← Κύπρος

Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστάκης Αλεξάνδρου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-1872/2007, 8/7/2014

Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστάκης Αλεξάνδρου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-1872/2007, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :-1872/2007 Παναγιώτης Κωνσταντίνου και

  1. Χριστάκης Αλεξάνδρου
  2. Johanna Petronella Andreana Αλεξάνδρου Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 19/5/2014 Ημερομηνία :- Τρίτη 8η Ιουλίου 2014 Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Γεώργιος Κυριακίδης Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Γεώργιος Κυριακίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κος. Νικήτας Α. Νικήτα Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου Ενδιάμεση Απόφαση
  3. Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως τους επιτραπεί τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης τους. Αυτή είναι η τρίτη αίτηση τροποποίησης την οποία οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει μετά και από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής αν και από ουσιαστικής άποψης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η δεύτερη καθότι οι εναγόμενοι μετά από παράλειψη συμμόρφωσης με τη χρονική προθεσμία η οποία δόθηκε από το Δικαστήριο για τη καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης, καταχώρησαν άλλη αίτηση τροποποίησης έτσι ώστε να καταχωρηθεί η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης όπως αυτή εγκρίθηκε σύμφωνα με το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά και από τη μερική έγκριση της πρώτης αίτησης τροποποίησης.
  4. Ο ενάγων έχει καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με συγκεκριμένους λόγους ένστασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο όπως απαριθμήσω ή επαναλάβω εντός του κειμένου αυτής της απόφασης. Ασφαλώς αυτοί λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και σε σχέση με τα όσα οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έχουν αναφέρει στις αγορεύσεις τους αντίστοιχα προς υποστήριξη και εναντίον της αποδοχής του αιτήματος τροποποίησης.
  5. Θεωρώ πως θα προσέθετε στην αιτιολόγηση αυτής της απόφασης συνοπτική αναφορά στο ιστορικό της αγωγής αλλά και της εκδίκασης της μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31/5/
  6. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 23/7/2007 και έκθεση υπεράσπισης στις 8/9/
  7. Η ακρόαση της αγωγής άρχισε περίπου 5 χρόνια αργότερα στις 30/9/
  8. Αμέσως μετά την έναρξη της ακρόασης και προτού ολοκληρωθεί η αντεξέταση του ενάγοντα οι εναγόμενοι καταχώρησαν την πρώτη αίτηση τροποποίησης στις 4/10/
  9. Αποτέλεσμα της καταχώρησης της αίτησης αυτής ήταν η αναβολή της ακρόασης της αγωγής μέχρι και την εκδίκαση της αίτησης. Το αίτημα των εναγομένων έγινε μερικώς δεκτό στις 11/11/
  10. Ακολούθως λόγω προβλημάτων υγείας τα οποία αντιμετώπιζαν τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων όσο και ο ίδιος ο ενάγων αλλά και της καταχώρησης της δεύτερης αίτησης τροποποίησης η συνέχιση της ακρόασης προγραμματίστηκε για τις 28, 29 και 31 Ιανουαρίου του
  11. Εντούτοις στις 28/1/2014 δόθηκε άδεια στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όπως αποσυρθεί από δικηγόρος της εναγομένης 2 (στο εξής θα καλείται η "εναγόμενη") ενώ κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής του δικηγόρου της στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ενόψει και της αλλαγής του δικηγόρου της εναγομένης ακυρώθηκαν και οι υπόλοιπες ημερομηνίες ακρόασης της αγωγής ενώ αυτή ορίστηκε για συνέχιση στις 6/2/
  12. Μετά από έγκριση αιτήματος αναβολής της ακρόασης λόγω ασθένειας του συνηγόρου του εναγομένου 1 (στο εξής θα καλείται ο "εναγόμενος") η αγωγή ορίστηκε για συνέχιση στις 21, 25 και 27 Φεβρουαρίου του
  13. Αναλώθηκαν και οι τρεις αυτές ημερομηνίες σε αντεξέταση του ενάγοντα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου η οποία ολοκληρώθηκε κατά την επόμενη, τέταρτη στη σειρά, δικάσιμο στις 28/2/
  14. Ο ορισμός της ακρόασης για συνέχιση στις 4 και 5 Μαρτίου ακυρώθηκε λόγω λανθασμένης πληροφόρησης του δικηγόρου ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους του νέου δικηγόρου της εναγομένης. Η αντεξέταση του ενάγοντα από τον νέο δικηγόρο της εναγομένης στις 14/3/2014 διήρκεσε μόνο μία δικάσιμο ενώ στις 27/3/2014 ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε πως δεν θα παρουσίαζε άλλο μάρτυρα όπως αρχικά είχε δηλώσει προσθέτοντας πως αυτή ήταν η υπόθεση του ενάγοντα. Κατά την επόμενη δικάσιμο στις 10/4/2014 δόθηκε άδεια στον τότε συνήγορο της εναγομένης όπως αποσυρθεί. Εν τέλει, μετά και από προσπάθεια συμβιβασμού της αγωγής στις 14/4/2014, ο συνήγορος του εναγομένου δήλωσε στο Δικαστήριο στις 28/4/2014 πως η εναγόμενη αποφάσισε και πάλι όπως τον διορίσει ως δικηγόρο της. Δηλαδή, για δεύτερη φορά. Στις 12/5/2014, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για συνέχιση η ακρόαση, ο δικηγόρος πλέον και πάλι και των δύο εναγομένων αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης με σκοπό τη καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  15. Διευκρινίζω πως ασφαλώς το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το αίτημα των εναγομένων εντός του πλαισίου του πιο πάνω ιστορικού της πορείας της αγωγής μέχρι και τη καταχώρηση της αίτησης. Ενώ παράλληλα δεν θα ήταν ούτε λογικό αλλά ούτε και δίκαιο να μην ληφθεί υπόψη το γεγονός πως οι εναγόμενοι ήδη υπέβαλαν άλλη μία ουσιαστική αίτηση τροποποίησης (δηλαδή, την πρώτη αίτηση) ενώ τότε η εκπροσώπηση τους ήταν κοινή από τον ίδιο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσωπεί και σήμερα. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει το αίτημα των εναγομένων με τη μορφή την οποία αυτό λαμβάνει σήμερα, όπως αυτό δηλαδή παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της εναγομένης προς υποστήριξη της αίτησης. Εντούτοις δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η σημασία της όλης πορείας της αγωγής μέχρι και τη καταχώρηση του αιτήματος τροποποίησης.
  16. Ασφαλώς βασικό δικονομικό δεδομένο το οποίο δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο είναι το γεγονός πως η αίτηση υποβάλλεται και από τους δύο εναγομένους και ότι πλέον εκπροσωπούνται και πάλι από τον ίδιο δικηγόρο. Οφείλω να τονίσω αυτό το δεδομένο καθότι ο τρόπος με τον οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων προωθεί το κοινό αυτό αίτημα είναι ωσάν αυτό να αφορά κυρίως την εναγόμενη παρά τον εναγόμενο. Η ίδια η εναγόμενη ισχυρίζεται στη παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης της πως είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο έτσι ώστε να προβεί στην ένορκη δήλωση της.
  17. Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό η παράδοξη πτυχή αυτή του αιτήματος των εναγομένων καθώς καταβάλλεται ουσιαστικά μία διαφοροποίηση της κοινής υπεράσπισης αμφότερων των εναγομένων έχοντας όμως το αίτημα ως επίκεντρο τη γενικότερη θέση της εναγομένης ως διάδικος στην αγωγή με παράλληλη προσθήκη ανταπαίτησης μόνο της εναγομένης και όχι και του εναγομένου.
