← Κύπρος

Χάρης Παυλή ν. Richard Crook κ.α., Αρ. Αγωγής: 2195/11, 15/7/2014

Χάρης Παυλή ν. Richard Crook κ.α., Αρ. Αγωγής: 2195/11, 15/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A158 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2195/11 Μεταξύ: Χάρης Παυλή, από την Πάφο Ενάγοντα και

  1. Richard Crook, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Alicia Crook, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων Ημερομηνία: 15.7.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κ. Ν. Μάντης (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Χρ. Παπαλλάς) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Πιερή -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών στις 2.5.14 με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 1.7.
  3. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση στις 6.6.12 και με την οποία ζητείτο απόφαση υπέρ του και εναντίον των Αιτητών λόγω παράλειψης καταχώρησης από αυτούς σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.17, θ.10 και Δ.48, θθ. 1, 2, 3 και

(9)(h) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από δύο ένορκες δηλώσεις της Βέρας Χαραλάμπους, από τώρα και στο εξής «η Χαραλάμπους», με ημερομηνίες 2.5.14 και 8.7.14. Σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.7.14 καταχωρήθηκε κατόπιν αιτήματος που υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στο πιο πάνω αίτημα η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν ενέστη. Η Χαραλάμπους είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με 10 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται ύστερα από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μπορεί να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον (Βλ. Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345). Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθέτησαν τις αρχές όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E R 646 ή
(1937)Α.C. 473. Η Νομολογία επί του θέματος είναι αρκούντως διαφωτιστική. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του εναγόμενου επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της Νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης είναι στον Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία όπως και για τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712). Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26). Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26 τονίσθηκε ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τα γεγονότα κείται επί των ώμων του εφεσείοντος. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η απόφαση έχει κανονικά εκδοθεί και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για ακύρωση μιας τέτοιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Costas Christoforou ν. Kyriacoullis Kyriacoulli
(1963)2 C.L.R. 159, το Δικαστήριο τόνισε ότι απόφαση που εξασφαλίστηκε από τον ενάγοντα θα πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει, επιπροσθέτως της εξήγησης για την παράλειψή του να εμφανιστεί, ότι η υπεράσπισή του είναι τόσο ουσιαστική, που να δικαιολογεί επανέναρξη της διαδικασίας. Η πρώτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι βέβαια η ύπαρξη υπεράσπισης στην οποία το δικαστήριο μπορεί να δώσει σημασία. Αν ο εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση το δικαστήριο εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να αφήσει απόφαση που εξασφαλίστηκε χωρίς κανονική εκδίκαση να παραμείνει σε ισχύ. Το δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Είναι μόνο όταν η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης ακόμα και αν ο διάδικος αυτός έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Στα πιο πάνω προστίθεται η σαφώς νομολογημένη αρχή ότι αν ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, τότε, έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την όποια υπεράσπισή του. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά και να ακούεται σε αυτήν είναι αυτονόητο και αυτόδηλο (Βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Στην βάση της πιο πάνω Νομολογίας το ζήτημα αν οι Αιτητές έλαβαν γνώση του κλητηρίου εντάλματος και της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον τους είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Θα ασχοληθώ, όμως, πρώτα με τον δεύτερο λόγο ένστασης. Σύμφωνα με αυτόν η Χαραλάμπους δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο να ορκισθεί για τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης καθότι δεν είναι γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της ώστε να δικαιολογείται επαρκώς η γνώση της γι' αυτά. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω διατυπωθείσα θέση. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκε ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία ο ομνύων δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Δ. 39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους Αγγλικούς Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι το 1893. Η Αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι ένορκη δήλωση η οποία δεν βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών είναι αντικανονική (Βλ. In κ J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532). Λέχθηκε, επίσης, ότι η Δ.39 θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, που απέκλειε την εξ ακοής μαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα έτσι και η εξαίρεση που προβλέπεται από την Δ.39, θ.2 συναρτάται με την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Η Χαραλάμπους αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της για τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκό της δήλωση. Στην παράγραφο 1 της ένορκής της δήλωσης δηλώνει ρητά ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης από επικοινωνία που είχε με τους Αιτητές. Επίσης, στην παράγραφο 3 της ένορκής της δήλωσης δηλώνει ρητά ότι η γνώση της για το ότι οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν γνώση της αγωγής και ότι η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς προήλθε από πληροφόρηση των ίδιων των Αιτητών, ισχυρισμός ο οποίος επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 6 της ένορκής της δήλωσης. Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκη δήλωση της Χαραλάμπους συμμορφώνεται με την Διάταξη 39, θεσμός 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία που πιο πάνω παρατίθεται. Σημειώνεται, επίσης, ότι υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις των Αιτητών δεν είναι επιλήψιμο, αφού αυτοί είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας και βρίσκονται στο εξωτερικό. Ενδεικτική είναι η Νομολογία σύμφωνα με την οποία ένορκη δήλωση υποστηρικτική ενός αιτήματος ακόμα και από δικηγόρο ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή είναι επιτρεπτή και λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι δίδεται εξήγηση για το ότι ενόρκως δηλών είναι ο δικηγόρος και όχι ο αιτητής ο ίδιος εκτός εάν υπό τις περιστάσεις προκύπτει εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών, οπότε και σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αναγκαίο να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση (Βλ. D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10, Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση 124/10, ημερομηνίας 14.7.11, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005). Αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 φαίνεται να υπερκεράσθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004 σύμφωνα με τον οποίο καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Σχετική είναι η μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 378/08, ημερομηνίας 23.9.11. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων / εφεσείων υπέβαλε αίτηση με την οποία ζητούσε την προσθήκη τρίτου εναγόμενου στην αγωγή, τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων και του νέου διαδίκου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 έκρινε ότι ο αιτητής είχε παραλείψει να αναφέρει στην ένορκό του δήλωση την πηγή των πληροφοριών του αναφορικά με συγκεκριμένο ισχυρισμό. Η παράλειψη αυτή κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι καθιστούσε την ένορκο δήλωση αντικανονική και την υπό κρίση αίτηση μετέωρη. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι τροποποιήσεις που υπέστη ο Περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, μετά την Louis Vuitton, διαφοροποίησαν την προϋπάρχουσα κατάσταση με βάση τα νομολογηθέντα στην πιο πάνω υπόθεση. Από την πιο πάνω απόφαση φαίνεται ότι το γεγονός ότι ένας ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του αναφορικά με ένα ισχυρισμό τον οποίο εκθέτει στην ένορκό του δήλωση δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό εκ προοιμίου μη αποδεκτή μαρτυρία. Όπως κάθε εξ' ακοής μαρτυρία έτσι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, το θέμα δε της αξιολόγησης του και πόσο βάρος θα πρέπει να προσδωθεί σε αυτόν επαφίεται στο Δικαστήριο. Όπως και να έχει στην εξεταζόμενη περίπτωση η Χαραλάμπους αποκάλυψε, όπως και ενωρίτερα διαπιστώθηκε, την πηγή της πληροφόρησής της αναφορικά με τα γεγονότα που εκθέτει στην ένορκό της δήλωσηκαι δη τον λόγο που οι Αιτητές δεν εμφανίσθηκαν στην διαδικασία. Η μαρτυρία της συνιστά, επομένως, αποδεκτή μαρτυρία. Προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω τον λόγο που η Χαραλάμπους επικαλείται στην ένορκό της δήλωση ως λόγο για τον οποίο οι Αιτητές δεν εμφανίσθηκαν στην διαδικασία. Στο κλητήριο ένταλμα αναγράφεται ως διεύθυνση των Αιτητών η 44 High Street, Findon, W Essex, BN14 032, United Kingdom. Ο Καθ' ου η αίτηση στις 7.10.11 εξασφάλισε διάταγμα του Δικαστηρίου, από τώρα και στο εξής «το διάταγμα», με το οποίο επιτράπηκε, μεταξύ άλλων, η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές στην πιο πάνω διεύθυνση. Θέση του Καθ' ου η αίτηση, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκό του δήλωση, είναι ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σύμφωνα με το διάταγμα στην διεύθυνση που σε αυτό αναφέρεται και ότι η αναγραφή της πόλης του Aberdeen στα Τεκμήρια 2 και 3 που επισυνάπτει στην ένορκό του δήλωση ενδεχομένως να είναι τυπογραφικό λάθος ή να έγινε από απροσεξία του ιδιωτικού ταχυδρομείου. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω τεκμήρια είναι σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση βεβαιώσεις που καταδεικνύουν την επίδοση στους Αιτητές των προνοούμενων στο διάταγμα εγγράφων. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης τα πιο πάνω τεκμήρια παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο και στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 6.6.13 με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση εξαιτείτο την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης εναντίον των Αιτητών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από το ιδιωτικό ταχυδρομείο που να υποστηρίζει την πεποίθηση του Καθ' ου η αίτηση ότι η αναγραφή του ονόματος της πιο πάνω πόλης στα πιο πάνω τεκμήρια είναι τυπογραφικό λάθος και που να καταδεικνύει ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε εν τέλει στο Aberdeen. Το Aberdeen ως γνωστόν βρίσκεται στην Σκωτία και δεν είναι η πόλη του Essex της Αγγλίας στην οποία επιτράπηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Με την ένορκό της δήλωση η Χαραλάμπους υποστηρίζει ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα καθώς και στο διάταγμα δεν είναι η ορθή διεύθυνση των Αιτητών. Η ορθή διεύθυνση των Αιτητών είναι η 44 High Street, Findon Village, West Sussex, BN14 0SZ, United Kingdom. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της η Χαραλάμπους επισύναψε ως δέσμη εγγράφων στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση τα ακόλουθα έγγραφα - Τεκμήριο 2: επιστολή των Αιτητών προς τους δικηγόρους τους στην Κύπρο ημερομηνίας 4.4.14 και ειδοποίηση πληρωμής φορολογίας του Revenues and Benefits Services του Arun District Council του West Sussex για την περίοδο 1.4.12 μέχρι 31.3.13 η οποία απευθύνεται στην Εναγόμενη
  1. Στην πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή ημερομηνίας 4.4.14 αναφέρεται ότι οι Αιτητές ουδέποτε διέμεναν στην πόλη του Essex και στην οδό 44 High Street, Findon, W Essex, BN14 032, αλλά μέχρι τον Ιούνιο του 2012 διέμεναν στην οδό 44 High Street, Findon Village, West Sussex, BN14 0SZ και ότι από τον πιο πάνω μήνα μετακόμισαν σε άλλη οδό και συγκεκριμένα στην οδό 69 Old Manor Road, Rustington, West Sussex, BN16 3QL. Το ότι ο Καθ' ου η αίτηση ενημερώθηκε για την δεύτερη και ορθή σύμφωνα με την Χαραλάμπους διεύθυνση των Αιτητών και, μάλιστα, από τον Εναγόμενο 1 είναι παραδεκτό από τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του τούτου ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκό του δήλωση επιστολή του Εναγόμενου 1 που στάλθηκε με τηλεομοιοτυπικό έντυπο από τις 12.10.10 - Τεκμήριο 4 - και με την οποία ο Εναγόμενος 1 ενημερώνει τον Καθ' ου η αίτηση ότι η διεύθυνση των Αιτητών είναι η οδός 44 High Street, Findon Village, West Sussex, BN14 0SZ, αυτή, δηλαδή, που ισχυρίζεται η Χαραλάμπους