← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΗΟWE STEPHEN PAUL κ.α., Αγωγή αρ. 2365/11, 17/7/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΗΟWE STEPHEN PAUL κ.α., Αγωγή αρ. 2365/11, 17/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2365/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Πάφος Εναγόντων - και -

  1. ΗΟWE STEPHEN PAUL (Αρ. Βρετ.Διαβ. 456547745), 1 Falcon Knowling, Darton, Barnsley, South Yorkshire, S75 5RB United Kingdom
  2. HOWE JULIE (Αρ. Βρετ.Διαβ. 456547713), 1 Falcon Knowling, Darton, Barnsley, South Yorkshire, S75 5RB United Kingdom
  3. THE ONISI LTD (HE 134971), Coral Bay Plaza, διαμ. Δ27, Κόλπος Κοραλλίων, 8575, Πάφος Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 28.3.14 17/7/14 Για τους Αιτητές - Εναγόμενους 1 και 2: κα Σ. Γεωργίου για κ. Στυλιανού Για την Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα Τράπεζα εξαιτείται εναντίον όλων των Εναγομένων απόφαση για τα εξής ποσά: 1) το ποσό των CHF 265.300,97 (Ελβετικά φράγκα), 2) τόκο προς 9.80% ετησίως επί του ποσού των CHF252.842,84 από 30.6.11 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του δύο φορές το χρόνο, 3) το ποσό των CHF416.341,31, 4) τόκο προς 9.69% ετησίως επί του ποσού των CHF396.939,66 από 30.6.11 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του δύο φορές το χρόνο, και 5) διάφορα διατάγματα και αναγνωριστικές αποφάσεις. Επιπλέον εξαιτείται εναντίον της Εναγόμενης 3 διάταγμα εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου. Συγκεκριμένα είναι η θέση της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της ότι στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερ. 17.11.06 η Ενάγουσα προέβη σε παραχώρηση προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στεγαστικού δανείου ύψους CHF 272.000,00 πληρωτέου δια μηνιαίων δόσεων, η τελευταία δόση πληρωτέα στις 30.10.21.-. Το στεγαστικό δάνειο θα ήταν έντοκο με ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών libor προσαυξημένο κατά 2.250 εκατοστιαίες μονάδες και θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο. Επιπλέον προνοείτο τόκος υπερημερίας. Προς εξασφάλιση αποπληρωμής του στεγαστικού δανείου δόθηκε η Υποθήκη με αριθμό Υ5488/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, που αφορά στο τεμάχιο με αριθμό εγγραφής 0/36068 και το 1/21 μερίδιο αυτού, ιδιοκτησία της Εναγόμενης
  4. Η υποθήκη εξασφαλίζει ποσό ύψους CHF326.400,00 πλέον τόκους. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της Ενάγουσας, δι' εγγράφου εκχωρήσεως ημερομηνίας 13.11.06 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρισαν προς όφελος της Ενάγουσας όλα τα δικαιώματα τους τα ποία απορρέουν από τη γραπτή συμφωνία αγοραπωλησίας ακινήτου ημερ. 3.9.
  5. Η Ενάγουσα δυνάμει άλλης γραπτής συμφωνίας ημερ. 7.6.07 παρεχώρησε δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 ύψους CHF 367.280,00 που θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις της πρώτης αρχομένης στις 26.5.07 και η τελευταία στις 26.4.
  6. Το δάνειο αυτό θα χρεώνετο επίσης με τόκο περιλαμβανομένου και τόκου υπερημερίας. Προς εξασφάλιση της Ενάγουσας για το εν λόγω δάνειο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δι' εγγράφου εκχωρήσεως ημερ. 1.6.07 εκχώρησαν προς όφελος της Ενάγουσας όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από τη γραπτή συμφωνία αγοραπωλησίας ακινήτου ημερ. 30.4.