  18. Η οποία ανταπαίτηση όμως θα στηρίζεται επί μίας κοινής υπεράσπισης βάσει της οποίας λογικά θα μπορούσε σε περίπτωση επιτυχούς προώθησης της να επωφεληθεί και ο εναγόμενος. Περισσότερο δε εάν βεβαίως και αυτός προέβαλε από κοινού ανταπαίτηση με την εναγόμενη εναντίον του ενάγοντα. Εντούτοις δεν αποκλείεται ο εναγόμενος να επωφεληθεί από την αιτούμενη τροποποίηση ανεξάρτητα και από το γεγονός πως ο ίδιος δεν αιτείται τη προσθήκη δικής του ανταπαίτησης ή την έγερση από κοινού ανταπαίτησης μαζί με την εναγόμενη. Παραδείγματος χάριν, εάν βάσει και της αιτούμενης τροποποίησης κριθεί είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή συγκεκριμένα η επίδικη συμφωνία ή "στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος" (βλ. σχετικά την αιτούμενη προσθήκη ανταπαίτησης). Η οποιαδήποτε συμφωνία ή η επίδικη συμφωνία ασφαλώς δεν έγινε μόνο μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης αλλά αμφότερων των εναγομένων και αυτή σύμφωνα με την αιτούμενη τροποποίηση θα μπορούσε όπως εισηγείται η εναγόμενη στην ένορκη δήλωση να κριθεί άκυρη ή ακυρώσιμη και για λόγο ο οποίος δεν έχει σχέση αποκλειστικά με το άτομο της. Παραδείγματος χάριν, επί αυτού του θέματος παραπέμπω σχετικά στα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης ή ακόμη και στις παραγράφους 16 και
  19. Προκύπτει όμως και ένα επιπρόσθετο βαρυσήμαντο στοιχείο σε σχέση με την από κοινού υποβολή αιτήματος τροποποίησης από τους εναγομένους. Αυτό το στοιχείο είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο προωθείται το κοινό αυτό αίτημα. Ο τρόπος αυτός είναι τέτοιος έτσι ώστε εύλογα να διερωτάται το Δικαστήριο κατά πόσο θα ήταν νομικά ορθό - σε περίπτωση δηλαδή έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης - είτε οι εναγόμενοι να έχουν κοινή υπεράσπιση είτε ακόμη και να εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Καθότι ουσιαστικά τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται προς υποστήριξη του κοινού αιτήματος αποτελούνται από ισχυρισμούς οι οποίοι στρέφονται εναντίον του συνεναγόμενου συζύγου της σε σχέση όχι μόνο με την έλλειψη ενημέρωσης την οποία είχε από τον ίδιο μέχρι πρόσφατα αλλά ακόμη και απόκρυψης γεγονότων αναφορικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής και την ακροαματική διαδικασία, σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε αυτά να ισοδυναμούν ακόμη και σε εξαπάτηση της ιδίας από τον ομόδικο σύζυγο της.
  20. Οι δε ισχυρισμοί της εναγομένης ως προς την απόκρυψη της πραγματικότητας από τον ομόδικο σύζυγο της αφορούν όχι μόνο την αγωγή και την ακροαματική διαδικασία αλλά ακόμη και τα επίδικα γεγονότα, σε σχέση δηλαδή με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι τέτοιοι έτσι ώστε να διερωτάται το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δυνατό να εγκριθεί ένα κοινό αίτημα τροποποίησης του δικογράφου των εναγομένων επί τη βάσει μίας εκδοχής η οποία λογικά θα μπορούσε κάλλιστα να δικαιολογούσε την προώθηση αξίωσης από την εναγόμενη εναντίον του συνεναγόμενου της παρά του ενάγοντα.
  21. Θα αναφερθώ σε αυτούς τους ισχυρισμούς της εναγομένης όπως αυτοί παρατίθενται εντός της ένορκης δήλωσης της. Υπενθυμίζω πως βασικός ισχυρισμός της είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας (δηλαδή, το 2002) η ίδια δεν γνώριζε καθόλου να γράφει ή να διαβάζει Ελληνικά.
  22. Σε αυτό το σημείο της απόφασης το Δικαστήριο δεν προτίθεται να εξετάσει γενικά το νομικό ερώτημα ως προς τη δέσμευση ενός ατόμου από την υπογραφή και μόνο ενός εγγράφου ή και τα όσα αναφέρει σχετικά επί αυτού του θέματος ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στην αγόρευση του. Περιορίζεται η εξέταση από το Δικαστήριο αυτού του ισχυρισμού σε σχέση με τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται αναφορικά είτε με πράξεις είτε παραλείψεις του ομόδικου συζύγου της.
  23. Βάσει αυτού του ισχυρισμού (βλ. τη παράγραφο 10 αυτής της απόφασης) προωθεί παράλληλα η εναγόμενη και τον ισχυρισμό ως προς το ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε γνώση του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας "...και των παραρτημάτων αυτής" (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης της). Μάλιστα ευθέως στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της προβάλει τον ισχυρισμό ως προς το ότι κανείς δεν την ενημέρωσε τι υπέγραφε "...πριν να υπογράψω ούτε όταν υπέγραφα την συμφωνία, ούτε εκ των υστέρων".
  24. Βεβαίως παρά και τη προβολή αυτού του ισχυρισμού στην αμέσως επόμενη παράγραφο της ένορκης δήλωσης αυτός αναιρείται καθότι πλέον η εναγόμενη δεν ισχυρίζεται επακριβώς πως κανείς δεν την ενημέρωσε τι υπέγραφε. Καθότι όπως ισχυρίζεται ο ομόδικος σύζυγος της είχε αναφέρει κάτι σε αυτήν. Το δε "μοναδικό πράγμα" το οποίο της είχε αναφέρει "όταν" υπέγραφε τη συμφωνία ήταν "...ότι θα έμπαινε ως συνέταιρος στην εταιρεία OTAKIS HOLIDAYS LTD ο Ενάγοντας και επειδή ήμουν μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία, θα έπρεπε απλά να υπογράψω και εγώ για να μπορέσει να εργαστεί στην εταιρεία ο Ενάγοντας". Ενώ στη συνέχεια ισχυρίζεται όχι μόνο πως η ίδια δεν έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή χρήματα για την υπογραφή της συμφωνίας αλλά επιπλέον πως ο ομόδικος σύζυγος της ουδέποτε την ενημέρωσε πως ο ενάγων του είχε δώσει το ποσό των £30.000,
  25. Αξίζει να διακοπεί η αναφορά του Δικαστηρίου στους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εναγομένης σε αυτό το σημείο της ένορκης δήλωσης. Καθότι, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, δηλαδή της επίδικης συμφωνίας, εμφανώς προκύπτουν από τους ισχυρισμούς της, μέχρι και αυτού του σημείου προβολής της εκδοχής της προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης, τα ακόλουθα σε σχέση με τις πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου προς την ίδια.
  26. Ισχυρίζεται πως το μόνο που της ανέφερε ήταν ουσιαστικά κάτι αναφορικά με την αναγκαιότητα να υπέγραφε και η ίδια την επίδικη συμφωνία. Αυτό το οποίο της είπε είχε σχέση με τη δυνατότητα να εργαστεί ο ενάγων στην εταιρεία. Βεβαίως αυτό δεν ήταν παρά μόνο μέρος των όσων συνεπειών θα είχε η συμφωνία και για την ίδια την εναγόμενη. Καμία αναφορά ως προς το ότι πωλούσε τις μετοχές της στην εταιρεία. Καμία αναφορά ως προς το ότι ο ενάγων θα πλήρωνε ένα σεβαστό ποσό για την αγορά αυτών των μετοχών. Καμία αναφορά ως προς το ότι ουσιαστικά μέρος αυτού του ποσού ανήκε στην ίδια "...ως αντάλλαγμα για την υπογραφή..." της επίδικης συμφωνίας. Ούτε βεβαίως και οποιαδήποτε άλλη αναφορά σε σχέση με τις οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις τις οποίες και η εναγόμενη αναλάμβανε με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας.
  27. Όπως, παραδείγματος χάριν, σύμφωνα με τον όρο 7 της συμφωνίας, την εγγύηση των πωλητών - εκ των οποίων και η εναγόμενη βεβαίως - πως ο ενάγων θα λάμβανε ποσό £7.000,00 τουλάχιστον εντός ενός έτους από την υπογραφή της συμφωνίας υπό μορφή κερδών ή μερισμάτων ενώ κατά τα επόμενα χρόνια θα λάμβανε τουλάχιστον ποσό £10.000,00 ανά έτος. Ή, σύμφωνα με τον ίδιο όρο, πως σε περίπτωση που δεν υπήρχαν κέρδη ή μερίσματα η πληρωμή των ποσών θα γινόταν από τους ίδιους τους πωλητές. Δηλαδή και από την εναγόμενη. Απέκρυψε ο εναγόμενος από την εναγόμενη τις ρητά προβλεπόμενες συνέπειες της επίδικης συμφωνίας στην οποία η ίδια είχε θέσει την υπογραφή της βασιζόμενη, όπως η ίδια ισχυρίζεται, στην μοναδική αναφορά του ομόδικου συζύγου της προς αυτήν.
