκεμβρίου του 2013 κατά την επίσκεψη της στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ενημερώθηκε ότι είχεν ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον της από τις 13.12.12, ενώ η ίδια μεταξύ των ημερομηνιών 14 και 23.12.13 απουσίαζε στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Με την επιστροφή της στην Κύπρο ζήτησε από το δικηγόρο Σάββα Βασιλείου να προβεί σε έρευνα του φακέλου για να διαφανούν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 13.12.
- Από έρευνα στις 30.12.13 διαφάνηκε ότι επιχειρήθηκε αρχικά η επίδοση επιστολής στην ίδια ημερ. 12.10.12 από το Πρωτοκολλητείο με την οποία φέρεται να την πληροφορούσαν ότι η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 30.10.12 αλλά από το σχετικό σημείωμα του δικαστικού επιδότη στο φάκελο διαφαίνεται ότι δεν της επιδόθηκε γιατί δήθεν εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση. Επιχειρήθηκε επίσης να ταχυδρομηθεί στην ίδια διεύθυνση, οδός Αθηνών αρ. 12, άλλη επιστολή ημερ. 19.11.12 με την οποία φέρεται να την πληροφορούσε το Πρωτοκολλητείο ότι η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 28.11.12 η οποία πάλι επιστράφηκε ανεπίδοτη από το ταχυδρομείο με την ένδειξη «gone away". H ίδια ουδέποτε διέμενε στην οδό Αθηνών 12 στην Πάφο, και ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με την διεύθυνση αυτή. Εξ όσων γνωρίζει, η πιο πάνω διεύθυνση αποτελούσε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης εταιρείας
- Είναι της άποψης ότι η επιστολή θα έπρεπε να της επιδοθεί στη διεύθυνση που αναγράφεται στο σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της, άσχετα αν η δικηγόρος της αποσύρθηκε από την υπόθεση. Σύμφωνα με την συμβουλή που πήρε από τη δικηγόρο της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της αποστερήσει το δικαίωμα να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης και να προχωρήσει με την απόδειξη της Ανταπαίτησης της. Η Εναγόμενη 3 πιστεύει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και σε καμία περίπτωση παρατηρήθηκε καθυστέρηση ή αμέλεια ή αδιαφορία από μέρους της στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η υπεράσπιση της εμφαίνεται από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της που είναι καταχωρημένη στο φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί. Εισηγείται δε ότι οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν στην Ενάγουσα Τράπεζα ήταν προϊόντα αθέμιτης και ψυχικής πίεσης γι' αυτό και δεν τη δεσμεύουν. Επαναλαμβάνει επίσης τις θέσεις της που προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση της ημερ. 5.10.07 που συνοδεύει την ένσταση της σε αίτηση της Ενάγουσας Τράπεζας για συνοπτική απόφαση που αποδεικνύουν ότι η Ενάγουσα τράπεζα περιέλαβε παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις στα ποσά που αξιώνει στην αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι με τις επιστολές της ημερ. 7.8.2003 και 21.1.2004 η ίδια ετερμάτισε τις εγγυήσεις της προς όλους τους λογαριασμούς της Τράπεζας σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία αλλά η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 1.11.2003, ανκαι αναγνώρισε το δικαίωμα της για τερματισμό των εγγυήσεων, εντούτοις δεν αποδέχθηκε τον τερματισμό, ως παράνομο και αντικανονικό. Ο τερματισμός των εγγυήσεων της συνιστά σημαντική υπεράσπιση που αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τον τερματισμό, τότε η ίδια δεν οφείλει κανένα ποσό στην Ενάγουσα Τράπεζα. Σ' όσον αφορά το λόγο που δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την έκδοση της εναντίον της απόφασης οφειλόταν στην πεποίθηση και αναμονή της ότι θα ειδοποιείτο από το Δικαστήριο, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Όλες οι προηγούμενες διαδικασίες στην υπόθεση επιδίδονταν στην ίδια στο σχολείο στο οποίο ασκούσε το επάγγελμα της ως καθηγήτρια, γεγονός το οποίο γνώριζαν τόσο οι δικαστικοί επιδότες, όσο και ο Πρωτοκολλητής. Είναι εισήγηση της ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της και να προβεί σε ακύρωση της εκδοθείσης απόφασης η οποία λήφθηκε μεν νομότυπα και ερήμην της ιδίας, αλλά είναι αποτέλεσμα παράλειψης τήρησης δικονομικού κανόνα και εφόσον λήφθηκε παράνομα θα πρέπει να παραμεριστεί άνευ όρων. Υποβάλλει τέλος ότι στις 12.10.12 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στην αίτηση πτώχευσης 90/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, οπότε δεν θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της υπό την προσωπική της ιδιότητα, αλλά μόνο μέσω του Επίσημου Παραλήπτη. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 11.6.14 επέτρεψε στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όπως και έγινε. Στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερ. 12.6.14 διευκρινίζει ότι το Κλητήριο Ένταλμα και ο κατάλογος εξόδων της δικηγόρου της, της επιδόθηκαν προσωπικά στο χώρο εργασίας της, δηλ. στο σχολείο που εργαζόταν ως καθηγήτρια, αφού ο επιδότης επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της και ενημερώθηκε που βρισκόταν. Σ' όσον αφορά τη διεύθυνση που αναγράφεται στα διάφορα έγγραφα της Τράπεζας που υπέγραψε και αποτελούν εγγυήσεις, αυτά ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού γι' αυτό και δεν τη δεσμεύουν. Επίσης έλαβε γνώση της επιστολής των Καθ'ων η Αίτηση ημερ. 17.11.03, που στάληκε σε απάντηση επιστολής της τότε δικηγόρου της Αρίστης Κορακίδου, μέσω της ιδίας της δικηγόρου της. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας Τράπεζας η οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process of the Court), εφόσον η αιτήτρια επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (γ) Οι ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (δ) Η εναγόμενη 3/αιτήτρια δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο και το μη διορισμό νέου δικηγόρου. (ε) Η εναγόμενη 3/αιτήτρια απέτυχε να επιδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (στ) Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 3/αιτήτριας είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αντικρουόμενοι και/ή ατεκμηρίωτοι. (ζ) Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (laches) στην καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως (ήτοι 3 χρόνια περίπου από την 01.02.2011 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης και/ή 1.5 περίπου χρόνο από την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3), η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (η) Η εναγόμενη 3/αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (θ) Η εναγόμενη 3/αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ι) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια της εναγόμενης 3/αιτήτριας να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων της προς τους ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση. (κ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση. (λ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Νικολέτας Ζαμπυρίνη, ημερομηνίας 10.4.14 η οποία επαναλαμβάνει ουσιαστικά και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Τονίζει την υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης και την κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, όπως εξάγεται από το ιστορικό της υπόθεσης και το φάκελο του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Η νομολογία αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο ο παραμερισμός απόφασης. Η πρώτη όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, όπου σε τέτοια περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση. Ο Εναγόμενος στην περίπτωση αυτή δικαιωματικά (ex debitio justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο αφ' ης στιγμής ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αλλά και τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της διαφαίνεται ότι στηρίζει την αίτηση της κυρίως στο θέμα της αντικανονικότητας. Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά εκδόθηκε η απόφαση, αλλά ο Εναγόμενος λόγω παράλειψης του δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος του απόφαση. Σ' αυτή την περίπτωση εντάσσονται οι πρόνοιες της Δ.17 θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, της Δ.26 θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης και τέλος της Δ.33 θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Σ' όσον αφορά την πρώτη περίπτωση που αφορά την αντικανονικότητα, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη έχει διακριτική εξουσία να προβεί σε παραμερισμό της, εάν ο Εναγόμενος αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, καθώς και ότι η απουσία του ήταν δικαιολογημένη. Η αίτηση προωθήθηκε ενώπιον μου έχοντας ως κύρια βάση την αντικανονικότητα της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης που εστιάζεται στη μη ενημέρωση της Αιτήτριας για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της υπό κρίση αίτησης και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση ερήμην της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ πολύ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, δίνοντας έμφαση στα σημεία που αφορούν στην εμφάνιση της, όπως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης, στον οποίον έχω ανατρέξει. Σημειώνεται ότι η παράθεση του ιστορικού περιορίζεται σ' όσον αφορά την Εναγόμενη 3 και μόνο. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να τονιστεί ότι από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.12 και την απόφαση του διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της Ανταπαίτησης και ούτε την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Συνεπώς, κρίνω ότι η αίτηση περιορίζεται μόνο σ' όσον αφορά την εναντίον της Εναγόμενης 3 απόφασης για πληρωμή διαφόρων ποσών και εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.5.06 σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.6). Στις 27.12.06 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από την δικηγόρο Αργεντούλλα Ιωάννου για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια και στις 20.6.07 νέο σημείωμα εμφάνισης από την ίδια δικηγόρο μετά την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Στο σημείωμα εμφάνισης δίδεται ως διεύθυνση για επίδοση «το δικηγορικό γραφείο της κας Αργεντούλλας Ιωάννου, Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Γ, αρ. 240, Π. Λόρδος Σέντερ, Μπλοκ Α, γραφείο 501, Λεμεσός». Στις 12.6.07 καταχωρήθηκε αίτηση από πλευράς Ενάγουσας για απαγορευτικά διατάγματα εναντίον της Εναγομένης 3, όπου κατόπιν ακρόασης και αφού μεσολάβησαν άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 20.11.07 η επιφυλαχθείσα απόφαση του με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Στις 4.7.08 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 3 με την οποία επιζητεί την ακύρωση των εγγυήσεων που έδωσε στην Τράπεζα λόγω άσκησης ψυχικής πίεσης και ή εξαναγκασμού σε βάρος της από μέρους της Τράπεζας και/ή ελλείψει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Στην Υπεράσπιση της παρατίθενται οι λεπτομέρειες της επιληψίμου συμπεριφοράς της Ενάγουσας σε βάρος της, καθώς και οι λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 2, πρώην συζύγου της, που σκοπό είχαν να δώσει η Εναγόμενη 3 τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις προς όφελος και/ή για λογαριασμό των Εναγομένων εταιρειών. Στις 12.11.08 καταχωρήθηκε από πλευράς Ενάγουσας η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης
- Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 17.12.08 και μετά γι' ακρόαση στις 19.5.
- Στις 26.5.09 που ήταν ορισμένη για οδηγίες, στην παρουσία της Εναγομένης 3 δόθηκε άδεια στην Αργεντούλλα Ιωάννου, κατόπιν σχετικού αιτήματος της ενόψει διαφορών που προέκυψαν με την πελάτιδα της, να αποσυρθεί από δικηγόρος της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε επίσης διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων από μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας. Στις 2.6.09 καταχωρήθηκε αίτηση από πλευράς Ενάγουσας όπως όλοι οι Εναγόμενοι προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Η αίτηση αυτή απευθύνετο στη δικηγόρο των Εναγομένων 1, 2, 4 και 5 και στην Εναγόμενη 3 προσωπικά, στη διεύθυνση Λεωφόρος Αθηνών 12 στην Πάφο. Η Εναγόμενη 3 εμφανίστηκε προσωπικά στο Δικαστήριο στις 22.6.
- Στις 3.7.09 εκδόθηκε στην παρουσία της Εναγόμενης 3 διάταγμα εναντίον της για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και στις 6.7.09 συμμορφώθηκε με το σχετικό διάταγμα. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες σε σχέση με την Εναγόμενη 3 στις 4.10.10 ημερομηνία κατά την οποία η ίδια ήταν παρούσα προσωπικά, εφόσον φαίνεται να της είχε επιδοθεί προσωπικά, στην Αγία Μαρινούδα, Γεροσκήπου, ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή για την ημερομηνία ορισμού (βλ. Ένορκη Δήλωση Επίδοσης ημερ. 1.7.10). Ακολούθησε στις 31.5.10 αίτηση για ορισμό της Αγωγής. Στις 15.12.10 η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια πάλι εμφανίστηκε προσωπικά και η αγωγή αναβλήθηκε για την 1.2.11 για να ειδοποιηθούν οι υπόλοιποι εναγόμενοι για την ημερομηνία ορισμού. Κατά την τελευταία ημερομηνία η Εναγόμενη 3 ήταν απούσα και η υπόθεση τέθηκε εκτός πινακίου μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση που καταχώρησε η Εναγόμενη 3 κατά την απόφασης του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να μην εξαιρεθεί από την εκδίκαση της υπόθεσης και δόθηκαν οδηγίες όπως, όταν εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, να υποβληθεί ξανά αίτηση ορισμού. Στις 4.10.12 ο φάκελος της υπόθεσης τέθηκε ενώπιον της Προέδρου από το Πρωτοκολλητείο η οποία την όρισε για τις 30.10.12 δίνοντας οδηγίες όπως το Πρωτοκολλητείο να ενημερώσει τους διαδίκους για την ημερομηνία. Εντοπίζεται σημείωση του δικαστικού επιδότη ότι η ειδοποίηση αυτή του Πρωτοκολλητή δεν επιδόθηκε στην Αιτήτρια «επειδή εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση Λεωφόρο Αθηνών 12, Πάφος». Στις 30.10.12 ουδείς εναγόμενος ήταν παρών και η αγωγή ορίστηκε ξανά για τις 14.11.12 για περαιτέρω προγραμματισμό. Κατ' εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο διέταξε όπως αποσταλεί σε όλους τους Εναγόμενους επιστολή με το σύνηθες ταχυδρομείο στη διεύθυνση τους που αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα και στην οποία τους είχεν επιδοθεί η Αγωγή, νοουμένου ότι δεν είχε ειδοποιηθεί το Πρωτοκολλητείο από τους Εναγόμενους για τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης τους, πληροφορώντας τους ότι η Αγωγή ορίστηκε για τις 28.11.
- Εντοπίζεται ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερ. 19.11.12 ότι στάληκαν οι επιστολές, γι' αυτό και στις 28.11.12 το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για απόδειξη στις 13.12.12, ημερομηνία κατά την οποίαν εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων. Εντοπίζεται επίσης η ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερ. 19.11.12 και ο φάκελος εντός του οποίου είχεν τεθεί, όπου σύμφωνα με τη σημείωση του ταχυδρομείου επιστράφηκε με την ένδειξη ότι η Λούλλα Μούντη εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση, που ήταν «Λεωφόρος Αθηνών 12, Πάφος». Επί της ειδοποίησης υπάρχει σφραγίδα του Δικαστηρίου ότι παρελήφθη πίσω η επιστολή στις 23.11.