  7. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της Ενάγουσας δόθηκε από την Εναγόμενη 3 στις 7.6.07 η υποθήκη με αρ. Υ3069/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που αφορά στο τεμάχιο με αρ. εγγραφής 0/36068 και το 1/21 μερίδιο αυτού. Η υποθήκη αυτή εξασφάλιζε τις ποσό των CHF404.000 πλέον τόκους. Οι λογαριασμοί που ανοίχθησαν στη βάση των πιο πάνω δανείων παρουσίαζαν καθυστέρηση στην εξόφληση τους οπότε με τις επιστολές της ημερ. 18.8.10 προς όλους τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα προέβη σε τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών τους όπως και κάθε άλλης διευκόλυνσης που παρέσχαν στους Εναγόμενους 1 και
  8. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπιση τους παραδέχονται τη σύναψη των δύο δανείων αλλά αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα, προβάλλοντας τη θέση περί αυθαίρετων χρεώσεων από μέρους της Ενάγουσας και ιδιαίτερα τόκων καθώς και περί αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς από μέρους της. Συγκεκριμένα είναι η θέση τους ότι οι Υποθήκες δόθησαν χωρίς αντιπαροχή και αυθαίρετα ενώ τα ποσά που εξασφαλίζουν χρεώθηκαν με παράνομους τόκους, όπως παράνομες θεωρούν και τις εκχωρήσεις των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από τις γραπτές συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτου. Επιφυλάσσουν δε όλα τα δικαιώματα τους να κινηθούν δικαστικά εναντίον της Εναγόμενης 3 για οποιεσδήποτε ζημιές υποστούν από την υποθήκευση του ακινήτου. Είναι ισχυρισμός τους επίσης ότι προτού προβούν στη σύναψη της δεύτερης γραπτής συμφωνίας δανείου ημερ. 7.6.07, που αφορά στην αγορά της έπαυλης 8 από την Εναγόμενη 3, ζήτησαν με αίτηση τους στεγαστικό δάνειο από την Ενάγουσα, αλλά η αίτηση τους απερρίφθη. Η Ενάγουσα όμως τους παρότρυνε να εξασφαλίσουν λιανικό δάνειο (retail loan) πάλι σε ελβετικά φράγκα για το ποσό των CHF367.280,00 με διάρκεια αποπληρωμής τρία χρόνια. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν το δάνειο βασιζόμενοι στις παραστάσεις της Ενάγουσας ότι δεν θα απαιτούσαν την εξόφληση του δανείου μέσα σε τρία χρόνια ή θα συγχώνευαν λογαριασμούς. Η Ενάγουσα επίσης ενήργησε απατηλά και αθέμιτα αποβλέπουσα σε προσωπικό οικονομικό όφελος και κέρδος. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι ο τερματισμός λειτουργίας των λογαριασμών στις 18.8.10 είναι άκυρος για τους λόγους που αναφέρουν. Ειδικά για το δεύτερο δάνειο είναι η θέση τους ότι η υπογραφή του δανείου εξασφαλίστηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων από μέρους της Ενάγουσας, απάτης και ή αμέλειας λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα να προκληθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 ζημιά, έξοδα και ταλαιπωρία. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν ανταπαιτητικώς δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν παράνομα από την Ενάγουσα, ενώ η δεύτερη συμφωνία δανείου ημερ. 7.6.07 είναι άκυρη λόγω των παράνομων ενεργειών της Ενάγουσας, καθώς και αποζημιώσεις. Στο στάδιο αυτό λόγω της φύσης των τροποποιήσεων που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση, κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου και ιδιαίτερα σ' όσον αφορά την πορεία της υπόθεσης για την Εναγόμενη 3, που είναι ένα από τα πρόσωπα που επιζητείται η συνένωση τους στην Ανταπαίτηση. Η Εναγόμενη 3 στις 8.9.11 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης με δικηγόρο και στις 13.9.11 την Υπεράσπιση της, με την οποία προβάλλει παντελή άρνηση όλων των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες σ' όσον αφορά την Εναγόμενη 3 για τις 25.6.12 και μετά για τις 21.9.12 που ορίστηκε για όλους τους Εναγόμενους. Κατά την τελευταία ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες όπως οι διάδικοι προβούν στην καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Κατόπιν αριθμού αναβολών της υπόθεσης, στις 5.12.12 συμπληρώθηκε η διαδικασία της αποκάλυψης εγγράφων με την καταχώριση της ένορκης δήλωσης των Εναγομένων 1 και
  9. Στις 7.12.12 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες αναβλήθηκε για τις 21.1.13, προς το σκοπό εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης. Στις 21.1.13 ορίστηκε για τις 23.5.13 γι ακρόαση. Κατά την ημέρα της ακρόασης ζητήθηκε αναβολή από μέρους του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 γιατί ήταν απασχολημένος σε άλλη υπόθεση και το Δικαστήριο την όρισε για οδηγίες, όπως ήταν η σχετική παράκληση των δικηγόρων, στις 6.6.13 προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης. Στο πρακτικό της 23.5.13 εντοπίζεται η εξής αναφορά από το δικηγόρο της Εναγόμενης 3 «Οι πελάτες μου είναι έτοιμοι και σήμερα ακόμη να δεχτούν το διάταγμα που τους αφορά σε βάρος τους και υπέρ της Ενάγουσας Τράπεζας αλλά αντιλαμβάνομαι ότι σχετίζεται με την αξίωση εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων». Στις 6.6.13 πάλι ζητήθηκε αναβολή από μέρους των Εναγομένων 1 και 2, λόγω προσωπικούς λόγους του δικηγόρου τους, και η υπόθεση ορίστηκε για την επόμενη μέρα, ως η παράκληση του. Στις 7.6.13 αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν υποβάλει πρόταση στην Ενάγουσα για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, αλλά οι δικηγόροι της Ενάγουσας δεν είχαν ακόμη λάβει την έγκριση της. Τότε το Δικαστήριο την όρισε για τελευταία φορά για οδηγίες με σκοπό εξώδικης διευθέτησης στις 4.7.13, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 3, στην παρουσία του διευθυντή της, δέχθηκε εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον της ως η παράγραφος 10(Β) του παρακλητικού της Αγωγής που αφορούσε στην εκποίηση των επίδικων Υποθηκών. Επιπλέον οι υπόλοιπες αξιώσεις εναντίον της απερρίφθησαν από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος απόσυρσης τους άνευ βλάβης και με δικαίωμα επαναφοράς τους. Ορίστηκε περαιτέρω η υπόθεση για οδηγίες σ' όσον αφορά τους υπόλοιπους Εναγόμενους στις 23.9.13 και μετά στις 25.10.13 για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης. Στις 25.10.13 ουδείς εμφανίστηκε για τους Εναγόμενους 1 και 2 και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 9.4.14, όπου κατά την ημέρα της ακρόασης, η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους Εναγόμενους 1 και 2 ζήτησε αναβολή λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης στις 28.3.