  28. Βεβαίως η εναγόμενη ισχυρίζεται πως η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία ενώ ο εναγόμενος της είχε μεταβιβάσει σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή 2000 μετοχές "...ως ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης του, όπως μου είχε πει λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας" (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης). Η διατύπωση της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης είναι κάπως αόριστη ως προς το κατά πόσο η μεταβίβαση είχε γίνει λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας ή κατά πόσο ο ομόδικος σύζυγος της είχε πει στην ίδια λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας πως της είχε μεταβιβάσει τις μετοχές ως ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης. Εύλογα διερωτάται το Δικαστήριο πως, υπό τις περιστάσεις, αυτή η μεταβίβαση είναι δυνατό να θεωρηθεί όντως ως ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης καθώς στη συνέχεια ο εναγόμενος δεν ήταν καθόλου ειλικρινής με την εναγόμενη ως προς τις συνέπειες της συμφωνίας την οποία υπέγραφε ουσιαστικά μετά από δική του παρότρυνση.
  29. Όμως - πάντοτε βεβαίως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της εναγομένης - η ανειλικρίνεια του εναγομένου έναντι της ομόδικης συζύγου του δεν περιορίστηκε μόνο στο στάδιο της υπογραφής της συμφωνίας. Όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης) η ίδια ουδέποτε εξουσιοδότησε τον εναγόμενο "...είτε να καταχωρηθεί η αρχική υπεράσπιση ή η τροποποιημένη είτε να προβεί σε οποιανδήποτε ή οποιεσδήποτε αιτήσεις τροποποίησης, οι οποίες έχουν ήδη καταχωρηθεί στην παρούσα αγωγή".
  30. Η προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού όχι μόνο είναι πρωτάκουστα εκπληκτική αλλά και επιπρόσθετα αποκαλυπτική της ανειλικρίνειας του ομόδικου συζύγου της όχι μόνο προς την ίδια, τουλάχιστον με τη συμπεριφορά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και προς το ίδιο το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω τα όσα ισχυριζόταν ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση στην οποία υπέβαλε αίτημα τροποποίησης. Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης τροποποίησης (παράγραφος 1) ισχυριζόταν πως είναι "...πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη αρ. 2 να προβώ και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση...". Ισχυριζόταν δε στη συνέχεια πως σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης "...θα παραβλαπτούν τα δικαιώματα εμάς των Εναγομένων διότι δεν θα μπορέσουμε να θέσουμε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και την αναγκαία μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης μας".
  31. Τονίζω και πάλι πως η αποκάλυψη της ανειλικρίνειας του εναγομένου προκύπτει αποκλειστικά από τους ισχυρισμούς της εναγομένης η οποία βεβαίως στη δική της ένορκη δήλωση ισχυρίζεται πως είναι "πλήρως εξουσιοδοτημένη" από τον εναγόμενο έτσι ώστε να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση.
  32. Σύμφωνα δηλαδή με την όλη εκδοχή της εναγομένης προς προώθηση της από κοινού υποβαλλόμενης αίτησης τροποποίησης, ο εναγόμενος προέβαλε ισχυρισμούς εκ μέρους και των δύο εναγομένων ψευδώς προσποιούμενος πως είχε εξουσιοδοτηθεί να το πράξει αυτό και από την εναγόμενη. Το ίδιο βεβαίως έπραξε και σε σχέση με την δεύτερη αίτηση τροποποίησης ισχυριζόμενος και πάλι ενόρκως πως ήταν "πλήρως εξουσιοδοτημένος" από την εναγόμενη για να το πράξει αυτό ενώ παράλληλα υιοθετούσε και επαναλάμβανε το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης του στην πρώτη αίτηση τροποποίησης. Ενώ βεβαίως και σε αυτή τη δεύτερη ένορκη δήλωση κάνει χρήση του πληθυντικού προβάλλοντας ισχυρισμούς και εκ μέρους της εναγομένης η οποία όμως πλέον με την ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ισχυρίζεται πως ουδέποτε εξουσιοδότησε τον εναγόμενο να προβεί σε οποιανδήποτε αίτηση τροποποίησης.
  33. Πέραν όμως και του γεγονότος, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η εναγόμενη ισχυρίζεται, πως ο εναγόμενος χειριζόταν την αγωγή από μόνος του, δίχως ακόμη να διστάζει και να ορκίζεται ψευδώς ως προς την ύπαρξη εξουσιοδότησης από την εναγόμενη προβάλλοντας στη συνέχεια ισχυρισμούς και θέσεις και εκ μέρους της, η εναγόμενη επίσης ισχυρίζεται πως ουσιαστικά ο εναγόμενος δεν την ενημέρωνε αναφορικά με την πορεία της αγωγής.
  34. Βεβαίως όφειλε και ο ίδιος ο δικηγόρος της να ενημέρωνε σχετικά ή τουλάχιστον να βεβαιωνόταν πως αυτή ενημερωνόταν ή ακόμη και πως αυτή ενημερωνόταν ορθά. Εντούτοις δεν αποκλείεται όντως ο εναγόμενος - σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της εναγομένης τους οποίους ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων υιοθετεί στην αγόρευση του - όπως ήταν διατεθειμένος να ψευδορκίσει, να απέκρυβε την αλήθεια και από τον δικηγόρο του και να του έλεγε πως ενημέρωνε την εναγόμενη σχετικά με τη πορεία της αγωγής. Όπως δηλαδή ανέφερε και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων στην αγόρευση του προς υποστήριξη της αίτησης.
  35. Ο ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης είναι πως η ίδια έλαβε "...γνώση για τα δικόγραφα και την πορεία της αγωγής, μόνο μετά τον διορισμό του κ. Καμπούρη ως δικηγόρου μου..." ενώ όταν την ενημέρωσε σχετικά η ίδια έμεινε έκπληκτη και στενοχωρήθηκε πάρα πολύ που βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση, δηλαδή να κινδυνεύει να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων χωρίς η ίδια να έχει καμία σχέση με το τι έκαναν μεταξύ τους ο ενάγων και ο ομόδικος σύζυγος της.
  36. Βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό πως προκαλεί απορία στο Δικαστήριο η εναγόμενη να μην μεριμνούσε να ενημερωνόταν για μία αγωγή η οποία εκκρεμούσε από το
  37. Καθότι δεν ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε για την αγωγή αλλά για τα δικόγραφα και την πορεία της αγωγής. Ούτε και ισχυρίζεται πως δεν διόρισε αρχικά τον νυν δικηγόρο της ή ότι δεν είναι η ίδια η οποία υπέγραψε το σχετικό διοριστήριο.
  38. Ακόμη και σε σχέση με την επιστολή τερματισμού την οποία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε εκφράζει υποψία πως ο ομόδικος σύζυγος της δεν της ανέφερε οτιδήποτε για να μην την στενοχωρήσει. Υποψία δηλαδή για άλλη μία περίπτωση απόκρυψης από τον εναγόμενο της πραγματικότητας σε σχέση με την επιστολή η οποία εν τέλει οδήγησε και στη καταχώρηση της αγωγής στην οποία και η ίδια είναι διάδικος.
  39. Η ίδια ισχυρίζεται πως δεν είχε καμία σχέση με τον ενάγοντα (παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης) και όντως ούτε και ο ίδιος ο ενάγων, του οποίου σημειωτέον η προφορική κατάθεση ολοκληρώθηκε, δεν προώθησε την αγωγή του ακολουθώντας μία εκδοχή στην οποία η εναγόμενη να είχε κατ' ισχυρισμό διαδραματίσει οποιοδήποτε ιδιαίτερο ρόλο. Σημασία βεβαίως σε σχέση και με αυτό τον ισχυρισμό έχει ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται ο βαθμός στον οποίο η οποιαδήποτε ενημέρωση είχε η εναγόμενη αναφορικά με την επίδικη συμφωνία και τις συνέπειες αυτής εξαρτάτο απολύτως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, από τα όσα ο εναγόμενος ήταν διατεθειμένος να της αποκαλύψει.
  40. Βεβαίως στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, συγκεκριμένα στις επόμενες πέντε παραγράφους (16 έως και 20) η εναγόμενη αναφέρεται στον προηγούμενο δικηγόρο της, δηλαδή τον Χρίστο Καμπούρη.
  41. Οφείλω να παρατηρήσω πως αν και το Δικαστήριο ασφαλώς είναι σε θέση να λάβει υπόψη του τα όσα η εναγόμενη αναφέρει σε σχέση με τη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας η ίδια εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο από τον δικηγόρο ο οποίος πλέον εκπροσωπεί και πάλι τόσο την ίδια όσο και τον εναγόμενο ασφαλώς δεν μπορεί παράλληλα να αγνοήσει το γεγονός πως το αίτημα των εναγομένων όχι μόνο είναι κοινό αίτημα αλλά υποβάλλεται ενώ και οι δύο εναγόμενοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. Δηλαδή, το να ανατρέχει η εναγόμενη στο παρελθόν και στην εκπροσώπηση της προσωρινά από άλλο δικηγόρο όσο και να προσθέτει στο όλο ιστορικό της δικής της εμπειρίας ως διαδίκου αναφορικά με την εκδίκαση πλέον της αγωγής (δηλαδή κατά τη διάρκεια αυτής της προσωρινής εκπροσώπησης) ασφαλώς δεν ανατρέπει τα δεδομένα τα οποία πλέον ισχύουν τόσο με την από κοινού υποβολή αιτήματος με τον εναγόμενο όσο και από την από κοινού εκπροσώπηση των δύο εναγομένων από τον ίδιο δικηγόρο.
  42. Αυτό βεβαίως έχει σημασία αναφορικά με το κατά πόσο είναι δυνατό το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της εναγομένης καθότι διαφορετικό ασφαλώς είναι αυτή να ασκείται προς όφελος αποκλειστικά της εναγομένης και διαφορετικό αυτή να ασκείται προς όφελος και των δύο εναγομένων ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως η εναγόμενη ουσιαστικά προβάλει τον εαυτό της ως θύμα της απόκρυψης γεγονότων από τον ίδιο τον ομόδικο σύζυγο της τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, υπό την έννοια του χρόνου συνομολόγησης και εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας, όσο και σε σχέση με τα όσα ακολούθησαν τόσο προ όσο και μετά τη καταχώρηση της αγωγής.
  43. Δηλαδή, δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αποδέχεται ή ουσιαστικά να προσποιείται πως η εναγόμενη εξακολουθεί με οποιοδήποτε τρόπο να εκπροσωπείται από τον κο. Καμπούρη απλά και μόνο διότι η εναγόμενη αναφέρεται στα όσα η ίδια ανακάλυψε ή πληροφορήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της εκπροσώπησης. Το Δικαστήριο δηλαδή δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το κοινό αίτημα των εναγομένων ωσάν αυτό να υποβάλλεται αποκλειστικά από την εναγόμενη αλλά και επιπλέον ωσάν αυτό να υποβάλλεται ενώ η ίδια εξακολουθεί να εκπροσωπείται από άλλο δικηγόρο από αυτόν ο οποίος εκπροσωπεί και τον ομόδικο σύζυγο της. Τα δικονομικά δεδομένα για την εναγόμενη πλέον έχουν αλλάξει τόσο σε σχέση με την εκπροσώπηση της όσο και αναφορικά με το αίτημα της το οποίο ασφαλώς δεν είναι δικονομικά εφικτό να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως ατομικό αλλά ως κοινό αίτημα υποβαλλόμενο από κοινού μαζί με τον ομόδικο σύζυγο της.
  44. Βεβαίως ακόμη και σε σχέση με τη νομική συμβουλή την οποία έλαβε από τον προηγούμενο δικηγόρο της προκύπτουν σημεία τα οποία εύλογα δημιουργούν προσπάθεια ουσιαστικά προβολής από κοινού θέσης με τον ομόδικο σύζυγο της. Παραδείγματος χάριν, στη παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης αν και αναφέρεται στα όσα ο προηγούμενος δικηγόρος της την είχε πληροφορήσει ως προς το ότι ο ενάγων προσπάθησε να την ξεγελάσει συμπλέκει αυτή τη προσπάθεια η οποία στρεφόταν εναντίον της και με τον ομόδικο σύζυγο της κάνοντας χρήση πλέον του πληθυντικού και όχι του ενικού. Καθότι στη συνέχεια προσθέτει πως η προσπάθεια του ενάγοντα να την ξεγελάσει υλοποιήθηκε - σύμφωνα βεβαίως με τα όσα την πληροφόρησε ο προηγούμενος δικηγόρος της - "...με την προώθηση και υπογραφή της συμφωνίας από αυτόν και από εμένα και τον σύζυγο μου, διότι ενώ γνώριζε ότι ήταν σοβαρά άρρωστος και έπαιρνε επίδομα ασθενείας από το 1998, δεν μας ενημέρωσε, αλλά μας το απέκρυψε, ενώ αν μας ενημέρωνε δεν θα υπέγραφα τη συμφωνία".
  45. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως είναι δυνατό καν ο ισχυρισμός αυτός να γίνει δεκτός καν ως ένα λογικός ισχυρισμός προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης. Εντός δηλαδή του πλαισίου της εκδοχής την οποία η εναγόμενη προβάλει προς υποστήριξη της αίτησης. Ενώ δηλαδή ισχυρίζεται πως κανείς δεν την ενημέρωσε τι υπέγραφε, πριν να υπογράψει "...ούτε όταν υπέγραφα την συμφωνία, ούτε εκ των υστέρων..." (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης της) και πως το "...μοναδικό πράγμα που μου ανέφερε ο σύζυγος μου ... όταν υπέγραφα τη συμφωνία, είναι ότι θα έμπαινε ως συνέταιρος στην εταιρεία ... ο Ενάγοντας και επειδή ήμουν μέτοχος ... θα έπρεπε απλά να υπογράψω κι εγώ για να μπορέσει να εργαστεί στην εταιρεία ο Ενάγοντας..." ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να προωθήσει μία θέση η οποία δεν συνάδει με τα όσα η ίδια ισχυρίζεται ως προς την ενημέρωση την οποία είχε προ της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας.
  46. Αναφέρεται δηλαδή σε προσπάθεια του ενάγοντα να την ξεγελάσει (στον ενικό) ενώ στη συνέχεια αναφέρεται (στον πληθυντικό) στον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων θα την ξεγελούσε διότι ενώ γνώριζε τα όσα συνέβαιναν στον ίδιο δεν τους ενημέρωσε αλλά τους το απέκρυψε και πως αν τους ενημέρωνε η ίδια δεν θα υπέγραφε τη συμφωνία. Σαφώς δηλαδή συμπλέκει τη δική της θέση με αυτή του ομόδικου συζύγου της. Όπως αναφέρει σχετικά στη παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης της ο ενάγων προσπάθησε να την ξεγελάσει (ενικός) με την προώθηση και υπογραφή της συμφωνίας από αυτόν και από την ίδια και τον σύζυγο της διότι ενώ γνώριζε ότι ήταν σοβαρά άρρωστος και έπαιρνε επίδομα από το 1998 "δεν μας ενημέρωσε" (πληθυντικός) αλλά "μας το απέκρυψε" (πληθυντικός) ενώ "αν μας ενημέρωνε" (πληθυντικός) δεν "θα υπέγραφα" (ενικός) τη συμφωνία. Ισχυρίζεται δηλαδή η ίδια πως κανένας δεν την ενημέρωσε τι υπέγραφε ενώ η ελάχιστη και ουσιαστικά παραπλανητική πληροφόρηση την οποία είχε επί του θέματος ήταν από τον ομόδικο σύζυγο της μαζί με τον οποίο πλέον υποβάλλεται από κοινού το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης.
  47. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το αίτημα της εναγομένης αυτό καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολο να προωθηθεί και εν τέλει να κριθεί ως δικαιολογημένο κυρίως καθότι ενώ μεν η ίδια αναφέρεται στις δικές τις περιστάσεις δεν είναι δυνατό το αίτημα της να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο, όπως αυτό υποβάλλεται, παρά ως ένα κοινό αίτημα και από τους δύο εναγομένους. Ο ένας εκ των οποίων, δηλαδή ο ομόδικος σύζυγος της εναγομένης, σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς φαίνεται να φέρει ευθύνη για την άθελη, σύμφωνα με την ίδια, εμπλοκή της σε μία συνεργασία βάσει της επίδικης συμφωνίας. Σε σχέση με την οποία η ίδια δεν έλαβε οποιοδήποτε όφελος εξαιτίας και πάλι, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ισχυρίζεται, της απόκρυψης της πραγματικότητας από τον ομόδικο σύζυγο της. Ο οποίος αιτείται μαζί της την τροποποίηση της κοινής τους έκθεσης υπεράσπισης.
  48. Με τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται θεωρώ πως, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν πιο λόγικο να προέβαλε αξίωση εναντίον του ομόδικου συζύγου της και όχι ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Τονίζω πως ένα αίτημα τροποποίησης δεν κρίνεται γενικά και αόριστα βάσει της νομικής πτυχής αυτού μόνο αλλά κυρίως και σε συνάρτηση με τα γεγονότα τα οποία προβάλλονται από ένα αιτητή προς υποστήριξη ενός τέτοιου αιτήματος εντός του όλου πλαισίου μίας αγωγής είτε προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας είτε κατά τη διάρκεια της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υποβάλλεται μεν ένα αίτημα από κοινού αλλά ουσιαστικά είναι βάσει των γεγονότων στα οποία αναφέρεται η εναγόμενη που καλείται το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο αυτό είναι δικαιολογημένο ή όχι. Τα οποία κατ' ισχυρισμό γεγονότα στο βαθμό στον οποίο αυτά προβάλλονται προς υποστήριξη του από κοινού αιτήματος έχουν σχέση κυρίως με την εναγόμενη παρά και με τον ομόδικο σύζυγο ή και τους δύο από κοινού.
  49. Θέτοντας το πολύ απλά είναι η εναγόμενη η οποία επικαλείται τη βοήθεια του Δικαστηρίου υπό την έννοια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται, ενώ μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της αφορά τη συμπεριφορά του ίδιου του εναγομένου προς αυτήν παρά τις οποιεσδήποτε ενέργειες του ενάγοντα οι οποίες να είχαν επηρεάσει δυσμενώς την ίδια είτε υπό την έννοια υπογραφής της επίδικης συμφωνίας είτε αναφορικά με τη καταχώρηση ή προώθηση της αγωγής εναντίον της.
  50. Πραγματικά όπως και να ιδωθούν οι ισχυρισμοί της εναγομένης και ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτοί είναι δυνατό να κριθούν αξιόπιστοι στο σύνολο τους ασφαλώς το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να τους λάβει υπόψη ως ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται προς υποστήριξη ενός κοινού αιτήματος και από τους δύο εναγόμενους.
  51. Θέτοντας το όλο θέμα πολύ απλά, διαφορετική ασφαλώς θα ήταν η αντιμετώπιση της οποίας θα μπορούσε να τύχει αίτημα αποκλειστικά της εναγομένης για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης εάν και εφόσον βεβαίως αυτό τίθετο επί μίας ορθής δικονομικής βάσης υπό την έννοια η εναγόμενη να είχε εκπροσώπηση από άλλο δικηγόρο και εάν βεβαίως προέβαλε παράλληλα και την οποιαδήποτε αξίωση της εναντίον του συνεναγομένου της.
  52. Καλεί ουσιαστικά η εναγόμενη το Δικαστήριο όπως ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια όχι απλώς προς όφελος της αλλά με κοινό αίτημα το οποίο υποβάλλεται εκ μέρους και των δύο εναγομένων. Μεταξύ των οποίων βεβαίως και ο ίδιος ο εναγόμενος ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, είναι και ο υπαίτιος της όλης κατάστασης εξαιτίας της οποίας η ίδια επικαλείται τη βοήθεια του Δικαστηρίου έτσι ώστε η υπεράσπιση της να τεθεί επί μίας σωστής βάσης η οποία να ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα, σύμφωνα βεβαίως και πάλι με τους δικούς της ισχυρισμούς και έτσι ώστε να της παρέχεται και η δυνατότητα να προβάλει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα.
  53. Διατηρώντας μάλιστα υπόψη πως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο να υποβάλει προηγουμένως οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης, τότε εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως για μία ακόμη φορά ο εναγόμενος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την εναγόμενη. Αυτή τη φορά όχι με την εξασφάλιση της υπογραφής της επί μίας συμφωνίας αναφορικά με τις συνέπειες της οποίας ουδέποτε την ενημέρωσε ή το αντάλλαγμα της οποίας το εισέπραξε δίχως είτε να την ενημερώσει σχετικά είτε ακόμη να της προσφέρει το μερίδιο το οποίο της αναλογούσε σύμφωνα με τον αριθμό των μετοχών τις οποίες κατείχε στην εταιρεία.
  54. Αυτή τη φορά η εκμετάλλευση της εναγομένης την οποία ο εναγόμενος εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αποπειράται να πετύχει είναι η εξασφάλιση δικονομικού οφέλους με την έγκριση τροποποίησης του κοινού δικογράφου των εναγομένων με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια προβολής κοινών θέσεων (εξού και δικών του θέσεων ως συνεναγόμενος) τις οποίες δεν θα μπορούσε διαφορετικά να προσθέσει και προωθήσει. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και την σχεδόν ολοκληρωτική απόρριψη προηγούμενου αιτήματος τροποποίησης των εναγομένων το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, προώθησε αποκλειστικά με δική του πρωτοβουλία δίχως προηγουμένως να είχε ενημερώσει σχετικά την εναγόμενη.
  55. Πραγματικά δεν θα μπορούσε να ήταν πιο σαφής η θέση της εναγομένης ως προς το βαθμό ευθύνης τον οποίο η ίδια καταλογίζει στον ομόδικο σύζυγο της αναφορικά με τη κατάσταση στην οποία η ίδια πλέον βρίσκει τον εαυτό της έτσι ώστε πλέον να επικαλείται την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με τη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης.
  56. Όπως αναφέρει σχετικά στη παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της ο προηγούμενος δικηγόρος της, Χρίστος Καμπούρης "...ανέλαβε την υπεράσπιση μου, διότι ο σύζυγος μου δεν με ενημέρωνε για την υπόθεση, όπως ανέφερα και πιο πάνω και μου ζητούσε συνεχώς χρήματα για να πληρώσει τον κ. Νικήτα, ο οποίος τυγχάνει να είναι πρώτος εξάδελφος του, για να καταχωρήσει αιτήσεις τροποποίησεις [sic] ή για τα έξοδα του, όπως μου έλεγε και έτσι ζήτησα να αναλάβει άλλος δικηγόρος, διότι είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου προς τον σύζυγο μου, δυστυχώς".
  57. Μάλιστα στις 28/1/2014 όταν δόθηκε άδεια στον κο. Νικήτα ν΄ αποσυρθεί από δικηγόρος της εναγομένης, ο δικηγόρος ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους του κου. Καμπούρη ανέφερε στο Δικαστήριο, στη παρουσία του κου. Νικήτα δίχως στη συνέχεια αυτό να αμφισβητηθεί, πως "...ο λόγος που επέλεξε η εναγόμενη 2 να γίνει αλλαγή δικηγόρου σε αυτό το στάδιο είναι γιατί, όπως είχα πει και προηγουμένως, είναι λόγω ότι έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του συναδέλφου". Το Δικαστήριο τότε υπέδειξε στον κο. Ιωάννου πως δεν είχε ζητήσει να μάθει το λόγο για τον οποίο έγινε η αλλαγή δικηγόρου, απλώς γιατί αυτή γινόταν σε αυτό το χρονικό σημείο και κατά πόσο ο ίδιος γνώριζε, δηλαδή εάν του είχε πει κάτι ο κος. Καμπούρης. Απάντησε τότε ο κος. Ιωάννου πως αυτό έγινε διότι η εναγόμενη είχε επιβαρυνθεί με τα έξοδα των τροποποιήσεων και πως ήταν αυτός ο λόγος που αποφάσισε να αλλάξει δικηγόρο. Ουσιαστικά τα όσα λέχθηκαν κατά την ημερομηνία απόσυρσης του κου. Νικήτα από δικήγορος της εναγομένης επιβεβαιώνουν και τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται εντός της ένορκης δήλωσης της σε σχέση με τις ενέργειες του ομόδικου συζύγου της.
  58. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο κος. Καμπούρης ο οποίος είχε ετοιμάσει σχετική αίτηση τροποποίησης αλλά δεν την προώθησε ήταν διότι η εναγόμενη δεν τον πλήρωσε επειδή της ζήτησε πάρα πολλά λεφτά ενώ τον είχε ήδη πληρώσει για τις προηγούμενες του εμφανίσεις. Εντούτοις η εναγόμενη δημιουργεί την εντύπωση πως προωθεί την αίτηση, την οποία τονίζω και πάλι έχει καταχωρήσει από κοινού με τον εναγόμενο, ωσάν ο κος. Καμπούρης να εξακολουθεί να είναι ο δικηγόρος της και να την εκπροσωπεί ξεχωριστά από τον ομόδικο σύζυγο της.
  59. Αυτό καθίσταται εμφανές από τα όσα σχετικά αναφέρει στη παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης της. Αναφέρει μεν πως βάσει όσων πληροφορείται από τον "δικηγόρο μου" (εννοώντας προφανώς τον κο. Νικήτα ο οποίος βεβαίως δεν είναι μόνο δικηγόρος της αλλά δικήγορος και των δύο εναγομένων) καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης "...έτσι ώστε να μπορέσω να θέσω τους δικούς μου ισχυρισμούς στο Δικαστήριο και στον Ενάγοντα, ο οποίος όπως με έχει πληροφορήσει ο κ. Καμπούρης είπε στο Δικαστήριο ότι όντως δεν με γνωρίζει και με είδε 1-2 φορές και ότι δεν είχα καμία σχέση με την εταιρεία ή με την συμφωνία που έκαναν και με έβαλαν να υπογράψω, χωρίς να μου πουν τι υπέγραφα ή τις συνέπειες που θα είχα..." προσθέτοντας πως με "...τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο θα έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων που αφορούν το πρόσωπο μου στην παρούσα υπόθεση, αφού ουσιαστικά εγώ τώρα "καταχωρώ" την υπεράσπιση μου".
  60. Αξίζει το απόσπασμα αυτό από την ένορκη δήλωση της εναγομένης να τύχει κάποιας ιδιαίτερης ανάλυσης. Αξιοσημείωτο, πέραν και από την αναφορά στον κο. Καμπούρη, είναι το δεδομένο πως η εναγόμενη ισχυρίζεται πως η αίτηση τροποποίησης είναι αναγκαία έτσι ώστε η ίδια να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τους δικούς της ισχυρισμούς. Ως επίσης και τους δικούς της ισχυρισμούς στον ενάγοντα. Υπονοώντας δηλαδή πρόθεση υποβολής τουλάχιστον αιτήματος επανακλήτευσης του ενάγοντα έτσι ώστε αυτός να αντεξεταστεί και να θέσει υπόψη και του ενάγοντα τους δικούς της ισχυρισμούς.
  61. Επισημαίνω επίσης πως σε αυτό το σημείο της ένορκης δήλωσης της έχει σημασία η χρήση του ενικού από την εναγόμενη. Σκοπός της είναι να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και του ενάγοντα τους δικούς της ισχυρισμούς και όχι τους ισχυρισμούς αμφότερων των εναγομένων εκ μέρους των οποίων υποβάλλεται από κοινού το αίτημα τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Οι οποίοι ισχυρισμοί ως προς το ότι η ίδια δεν είχε σχέση με την εταιρεία ή με την συμφωνία πλέον περιπλέκουν τόσο τον ενάγοντα αλλά και τον ομόδικο σύζυγο της. Καθότι όπως ισχυρίζεται δεν είχε σχέση με την συμφωνία "που έκαναν" και την οποία την "έβαλαν" να υπογράψει χωρίς να της "πουν" τι υπέγραφε ή τις συνέπειες που θα είχε. Χαρακτηριστική βεβαίως επίσης είναι η θέση της πως "τώρα" πλέον (δηλαδή, προφανώς με την επιδιωκόμενη έγκριση της αίτησης τροποποίησης) θα καταχωρεί την υπεράσπιση της (όλα όσα παρατίθενται εντός εισαγωγικών εντός αυτής και της αμέσως προηγούμενης πρότασης αναφέρονται αυτολεξεί στη παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης). Τονίζω και πάλι τη χρήση του ενικού. Την υπεράσπιση "μου" αναφέρει συγκεκριμένα η εναγόμενη και όχι την τροποποιημένη υπεράσπιση "μας", δηλαδή αμφότερων των εναγομένων.
  62. Παρά και τη γενική τοποθέτηση στη παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης (παρόμοια θέση συναντιέται σχεδόν σε κάθε αίτηση τροποποίησης η οποία τίθεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) εντούτοις η παράγραφος 26 αναδεικνύει τη πραγματικότητα ως προς το κοινό αίτημα των εναγομένων.
  63. Καθότι εντός αυτής η εναγόμενη - και πάλι κάνοντας χρήση του ενικού - αναφέρει πως σε περίπτωση μη έγκρισης της "...θα παραβλαπτούν τα δικαιώματα μου διότι δεν θα μπορέσω να θέσω ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και την αναγκαία μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης μου, η οποία ουδέποτε προηγουμένως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τους λόγους που προανέφερα".
  64. Η πραγματικότητα είναι πως το αίτημα αν και υποβάλλεται από αμφότερους τους εναγομένους δεν είναι κοινό αλλά αφορά ουσιαστικά μία δικονομικά άστοχη προσπάθεια διαχωρισμού της θέσης της εναγομένης από αυτή του εναγομένου. Καθότι βεβαίως σε περίπτωση έγκρισης του και στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως θα προκύπτει οποιοδήποτε δικονομικό όφελος από αυτή την έγκριση δεν θα είναι μόνο η εναγόμενη η οποία θα επωφεληθεί αλλά και ο εναγόμενος.
  65. Το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να αναφερθεί σε τόση έκταση στην πιο πάνω πτυχή του αιτήματος τροποποίησης καθότι αυτή κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του. Μάλιστα η πτυχή αυτή έχει καθοριστική σημασία σε σχέση με την έγκριση ή μη της αίτησης. Βεβαίως προκύπτουν και άλλα σημεία τα οποία παράλληλα λαμβάνονται υπόψη ως προς την εξέταση της αίτησης των εναγομένων. Θα αναφερθώ συνοπτικά σε αυτά πιο κάτω για μία όσο το δυνατό πληρέστερη αιτιολόγηση της απόφασης.
  66. Κατ΄ αρχάς ασφαλώς δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα τροποποίησης. Όσο και να μην αποκλείεται, βάσει της νομολογίας μας η έγκριση ενός αιτήματος τροποποίησης, έστω και σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation) εντούτοις αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο η αίτηση είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένη ή όχι.
  67. Υπενθυμίζω πως η προφορική κατάθεση του ενάγοντα, η οποία είναι και η μοναδική προφορική μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης του ήδη έχει ολοκληρωθεί. Ο ενάγων υπέστη μία μακρά αντεξέταση (διάρκειας συνολικά περίπου 11 ωρών από τον κο. Νικήτα και σχεδόν 2 ωρών από τον κο. Καμπούρη) η οποία για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου άρχισε στις 30/9/2013 και δεν ολοκληρώθηκε παρά μόνο στις 28/2/2014 από τον νυν δικηγόρο των εναγομένων (ο οποίος τότε εκπροσωπούσε μόνο τον εναγόμενο παρά και το γεγονός πως προωθούσε μία κοινή υπεράσπιση βασισμένη στο ίδιο δικόγραφο) και από τον πρώην δικηγόρο της εναγομένης στις 14/3/
  68. Ο οποίος βεβαίως επίσης δεσμευόταν από το κοινό δικόγραφο των εναγομένων.
  69. Έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πως ο πρώην δικηγόρος της εναγομένης, δηλαδή ο κος. Καμπούρης, παρά και το ότι ανέλαβε ως δικηγόρος της εναγομένης στις 28/1/2014 (με σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου) εντούτοις μέχρι και τις 14/3/2014, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε και ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του ενάγοντα από τον ίδιο, δεν καταχώρησε αίτηση τροποποίησης. Παρά και το γεγονός πως ομολογουμένως κάποια αναφορά έγινε σε αίτηση τροποποίησης από τον κο. Καμπούρη εντούτοις δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε καταγραφή αυτής στο πρακτικό του Δικαστηρίου.
  70. Σημασία όμως έχει το γεγονός πως ο ίδιος στο χρονικό διάστημα το οποίο είχε στη διάθεση του επέλεξε να μην καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης ή να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα αναβολής γι΄ αυτό το σκοπό. Ανεξάρτητα δηλαδή και από τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται εντός της ένορκης δήλωσης της σε σχέση με το κόστος υποβολής αιτήματος τροποποίησης παράλληλα δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αγνοήσει την δικονομική πραγματικότητα ως προς την όλη πορεία της υπόθεσης.
  71. Η δε αναφορά της εναγομένης στη παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης της ως προς την ετοιμασία αίτησης τροποποίησης από τον κο. Καμπούρη κρίνεται χρονικά αόριστη ενώ στον βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά τότε η αίτηση τροποποίησης μάλλον ετοιμάστηκε μετά από την ολοκλήρωση της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα. Καθότι η εναγόμενη προβάλει ισχυρισμό πως η ίδια δεν πλήρωσε τον πρώην δικηγόρο της για να προωθήσει αίτηση τροποποίησης την οποία είχε ετοιμάσει επειδή της ζήτησε πολλά λεφτά ενώ τον είχε ήδη πληρώσει για τις ".... προηγούμενες εμφανίσεις του που έκανε και για τα έξοδα του που ερχόταν από Λευκωσία".
  72. Εν τέλει όμως όπως και να έχει η πραγματικότητα ως προς την ετοιμασία της αίτησης τροποποίησης παραμένει ως δεδομένο το γεγονός πως καμία αίτηση τροποποίησης δεν καταχωρήθηκε πριν από την αντεξέταση του ενάγοντα. Προφανώς ο πρώην δικηγόρος της εναγομένης έκρινε πως θα μπορούσε να αντεξετάσει τον ενάγοντα δίχως να έχει προηγηθεί αίτηση τροποποίησης. Η εντύπωση αυτή ενδυναμώνεται εν μέρει και από το είδος των ερωτήσεων οι οποίες έγιναν προς τον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του από τον κο. Καμπούρη. Καθότι όπως θα αναφέρω πιο κάτω μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και θέματα τα οποία η εναγόμενη επιθυμεί όπως πρόσθεσει στο δικόγραφο των εναγομένων.
  73. Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πως η εναγόμενη παρέλειψε, για τον οποιοδήποτε λόγο, όπως υποβάλει αίτημα για τροποποίηση όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ξεχωριστής της εκπροσώπησης από άλλο δικηγόρο αλλά και προ της έναρξης της αντεξέτασης του ενάγοντα από τον τότε δικηγόρο της. Υπενθυμίζω πως η ίδια στη παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης αναφέρει πως η καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης καθίσταται αναγκαία έτσι ώστε να μπορέσει να θέσει υπόψη "....τους δικούς μου ισχυρισμούς στο Δικαστήριο και στον Ενάγοντα...".
  74. Σαφώς εάν αυτή ήταν η πρόθεση της τότε όφειλε να το είχε πράξει αυτό προ της έναρξης της αντεξέτασης του ενάγοντα από τον τότε δικηγόρο της. Ουσιαστικά αυτό το οποίο ισχυρίζεται η εναγόμενη είναι πως η πρόθεση για τροποποίηση υπήρχε αλλά δεν έγινε. Ο λόγος τον οποίο αναφέρει δεν δικαιολογεί τη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη πως ο προηγούμενος δικηγόρος της επέλεξε όπως αρχίσει την αντεξέταση του ενάγοντα δίχως προηγουμένως να είχε υποβληθεί αίτημα τροποποίησης.
  75. Εάν όντως το κόστος της καταχώρησης αίτησης τροποποίησης ήταν αποτρεπτικό όφειλε η απόσυρση του πρώην δικηγόρου της εναγομένης να είχε προηγηθεί της αντεξέτασης του ενάγοντα. Η καθυστέρηση η οποία παρατηρείται στη καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης δεν είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένη για τους λόγους που η εναγόμενη αναφέρει στην ένορκη δήλωση της.
  76. Όπως ούτε δικαιολογημένο είναι δυνατό να κριθεί το χρονικό σημείο στο οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση τροποποίησης. Οφείλω όμως να επισημάνω πως ο κος. Καμπούρης κάλυψε ορισμένα θέματα τα οποία η εναγόμενη επιδιώκει όπως καλυφθούν με την έγκριση της αίτησης τροποποίησης. Βεβαίως και αυτό το γεγονός συντείνει όχι μόνο στο να μην κρίνεται δικαιολογημένη η αίτηση τροποποίησης αλλά ούτε και δικαιολογημένο το χρονικό σημείο στο οποίο αυτή υποβάλλεται.
  77. Τα συγκεκριμένα σημεία είναι τα ακόλουθα. Ερωτήθηκε ο ενάγων και απάντησε πως δεν γνώριζε επακριβώς το όνομα της εναγομένης. Απάντησε επίσης πως περίπου δύο φορές είχε δει την εναγόμενη. Δίχως βεβαίως εντός αυτής της απόφασης να αξιολογείται το περιεχόμενο της "Απόδειξης Είσπραξης" η οποία επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1 προκύπτει πως ο εναγόμενος εισέπραξε σε μετρητά μετά από εξαργύρωση επιταγής το ποσό των £30.000,
  78. Ο ενάγων ερωτήθηκε και δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο η επίδικη συμφωνία διαβάστηκε μεγαλόφωνα προτού υπογραφεί. Ούτε ήξερε αν η εναγόμενη μπορούσε να διαβάζει Ελληνικά. Ο ενάγων απέρριψε υποβολή πως την αίτηση για να καταστεί δικαιούχος σύνταξης ανικανότητας την έκανε ενώ εργαζόταν στην εταιρεία. Απέρριψε επίσης υποβολή πως ο ίδιος έπαιρνε επίδομα ασθενείας από το 1998 ή πως λάμβανε τέτοιο επίδομα όταν υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία στις 15/11/
  79. Απέρριψε υποβολή πως δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό από την εναγόμενη εκφράζοντας άποψη ουσιαστικά ως προς το ότι νομίζει πως βάσει της συμφωνίας που υπογράφηκε δικαιούται.
  80. Θεωρώ ορθό προς πληρέστερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, όπως αναφερθώ επίσης και σε ένα σημείο το οποίο προέκυψε κατά την εκδίκαση της αίτησης τροποποίησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του προώθησε τη θέση πως εφόσον η εναγόμενη δεν αντεξετάστηκε συνεπώς τα όσα ισχυρίζεται παρέμειναν αναντίλεκτα.
  81. Οφείλω να τονίσω πως η παράλειψη αντεξέτασης ή ακόμη και η επιλογή να μην ασκηθεί η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντος κατά την εκδίκαση μίας αίτησης δεν οδηγεί αυτόματα και απαρέγκλιτα σε αποδοχή από το Δικαστήριο της μαρτυρίας εντός της ένορκης δήλωσης του είτε ως βάσιμης είτε ως αξιόπιστης. Δηλαδή, δεν είναι δυνατό να θεωρείται γενικά ως δεδομένο πως η μη αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντος αφαιρεί από το Δικαστήριο την εξουσία αξιολόγησης της αξιοπιστίας ή βασιμότητας της εκδοχής η οποία προωθείται με τη μαρτυρία η οποία παρατίθεται εντός της ένορκης δήλωσης.
  82. Βεβαίως στο μεγαλύτερο βαθμό, όπως προκύπτει και από την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται τόσο στην αξιοπιστία της εναγομένης αλλά κυρίως στη βασιμότητα των θέσεων της προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης. Δηλαδή, η έμφαση η οποία δίδεται από το Δικαστήριο εντός αυτής της απόφασης δεν είναι στο κατά πόσο η εναγόμενη ήταν ειλικρινής προβάλλοντας τους όσους ισχυρισμούς προέβαλε εντός της ένορκης δήλωσης της αλλά το σημαντικότερο ερώτημα σε σχέση με την έκβαση της απόφασης, κατά πόσο οι ισχυρισμοί αυτοί ακόμη και αξιόπιστοι να κριθούν στο σύνολο τους δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης αμφότερων των εναγομένων.
  83. Προκύπτει και ένα άλλο θέμα το οποίο επίσης διαπιστώνεται πως δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης. Αυτό έχει σχέση με τα όσα αναφέρονται εντός των παραγράφων 16 και 17 της ένορκης δήλωσης. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τα όσα προνοούνται από την Δ.19 θ. 4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας εντός ενός δικογράφου θα καταγράφονται γεγονότα και όχι ο Νόμος. Συνεπώς εάν όντως σύμφωνα με τα γεγονότα της αγωγής η επίδικη συμφωνία όντως συμπεριλαμβάνει ανύπαρκτο αντάλλαγμα αυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο κάλλιστα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων θα μπορούσε να προβάλει μετά και από την ολοκλήρωση της παρουσίασης μαρτυρίας. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να προβάλει στη τελική αγόρευση του και το επιχείρημα πως η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη και χωρίς καμία νομική ισχύ καθότι θα έπρεπε να είχε προηγηθεί ειδικό ψήφισμα της εταιρείας αναφορικά με την ύπαρξη του οποίου ο ενάγων δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία.
  84. Σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη όχι μόνο καθυστέρησης αλλά και κακοπιστίας ως βασικά στοιχεία του αιτήματος το οποίο υποβάλλεται από αμφότερους τους εναγομένους τα οποία ασφαλώς δεν είναι δυνατό να μην επηρεάσουν αρνητικά το οποιοδήποτε ενδεχόμενο έγκρισης της αίτησης τροποποίησης. Η δε κακοπιστία δεν προκύπτει ως στοιχείο εξαιτίας του ατόμου της εναγομένης αλλά λόγω τόσο της από κοινού υποβολής αιτήματος τροποποίησης με τον ομόδικο σύζυγο της όσο και από τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι επεδίωξαν να προωθήσουν αυτό το αίτημα. Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον ενάγοντα ο οποίος ήδη έχει ολοκληρώσει τη παρουσίαση της υπόθεσης του προς απόδειξη της αξίωσης του. Περιορίζοντας μεν αυτή στη παρουσίαση αποκλειστικά της δικής του προφορικής κατάθεσης της οποίας όμως η διάρκεια ήταν μακρά εξαιτίας κυρίως της επίμονης αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων.
  85. Αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης πως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων. Αυτό είναι δεδομένο ανεξάρτητα και από την επιλογή του Δικαστηρίου το περιεχόμενο αυτό να μην επαναλαμβάνεται έστω και συνοπτικά εντός αυτής της απόφασης. Θεωρώ όμως πως θα προσέθετε στην όλη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης η επισήμανση ορισμένων αναφορών από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων οι οποίες ουσιαστικά αναδεικνύουν στοιχεία επίσης αρνητικά ως προς το ενδεχόμενο έγκρισης της αίτησης και τα οποία δεν θα ήταν είτε δίκαιο είτε λογικό να αγνοηθούν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης. Καθότι οποιαδήποτε και να ήταν η θυματοποίηση της εναγομένης από ενέργειες του συνεναγόμενου της αυτή δεν θα ήταν δυνατό να δικαιολογούσε την έγκριση ενός από κοινού υποβαλλόμενο αίτημα τροποποίησης το οποίο θα προκαλούσε ζημιά στον αντίδικο της ο οποίος δεν διαπιστώνεται να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη αναφορικά με τη συμπεριφορά του εναγομένου προς την εναγόμενη ως ομόδικου της.
  86. Οι επισημάνσεις του Δικαστηρίου είναι οι ακόλουθες. Αναφερόμενος στη μαρτυρία της εναγομένης ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπέδειξε πως η εναγόμενη έμαθε (τα όσα δηλαδή πλέον ισχυρίζεται) μόνο μετά από τον διορισμό και τον χειρισμό της υπόθεσης από τον κο. Καμπούρη, εφόσον ο εναγόμενος δεν την ενημέρωνε αναφορικά με την υπόθεση, και πως τα σημεία τα οποία επιδιώκει να τροποποιήσει είναι αυτά τα οποία θα συμπεριλαμβάνονταν στην αίτηση την οποία θα καταχωρούσε ο κος Καμπούρης. Εκπληκτικά δε πρόσθεσε πως το γεγονός πως η εναγόμενη είχε ως συνήγορο της, τον συνήγορο τον οποίο έχει σήμερα δεν σημαίνει ότι γνώριζε για την υπόθεση της. Συμπλήρωσε δε με αναφορά ως προς το ότι ο εναγόμενος πληροφορούσε συνεχώς τον συνήγορο του πως "ήταν ενήμερη" η εναγόμενη, εντούτοις εντός της ένορκης δήλωσης της η εναγόμενη λέει ξεκάθαρα πως δεν γνώριζε "...καθόλου για τη διαδικασία".
  87. Βεβαίως αυτό το οποίο αναπόφευκτα διαπιστώνεται επί αυτού του θέματος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, αλλά και των όσων ο ευπαίδευτος συνήγορος της ανέφερε κατά την αγόρευση του, είναι το εξής. Αναφέρει σχετικά ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων πως το γεγονός πως η εναγόμενη είχε ως δικηγόρο της τον δικηγόρο τον οποίο έχει σήμερα δεν σημαίνει ότι γνώριζε για την υπόθεση της προσθέτοντας δε πως ο εναγόμενος πληροφορούσε συνεχώς τον συνήγορο του πως ήταν ενήμερη η εναγόμενη. Δηλαδή ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων δηλώνει ξεκάθαρα πως ο εναγόμενος έλεγε ψέματα ακόμη και στον ίδιο.
  88. Θεωρώ πραγματικά πως τίθεται θέμα σχέσης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη σε αυτή τη περίπτωση. Όμως δεν καθίσταται ρόλος του Δικαστηρίου να ελέγξει αυτό το θέμα. Ο ίδιος ο δικηγόρος ο οποίος εξαπατείται με αυτό τον τρόπο από τον ίδιο τον πελάτη του οφείλει να καθορίσει τη δική του αντίδραση προς αυτή την εξαπάτηση ανεξάρτητα και από τη στενή συγγενική σχέση η οποία τον συνδέει με τον εναγόμενο (βλ. σχετικά τη παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης). Καθότι υπεράνω οτιδήποτε άλλο ένας δικηγόρος είναι λειτουργός της δικαιοσύνης και όχι υποχείριο όργανο του οποιουδήποτε πελάτη του. Ιδιαίτερα δε όταν ο συγκεκριμένος πελάτης παραλείπει να τον πληροφορεί με ειλικρίνεια ή ουσιαστικά, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τον παραπληροφορεί σε σχέση με τη δήθεν πληροφόρηση την οποία τυγχάνει να έχει και άλλος ομόδικος πελάτης του, δηλαδή η ίδια η σύζυγος του.
  89. Υποστηρίζει δηλαδή ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων πως η εναγόμενη δεν γνώριζε καθόλου για τη διαδικασία. Αναφέρει, επίσης στην αγόρευση του, πως μετά που ο κος. Καμπούρης διορίστηκε και πληροφορήθηκε από την εναγόμενη ότι δεν ήταν ενήμερη, μόνο τότε έλαβε γνώση και ο ίδιος ως δικηγόρος ότι δεν ήταν ενήμερη. Πέραν και από την υποχρέωση ουσιαστικά ενός δικηγόρου να ενημερώνει σχετικά τον πελάτη του αναφορικά με τη πορεία μίας υπόθεσης του η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση από το έτος 2007 μέχρι και το έτος έναρξης της ακρόασης κατά το 2013 διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο εάν αναμένεται αυτή η έλλειψη ενημέρωσης να θεωρηθεί και ως ενισχυτικό στοιχείο αναφορικά με το ενδεχόμενο αποδοχής της αίτησης αμφότερων των εναγομένων.
  90. Εισηγείται ο νυν δικηγόρος της εναγομένης πως θα πρέπει το Δικαστήριο να δώσει την ευκαιρία στην εναγόμενη τώρα να καταχωρήσει την υπεράσπιση "της" ωσάν η αίτηση τροποποίησης να αφορά μόνο την ίδια ή ακόμη και ωσάν η εκπροσώπηση της από τον ίδιο από το 2007 μέχρι και την αλλαγή του δικηγόρου της δεν θα πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπόψη από το Δικαστήριο.
  91. Εισηγείται δε πως θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση της υπεράσπισης "της εναγομένης 2" σε συνάρτηση με τα όσα ο ενάγων ανέφερε κατά την αντεξέταση του από τον κο. Καμπούρη. Προσθέτοντας πως σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης θα παραβλαπτούν τα δικαιώματα της εναγομένης διότι δεν θα μπορέσει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και την αναγκαία μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Προσθέτει επίσης πως η υπόθεση της εναγομένης "δυστυχώς ποτέ προηγουμένως" δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
  92. Εμφανώς ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων παραγνωρίζει το δικονομικό γεγονός πως η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση δεν υποβάλλεται μόνο από την εναγόμενη αλλά από αμφότερους τους εναγομένους μεταξύ των οποίων βεβαίως και του εναγομένου ο οποίος όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται και όπως ο ίδιος ο δικηγόρος τους επιβεβαιώνει υπήρξε ανειλικρινής τόσο με την ίδια την εναγόμενη όσο και με τον δικηγόρο τους.
  93. Βεβαίως αναφέρεται σε ένα σημείο της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος αμφότερων των εναγομένων στο δεδομένο πως η αίτηση υποβάλλεται και από τους δύο εναγόμενους αλλά, όπως το έθεσε, έτσι ώστε το δικόγραφο μετά την πιθανή τροποποίηση "...να είναι νομικά και ουσιαστικά ορθό". Δηλαδή, όπως ανέφερε συγκεκριμένα, "...αφού με την τροποποίηση θα πρέπει να αλλάξει εν μέρει και η υπεράσπιση του εναγομένου 1 ώστε να είναι και συντακτικά ορθή". Ωσάν δηλαδή η υπεράσπιση του εναγομένου θα είναι διαφορετική από αυτή της εναγομένης έστω και εάν αυτή παρατίθεται εντός του ίδιου δικογράφου και ενώ αμφότεροι οι εναγόμενοι εκπρωσοπούνται από τον ίδιο δικηγόρο.
  94. Μάλιστα εάν εξεταστεί προσεχτικά η αιτούμενη τροποποίηση αυτή ούτε και συντακτικά δεν θα ήταν ορθή. Σε σχέση δηλαδή με τη χρήση του πληθυντικού στη συνέχεια ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η αρχική αναφορά περιορίζεται στον εναγόμενο και όχι σε αμφότερους τους εναγομένους. Βεβαίως αυτό το δεδομένο δεν αποτελεί παρά μόνο μία ελάχιστη λεπτομέρεια σε σχέση με τα όσα άλλα εντοπίζονται και τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως η αίτηση αυτή δεν δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς όφελος αμφότερων των εναγομένων.
  95. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το αίτημα των εναγομένων αυτό δεν είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο για τους λόγους τους οποίους το Δικαστήριο αναφέρει πιο πάνω. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος αμφότερων των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.