και όχι αυτή που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και αναφέρεται στο διάταγμα. Είναι δε στην βάση αυτής της επιστολής που προδήλως αναγράφηκε στο κλητήριο ένταλμα η διεύθυνση που αναγράφηκε. Και στην βάση της πιο πάνω επιστολής που με το διάταγμα ζητήθηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην ίδια διεύθυνση. Μόνο που η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, προδήλως, σύγχυσε τα ονόματα των δύο Αγγλικών πόλεων και εκ παραδρομής εξέλαβε ότι οι Αιτητές διέμεναν στην πόλη του Essex αντί στην πόλη του Sussex. Αφού ακόμα και μέχρι σήμερα ο Καθ' ου η αίτηση επιμένει ότι η διεύθυνση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 στην ένορκό του δήλωση είναι αυτή που αναγράφεται επί του κλητηρίου, πράγμα που δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός της Χαραλάμπους ότι στις 9.2.12, που σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2 και 3 διενεργήθηκε η επίδοση, οι Αιτητές διέμεναν στο Sussex και όχι στο Essex είναι αποδεκτός. Αυτός προβάλλεται με σαφήνεια και θετικότητα στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και υποστηρίζεται επαρκώς από την δέσμη εγγράφων που επισυνάπτεται σε αυτήν - Τεκμήριο
  2. Επιπρόσθετα ο Καθ' ου η αίτηση στην ουσία δεν αμφισβήτησε τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ό,τι μόνο επικαλέσθηκε για να καταρρίψει τον υπό συζήτηση ισχυρισμό της Χαραλάμπους είναι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 που επισύναψε στην ένορκό του δήλωση. Μόνο που αυτό όχι μόνο δεν ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι οι Αιτητές κατά τον πιο πάνω χρόνο διέμεναν στο Essex, αλλά τον καταρρίπτει αφού σε αυτό ρητά αναφέρεται, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο οι Αιτητές διέμεναν στο Sussex και σε καμία περίπτωση στην διεύθυνση που αναγράφεται επί του κλητηρίου εντάλματος ή στην διεύθυνση που αναφέρεται στο διάταγμα. Επομένως, και αν ακόμη ήθελε εκληφθεί ότι η επίδοση δεν έγινε στο Aberdeen, αλλά στο Essex με δεδομένα τα όσα πιο πάνω αποδέχθηκα έχω ικανοποιηθεί ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στους Αιτητές και, κατά συνέπεια, αυτοί δεν έλαβαν γνώση για την εναντίον τους εγερθείσα διαδικασία. Υπό το φως της Νομολογίας το πιο πάνω εύρημά μου είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044 η πλευρά της ενάγουσας / εφεσείουσας παρουσίασε την ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με την οποία αυτός είχε επιδώσει το κλητήριο ένταλμα παραδίδοντας το στην σύζυγο του εναγόμενου 2 / εφεσίβλητου στην διεύθυνση της κατοικίας τους. Ήταν ισχυρισμός του εφεσίβλητου στην ένορκο δήλωσή του, ότι την ημέρα της επίδοσης και για μεγάλη χρονική περίοδο πριν και μετά την ημερομηνία αυτή βρισκόταν σε διάσταση με την σύζυγό του και δεν συγκατοικούσε με αυτήν. Για τον λόγο αυτό δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως πραγματικό γεγονός, ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος για τον λόγο που είχε προβάλει στην ένορκο του δήλωση και, κατά συνέπεια, διέταξε τον παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Διαπίστωσε, επίσης, ότι ο εφεσίβλητος είχε δείξει και καλή βάση υπεράσπισης. Το Εφετείο αποφάσισε, ότι εφόσον ο εφεσίβλητος είχε προβάλει στην ένορκό του δήλωση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος εναπόκειτο στην εφεσείουσα να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι το οποίο δεν είχε γίνει. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τον λόγο που ο εφεσίβλητος είχε προβάλει για να δικαιολογήσει την μη εμφάνισή του στην διαδικασία. Εν' όψει δε της αιτιολογίας επί της οποίας εδραζόταν ο λόγος της απόφασης του Εφετείου, το Εφετείο έκρινε, πως δεν θα έπρεπε να το απασχολήσει το δεύτερο σκέλος της πρωτόδικης απόφασης, αν, δηλαδή, είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Παρόμοια αντιμετώπιση από το Ανώτατο Δικαστήριο συναντούμε έξι χρόνια προηγουμένως στην υπόθεση Νικόλα Γιωργαλλίδη ν. Χρυσόστομου Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση, πρώτο, γιατί έκρινε την επίδοση του κλητηρίου κακή και, δεύτερο, γιατί ο εναγόμενος είχε αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το Εφετείο τόνισε, ότι αφ' ης στιγμής η επίδοση κρίθηκε - και ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο - κακή το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae (ως εκ δικαιώματος) να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Και αυτό γιατί έκαστος έχει σύμφωνα με το άρθρο 3.3(α) και (β) του Συντάγματος το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορείται για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και να προβάλλει τους ισχυρισμούς του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω οι Αιτητές δικαιούνται σε παραμερισμό της απόφασης για να προβάλουν την όποια υπεράσπισή τους και δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα δεν θα πρέπει να με απασχολήσει κατά πόσο αυτοί κατέδειξαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Παρά το ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε παραμερισμό της απόφασης θα εξετάσω τον λόγο ένστασης που αναφέρεται στο καθυστερημένο σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Και αυτό για να διαφανεί ότι ούτε η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση ευσταθεί. Η Χαραλάμπους ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές πληροφορήθηκαν για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση στις 3.4.14 με επιστολή των Άγγλων δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 1.4.14 - Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της Χαραλάμπους. Η πιο πάνω επιστολή στάλθηκε στην διεύθυνση που σύμφωνα με την Χαραλάμπους είναι η τωρινή διεύθυνση των Αιτητών και που ενωρίτερα αναφέρθηκε, ήτοι η 69 Old Manor Road, Rustington, West Sussex, BN16 3QL. Το ότι οι Αιτητές ενημερώθηκαν για την απόφαση με την πιο πάνω επιστολή δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Ενδεικτικός είναι ο έκτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο είναι αποδεκτό από τον Καθ' ου η αίτηση ότι οι Αιτητές πληροφορήθηκαν για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση στις 3.4.
  2. Θέση του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι ο χρόνος που παρήλθε από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι την ημερομηνία υποβολής της υπό κρίση αίτησης είναι πολύ μεγάλος και ότι για την πάροδο του πιο πάνω χρόνου ουδεμία εξήγηση δόθηκε. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Ούτε και ότι δεν δόθηκε δικαιολογία για τον χρόνο που παρήλθε. Οι Αιτητές έλαβαν την πιο πάνω επιστολή δύο μέρες μετά την ημερομηνία που αυτή φέρει και ενήργησαν με σπουδή στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ενημέρωσαν τους Κύπριους δικηγόρους τους οι οποίοι μετά από δύο εβδομάδες και συγκεκριμένα στις 17.4.14 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την άδεια του Δικαστηρίου για επιθεώρηση και γενική έρευνα του φακέλου της υπόθεσης. Η αίτηση αυτή ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 30.4.14 και την ημέρα εκείνη εξασφαλίσθηκε η αιτούμενη άδεια από την Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Δύο ημέρες αργότερα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Αναμφίβολα μεταξύ της 30.4.14 και της ημερομηνίας καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δεν υπάρχει καμία καθυστέρηση αφού και η 1.5.14 που μεσολάβησε ήταν δημόσια αργία. Επίσης, αν και στην ένορκο δήλωση της Χαραλάμπους δεν αναφέρεται πότε οι Αιτητές αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους όπως και να' χει οι δύο εβδομάδες που παρήλθαν από τις 3.4.14 που έλαβαν γνώση για την προσβαλλόμενη απόφαση μέχρι την υποβολή της αίτησης ημερομηνίας 17.4.14 σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως υπερβολικός χρόνος με δεδομένο ότι παρήλθε εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι οι Αιτητές να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους στην Κύπρο, οι δικηγόροι τους να επιληφθούν της υπόθεσης και να ετοιμάσουν και συντάξουν την πιο πάνω αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιηττές ενήργησαν με σπουδή και όχι με καθυστέρηση και ότι για την πάροδο του ενός μηνός που παρήλθε από τις 3.4.14 μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις. Τέλος, στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση πρόβαλε την θέση ότι οι Αιτητές δυνήθηκαν να υποβάλουν την υπό κρίση αίτηση μόνο όταν ήρθαν αντιμέτωποι με μέτρα εκτέλεσης. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός, όμως, δεν προβάλλεται μέσα από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Επίσης, είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων κατά την αγόρευσή τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 1.7.
