← Κύπρος

ICE DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 709/2013, 15/7/2014

ICE DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 709/2013, 15/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 709/2013 Αναφορικά με τις εταιρείες:

  1. ICE DEVELOPERS LTD, από την Πάφο και
  2. KARVELIA LTD, από την Πάφο - και - Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 -------------------------------- Μονομερής αίτηση ημερoμηνίας 3.12.2013 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.12.2013 Ημερομηνία: 15.7.2014 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές : κ. Χ. Φωτίου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Λ. Θεοφάνους (για να ακούσει απόφαση κα Γαβριήλ) -------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές με εναρκτήρια αίτηση τους ημερομηνίας 3.12.2013 ζητούν (α) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο διορισμός από το Υπουργικό Συμβούλιο επιθεωρητή ο οποίος να ελέγξει τις υποθέσεις των καθ΄ων η αίτηση, (β) διάταγμα που να απαγορεύει την διάθεση, επιβάρυνση, εκχώρηση, πώληση, δωρεά των ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ων η αίτηση μέχρι την κατάθεση του πορίσματος του επιθεωρητή, (γ) διάταγμα που να απαγορεύει στον Π. Ελευθεριάδη να εκπροσωπεί με οποιοδήποτε τρόπο την εταιρεία Ice Developers Ltd, (δ) διάταγμα για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων και διάταγμα που να διατάσσει την εταιρεία Karvelia Ltd να επιστρέψει την κυριότητα εξοπλισμού που βρισκόταν στα γραφεία της Ice Developers Ltd στην εταιρεία Ice Developers Ltd. Ο αιτητές με μονομερή αίτηση τους ίδιας ημερομηνίας (η υπό κρίση αίτηση) αιτήθηκαν και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει και/ή παγοποιεί την άμεση και/ή έμμεση διάθεση και/ή επιβάρυνση και/ή χρήση και/ή εκχώρηση και/ή πώληση και/ή δωρεά των ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ων η αίτηση τα οποία εμφαίνονται στο παράρτημα 1 το οποίο συνοδεύει την αίτηση. Η πιο πάνω αίτηση έχει ως νομική της βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, τους Θεσμούς Πολιτικής δικονομίας Δ.48, το άρθρο 23 του Συντάγματος και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή 2, Πέτρου Ιωαννίδη. Ο ενόρκως δηλών, όπως αναφέρει είναι Διευθυντής, Γραμματέας και μέτοχος της αιτήτριας 1 Ioannides & Charalambous Constructions Limited, η οποία είναι μέτοχος της εταιρείας Ice Developers Ltd και εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές 1 (Ioannides & Charalambous Constructions Limited) και τον αιτητή 3 (Χριστόδουλο Χαραλάμπους) να προβεί σε ένορκη δήλωση. Ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους είναι διευθυντής και μέτοχος στην αιτήτρια
  3. Με την ένορκη του δήλωση περιγράφει τις ενέργειες που προέβη ο Παύλος Ελευθεριάδης, τις οποίες χαρακτηρίζει ως παράνομες, απατηλές και δόλιες, ο οποίος ενεργώντας όπως ο ίδιος δήλωνε, ως εξουσιοδοτημένος της εταιρείας ICE, αποξένωσε κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας ICE αξίας €1.300.000 και μεταφέρθηκε στην εταιρεία Karvelia εξυπηρετώντας δικά του συμφέροντα. Τα κινητά αφορούν ένα τεμάχιο γης στην Τίμη και τα γραφεία της εταιρείας ICE ενώ τα κινητά οχήματα και μηχανήματα τα οποία ανήκαν στην εταιρεία ICE σύμφωνα με το παράρτημα 1 στην αίτηση. Υποστηρίζει πως εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η εταιρεία ICE και οι αιτητές διατρέχουν κίνδυνο οριστικής και μόνιμης αποστέρησης της πιο πάνω κινητής και ακίνητης. Τα γεγονότα και ο τρόπος που η πιο πάνω περιουσία έχει περιέλθει στην κατοχή της εταιρείας KARVELIA αναφέρονται πιο κάτω, κάποια από τα οποία δεν αμφισβητούνται. Μετά την επίδοση της αίτησης και των διαταγμάτων προς τους καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους με τους ακόλουθους λόγους:
  4. Η Αίτηση είναι άκυρη γιατί σε αυτή δεν αναφέρεται ποιοι είναι οι καθ΄ων η αίτηση και/ή καθότι είναι δικονομικά απαράδεκτη.
  5. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεν ακολουθήθηκε η ορθή και νόμιμη διαδικασία, και/ή διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν προβλέπεται από το νόμο και είναι παράδοξη και/ή οι αιτητές παρέλειψαν ως πλειοψηφία να συγκαλέσουν γενική συνέλευση και/ή συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου ώστε να λάβει τις δέουσες αποφάσεις και/ή με την κυρίως αίτηση τους ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του και/ή το οποίο αν εκδοθεί παρεμβαίνει στην εκτελεστική εξουσία και παραβιάζει την διάκριση εξουσιών.
  6. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση, προώθηση της μονομερούς Αίτησης υπό την προσωπική τους ιδιότητα και/ή καθ΄ότι η περιουσία δεν τους άνηκε ποτέ.
  7. Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει ο εκδοθέν διάταγμα καθ΄ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 αφού το Δικαστήριο δεν ασκεί τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας Πολιτική Δικαιοδοσία σύμφωνα με την έννοια του άρθρου και/ή καθότι δεν εκκρεμεί αγωγή ως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 4

(1)του Κεφ.
  1. Ο Πέτρος Ιωαννίδης δεν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή αρ. 3 να προβεί στην ένορκης ομολογία που προέβη.
  2. Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζουν την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  3. Τα γεγονότα τα οποία επικαλέσθηκαν οι Αιτητές δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των Αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Η ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Ιωαννίδη πάσχει καθ΄ ότι παρέλειψε να αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του για καθένα από τους ισχυρισμούς του.
  5. Ο ενόρκως δηλών δεν αποκάλυψε όλα τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει κάνοντας την δέουσα ενέργεια και/ή μελέτη,
  6. Η αίτηση είναι κακόπιστη οι δε αιτητές και ο ενόρκως δηλών σκόπιμα παρέλειψε να αποκαλύψει τα ουσιώδη γεγονότα και γενικά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια.
  7. Οι αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να αποδεικνύει περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η συνέχιση τους να ισχύουν.
  8. Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθούν και/ή συνεχίσουν να ισχύουν τα αιτούμενα διατάγματα.
  9. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4-9 του Κεφ.
  11. Οι αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, οι αιτητές καθυστέρησαν και αυτό δημιουργεί κώλυμα να προωθούν την αίτησης σφηνώνοντας του καθ΄ων η αίτηση να υποστούν τεράστια έξοδα.
  12. Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής ούτε διεφάνει ότι υπεστήκαν οποιαδήποτε ζημιά. Η δε περιουσία που δέσμευσαν δεν ανήκει στους αιτητές πολλά δε από τα κινητά δεν υπάρχουν ο δε εξοπλισμό ς δεν περιγράφεται στην αίτηση.
  13. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση και συνέχιση σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων ούτε από τα γεγονότα που περιέχονται σε αυτές πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ούτε αποδεικνύεται το επείγον.
  14. Οι αιτητές ως πλειοψηφία δεν συγκαλέσαν Συμβούλιο και την Γενική Συνέλευση των Μετόχων ώστε να λάβουν τοις δέουσες αποφάσεις. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Π. Ελευθεριάδη με την οποία παραδέχεται την μεταβίβαση του ακινήτου της Τίμης και την εκχώρηση του αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ. 4.11.2002 που αφορά τα γραφεία της ICE προς την εταιρεία KARVELIA, υποστηρίζει όμως ότι οι αιτητές είχαν ενημερωθεί και συγκατατεθεί για τα πιο πάνω, διαφωνεί με το ύψος της αξίας των ακινήτων που αναφέρουν οι αιτητές και ισχυρίζεται ότι το τίμημα των πωλήσεων χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη υποχρεώσεων της ICE προς τρίτους. Υποστηρίζει ότι ενήργησε στα πλαίσια της υλοποίησης των συμφωνηθέντων της πολυμερούς δηλαδή συμφωνίας ημερ. 24.11.2010 και προς το συμφέρον της εταιρείας πληρώνοντας οφειλές και υποχρεώσεις της (σχετική αναφορά στις δικές του θέσεις γίνεται πιο κάτω) . Κατά την ακρόαση της αίτησης κλήθηκε και αντεξετάστηκε από την συνήγορο των καθ΄ων η αίτηση ο ενόρκως δηλών στην αίτηση Πέτρος Ιωαννίδης και από τον συνήγορο των αιτητών ο ενόρκως δηλών στην ένσταση Π. Ελευθεριάδης. Τα όσα έχουν αναφέρει τα πιο πάνω πρόσωπα κατά την αντεξέταση τους δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω διατηρώ αυτά υπόψη μου ενώ σχετική αναφορά στην μαρτυρία θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Διατηρώ βέβαια κατά νου τα όσα έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Αγορεύσεις: Είναι θέση του δικηγόρου των αιτητών, ότι η ένσταση για την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι το ορθό δικονομικό διάβημα από μέρους των καθ΄ων η αίτηση και πως ορθό δικονομικό διάβημα θα ήταν η καταχώρηση αίτησης δυνάμει της Διαταγής 48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρέπεμπε στην απόφαση στην Αίτηση 133/2003 ημερ. 20.2.2004 Αναφορικά με την αίτηση των κ. Σ. Μαρκίδη και Τ. Τρύφωνος
(2004)1 ΑΔΔ
  1. Συνεπώς, υποστήριξε πως το ερώτημα αν ορθά έχει εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να απαντηθεί εφόσον δικονομικά δεν είναι επιτρεπτό για αυτό οι λόγοι της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση που αφορούν τις προϋποθέσεις έκδοσης του θα πρέπει να απορριφθούν χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία τους. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και τούτο γιατί τα επίδικα διατάγματα έχουν εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης των αιτητών που ως νομική της βάση έχει τα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Παραθέτω στην συνέχεια το άρθρο 9
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 το οποίο δίδει και την απάντηση ως προς την ορθότητα του δικονομικού μέτρου της καταχώρησης ένστασης από μέρους των καθ΄ων η αίτησης στους οποίους έχει επιδοθεί η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα και είναι τα πρόσωπα που αφορά και επηρεάζονται από την έκδοση και την ισχύ του. 9.-
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για την επίδοση γι΄αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό. κάθε τέτοιο διάταγμα θα παύει να ισχύει, μετά την λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά. και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Είναι επίσης θέση του συνηγόρου των αιτητών, ότι το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, στο μέτρο που επιτρέπεται σε αυτού του είδους διαδικασίες, με μοναδικό σκοπό να αποφασίσει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του Διατάγματος και όχι για να διακριβώσει εάν τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του φανερώνουν το εάν καλώς ή κακώς εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Επίσης, αναφέρει ότι, οι προϋποθέσεις έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων έχουν ήδη κριθεί από το Δικαστήριο κατά το στάδιο έκδοσης τους ενώ σε ότι αφορά την αναγκαιότητα οριστικοποίησης τους, οι καθ' ών η αίτηση, εισηγείται, δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία, αντιθέτως, ενίσχυσαν την θέση των αιτητών ότι επίκειται κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης και για αυτό τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, εισηγείται ο συνήγορος των αιτητών, πως το δικαστήριο το μόνο που μπορεί να εξετάσει είναι αν θα οριστικοποιήσει την ισχύ του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης ή όχι, η οποία όπως αναφέρει, επιβάλλεται από τα ακόλουθα: 1.Εφόσον μέρος της περιουσίας και των συμφερόντων των αιτητών έχει, με τρόπους που χρήζουν διερεύνησης, αλλάξει ιδιοκτησία και βρίσκονται πλέον στην ιδιοκτησία της Karvelia της οποίας αποκλειστικός μέτοχος είναι ο κ. Π. Ελευθεριάδης ο οποίος ταυτόχρονα είναι και διευθυντής της ICE από την οποία απέσπασε περιουσιακά στοιχεία. 2.Οι μεταβιβάσεις των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην αίτηση είναι τουλάχιστον ύποπτες και χρήζουν διερεύνησης. 3.Είναι φανερό ότι ο κ. Ελευθεριάδης και η Karvelia έχουν σκοπό την περαιτέρω αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που ήδη βρίσκονται στην κυριότητα και την κατοχή τους (βλ. παρ. 26 ένορκη δήλωση Ελευθεριάδη). 4.Δεν έχουν τύχει εφαρμογής τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 191 του Περί Εταιρειών Νόμου, στις μεταβιβάσεις των επίδικων κινητών και ακινήτων των οποίων ζητείται η μη αποξένωση και ότι οι μεταβιβάσεις αυτές χρήζουν διερεύνησης. Λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 9
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 , δηλαδή το δικαίωμα ενός προσώπου που επηρεάζεται από την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος να προβάλει ένσταση, το γεγονός ότι αιτήσεις αυτούς τους είδους είναι ύψιστης σημασίας και επιβάλλουν την υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από το πρόσωπο που αποτείνεται μονομερώς για την έκδοση του, γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση πράγμα που μπορεί να ανατραπεί στο στάδιο της ακρόασης, ως επίσης και το ότι θα πρέπει οι προϋποθέσεις για την έκδοση του να συντρέχουν τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης του όσο και κατά τον χρόνο που το δικαστήριο αποφασίζει την οριστικοποίηση του ή όχι (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) οι πιο πάνω θέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές. Συνεπώς το δικαστήριο και σε αυτό το στάδιο οφείλει να εξετάσει, μετά την ακρόαση της αίτησης, έχοντας ακούσει και τις θέσεις των καθ΄ων η αίτηση, εάν υφίστανται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία τόσο για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων όσο και την διατήρηση τους σε ισχύ. Εισηγείται η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ότι οι αιτούμενες θεραπείες στην κυρίως αίτηση είναι νομικά αβάσιμες και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει «καλή βάση αγωγής». Υποστήριξε ότι (α) στον Περί Εταιρειών Νόμο δεν προβλέπεται πουθενά εξουσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας η έκδοση του διατάγματος υπό στοιχείο Β στην αίτηση το οποίο θα ισχύ μέχρι την έκδοση πορίσματος από τον επιθεωρητή (β) αυτά που ζητούν οι αιτητές είναι εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού σύμφωνα με το άρθρο 159 του Κεφ. 113 το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα διάτασσον το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να διατάξει την διάλυση της Εταιρείας δηλώνει αν το κρίνει σκόπιμο ότι οι υποθέσεις της εταιρείας θα πρέπει να διερευνηθούν από επιθεωρητή δήλωση με την οποία αποπερατώνεται η διαδικασία, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτητές ζητούν να εκδοθούν απαγορευτικά διατάγματα τα οποία θα ισχύουν μετά την αποπεράτωση της αίτησης. Επίσης εισηγείται ότι, ούτε το αιτητικό Γ εμπίπτει στις εξουσίες και θεραπείες που μπορεί να δώσει ένα δικαστήριο και τούτο γιατί δεν μπορεί το Δικαστήριο να αντικαταστήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται από το Νόμο και το καταστατικό της Εταιρείας σε σχέση με την παύση Διευθυντή. Επίσης, η ίδια εισήγηση υπάρχει και σε σχέση με το αιτούμενα διατάγματα στην κυρίως αίτηση υπό στοιχεία Δ και Ε, δηλαδή ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα διάταγμα αυτά καθότι η ακύρωση μεταβίβασης γίνεται με απόφαση Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής. Σε ότι αφορά την αιτούμενη θεραπεία υπό στοιχείο Α της κυρίως αίτησης, με αναφορά στο άρθρο 159 του Κεφ. 113, η κα Θεοφάνους εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα διατάσσον το Υπουργικό Συμβούλιο όπως οι αιτητές αιτούνται, παραπέμποντας και στο άρθρο 165 του Αγγλικού Νόμου, όπου το Board of Trade (εδώ το Υπουργικό Συμβούλιο) μπορεί να το πράξει μόνο σε δύο περιπτώσεις, (α) Όταν η εταιρεία με ειδικό ψήφισμα αποφασίζει ότι οι υποθέσεις της εταιρείας πρέπει να διερευνηθούν από διαιτητή ο οποίος διορίζεται από Board of Trade και (β) Όπου το Δικαστήριο το οποίο έχει κατάλληλη δικαιοδοσία (το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κάτω από τα άρθρο 218, 220 (του Αγγλικού Νόμου) να διατάξει την διάλυση της εταιρείας) δηλώνει ότι οι υποθέσεις της εταιρείας θα πρέπει να διερευνηθούν από επιθεωρητή. Για τους πιο πάνω λόγους, το δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τα διατάγματα που ζητούνται με την κυρίως αίτηση ενώ το άρθρο 159 του Περί Εταιρειών Νόμου θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Αναφέρει επίσης, ότι και σε περίπτωση που θα μπορούσαν να εκδοθούν τα αιτούμενα με την κυρίως αίτηση διατάγματα από το Δικαστήριο, οι διαδικασίες αυτού του είδους δεν εμπίπτουν στο όρο «αγωγή» εν τη άσκηση Πολιτικής Διαδικασίας προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αφού το Δικαστήριο δεν ασκεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας Πολιτική Δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και ούτε εκκρεμεί αγωγή ως απαιτείται από το άρθρο 4
(1)του Κεφ.
  1. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο αναφέρει η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, είναι ότι οι αιτητές που είναι δύο εκ των τριών διευθυντών και ο ένας μέτοχος που έχει πλειοψηφία, δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα προσωπικά εναντίον των καθ΄ων η αίτηση ενώ η εταιρεία ICE αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί των αιτητών ενδεχομένως να είχε αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον των καθ΄ων η αίτηση για ακύρωση των μεταβιβάσεων. Οι αιτητές ως πλειοψηφία τόσο στο Διοικητικό Συμβούλιο όσο και στο μετοχικό κεφάλαιο παρέλειψαν να ασκήσουν τις εξουσίες που είχαν δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, παρέλειψαν να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των μετόχων ώστε να λάβουν ειδική απόφαση ή απόφαση ώστε να ενεργοποιήσουν τα άρθρα 158 και 159 του Περί Εταιρειών Νόμου, παρέλειψαν να ενεργοποιήσουν το άρθρο 141 του Περί Εταιρειών Νόμου και παρέλειψαν να συγκαλέσουν ετήσια γενική συνέλευση και να διορίζουν τους ελεγκτές της επιλογής τους. Οι αιτητές ενώ έχουν την πλειοψηφία και ενώ λένε ότι έλαβαν τα στοιχεία από το Κτηματολόγιο και ενώ πιστεύουν ότι οι μεταβιβάσεις είναι δόλιες δεν έχουν κινήσει αγωγή και περιμένουν το πόρισμα του επιθεωρητή που και αν ακόμα διοριστεί δεν θα αποφασίσει εάν κάτι έγινε σωστά ή όχι, αλλά αφού ερευνήσει παραδίδει το πόρισμα στο Υπουργικό Συμβούλιο για να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση αναφέρει ότι οι αιτητές δεν έχουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα προσωπικά εναντίον των καθ΄ων η αίτηση. Με αναφορά στην συνέχεια στα όσα προβλέπουν τα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αλλά και σε σχετική νομολογία επί τους θέματος και των προϋποθέσεων των πιο πάνω άρθρων, εισηγείται ότι, για τους πιο πάνω λόγους οι αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν την ύπαρξη «καλής βάσης αγωγής» και επίσης δεν έχουν αποδείξει και ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση δηλαδή ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Επίσης είναι η θέσης της, ότι δεν ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 134/560 καθότι με την αίτηση τους δεν αιτούνται αποζημιώσεις ή θεραπεία. Σε ότι αφορά το επείγων, υποστηρίζει η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ότι, αποδείχτηκε ότι οι αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα, αφού ο Πέτρος Ιωαννίδης στην αντεξέταση του ανέφερε ότι από τον Δεκέμβριο - Ιανουάριο 2013 έλαβαν γνώση για τις μεταβιβάσεις και το πληρεξούσιο. Επίσης, εισηγείται ότι, υπήρξε απόκρυψη γεγονότων, τα οποία οι αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν όπως: 1 Ότι πολλά από τα κινητά είχαν αποξενωθεί πολύ πριν την καταχώρηση της αίτησης και δεν τα είχε στην ιδιοκτησία της ούτε η ICE ούτε η KARVELIA.
  2. Ότι στο τεμάχιο στην Τίμη ανεγέρθηκε κτίριο αξίας περίπου €900.000.-
  3. Δεν αποκάλυψαν την ύπαρξη υποθήκης για το διαμέρισμα (γραφεία ICE) προς όφελος και εκ μέρους του πωλητή. Σε ότι αφορά την έκταση του διατάγματος που αφορά την απαγόρευση της χρήσης των κινητών και των ακινήτων από τους καθ΄ων η αίτηση, η κα Θεοφάνους αναφέρει στην αγόρευση της, ότι ούτε το άρθρο 32 του Ν.14/60 ούτε στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 προβλέπει κάτι τέτοιο, γεγονός το οποίο θα ήταν καταστροφικό για τους καθ΄ ων η αίτηση και θα τους οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή αφού όπως ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αναφέρει έχουν συμβατικές υποχρεώσεις τόσο για τα κινητά όσο και για το ακίνητο στην Τίμη. Τέλος εισηγείται ότι οι αιτητές, δεν απέδειξαν κίνδυνο αποξένωσης, ότι δεν έχουν δείξει λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση και την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος σε σχέση με την χρήση και ότι η ακύρωση του θα επηρέαζε με οπουδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους, ενώ εάν αποκάλυπταν στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο δεν θα έκδιδε το διάταγμα. Η θέση ότι οι διαδικασίες αυτού του είδους δεν εμπίπτουν στο όρο «αγωγή» εν τη άσκηση Πολιτικής Διαδικασίας προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και η θέση ότι δεν «εκκρεμεί αγωγή» ως απαιτείται από το άρθρο 4
(1)του Κεφ.6. Το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 δίδει τον ορισμό της «αγωγής» πως σημαίνει πολιτική διαδικασία αρχόμενη δια κλητήριου εντάλματος ή με άλλο τρόπο ως καθορίζεται από Διαδικαστικό Κανονισμό. Στην υπόθεση Εις Πτώχευση: Άντρη Κολακασίδου
(1994)1 ΑΑΔ 87 σε σχέση όμως με το άρθρο 61 του Ν. 14/60 το οποίο επίσης αναφέρεται σε αγωγή, αφού γίνεται αναφορά στο άρθρο 2 πιο πάνω, αποφασίστηκε ότι η αίτηση πτώχευσης περιλαμβάνεται στο όρο «αγωγή», δεδομένου ότι η διαδικασία πτώχευσης συνιστά πολιτική δικαιοδοσία η έγερση της οποία προβλέπεται από τους περί Πτωχεύσεως Θεσμούς. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Τ & Μ οικονόμου και Υιός Λτδ Πολιτική Αίτηση αρ. 13/2011 το πρωτόδικο δικαστήριο κατ' αναλογία προς τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Άντρη Κολοκασίδου θεώρησε ότι και η αίτηση προς εκκαθάριση ή διάλυση εταιρείας εμπίπτει στον ορισμό της «αγωγής» και αφού ανάστειλε την ενώπιον του διαδικασία για εκκαθάριση της εταιρείας των αιτητών, διέταξε ταυτόχρονα και στην παραπομπή της υπόθεσης το αρμόδιο κατά τόπο Δικαστήριο. Στην πιο πάνω υπόθεση στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης για άδεια καταχώρησης αίτησης για έκδοσης προνομιακών διαταγμάτων τύπου Certiorari διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε έκδηλη υπέρβαση δικαιοδοσίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η κυρίως αίτηση στηρίζεται τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Το άρθρο 159(α)(i) δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δηλώνει ότι οι υποθέσεις οποιασδήποτε εταιρείας πρέπει να διερευνηθούν Τα άρθρα 158 και 159 του Περί Εταιρειών Νόμου προβλέπουν ως ακολούθως: 158.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους επιθεωρητές να ερευνήσουν τις υποθέσεις εταιρείας και υποβάλουν αναφορά για αυτές με τον τρόπο που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει- (α) σε περίπτωση εταιρείας που έχει μετοχικό κεφάλαιο, μετά από αίτηση είτε τουλάχιστο διακοσίων μελών είτε μελών που κατέχουν τουλάχιστο το ένα δέκατο των εκδομένων μετοχών (β) σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει μετοχικό κεφάλαιο, μετά από αίτηση τουλάχιστο του ενός πέμπτου του αριθμού των προσώπων των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών της εταιρείας.
(2)Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που το Υπουργικό Συμβούλιο δυνατό να απαιτήσει για να δείξει ότι οι αιτητές έχουν βάσιμο λόγο να απαιτούν την έρευνα, και το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, πριν από το διορισμό επιθεωρητή, να απαιτήσει την παροχή ασφάλειας από τους αιτητές για τέτοιο ποσό που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει, για την πληρωμή των εξόδων της έρευνας. 159. Χωρίς βλάβη των εξουσιών του με βάση το άρθρο 158, το Υπουργικό Συμβούλιο- (α) διορίζει ένα ή περισσότερους ικανούς επιθεωρητές να ερευνήσουν τις υποθέσεις εταιρείας και υποβάλουν έκθεση πάνω σε αυτές με τρόπο που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε διατάξει, αν- (
  1. i)η εταιρεία με ειδική απόφαση ή (
  2. ii)το Δικαστήριο με διάταγμα, δηλώνει ότι οι υποθέσεις της πρέπει να ερευνηθούν από επιθεωρητή διορισμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο και (β) δύναται να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό αν φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι υφίστανται περιστάσεις που υποδεικνύουν- (
  3. i)ότι οι εργασίες της διεξάγονται με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών της ή των πιστωτών οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή διαφορετικά με δόλιο ή παράνομο σκοπό ή με τρόπο που να καταπιέζει οποιοδήποτε μέρος των μελών της ή ότι αυτή συστάθηκε με δόλιο ή παράνομο σκοπό (
  4. ii)ότι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη σύσταση της ή τη διαχείριση των υποθέσεων της είναι σχετικά με αυτές ένοχα απάτης, πλημμελούς εκτέλεσης ή άλλης κακής διαγωγής προς αυτή ή τα μέλη της ή (iii) ότι δεν δόθηκαν όλες οι πληροφορίες στα μέλη της, σχετικά με τις υποθέσεις της που εύλογα ανέμεναν. Οι παλαιοί αγγλικοί Νόμοι, Companies Act 1948 και 1983 εμπεριείχαν πανομοιότυπα άρθρα. Το άρθρο 165 του Companies Act 1948 και τα άρθρα 172 και 173 του Companies Act 1983. Στο Annual Practice 1966 σελ. 1996/88 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Para(c).- Applications for a declaration that the affairs of the company ought to be investigated under s. 165 Generally.- Under section 165 if the Court by order declares that the affairs of a company ought to be investigated by an inspector appointed by the Board of Trade the Board must appoint one or more inspectors for that purpose. Application may be made by a person interested. The notice of motion should be served on the company. No appearance is necessary. It need not be served on Board of Trade but notice of the intended application should be sent to the solicitor to the Board of Trade together with copies of any affidavits intended to be used at the hearing (Practice Direction [1954] 1 W.L.R. 563; All E.R. 604). Evidence.- The affidavit in support should set out the facts relied on as justifying the appointment of an inspector and evidence must be filed showing that the above Practice Direction has been complied with. As to the quality of evidence required, see Re A.B.C. Coupler and Engineering Co. Ltd, [1962] 1 W.L.R. 1236.» Έχοντας κατά νου το άρθρο 159 και επίσης καθοδηγούμενη από τα όσα πιο πάνω παραθέτω από το Annual Practice 1966, θεωρώ ότι οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε μια ιδιωτική Εταιρεία μπορεί να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου. Το ίδιο το άρθρο δεν είναι περιοριστικό και αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να περιορίσει την εμβέλεια του συγκεκριμένου άρθρου, με τον τρόπο που εισηγείται η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση θα το έπραττε. Η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα και στο περιεχόμενο των άρθρων 161 και 163 και ιδιαίτερα το άρθρο 163
(4), το οποίο επιτρέπει στο Υπουργικό Συμβούλιο, στην περίπτωση που διαπιστωθεί κατά την έρευνα ότι παραβλάφτηκαν τα δικαιώματα οποιουδήποτε νομικού προσώπου που αναφέρεται στην έκθεση που θα ετοιμαστεί, να μεριμνήσει να εγερθεί διαδικασία στο όνομα του νομικού προσώπου για ανάκτηση αποζημιώσεων. Οπόταν, οι συγκεκριμένες πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, παραχωρούν στο Υπουργικό Συμβούλιο εξουσία να ελέγξει την εσωτερική λειτουργία ιδιωτικής Εταιρείας, όταν διαπιστωθεί ότι πληρείται μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 (β). Η πιο πάνω άποψη υποστηρίζεται και από τα συγγράμματα Gower and Davis, Principles of Modern Company Law, 8η έκδ., σελ.635, σημείωση 34, Farrars Company Law, 2η έκδ., σελ.462 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., τόμος 6, παρά.753, σελ.388, τα οποία αναφέρουν ότι διάταγμα αυτής της φύσης, για το διορισμό επιθεωρητή, εκδίδεται μετά από αίτηση οποιουδήποτε που έχει locus standi - έννομο συμφέρον - στη συγκεκριμένη Εταιρεία. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η αίτηση των αιτητών εμπίπτει στον όρο αγωγή αφού πρόκειται για εναρκτήρια αίτηση δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου και το δικαστήριο ασκεί στα πλαίσια της αίτησης πολιτική δικαιοδοσία. Επίσης, οι αιτητές φαίνεται να είναι πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα και πρόσωπα που μπορούν να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου, αφού είναι μέτοχοι της εταιρείας Ioannides & Charalambous Constructions Limited, η οποία είναι μέτοχος της εταιρείας Ice Developers Ltd. Σε ότι αφορά τον τρόπο αντιμετώπιση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου σχετική αναφορά γίνεται πιο πάνω. Από το σύνολο της μαρτυρίας μπορώ να προβώ και προβαίνω στις πιο κάτω διαπιστώσεις, όπου δε προκύπτει διαφωνία, αυτή καταγράφεται επίσης πιο κάτω και επιλύεται αναλόγως όπου αυτό είναι δυνατό αλλά και με τρόπο ώστε να μην προκαταβάλει η δική μου αντιμετώπιση τα τελικά συμπεράσματα. - Η εταιρεία ICE είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο. - Το εγγεγραμμένο γραφείο της είναι στην Πάφο. - Το ονομαστικό κεφάλαιο της είναι €8.550.00 διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές των €1.71 έκαστη. Το πληρωμένο κεφάλαιο της ή το πιστωθέν σαν πληρωμένο είναι €2.565 για 1500 συνήθεις μετοχές. - Οι μέτοχοι της είναι η αιτήτρια 1, Ioannides & Charalambous Constructions Limited η οποία κατέχει 1000 μετοχές και ο Παύλος Ελευθεριάδης ο οποίος κατέχει 500 μετοχές. Μέτοχοι της Ioannides & Charalambous Constructions Limited είναι οι αιτητές 2 και
  1. - Από την 17.3.2003 μέχρι σήμερα διευθυντές της ICE είναι ο Πέτρος Ιωαννίδης, ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους και ο Παύλος Ελευθεριάδης. - Από την 20.1.2006 μέχρι σήμερα γραμματέας της εταιρείας είναι ο Παύλος Ελευθεριάδης. - Η ICE διόρισε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου (ΠΛΕ130/02) ως γενικούς αντιπροσώπους της τον Πέτρο Ιωαννίδη, τον Χριστόδουλο Χαραλάμπους και τον Παύλο Ελευθεριάδη για να διαχειρίζονται μεταξύ άλλων άπασα κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας. - Την 24.11.2010, υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της ICE, των αιτητών 2 και 3 , του Παύλου Ελευθεριάδη και της Ioannides & Charalambous Constructions Limited, Αιτήτριας 3, με την οποία συμφωνήθηκε όπως η τελευταία μεταβιβάσει στον Παύλο Ελευθεριάδη τις μετοχές που κατείχε στη ICE σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν λόγω συμφωνίας. - Η συμφωνία ημερ. 24.11.2010 δεν τελεσφόρησε. - Τη 28.9.2011 συστάθηκε δυνάμει του Νόμου η εταιρεία KARVELIA LTD η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην Πάφο. - Το ονομαστικό κεφάλαιο της KARVELIA είναι €1000 διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές των €1 έκαστη. Το πληρωμένο κεφάλαιο της ή το πιστωθέν σαν πληρωμένο είναι €1.000 για 1000 συνήθεις μετοχές. - Μοναδικός μέτοχος της KARVELIA είναι ο Παύλος Ελευθεριάδης κάτοχος 5000 μετοχών. - Αρχικός διευθυντής της KARVELIA ήταν ο Παύλος Ελευθεριάδης και στις 7.1.2013 αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Ρουτή. - Γραμματέας της εταιρείας KARVELIA είναι ο Παύλος Ελευθεριάδης. - Η εταιρεία ICE μέχρι την 19.10.2011 ήταν η ιδιοκτήτρια του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 8241 στο χωρίο Τίμη στην Πάφο το οποίο κατά ή περί την πιο πάνω ημερομηνία μεταβιβάστηκε δυνάμει πώλησης (Τεκμήριο 10 στην αίτηση) από την ICE στην KARVELIA με την χρήση από τον Παύλο Ελευθεριάδη του πληρεξουσίου εγγράφου 130/
  2. Το τίμημα της πώλησης σύμφωνα με το Τεκμήριο 10 ήταν €350,000.- - Η ICE με έγγραφο ημερομηνίας 4.11.2002 αγόρασε από την εταιρεία MISHA HOLDINGS LTD τον δεύτερο όροφο και του χώρους στάθμευσης στο συγκρότημα γραφείων "Misha Court 1" για το ποσό των Λ.Κ.133.800.- - Η εταιρεία ICE κατά ή περί την 30.1.2012 μέσω του Παύλου Ελευθεριάδη προέβει σε εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία προς όφελος της KARVELIA η οποία αποδέχτηκε την εκχώρηση. Σχετικό με την πιο πάνω εκχώρηση είναι το Τεκμήριο 13 στην αίτηση η οποία και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 9.2.
  3. Ο Παύλος Ελευθεριάδης υπογράφει εκ μέρους της ICE ως εκχωρητής και εκ μέρους της KARVELIA ως εκδοχέας. - Για την πιο πάνω εκχώρηση έγινε χρήση από τον Παύλο Ελευθεριάδη του πληρεξουσίου εγγράφου 152/
  4. - Την 24.1.2013 οι αιτητές 2 και 3 συγκάλεσαν Συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και απέστειλαν ειδοποίηση στον Παύλο Ελευθεριάδη ημερ. 16.1.2013 (Τεκμήριο 19) ο οποίος αν και εμφανίστηκε αποχώρησε. Κατά την πιο πάνω συνεδρία αποφασίστηκε από τους αιτητές 2 και 3 η ακύρωση του πληρεξουσίου 130/02 και κάλεσαν τον Παύλο Ελευθεριάδη να σταματήσει να το χρησιμοποιεί ενώ εξέφρασαν την επιφύλαξη και την άρνηση τους κατά πόσο έχουν υπογράψει το πληρεξούσιο 152/
  5. Ο κ. Π. Ελευθεριάδης μέσω της δικηγόρου του (Τεκμήριο 22) υποστήριξε ότι κακώς κατά την πιο πάνω συνεδρία παρευρίσκετο δικηγόρος εκ μέρους των αιτητών και για αυτό οποιαδήποτε απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της συνεδρίας είναι άκυρη. Αμφισβητούνται: Η καταβολή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου στην Τίμη στην ICE. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ισχυρίζεται ότι το τίμημα από την πώληση του ακινήτου στην Τίμη ουδέποτε εισπράχθηκε από την ICE. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση Παύλος Ελευθεριάδης υποστηρίζει ότι το ποσό στων €350,000 που αφορά την αγορά από την KARVELIA του ακινήτου στην Τίμη, το ποσό από την πώληση του διαμερίσματος (γραφείων της ICE) €228,610 και των κινητών που αναφέρονται στην έκθεση του Χ' Σάββα εκ ποσού €37,000, σύνολο €615,610.-, έχει εξοφληθεί δηλαδή έχει πληρωθεί προς την ICE εξοφλώντας διάφορες οφειλές της καταβάλλοντας επίσης προσωπικά ο ίδιος και η KARVELIA το συνολικό ποσό των €927,185,86 (επισυνάπτει τα Τεκμήρια 4 - 6 αναφορικά με τις πληρωμές) Το τίμημα πώλησης του ακινήτου στην Τίμη και η αγοραία του αξία: Υποστηρίζουν οι αιτητές ότι το τίμημα πώλησης του ακινήτου στην Τίμη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία του αξία, το οποίο οι αιτητές κατόπιν εκτίμησης από ειδικό εκτιμητή ισχυρίζονται ότι κατά την 19.10.2011 ανερχόταν στις €670,000.- Αρνείται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση την πιο πάνω θέση, απορρίπτει το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης των αιτητών (Τεκμήριο 11) και επισυνάπτει με την ένορκη του δήλωση έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 11) για το ποσό των €335,000.- Η αγοραία αξία του ακινήτου που η ΙCE αγόρασε από την εταιρεία MISHA: Υποστηρίζουν οι αιτητές ότι η αγοραία του αξία του πιο πάνω ακινήτου σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 14 στην αίτηση) κατά την 18.2.2012 ανερχόταν στις €440,000.- Αρνείται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση την πιο πάνω θέση, απορρίπτει το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης των αιτητών (Τεκμήριο 14) και επισυνάπτει με την ένορκη του δήλωση έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 13) για το ποσό των €190,000.- και υποστηρίζει ότι η εκχώρηση έγινε έναντι ανταλλάγματος Πληρεξούσιο έγγραφο 152/2012: Η εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου 152/12 δυνάμει του οποίου έγινε η εκχώρηση αμφισβητείται από τους αιτητές, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ισχυρίζεται ότι οι υπογραφές των αιτητών 2 και 3 έχουν πλαστογραφηθεί και επισυνάπτει με την ένορκη του δήλωση ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 16 και 17) εκθέσεις Δικανικού γραφολόγου. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση απορρίπτει τα πιο πάνω και υποστηρίζει ότι πρόκειται για πληρεξούσιο το οποίο υπέγραψαν οι αιτητές 2 και 3 και ότι γνώριζαν τόσο την ύπαρξη του όσο και την εκχώρηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση γραφολόγου με την οποία επισυνάπτει και σχετική έκθεση του (Τεκμήριο 1). Γνώση για την πώληση του ακινήτου στην Τίμη και της εκχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4.11.2002: Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για την πιο πάνω πώληση του ακινήτου στην Τίμη και για την εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4.11.2002 περί τον Ιανουάριο του
  6. Συγκεκριμένα γνώση για την πώληση του ακινήτου στην Τίμη σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση έλαβαν οι αιτητές από την τράπεζα που ήταν υποθηκευμένο το ακίνητο και συγκεκριμένα πληροφορήθηκαν ότι εξοφλήθηκε η υποθήκη αξίας €100.000 από τον Παύλο Ελευθεριάδη για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του, όπου στην συνέχεια διερεύνησαν το ζήτημα μέσω του Κτηματολογίου και τότε διαπιστώθηκε και η εκχώρηση του ως άνω πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.11.
  7. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση Παύλος Ελευθεριάδης, υποστηρίζει ότι οι αιτητές είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν για την πώληση του ακίνητου της Τίμης στην KARVELIA και ότι από τον Νοέμβριο του 2012 ο Πέτρος Ιωαννίδης γνώριζε και την έναρξη οικοδομικών εργασιών στο εν λόγω τεμάχιο. Πρόσβαση στα γραφεία της ICE και στα λογιστικά της βιβλία: Είναι η θέση των αιτητών ότι μετά την ανάκληση τους πληρεξουσίου ημερ. 22.2.2002 ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης τους απαγόρευσε την πρόσβαση στα γραφεία της ICE αλλάζοντας κλειδαριές και έκτοτε δεν είχαν καμία πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Την ετήσια οικονομική έκθεση της εταιρείας του έτους 2012 μετά από πολλές προσπάθειες τους την εξασφάλισαν τέλος Οκτωβρίου 29013 από τον λογιστή που διόρισε ο κ. Π. Ελευθεριάδης. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση Παύλος Ελευθεριάδης απορρίπτει με την ένορκη του δήλωση τα πιο πάνω και υποστηρίζει ότι οι αιτητές είχαν πάντα πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και μπορούσαν λάβουν όποιες πληροφορίες ήθελαν από τον ελεγκτή και από τον λογιστή της ICE. Οχήματα και μηχανήματα: Τα μόνα οχήματα/μηχανήματα που αγόρασε και μεταβίβασε η KARVELIA από την ICE, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς στους ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών στην ένσταση είναι αυτά που αναφέρονται στην παρ. 33 της ένορκης του δήλωσης έναντι του ποσού των €37.000.- ενώ τα πλείστα οχήματα που αναφέρονται στην αίτηση έχουν πωληθεί και μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Σε ό,τι αφορά την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, πάντα με βάση τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία, θεωρώ ότι οι αιτητές φαίνεται να ικανοποιούν τις προϋποθέσεις αυτές. Υπό το φώς και των όσων αναφέρω πιο πάνω κατά το στάδιο του σχολιασμού των θέσεων της συνηγόρου των καθ΄ων η αίτηση και των όσων πιο πάνω καταγράφω υπό μορφή γεγονότων και διαφορών που προκύπτουν και έχουν δημιουργηθεί καταλήγω ότι η κυρίως αίτηση με την οποία ζητείται ο διορισμός Επιθεωρητή από το Υπουργικό Συμβούλιο φαίνεται να περιέχει αρκετά στοιχεία και/ή οι λεπτομέρειες που να δείχνουν μια εκ πρώτης όψεως καλή βάση της αίτησης χωρίς βέβαια να υπεισέρχομαι στο στάδιο αυτό στο κατά πόσο όντως στοιχειοθετείται η έκδοση του διατάγματος που ζητείται με την κυρίως αίτηση ή του συνόλου των διαταγμάτων που ζητούν οι αιτητές τα οποία το εκδικάζων την κυρίως αίτηση δικαστήριο θα χειριστεί. H πιο πάνω παράθεση των γεγονότων αλλά και αυτών που σχετίζονται με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της ICE προς την εταιρεία KARVELIA της οποία μοναδικός μέτοχος είναι ο καθ΄ ου αίτηση 1, έγινε με σκοπό να καταδείξει ότι υπάρχουν ζητήματα που δημιουργούν την πεποίθηση της ύπαρξης μια εκ πρώτης όψεως καλή βάση της αίτησης. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, της πρόκλησης δηλαδή ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα επιθυμώ να αναφέρω τα ακόλουθα: Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Όπως τονίστηκε στην Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ΄ εαυτών, δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 ΑΑΔ 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα (πιο πάνω), περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Το κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος διορισμού Επιθεωρητή από το Υπουργικό Συμβούλιο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης θα αποτελέσει βέβαια το αντικείμενο εκδίκασης της εν λόγω αίτησης στον κατάλληλο χρόνο καθώς επίσης και ο περαιτέρω χειρισμός των επίδικων διαταγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτητές έχουν παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημία που θα προκαλείτο στην εταιρεία, στα περιουσιακά αυτής στοιχεία , εάν δεν προστατευτούν μέχρι να αποφασιστεί η αίτηση τους και/ή εκδοθεί το πόρισμα του επιθεωρητή ανάλογα με τις οδηγίες που θα δώσει το δικαστήριο σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης τους. Πρόκειται για περιουσία η οποία έχει περιέλθει κάτω από συνθήκες που θα διερευνηθούν σε άλλη εταιρεία με την οποία οι αιτητές καμία σχέση δεν έχουν και της οποίας αποκλειστικό μέτοχος είναι ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης. Η αποξένωση της πιο πάνω περιουσίας δεν είναι αποκλεισμένο ενδεχόμενο, που σε μια τέτοια περίπτωση που θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς εκτός εάν διασφαλιστεί η περαιτέρω και μελλοντική διαχείριση της. Κρίνεται επομένως ότι στοιχειοθετείται και η τρίτη προϋπόθεση. Απόκρυψη: Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 ΑΑΔ 1669) Το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων, εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και η έκταση της υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις, αναλύεται στην υπόθεση Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)ΑΑΔ 1 (Γ) 2081, και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται σε εκείνη την απόφαση. Το κρίσιμο στοιχείο που συνιστά και το κριτήριο, είναι η εξ αντικειμένου επιμέτρηση της σημασίας του γεγονότος που δεν έχει αποκαλυφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι εντός του ακινήτου της Τίμης έχει αναγερθεί οικοδομή από την KARVELIA και ότι εξακολουθούσαν κατά τον ουσιώδη για την έκδοση του διατάγματος χρόνο να εκτελούνται εργασίες αναφορικά με την ανεγερθείσα οικοδομή. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον ότι δαπανήθηκαν χρήματα για τον πιο πάνω σκοπό με αποτέλεσμα να αυξηθεί και η αξία του ακινήτου και να μεταβληθεί η χρησιμότητα του. Το πιο πάνω γεγονός κατά την άποψη μου θα επηρέαζε την κρίση του δικαστηρίου όχι ως προς το σύνολο των απαγορεύσεων που έκδωσε υπό μορφή διαταγμάτων αλλά τουλάχιστον ως προς το ζήτημα της χρήσης. Η δε χρήση της οικοδομής εντός του ακινήτου δεν έχω πειστεί μπορεί να σημαίνει και επηρεασμό του ίδιου του ακινήτου με οποιοδήποτε τρόπο. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την λοιπή περιουσία της οποία ζητείται η δέσμευση. Επίσης διαφάνηκε μέσα την μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ότι υπήρξε κάποιου είδους προχειρότητα σε σχέση με την έρευνα των κινητών που συμπεριέλαβε στην αίτηση ως κινητή περιουσία της εταιρείας. Αφού παραδέχτηκε ότι ζητήθηκε η δέσμευση όλων των οχημάτων ενώ γνώριζε ότι κάποια από αυτά είχαν πωληθεί από προηγουμένως σε τρίτους με αποτέλεσμα η έκδοση του διατάγματος ως έχει εκδοθεί να επηρεάζει συμβατικές υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα. Όπως ο ενόρκως δηλών στην αίτηση παραδέχτηκε πρόκειται μόνο για τα οχήματα που περιγράφονται στην παρ. 33 της ένορκης του δήλωσης και τα οποία ο ενόρκως δηλών στην ένσταση έχει παραδεχτεί ότι έχουν μεταβιβαστεί στην KARVELIA. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι δεν έχει αποδειχτεί το στοιχείο του επείγοντος της έκδοσης του διατάγματος. Παρά το ότι διαφάνηκε ότι παρήλθε χρονικό διάστημα από τότε που οι αιτητές έλαβαν γνώση των μεταβιβάσεων μέχρι την καταχώρηση της αίτησης όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παρ. 44 της ένορκης του δήλωσης και όπως υποστήριξε και την μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του, τα στοιχεία και η πλήρης εικόνα ολοκληρώθηκε μετά το πόρισμα του γραφολόγου που τους παραδόθηκε στις 29.11.2013 παρά το ότι του ανατέθηκε μήνες πριν ενώ η ετήσια οικονομική έκθεση του 2012 του παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2013. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει του αιτούμενο διάταγμα (βλ. επίσης Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε)152). Συνεπώς κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των αιτητών. Το διάταγμα ημερομηνίας 19.12.2013 οριστικοποιείται με τις ακόλουθες τροποποιήσεις: Mε την διαγραφή της διαταγής που αφορά την χρήση των κινητών και ακινήτων και με την αντικατάσταση των οχημάτων που περιγράφονται στο Παράρτημα «1» της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση με τα οχήματα που αναφέρονται στην παρ. 33 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Έχοντας νου όλα τα πιο πάνω αποτέλεσμα κρίνω ορθό όπως τα έξοδα της αίτησης αυτής επιφυλαχθούν και ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.