  10. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η προσθήκη δύο ακόμη Εναγομένων, δηλαδή της πρώην Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της, στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 καθώς και ισχυρισμών σ' όσον αφορά παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις της Ενάγουσας κατά τη σύναψη των δύο δανείων, δίνοντας περαιτέρω διευκρινίσεις για παράνομες χρεώσεις. Επιζητείται επίσης η εισαγωγή ισχυρισμών περί συνωμοσίας μεταξύ της Ενάγουσας και των δύο νέων Εναγομένων σε βάρος των Αιτητών, παραθέτοντας και λεπτομέρειες, που αφορούν κυρίως σε παραβίαση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων σε σχέση με την πώληση ακινήτων που καταρτίστηκαν μεταξύ της Εναγόμενης 3, εταιρείας Onisi Ltd, και των Εναγομένων 1 και 2-Αιτητών. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Σώττου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Νικολαϊδης Στυλιανού ΔΕΠΕ, δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, ημερομηνίας 24.3.
  11. Ως κύριος λόγος για τον οποίο επιζητείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης προβάλλεται το γεγονός ότι καθώς οι δικηγόροι μελετούσαν την υπόθεση για την προετοιμασία της ακρόασης, διαφάνηκαν τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 2 εναντίον της Εναγόμενης 3 για συνωμοσία στο «να πάρει τα ακίνητα από τους Εναγόμενους 1 και 2, για να απαλλαγεί από την υπόθεση», πράγμα που έπραξε, παρά τις διαμαρτυρίες των Εναγομένων 1 και
  12. Επίσης τονίζει την επιφύλαξη στην υφιστάμενη Υπεράσπιση στην παράγραφο 22 των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 να απαιτήσουν αποζημιώσεις από την Ενάγουσα για τις πράξεις και παραλείψεις της και/ή τη ζημιά τους που έχει τώρα αποκρυσταλλωθεί σε μεγάλο βαθμό. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι επίδικες δοσοληψίες παραβιάζουν σχετικές νομοθεσίες γι' αυτό και δικαιολογείται η συμπερίληψη υπεράσπισης για παραβίαση νομικών και θέσμιων υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Καταλήγοντας εισηγείται ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και σε περίπτωση έγκρισης της ουδόλως θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της Ενάγουσας, λόγω του αρχικού σταδίου που εγείρεται, αλλά θα βοηθήσουν στην ακριβέστερη και πληρέστερη διελεύκανση των επίδικων θεμάτων. Η αίτηση για τροποποίηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση για τους εξής λόγους: « Η αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών (στο εξής «οι Αιτητές») είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λανθασμένη, Η προσθήκη ή συνένωση διαδίκων με τη χρήση της Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ΘΠΔ) δεν θα έπρεπε να υποβάλλεται υπό τύπον και/ή δια αιτήματος τροποποίησης τίτλου ή δικογράφου, αλλά να υπάρχει ξεχωριστό αίτημα που να συνοδεύεται από μαρτυρία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.9 των ΘΠΔ, Η εταιρεία ΤΗΕ ΟΝΙSI LTD υπήρξε διάδικος στην αγωγή των Εναγόντων και συνεναγόμενη με τους Αιτητές και έχει ήδη ακουστεί στη διαδικασία και/ή το Δικαστήριο έχει αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων, στην υπόθεση, ζητημάτων που αφορούν στην THE ONISI LTD, H προσθήκη και/ή συνένωση των ΤΗΕ ΟΝΙSI LTD και του διευθυντή του ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ (στο εξής «τρίτα πρόσωπα») ως εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων με τη χρήση της Δ.9 των ΘΠΔ δεν είναι ορθή και/ή αναγκαία για την επίλυση των θεμάτων που είναι επίδικα μεταξύ των Εναγόντων και των Αιτητών και/ή η απόφαση στην αγωγή δεν θα επηρεάσει τα τρίτα πρόσωπα και/ή τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι, Η ένορκη δήλωση της Δήμητρας Σώττου ημερομηνίας 24/03/2014 είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή δεν δικαιολογείται με αυτήν κάποια αναγκαιότητα προσθήκης και/ή συνένωσης των τρίτων προσώπων και/ή δεν επεξηγείται στην εν λόγω ένορκη δήλωση εάν και με ποιο τρόπο τέτοια προσθήκη και/ή συνένωση θα εξυπηρετούσε δικαιώματα και/ή συμφέροντα των τρίτων προσώπων και/ή δεν αναφέρονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις των τρίτων προσώπων και/ή κατά πόσο τα τρίτα πρόσωπα είναι αναγκαίοι διάδικοι και/ή απουσιάζει το νομιμοποιητικό έρεισμα προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει διακριτική ευχέρεια υπέρ της επίτρεψης τέτοιας προσθήκης και/ή συνένωσης. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, οι Αιτητές δεν δικαιούνται να εγείρουν ανταπαίτηση εναντίον των τρίτων προσώπων για παραβίαση των Πωλητηρίων Συμβολαίων ημερομηνίας 03/09/2006 και 30/04/2007, εφόσον έχουν εκχωρήσει προς τους Ενάγοντες όλα τα δικαιώματα τους, που απορρέουν από τα Πωλητήρια Συμβόλαια ημερομηνιών 03/09/2007, περιλαμβανομένου του δικαιώματος τους να ενάγουν τους πωλητές, δηλαδή την εταιρεία THE ONISI LTD, για αποζημιώσεις λόγω παράβασης των εν λόγω συμβολαίων, Άνευ βλάβης των ανωτέρω, η προσθήκη και/ή συνένωση των τρίτων προσώπων με την χρήση της Δ.9των ΘΠΔ θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας και/ή ανεξάρτητης βάσης αγωγής και/ή αξίωσης εντελώς διαφορετικής φύσης, που αφορά σε διάπραξη αστικού αδικήματος συνωμοσίας, που αφενός δεν θεμελιώνεται εκ πρώτης όψεως, αφετέρου δεν σχετίζεται με την υφιστάμενη υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Αιτητών και/ή με τα επίδικα θέματα, Η προσθήκη πρόσθετης απαίτησης (additional claim) εναντίον των Εναγόντων, δια της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης ανταπαίτησης, δεν δικαιολογείται με την ένορκη δήλωση της Δήμητρας Σώττου ημερομηνίας 24/03/2014 και/ή δεν επεξηγούνται στην εν λόγω ένορκη δήλωση η φύση της πρόσθετης απαίτησης και τα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν και/ή δεν περιέχεται περίληψη των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η πρόσθετη απαίτηση και/ή η αίτηση των Αιτητών στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου, Με την σκοπούμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν να εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης, που δεν συνάδει με την αρχική τους υπεράσπιση και/ή που δημιουργεί σύγκρουση με αυτήν και/ή που προκαλεί ανατροπή της διαδικασίας όπως ήδη τροχιοδρομήθηκε μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, Με την σκοπούμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν να εισάγουν νέα βάση αγωγής και/ή ανταπαίτησης εναντίον των Εναγόντων και/ή νέες αξιώσεις διαφορετικής φύσης, που δεν συνάδουν με την αρχική τους ανταπαίτηση και/ή που δημιουργείται σύγκρουση με αυτήν και/ή που προκαλείται ανατροπή της διαδικασίας όπως ήδη τροχιοδρομήθηκε μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, Η σκοπούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία, γνήσια, ειλικρινής και ουσιαστική, προκειμένου να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων και/ή για να επιλυθούν τα πραγματικά αμφισβητούμενα θέματα μεταξύ των διαδίκων και/ή για να απονεμηθεί αποτελεσματικά δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, Η αίτηση των Αιτητών υποβάλλεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο στάδιο και/ή ενώ υπήρχε η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και/ή η αίτηση των Αιτητών υποβάλλεται με προφανή κακοπιστία από μέρους των Αιτητών και/ή με σκοπό να προκληθεί παρέλκυση της διαδικασίας και/ή καθυστέρηση στη διάγνωση των δικαιωμάτων των Εναγόντων και/ή περιπλοκή, σύγχυση και ουσιώδης αντίφαση στα επίδικα θέματα και/ή αμηχανία στην πλευρά των Εναγόντων, που θα κληθούν να απαντήσουν, και/ή αδικία στην πλευρά των Εναγόντων και/ή βλάβη και/ή ζημιά στα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγόντων, μη αποτιμητή σε χρήμα, Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Αιτητών και/ή δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για επίτρεψη τέτοιας τροποποίησης και/ή με την ένορκη δήλωση της Δήμητρας Σώττου ημερομηνίας 28/03/2014 δεν αποκαλύπτονται λόγοι ή γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, Η αίτηση των Αιτητών προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων των Εναγόντων και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), H αίτηση των Αιτητών δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Αιτητών.» H ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου της Ενάγουσας Τράπεζας, ημερομηνίας 28.5.14 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και τεκμηριώνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερες λεπτομέρειες. Τονίζει την παρουσία της εταιρείας Onisi Ltd ως Εναγόμενης 3 στην παρούσα υπόθεση και την τελεσίδικη απόφαση σ' όσον αφορά τη διαδικασία της Αγωγής εναντίον της. Εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έλαβαν κανένα διάβημα για προσβολή του εκ συμφώνου διατάγματος που εκδόθηκε στην αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3, όπως ούτε και για αναστολή της εκτέλεσης του για οποιοδήποτε λόγο. Τονίζει ότι δικαίωμα εκποίησης της υποθήκης είχε η Ενάγουσα και χωρίς δικαστική απόφαση. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι ο πραγματικός σκοπός της αίτησης είναι η εισαγωγή ανύπαρκτης ή πρόωρης αιτίας αγωγής με αποκλειστικό σκοπό άσκοπη αντιδικία, έξοδα και ταλαιπωρία και δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων στο Δικαστήριο. Η προσθήκη εκ νέου της Εναγόμενης 3 ως διαδίκου μαζί με τον διευθυντή της δεν είναι ορθή αλλ' ούτε και αναγκαία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων, θα δημιουργήσει δε περιπλοκή, ασυνάφεια και σύγχυση στην εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας. Προτάσσει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της, λόγω εκχώρησης των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις γραπτές συμφωνίες μεταξύ τους στην Ενάγουσα. Καταλήγοντας εισηγείται ότι με την τροποποίηση σκοπείται η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης και νέα βάση αγωγής για Ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας, καθώς και αξιώσεις διαφορετικής φύσης που δεν συνάδουν με την υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι η Δ.9 θθ1-11, Δ.25 θθ1-6 και Δ.48 θθ1-4, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η ένσταση εκτός της πιο πάνω νομικής βάσης, στηρίζεται επιπρόσθετα και στη Δ.10, Δ.19, Δ.21, Δ.39 και Δ.59 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, καθώς και στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, τη Νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία αντιστοιχεί με τη Δ.16 θ.11 των παλαιών Αγγλικών Κανονισμών. Η Διαταγή αυτή παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας τη προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά τα ζητήματα της Αγωγής. Οι πρόνοιες της Δ.9 θ.10 υπήρξαν αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στις υποθέσεις Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά

(2003)1 Α.Α.Δ. 1818 και Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. Όπως προκύπτει από τη Δ.9 θ.10 και νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε διαγραφή των ονομάτων διαδίκων που προστέθηκαν λανθασμένα είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι ή σε προσθήκη διαδίκων των οποίων η παρουσία είναι αναγκαία και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές που αποσκοπούν στην αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων (βλ. Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422 C.A., Robinson v. Jelsel
(1894)2 Q.B. 688 και McCheane v. Gyles (Νo. 2)
(1902)Ch. P. 917). Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεων στη βάση της πιο πάνω διαταγής δεν αποφασίζει επί των δικαιωμάτων των διαδίκων, (βλ. Proctor v. Cheshire C.C.
(1891)W.N. 43). Στην υπόθεση Manchester Lines Ltd and anothers v. Viamax Coach Industries Ltd
(1983)1 A.A.Δ. 178 τονίστηκε ότι δεν μπορεί να επιτραπεί η προσθήκη συνεναγομένου όταν το αποτέλεσμα της προσθήκης θα ήταν η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής, σε συνάρτηση με την αγωγή μεταξύ των ήδη υφιστάμενων διαδίκων. Η Δ.9 θ.11 προνοεί περαιτέρω ότι στην περίπτωση προσθήκης ή υποκατάστασης Εναγόμενου, το Κλητήριο Ένταλμα θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα και ο Ενάγοντας να επιδώσει αντίγραφο του στο νέο Εναγόμενο με τον ίδιο τρόπο όπως θα διενεργείτο η επίδοση στον αρχικό Εναγόμενο και η διαδικασία της αγωγής να συνεχίζεται ως αν ο νέος Εναγόμενος να ήταν αρχικός Εναγόμενος. Θα πρέπει να υπάρχει σαφές αίτημα για συνένωση διαδίκου κατά πρώτο και μετά αίτημα για τροποποίηση δικογράφου. Εφαρμόζοντας συνεπώς τις πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής και τη νομολογία στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει οι Αιτητές να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 3 εταιρεία και ο διευθυντής της έπρεπε να ήταν διάδικοι ή ότι η παρουσία τους θα ήταν αναγκαία, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση. Με τον τρόπο που είναι διαμορφωμένη η αίτηση είναι φανερό ότι εδώ δεν επιζητείται η συνένωση Ενάγοντα ή Εναγόμενου αλλά ουσιαστικά η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης κατά τρόπο που η Ανταπαίτηση να επεκτείνεται και εναντίον άλλων προσώπων πλην του Ενάγοντα. Παρά τον ανορθόδοξο τρόπο προσδιορισμού των αιτημάτων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης έχοντας ως δεδομένο ότι η αίτηση αφορά σε τροποποίηση του τίτλου και του περιεχομένου της Ανταπαίτησης, εφόσον είναι αντιληπτό το τι επιζητείται. Από το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καθίσταται σαφές ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις εμπίπτουν στη βάση της επίκλησης της διαδικασίας εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.21 θ.8
(1)
(2)που αφορά στη σύνταξη δικογράφων. Η αντίστοιχη Αγγλική διαταγή είναι η Δ.21 θ.11 των παλαιών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σημειώνεται ότι στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Αιτητών λαμβάνει ως δεδομένο και αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.21 και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η εισήγηση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, εφόσον η νομική βάση της αίτησης είναι μόνο η Δ.9 θ.1-11 και Δ.25 θ.1. Απουσιάζει επίσης από τη νομική βάση της αίτησης η Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοεί περί άρσης παρατυπίας λόγω μη συμμόρφωσης με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο κ.λ.π. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε ότι σκοπός της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά τη διαδικασία παράτυπη. Στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ΄΄ Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 λέχθηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Χρυσελεούσης Στροβόλου 2