- Σημειώνεται ότι η ορθή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είναι η 13.12.12 και όχι 13.13.12 που αναγράφεται στην παρούσα αίτηση. Στις 30.1.14 η Εναγόμενη 3 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης με την κα Αργεντούλλα Ιωάννου, που την εκπροσωπούσε αρχικά και σε κάποιο στάδιο είχεν αποσυρθεί, και την ίδια ημέρα την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται ότι και η οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, και 5 εκπροσωπούντο αρχικά με άλλη δικηγόρο, η οποία επίσης σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε και εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο η μη εμφάνιση της Αιτήτριας στις 28.11.12 και μετά στις 13.12.12, όταν εκδόθηκε η εναντίον της απόφαση, οφειλόταν στο ότι δεν έτυχε ενημέρωσης της ημερομηνίας ορισμού από το Δικαστήριο. Αυτή είναι και η κύρια θέση της Αιτήτριας προς υποστήριξη της εισήγησης της περί αντικανονικότητας της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι φανερό ότι μετά την απόσυρση της δικηγόρου της στις 26.5.09, λόγω διαφωνιών μεταξύ τους ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις η Αιτήτρια εμφανίστηκε προσωπικά στο Δικαστήριο υπερασπιζόμενη το άτομο της, χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για αλλαγή διεύθυνσης επίδοσης. Και τα δύο σημειώματα εμφάνισης που καταχωρήθηκαν από την δικηγόρο Αργεντούλλα Ιωάννου, δηλαδή εκείνο ημερομηνίας 27.6.06 και το άλλο 20.6.07, καθόριζαν ως διεύθυνση επίδοσης της Εναγόμενης 3 το δικηγορικό γραφείο της κας Ιωάννου στη Λεμεσό, που βρίσκεται σίγουρα εκτός των δημοτικών ορίων της πόλης Πάφου, όπου βρίσκεται το Πρωτοκολλητείο του παρόντος Δικαστηρίου, κατά παράβαση των προνοιών της Δ.50 θ.1
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Γραφείο επίδοσης εντός των δημοτικών ορίων Πάφου για την Αιτήτρια δίνεται από τη πιο πάνω δικηγόρο με τις διάφορες αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από πλευράς Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας, όπως εκείνη ημερομηνίας 27.9.07 για επέκταση του χρόνου καταχώρισης ένστασης σε αίτηση της Ενάγουσας, άλλης αίτησης ημερομηνίας 28.9.07 για άδεια του Δικαστηρίου αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα σε αίτηση της Ενάγουσας κ.ά.. Στις πλείστες ενδιάμεσες διαδικασίες δίνεται ως γραφείο επίδοσης της Αιτήτριας το δικηγορικό γραφείο του κ. Γιώργου Σιαηλή στην Πάφο, ενώ στην ένσταση της Αιτήτριας στην αίτηση της Ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα, το δικηγορικό γραφείο της κας Ιωάννου στη Λεμεσό. Με την απόσυρση της κας Ιωάννου από δικηγόρος της Εναγόμενης 3, αυτή ουδέποτε ξαναεμφανίστηκε στην υπόθεση μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλ' ούτε και από το Φάκελο της υπόθεσης φαίνεται να της επιδόθηκε οτιδήποτε. Σημειώνεται ότι καμιά δήλωση δεν έγινε είτε από πλευράς της Αιτήτριας ή της δικηγόρου της που την εκπροσωπούσε, ότι το δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου της ή εκείνο του αντιπροσώπου της στην Πάφο έπαψαν να αποτελούν τη διεύθυνση επίδοσης της Εναγόμενης. Σ' όσον αφορά τον κατάλογο εξόδων της δικηγόρου της που ζήτησε να ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή, φαίνεται να επιδόθηκε προσωπικά η αίτηση στην Αιτήτρια στις 6.11.
- Σημειώνεται ότι άνκαι στον κατάλογο δίνεται η διεύθυνση «Λεωφόρος Αθηνών 12», στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια διευκρινίζει ότι η αίτηση των εξόδων της επιδόθηκε στο σχολείο που υπηρετούσε ως καθηγήτρια. Σχετική Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη βρίσκεται στο φάκελο. Επίσης από την Ένορκη Δήλωση Ιδιώτη Επιδότη ημερομηνίας 3.7.09, διαφαίνεται ότι της επιδόθηκε προσωπικά στις 2.7.09 η Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων του Χριστάκη Παπαχριστοδούλου, για λογαριασμό της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τα πρακτικά του φακέλου, η Αγωγή παρέμεινε εκτός πινακίου από την 1.2.11 μέχρι τις 30.10.12, που ορίστηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, είναι φανερό ότι η Αιτήτρια ουδέποτε πληροφορήθηκε από τον Πρωτοκολλητή για τον ορισμό της υπόθεσης αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον η μεν πρώτη ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή πληροφόρησης της Αιτήτριας για τον ορισμό της υπόθεσης στις 30.10.12 επιστράφη στο Δικαστήριο από τον δικαστικόν επιδότη ανεπίδοτη με τη δικαιολογία ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση. Σημειώνεται ότι είχεν δοθεί η διεύθυνση «Λεωφόρος Αθηνών 12, Πάφος» που