  3. Κατά τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε κανονικά, αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του εναγόμενου η σύνηθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα τα έξοδα τα οποία θα υποστεί ως εκ του αποτελέσματος, η πληρωμή των οποίων, συνήθως, εντός τακτής προθεσμίας καθίσταται όρος για τον παραμερισμό, ήτοι τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που σπαταλήθηκαν (costs thrown away) λόγω της παράλειψης του αιτητή να καταχωρήσει εμφάνιση ή Υπεράσπιση, δηλαδή, τα έξοδα της αγωγής μέχρι την απόφαση (Βλ. Ανδρέας Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 988, Wright v. Mills 60 L.T. 887, που δύναται να ανευρεθεί στη σειρά The Digest, Τόμος 37
(3), παράγραφος 3087 και Έλλη Κ. Χατζηνικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1179). Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων συνιστά μέτρο εξαιρετικό εκτός εάν η επιβολή τους δικαιολογείται από τις περιβάλλουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ζήτημα είναι πραγματικό και ως τέτοιο αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας (Βλ. Ανδρέας Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 988). Στην υπό εξέταση περίπτωση η πιο πάνω πρακτική δεν έχει εφαρμογή, αφού δεν υπήρξε υπαιτιότητα των Αιτητών στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Νικόλα Γιωργαλλίδη ν. Χρυσόστομου Χρίστου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση υπό τον όρο ότι ο εναγόμενος / εφεσείων θα καταβάλει στους δικηγόρους του ενάγοντα / εφεσίβλητου τα έξοδα μέχρι την απόφαση καθώς και τα έξοδα της αίτησης για παραμερισμό. Ο μοναδικός λόγος της έφεσης στράφηκε εναντίον του όρου καταβολής των εξόδων. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, και ορθά, σύμφωνα με το Εφετείο, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή. Αφ' ης στιγμής το Εφετείο έκρινε, ότι για τον πιο πάνω λόγο ο εφεσείων δικαιούτο σε παραμερισμό της απόφασης η διαταγή για πληρωμή των εξόδων ως όρος παραμερισμού της απόφασης έπρεπε να ανατραπεί και ανατράπηκε. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «. ο εφεσείων δεν γνώριζε για την ύπαρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του και παρά το γεγονός ότι η επίδοση ήταν κακή, ο εφεσίβλητος προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του εφεσείοντα, κατά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του. Σε τέτοια περίπτωση εκτός του ότι το διάταγμα για πληρωμή των εξόδων στρέφεται ενάντια στο θεμελιακό αυτό δικαίωμα του εφεσείοντα είναι παράλληλα και άδικο, γιατί χωρίς ο εφεσείων να ευθύνεται για οποιοδήποτε σφάλμα διατάχθηκε να πληρώσει έξοδα, γιατί πήρε μέτρα που ήταν επιτυχή, για να διορθώσει το σφάλμα και να προασπίσει τα δικαιώματά του. Κατά συνέπεια, το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τον όρο πληρωμής εξόδων από τον εφεσείοντα σαν αποτέλεσμα του παραμερισμού της απόφασης ανατρέπεται». Στην Αγγλική υπόθεση White v. Weston
(1968)2 All E R 842, η οποία υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην Γιωργαλλίδης, το κλητήριο ένταλμα δεν είχε επιδοθεί στον εναγόμενο. Το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του και διέταξε τα έξοδα να είναι έξοδα δίκης. Το εν λόγω διάταγμα για τα έξοδα αποτέλεσε λόγο έφεσης. Το Αγγλικό Εφετείο διέταξε τον παραμερισμό του για τον λόγο ότι ενώ ο εναγόμενος δικαιούτο στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae, το πρωτόδικο Δικαστήριο «με το διάταγμα για τα έξοδα έθεσε όρους και περιόρισε το απόλυτο δικαίωμα που είχε ο εναγόμενος για τον παραμερισμό της απόφασης». Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω ότι οι Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα της αίτησης. Ο Καθ' ου η αίτηση εξασφάλισε μια απόφαση παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ένορκο δήλωση επίδοσης του κλητηρίου στους Αιτητές ενώ εύρημά μου αποτελεί ότι το κλητήριο ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτούς και ότι οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν γνώση του κλητηρίου (Βλ. Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, σελ. 788, παράγραφος 1667). Δίδονται οδηγίες όπως Υπεράσπιση καταχωρηθεί μέχρι 10.9.14 και αντίγραφό της παραδοθεί στην άλλη πλευρά αυθημερόν. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από της παράδοσης της Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών / Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.