(2009)1 ΑΑΔ 356 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η Δ.64 δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επεμβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις αλλά υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται έγκαιρα από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Η Δ.64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 υποδείχθηκε ότι ακόμη και μία απλή παρατυπία δεν μπορεί να παρακαμφθεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση που η άλλη πλευρά δεν παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της και υπέβαλε ένσταση για την παράτυπη διαδικασία. Σημειώνεται ότι αν και ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή λανθασμένη, εντούτοις δεν υπήρξε καμιά εισήγηση από την δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση στην αγόρευση της σ' όσον αφορά την παράλειψη αναφοράς της Δ.21 θ.8 στη νομική βάση της αίτησης. Και να θεωρηθεί η παράλειψη ως παρατυπία οι Αιτητές δεν έλαβαν κανένα διορθωτικό μέτρο για άρση της μέχρι σήμερα. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο όπως προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης στη βάση μόνο των θεσμών που αναφέρονται στην αίτηση. Κατ' αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ποιό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών στην αγόρευση του ότι η μη επισύναψη ενός τεκμηρίου στην ένορκη δήλωση της κας Σώττου που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα η προτιθέμενη τροποποιημένη υπεράσπιση, είναι παρατυπία που μπορεί να αρθεί από το Δικαστήριο με την έκδοση διαταγής επισύναψης του στην ένορκη δήλωση της κας Σώττου. Επεξηγεί περαιτέρω στη γραπτή του αγόρευση ότι είναι το δικόγραφο των Αιτητών, όπως θα φαίνεται μετά την έγκριση των τροποποιήσεων. Είναι φανερό ότι το έγγραφο αυτό συνιστά μέρος των γεγονότων επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, που δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε το περιεχόμενο του παραμένει άγνωστο. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι δεν μπορούν να εισαγάγουν μαρτυρία επί γεγονότων που δεν εμφαίνονται στην ένορκη ή ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους η σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών για άρση της παρατυπίας κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω, η παρούσα αίτηση που αφορά σε τροποποίηση της Ανταπαίτησης θα εξεταστεί στη βάση της Δ.9 θ.10 που αφορά σε συνένωση διαδίκων και της Δ.25 που αφορά σε τροποποίηση δικογράφου και στη βάση των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Σώττου. Η Ανταπαίτηση που εγείρεται από ένα Εναγόμενο αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία σαν μια νέα Αγωγή που δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε αφορά στην απαίτηση του Ενάγοντα και μπορεί να συνεχίσει έστω και αν δόθηκε απόφαση επί της Αγωγής ή αν η Αγωγή απορρίφθηκε. Σύμφωνα με τη Δ.25 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
  1. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. H τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba& Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Στη υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και συνέταριοι κ.ά. Πολ. Εφεση 79/09, ημερ. 4.5.12 αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση του δικογράφου, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω το πρώτο σκέλος της αίτησης που αφορά σε προσθήκη διαδίκων. Έχω μελετήσει τόσο την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και τους νέους ισχυρισμούς που προτίθενται να εισαχθούν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και σχετίζονται με τους νέους διαδίκους, όπως εμφαίνονται στην υπό κρίση αίτηση. Είναι κατάληξη μου ότι στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν πρέπει να εγκρίνει την αίτηση για προσθήκη της εταιρείας Onisi Ltd και του διευθυντή της ως συνεναγόμενων στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και