φαίνεται και στο Κλητήριο Ένταλμα ως η διεύθυνση της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια με την ένορκη δήλωση της επεξηγεί επακριβώς σε τι αφορά η διεύθυνση «Λεωφόρος Αθηνών 12, Πάφος», στην οποία ο δικαστικός επιδότης απευθύνθηκε, ότι δηλαδή ήταν το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1, με το οποίο η ίδια δεν είχεν καμία σχέση. Η δε δεύτερη επιστολή του Πρωτοκολλητή που ακολούθησε και πληροφορούσε την Αιτήτρια για τη νέα ημερομηνία ορισμού, δηλαδή την 28.11.12 η οποία είχεν αποσταλεί ταχυδρομικώς αυτή τη φορά στην ίδια πιο πάνω διεύθυνση, επεστράφη ανεπίδοτη με την ίδια ένδειξη. Ήταν φυσικό επακόλουθο η επιστροφή της ειδοποίησης από το ταχυδρομείο ως ανεπίδοτης, εφόσον στάληκε στην ίδια διεύθυνση όπου ο δικαστικός επιδότης είχε δηλώσει προ ενός μηνός περίπου ότι η Αιτήτρια την είχεν εγκαταλείψει. Συνεπώς, με τα πιο πάνω δεδομένα, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να κατατείνει στο ότι η Αιτήτρια έλαβε ποτέ γνώση από το Δικαστήριο ή από αλλού, είτε της ημερομηνίας 30.10.12 που ορίστηκε αρχικά για οδηγίες η υπόθεση αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, είτε εκείνης 14.11.12 ή 28.11.12 που ακολούθησαν, λόγω μη ενημέρωσης των Εναγομένων για τις ημερομηνίες 30.10.12 ή 14.11.12 ή 13.12.12 που ορίστηκε τελικά για απόδειξη και κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ναι μεν η πιο πάνω δικηγόρος έπαψε να εκπροσωπεί την Αιτήτρια στη δικαστική διαδικασία σε κάποιο στάδιο, αλλά το δικηγορικό γραφείο της φ/δι γραφείο Γιώργου Σιαηλή στην Πάφο, που δηλώθηκε μετά την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης ως γραφείο επίδοσης της Αιτήτριας, συνέχισε προφανώς ως τέτοιο, εφόσον καμιά αλλαγή σε σχέση με το γραφείο επίδοσης δεν εντοπίζεται στο φάκελο της υπόθεσης, και ούτε η συγκεκριμένη δικηγόρος με την απόσυρση της προέβη σε οποιαδήποτε δήλωση ως προς το ότι έπαψε το γραφείο της να θεωρείται ως γραφείο επίδοσης της Αιτήτριας. Η Δ.50 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, πραγματεύεται περί της διεύθυνσης επίδοσης των διαδίκων. Ο θεσμός 3 της Δ.5 προνοεί ότι ο Εναγόμενος θα δίδει τη διεύθυνση επίδοσης του στο σημείωμα εμφάνισης που σύμφωνα με το θεσμό 1(ι) της ίδιας Διαταγής θα πρέπει να είναι κατάλληλο μέρος εντός των δημοτικών ορίων της πόλης στην οποίαν βρίσκεται το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε η Αγωγή. . Η Δ.50 θ.2 προνοεί ότι στην περίπτωση αλλαγής του γραφείου επίδοσης εκκρεμούσης της Αγωγής, ο διάδικος θα πρέπει να δώσει ειδοποίηση της αλλαγής στον Πρωτοκολλητή και στον αντίδικο, διαφορετικά θα ισχύει η παλιά διεύθυνση επίδοσης. Επίσης η Δ.51 θ.1 προνοεί ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορεί να επιδοθεί ή δοθεί στο γραφείο επίδοσης του διαδίκου, αν έχει δώσει, διαφορετικά στη τελευταία γνωστή διεύθυνση του ή συνήθη τόπο διαμονής του. Ως εκ τούτου, ένας τρόπος ενημέρωσης της Αιτήτριας για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης σύμφωνα με τους θεσμούς, είναι η αποστολή της ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή στο γραφείο επίδοσης της Αιτήτριας στην Πάφο που δηλώθηκε σε ενδιάμεσες δικαστικές διαδικασίες. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε γραφείο επίδοσης και ούτε το δικηγορικό γραφείο του κ. Σιαηλή δηλώθηκε ποτέ ως γραφείο επίδοσης της Αιτήτριας στην Πάφο, ο τρόπος που επιχειρήθηκε η ενημέρωση της Αιτήτριας για τον ορισμό της υπόθεσης, δεν είναι σύμφωνος με τις πρόνοιες της Δ.51 θ.
- Και εξηγώ. Η διεύθυνση Λεωφόρος Αθηνών 12, δεν ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση της ή ο τόπος διαμονής της Αιτήτριας, εφόσον σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου μετά την σ' αυτήν επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της επιδόθηκαν δικαστικά έγγραφα και στην Αγία Μαρινούδα, Γεροσκήπου, όπως η ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή που την πληροφορούσε για τον ορισμό της υπόθεσης για τις 4.10.