  1. Θα παραθέσω την αιτιολογία μου. Σύμφωνα με τη Δ.9 θ.10 και νομολογία για να καταστεί δυνατή η προσθήκη διαδίκου στην Αγωγή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός είναι αναγκαίος διάδικος. Το κατά πόσο είναι αναγκαίος διάδικος ή όχι επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Από ενδελεχή μελέτη των δικογράφων διαφαίνεται ότι όλα τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής μπορούν να εξεταστούν και αποτελεσματικά εκδικαστούν μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και χωρίς την παρουσία της πρώην Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της. Για την Ενάγουσα υπήρξε αιτία Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 3 η οποία την ημέρα της ακρόασης δέχθηκε απόφαση εναντίον της για το μέρος του παρακλητικού της Αγωγής που την αφορούσε. Την πρόθεση της αυτή είχε δηλώσει από προηγουμένως, όπως φαίνεται από το πρακτικό ημερομ. 23/5/13 του Φακέλλου. Αν οι Αιτητές έκριναν ότι είχαν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 3 θα έπρεπε στον κατάλληλο χρόνο να προέβαιναν σε όλα τα διαβήματα στη βάση των προνοιών των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προς το σκοπό προώθησης της απαίτησης τους εναντίον της, όταν ακόμη αυτή εξακολουθούσε να ήταν διάδικος. Όχι μόνο δεν προέβησαν σε κανένα διάβημα αλλά στην Υπεράσπιση τους επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να κινηθούν με νομικά μέτρα εναντίον της Εναγόμενης 3 για οποιεσδήποτε ζημιές τους που θα προέλθουν από την έγκριση των υποθηκών που έδωσε η Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα. Είναι φανερό, από τον χρόνο κατά τον οποίον επέλεξαν οι Αιτητές να προχωρήσουν με τη διαδικασία αυτή, δηλαδή μετά την εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 3 στις 4.7.13 και όχι προηγουμένως, σε συνάρτηση με τις σκοπούμενες σχετικές τροποποιήσεις, ότι η ανάγκη για προσθήκη συνεναγομένων στην Ανταπαίτηση δεν προέκυψε κατά την προετοιμασία της ακρόασης, ως η θέση της κας Σώττου στην ένορκη δήλωση της, αλλά από την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης 3, για την οποία οι Αιτητές διαφώνησαν. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς το καλόπιστο του αιτήματος για συνένωση της Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της ως συνεναγομένων στην Ανταπαίτηση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 3, εκδόθηκε στις 4.7.13 και όχι στις 23.9.13 που λανθασμένα αναφέρει η κα Σώττου στην ένορκη δήλωση της. Επίσης η κα Σώττου στην ένορκη δήλωση της δεν δίνει ακριβή στοιχεία ως προς την αναγκαιότητα παρουσίας της πρώην Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της ως διαδίκων στην Ανταπαίτηση της. Σ' όσον δε αφορά τον διευθυντή της δεν του αποδίδεται καμία ενέργεια υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά πάντοτε ότι ενεργούσε για την εταιρεία. Με τα στοιχεία που παρέθεσε η κα Σώττου και ιδιαίτερα ότι η ανάγκη προέκυψε μετά την εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 4.7.13 εναντίον της Εναγόμενης 3, σε συνδυασμό με την επιφύλαξη στην Υπεράσπιση για λήψη μελλοντικών δικαστικών μέτρων, είναι φανερό ότι τόσο κατά την καταχώριση της Αγωγής στις 6.9.11 όσο και κατά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 5.6.12, η Εναγόμενη 3 δεν θεωρείτο αναγκαία διάδικος, που έπρεπε να συνενωθεί εξ αρχής ως Εναγόμενη στην Ανταπαίτηση. Το ίδιο ισχύει κατ' επέκταση και για τον διευθυντή της. Ένας άλλος λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να πετύχει το σκέλος αυτό της αίτησης, είναι γιατί με την προσθήκη εκ νέου στην υπόθεση της πρώην Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της και με τις τροποποιήσεις που επιζητούνται εισάγεται μια νέα αιτία Υπεράσπισης και Απαίτησης, δηλαδή αυτή της συνομωσίας των δύο πιο πάνω προσώπων με την Ενάγουσα, για την οποία δίνονται λεπτομέρειες. Αυτές επεκτείνονται σε γεγονότα από τη σύναψη των επιδίκων δανείων και των γραπτών συμφωνιών πώλησης ακινήτων προς τους Εναγόμενους 1 και 2 από την Εναγόμενη 3, με αποκορύφωμα την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 3 στις 4/7/
  2. Με τις λεπτομέρειες αυτές προσδίδεται μια νέα διάσταση στη βάση της Ανταπαίτησης. Τυχόν επέκταση της διαδικασίας με την προσθήκη της πρώην Εναγόμενης 3 και του διευθυντή της ως διαδίκων μετά από ένα χρόνο περίπου που εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση, όχι μόνο θα επιμηκύνει περισσότερο την καθυστέρηση αλλά και θα περιπλέξει τη διαδικασία· εφόσον θα τεθεί επιπρόσθετα και θέμα συνομωσίας που προκύπτει από το γεγονός της εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 3, αλλά και ζητήματα που άπτονται παραβίασης ή και εγκυρότητας των αγοραπωλητηρίων εγγράφων που καταρτίστηκαν μεταξύ των Αιτητών και της πρώην Εναγόμενης 3, τα οποία είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Σημειώνεται ότι η προτιθέμενη Ανταπαίτηση εναντίον των δύο νέων προσώπων, όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο των σκοπούμενων τροποποιήσεων, αφορά σε ποσά ύψους €247.747,26 και €316.091,26 που φέρεται να πλήρωσαν οι Αιτητές στην Εναγόμενη 3 για την αγορά ακινήτων στη βάση αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Κρίνω ότι με την απόρριψη του αιτήματος προσθήκης των δύο προσώπων που επιζητείται η συνένωση τους, δεν θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης για τους Εναγόμενους 1 και 2 και ούτε η Ανταπαίτηση κινδυνεύει να αποτύχει, η οποία στην αντίθετη περίπτωση θα περιπλακεί. Eξέτασα όλα τα στοιχεία ενώπιον μου και είναι κατάληξη μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί σ' όσον αφορά τη συνένωση των δύο πιο πάνω προσώπων ως Εναγομένων στην Ανταπαίτηση. Οι Αιτητές δεν κατάφεραν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η πρώην Εναγόμενη 3 και ο διευθυντής της είναι αναγκαίοι διάδικοι στη βάση των προνοιών της Δ.9, θ.10, για να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδικάσει τα επίδικα θέματα, όπως αυτά ήδη υφίστανται. Κρίνω το πιο πάνω αίτημα των Εναγομένων 1 αι 2 ως καταχρηστικό διάβημα το οποίο θα περιπλέξει τη δικαστική διαδικασία, γι' αυτό και απορρίπτεται. Όπως ανέφερα και ανωτέρω, ουσιαστικά η αίτηση αποβλέπει σε δύο αιτήματα, δηλαδή στην προσθήκη διαδίκων, αίτημα που έχει απορριφθεί, αλλά και στη τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με την εισαγωγή και άλλων στοιχείων υπεράσπισης. Σ' όσον αφορά την Υπεράσπιση των Αιτητών στις αξιώσεις της Ενάγουσας γίνεται ήδη αναφορά στο αρχικό δικόγραφο τους για παράνομες χρεώσεις τόκων και άλλων κονδυλίων ή παράνομων συμφωνιών με την Ενάγουσα, ή επιλήψιμης συμπεριφοράς της Ενάγουσας σε σχέση με τον καταρτισμό των δανείων και την τήρηση των λογαριασμών. Απλά με τις υποπαραγράφους Ζ και Η που σκοπούνται να εισαχθούν στην παράγραφο 16 της Υπεράσπισης προστίθενται και άλλες λεπτομέρειες που φέρεται να προκάλεσαν ζημιά, ταλαιπωρία και έξοδα στους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές. Τα ίδια ισχύουν και για τη νέα προτιθέμενη να εισαχθεί παράγραφο 21 που αναφέρεται σε παράνομες χρεώσεις επιτοκίου. Με την προσθήκη τους δεν σημαίνει ότι εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης, εφόσον και αυτές αναφέρονται σε παράνομη και/ή παράνομες συμφωνίες δανείου και χρεώσεις της Ενάγουσας υπό τύπον επιτοκίου ή διαφορετικά. Επίσης επιζητείται η διόρθωση της αναφοράς μιας νομοθεσίας στην ήδη καταχωρημένη Υπεράσπιση, συνένωση δύο παραγράφων για σκοπούς καλύτερης σύνταξης, προφανώς, του δικογράφου των Αιτητών, όπως επίσης και διαμόρφωση του παρακλητικού της Ανταπαίτησης στη βάση των δεδομένων της τροποποίησης. Μετά από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων, κρίνω ότι η διακριτική μου εξουσία στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Αιτητών, εφόσον με την έγκριση των πιο πάνω τροποποιήσεων εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ενώ από την άλλη καμιά δυσμενής επίπτωση δεν θα προκληθεί στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, οι τροποποιήσεις που επιζητούνται με τις παραγράφους Α
(2),
(3),
(4),
(5),
(8)αι
(10)κρίνονται δικαιολογημένες και εγκρίνονται. Σ' όσον αφορά την παράγραφο Α
(6)της αίτησης κρίνεται δικαιολογημένη μόνο σ' όσον αφορά την προσθήκη της νέας παραγράφου 21. Σ' όσον αφορά την παράγραφο Α
(9)της αίτησης εγκρίνεται μόνο σ' όσον αφορά την προσθήκη των νέων παραγράφων 4 και 5 στην ήδη υπάρχουσα παράγραφο 23. Τόσο η νέα προτιθέμενη παράγραφος 22 που περιλαμβάνεται στην παράγραφο Α
(6)της αίτησης, όσο και η νέα παράγραφος Β που περιλαμβάνεται στην παράγραφο Α
(9)της αίτησης αφορούν σε δεδομένα που θα προέκυπταν αν εγκρίνετο η αίτηση για προσθήκη νέων διαδίκων και σχετίζονται άμεσα με τις νέες απαιτήσεις εναντίον της Ενάγουσας μαζί με τους νέους προτιθέμενους διαδίκους. Είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε διαχωρισμό από τις πιο πάνω παραγράφους του μέρους εκείνου που αφορά μόνο την Ενάγουσα, αποκλείοντας το υπόλοιπο. Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως οι παράγραφοι Α
(2),
(3),
(4),
(5),
(8),
(10), το μέρος της παραγράφου Α
(6)που αφορά στην προσθήκη της νέας παραγράφου 21 και τέλος το μέρος της παραγράφου Α
(9)που αφορά στην προσθήκη των παραγράφων 4 και 5, της υπό κρίση αίτησης. Οι παράγραφοι Α
(1), το μέρος της παραγράφου 6 που αφορά στη προσθήκη της νέας παραγράφου 22 και το μέρος της παραγράφου 9 που αφορά στην προσθήκη της παραγράφου Β, απορρίπτονται. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε δέκα
(10)μέρες από σήμερα και τυχόν Απάντηση και Υπεράσπιση την Ανταπαίτηση σε άλλες δέκα
(10)μέρες. Τα έξοδα της αίτησης και εκείνα που θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης (thrown away) επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της Αγωγής. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΔΔ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.