- Ακόμη και στη περίπτωση που δεν καθίστατο εφικτή η επίδοση της ειδοποίησης ορισμού στη νέα πιο πάνω διεύθυνση, θα έπρεπε να τροχιοδρομηθεί η διαδικασία που προνοείται στη Δ.51 θ.1 να εξασφαλίζετο δηλαδή η άδεια του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση για επίδοση της ειδοποίησης με ένα από τους τρόπους που μπορεί να γίνει επίδοση του Κλητηρίου ή ειδοποίησης. Κάτι που προφανώς δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, καμιά ευθύνη δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Αιτήτρια για την παράλειψη της να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία που ορίστηκε η Αγωγή για οδηγίες, λόγω μη ενημέρωσης της από το Δικαστήριο για τον ορισμό της υπόθεσης και την ημερομηνία της δίκης. Ακόμη και αν ορισμένα δικαστικά έγγραφα να της είχαν επιδοθεί στη διεύθυνση Αθηνών 12, όπως είναι η θέση της Ζαμπυρίνη στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση, το τελευταίο έγγραφο που φέρεται να της επιδόθηκε στην πιο πάνω διεύθυνση είναι η αίτηση για ψήφιση του καταλόγου εξόδων της δικηγόρου της και αυτή επιδόθη στις 6.11.09 δηλαδή τρία χρόνια περίπου πριν την έκδοση της απόφασης. Ο τρόπος που επιχειρήθηκε η ενημέρωση της Αιτήτριας για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης και επαναφορά της στο πίνακα του Δικαστηρίου, με τα δεδομένα του φακέλου δεν εξασφάλιζε κάτι τέτοιο. Σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ζαμπυρίνη στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση, ότι στις 30.10.12 εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο οι δικηγόροι όλων των Εναγομένων, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, εφόσον από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η μόνη που εμφανίστηκε ήταν κάποια Αντωνιάδου για την Ενάγουσα. Έχω εξασφαλίσει αποστενογράφηση του σχετικού πρακτικού που κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: «ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ 1740/06 30.10.2012 Για τους Ενάγοντες: κα Αντωνιάδου Κα Αντωνιάδου: Οι Ενάγοντες έχουν πρόθεση να αλλάξουν δικηγόρο, απλά δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Δικαστήριο: Δεδομένου ότι οι ειδοποιήσεις προς τους Εναγόμενους φαίνεται ότι δεν έχουν δοθεί ακόμη κανονικά, η αγωγή παραμένει για περαιτέρω προγραμματισμό στις 14.11.12 και ώρα 9.00 π.μ. (Υπ.) Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ.» Εκείνο που μπορεί να καταλογιστεί στην Αιτήτρια είναι κάποια καθυστέρηση στη διερεύνηση της τύχης της υπόθεσης, αλλά αυτή η καθυστέρηση κατ' ουδένα λόγο δεν μπορεί να καταστήσει κανονική την διαδικασία έκδοσης της απόφασης, εφόσον η Αιτήτρια ουδέποτε ενημερώθηκε για την ημερομηνία της δίκης για να παραστεί, αποκλείοντας της με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα της να υπερασπιστεί στην υπόθεση και να προωθήσει την Ανταπαίτηση της. Το ζήτημα της καθυστέρησης ενέχει τη σημασία του στην περίπτωση που η Αιτήτρια δεν έλαβε μέτρα για προώθηση της παρούσας αίτησης έγκαιρα ή μόλις έλαβε γνώση του γεγονότος της έκδοσης απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε μετά 1 ½ μήνα περίπου από την ημερομηνία που η Αιτήτρια πληροφορήθηκε την έκδοση της εναντίον της απόφασης. Έχοντας κατά νου και τα διαβήματα της στις διάφορες αρχές σε σχέση με καταγγελίες της εναντίον της Ενάγουσας καθόλο το χρονικό διάστημα του 1 ½ χρόνου που η Αγωγή είχε παραμείνει εκτός πινακίου, ότι έλειπε στο εξωτερικό για το διάστημα μεταξύ 14.12.13 και 23.12.13 για λόγους υγείας, αλλά και την προσωπική εμφάνιση της μετά την απόσυρση της δικηγόρου της σε αριθμό δικασίμων, είμαι της άποψης ότι η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν επέδειξε αδιαφορία ή περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου της ή εγκατέλειψε την υπεράσπιση της. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η μη ενημέρωση της Αιτήτριας για τον ορισμό της υπόθεσης και την επαναφορά της στο πίνακα του Δικαστηρίου, λόγω μη επίδοσης της ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή στην Αιτήτρια είτε προσωπικά, είτε στο γραφείο επίδοσης της στην Πάφο, που την πληροφορούσε για την ημερομηνία ορισμού, συνιστά σοβαρό λόγο για τη μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο, αλλά καταδεικνύει και την αντικανονικότητα της διαδικασίας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για την ημερομηνία της δίκης του για να μπορέσει να εμφανιστεί και να προβάλει την υπεράσπιση του. Συνεπώς το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διατάξει παραμερισμό της εναντίον της Αιτήτριας εκδοθείσης απόφασης, χωρίς καν να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)(Α) 247). Σύμφωνα με τα πιο πάνω, κρίνω ότι επιτυγχάνεται ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.12 λόγω αντικανονικότητας (ex debito justiciae) της διαδικασίας, κατά την οποίαν εκδόθηκε. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου, κρίνω σκόπιμο να τονίσω τα εξής: Η Αιτήτρια επικαλείται τη Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που πραγματεύεται για τον παραμερισμό απόφασης ληφθείσης ερήμην του Εναγόμενου. Στην παρούσα περίπτωση είχεν καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης για την Εναγόμενη 3 με δικηγόρο η οποία σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε και αυτή εμφανίζετο πλέον προσωπικά κατά τις διάφορες δικασίμους που ακολούθησαν. Συνεπώς στην υπό κρίση περίπτωση, αν η Αιτήτρια ειδοποιείτο κανονικά για την ημερομηνία ορισμού, δεν θα τίθετο θέμα έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, αλλά μη εμφάνισης της Αιτήτριας κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση, οπότε θα τίθεντο σε εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.33 θ.3. Στις 28.11.12 θα συντελείτο πλήρως η μη εμφάνιση της Αιτήτριας κατά την ορισθείσα ημερομηνία, οπότε η απόδειξη της υπόθεσης στις 13.12.12 που ακολούθησε θα ήταν σύμφωνη με τους θεσμούς. Η δικηγόρος της Αιτήτριας έθεσε ακόμη ένα λόγο για τον οποίον κρίνει δικαιολογημένο τον παραμερισμό της απόφασης. Είναι εισήγηση της ότι λόγω έκδοσης διατάγματος παραλαβής εναντίον της πελάτιδος της στις 12.10.12, δεν θα μπορούσε να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στις 13.12.12, χωρίς να έχει τροποποιηθεί ο τίτλος της Αγωγής ή να ληφθούν διαβήματα για τη νόμιμη εκπροσώπηση της στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του περί Πτώχευσης Νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 206
(1)/12 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 28.12.12 με τη δημοσίευση του, Αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που άρχισε εναντίον χρεώστη πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, συνεχίζεται και μετά την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου ή τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής, ή άλλης νόμιμης διαδικασίας. Είναι φανερό ότι η πιο πάνω πρόνοια εισήχθηκε στις 28.12.12, οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς έπρεπε να ληφθούν τα δέοντα μέτρα σ' όσον αφορά τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης στη βάση του Νόμου που ίσχυε τότε, ενόψει του διατάγματος παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον της, που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, λόγω της αντικανονικότητας της διαδικασίας που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 3, η εναντίον της Αιτήτριας απόφαση στην Αγωγή θα πρέπει να παραμεριστεί, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να ακουστεί στην υπόθεση και να παρουσιάσει την υπεράσπιση της στην Αγωγή. Κρίνω τους λόγους ένστασης στη βάση του ότι η Αιτήτρια ήταν ενήμερη της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης ως ανεδαφικούς γι' αυτό και απορρίπτονται. Κατέληξα στην πιο πάνω απόφαση αφού έλαβα υπόψη και ότι τα δικαιώματα της Ενάγουσας δεν θα πληγούν με οποιονδήποτε τρόπο ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.12 επί της Απαίτησης της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση. Σ' όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης εφόσον η απόφαση ακυρώνεται λόγω αντικανονικότητας της διαδικασίας κατά την οποίαν λήφθηκε, κρίνω δίκαιο και ορθό όπως μη προβώ σε οποιαδήποτε διαταγή (βλ. Τhe Supreme Court Practice 1982, Tόμος 1, σελ. 157, παρ. 13.9.4). Η Εναγόμενη 3 έχει δικαίωμα καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εντός 5 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για παραμερισμό απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο