← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1739/06, 25/7/2014

ALPHA BANK LIMITED ν. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1739/06, 25/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1739/06 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και

  1. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ, εκ Πάφου
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΥΝΤΗΣ ή άλλως ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΥΝΤΗ, εκ Πάφου
  3. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ, εκ Πάφου
  4. ΛΟΥΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ, εκ Πάφου Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 30.1.2014 --------------- Ημερομηνία: 25.7.2014 Για την Εναγόμενη 4-Αιτήτρια: κα Α. Ιωάννου Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ. Μαλέκκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.4.2010 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΠΩΣ:
  5. Οι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 3 ομού και κεχωρισμένα πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €270.233,75σ. (£158.160,86σ.) πλέον τόκο προς 10,25% το χρόνο από 1.1.06 μέχρι 3.1.06 και τόκο προς 14,25% το χρόνο από 4.1.06 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους.
  6. Οι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 3, 4 ομού και κεχωρισμένα πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €59= έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 31.5.06 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α..
  7. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ την εκποίηση της υποθήκης με αρ. Υ 819/01, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και τη δια του Δημοσίου Πλειστηριασμού πώληση του πιο κάτω περιγραφόμενου ακινήτου και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων αυτής προς ικανοποίηση του εξ΄ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού από τον εναγόμενο αρ. 2 προς τους ενάγοντες και μέχρι του ποσού των €51.258.04σ. (£30.000=) πλέον τόκο προς 8,5% το χρόνο από 6.4.01 και μέχρι εξοφλήσεως και του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και το τυχόν πλεόνασμα να αποδοθεί στον εναγόμενο αρ.
  8. Περιγραφή υποθήκης Υ 819/01: - Ακίνητο (αμπέλι), αρ. εγγραφής 6730, Φ/Σχ. ΧLV/39, τεμ. 256, τοποθεσία Ξάλωνα, χωριό Λετύμπου, Πάφος, μερίδιο το όλο.
  9. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ την εκποίηση της υποθήκης με αρ. Υ 818/01, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και τη δια του Δημοσίου Πλειστηριασμού πώληση των πιο κάτω περιγραφόμενων ακινήτων και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων αυτής προς ικανοποίηση του εξ΄ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού από την εναγόμενη αρ. 4 προς τους ενάγοντες και μέχρι του ποσού των €187.946,15σ. (£110.000=) πλέον τόκο προς 8,5% το χρόνο από 6.4.01 και μέχρι εξοφλήσεως και του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και το τυχόν πλεόνασμα να αποδοθεί στην εναγόμενη αρ.
  10. Περιγραφή υποθήκης Υ 818/01: - Ακίνητο (οικόπεδο) αρ. εγγραφής 29946, Φ/Σχ. LI/3, τεμ 379, τοποθεσία Μοσφίλι, ενορία Αγ. Θεοδώρου, Πάφος, μερίδιο το όλο. - Ακίνητο (οικόπεδο), αρ. εγγραφής 29947, Φ/Σχ. LI/3, τεμ 380, τοποθεσία Μοσφίλι, ενορία Αγ. Θεοδώρου, Πάφος, μερίδιο το όλο.» Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 4-Αιτήτρια εξαιτείται: «
  11. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) η τελική Απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο σε βάρος της Αιτήτριας-Εναγόμενης αρ. 4 στην παρούσα Αγωγή ερήμην της Αιτήτριας-Εναγόμενης αρ.
  12. Παραμερισμό της Δικαστικής πράξης και/ή απόφασης και/ή διαταγής δια της οποία απερρίφθη η Ανταπαίτηση της Αιτήτριας και Επαναφορά (Reinstatement) της Ανταπαίτησης της Αιτήτριας στην πιο πάνω Αγωγή.
  13. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή οδηγίες που θεωρεί ορθό και δίκαιο να δώσει το Δικαστήριο.
  14. Όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής μεταξύ της Αιτήτριας και των Εναγόντων μετά που θα επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης από το Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα Άρθρο 30

(1)
(2)και
(3), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12 Θ.1-7, Δ.17 Θ.3, 5, 7 και 10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1-9, Δ.50 Θ.1, 2 και 3, Δ.51, Δ.57 Θ.2, Δ.64, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) Άρθρα 3-13, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αναφέρεται στο σώμα της αίτησης ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4-Αιτήτριας και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη 4 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι όπως προκύπτει από το φάκελο που διατηρούν οι δικηγόροι της ως επίσης από το δικό της προσωπικό αρχείο η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.5.2006 και της επιδόθηκε στις 19.6.
  1. Στο κλητήριο ένταλμα αναγράφηκε ως διεύθυνση της η Νίκου Γεωργίου 13, 8035 Πάφος με την οποία δεν έχει οποιαδήποτε σχέση και ουδέποτε της επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό ή άλλο έγγραφο στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ακολούθως καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της από τη δικηγόρο της Αργεντούλα Ιωάννου και ως διεύθυνση επίδοσης της σημειώθηκε «το δικηγορικό γραφείο της κας Αργεντούλας Ιωάννου, Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, αρ. 240, Π. Λόρδος Σέντερ Μπλόκ Α, γραφ. 501 Λεμεσός φ/δι το δικηγορικό γραφείο του κου Γιώργου Σιαηλή Γων Κινύρα και Κοροίβου, Μέγαρο ΌΘΩΝ ΓΑΛΑΞΙΑΣ 1ος όροφος διαμ. 102-103 Πάφος». Διευκρινίζει ακόμα ότι η πραγματική διεύθυνση διαμονής της τα τελευταία πέντε χρόνια είναι η οδός Μίντζη 5 στη Γεροσκήπου ενώ προηγουμένως έμενε στην οδό Σπετσών 11 στην Πάφο. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι τις 14.2.2007 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες αίτηση για συνοπτική απόφαση μεταξύ άλλων και εναντίον της και η ίδια σε συνεργασία με τη δικηγόρο της καταχώρησε την 31.5.2007 ένσταση η οποία συνοδευόταν από ένορκη της δήλωση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αλλά και από συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από την πλευρά της μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταδεικνύεται, σύμφωνα με την ίδια, ότι η ίδια είχε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση ως επίσης ότι ενδιαφερόταν και ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην παρούσα διαδικασία. Από τον Ιούνιο του 2009, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, αποφάσισε ότι θα χειριστεί μόνη της την παρούσα υπόθεση και η δικηγόρος Αργεντούλα Ιωάννου αποσύρθηκε από δικηγόρος της. Ακολούθως η ίδια χειρίστηκε μόνη της την παρούσα υπόθεση όμως στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στη δικηγόρο Έλενα Ταλιώτη από την Πάφο όπως εμφανιστεί εκ μέρους της και την υπερασπιστεί στην παρούσα υπόθεση υπογράφοντας προς τούτο σχετικό διοριστήριο δικηγόρου. Από τότε ήτο με την εντύπωση ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος εμφανιζόταν εκ μέρους της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι στο ίδιο διάστημα οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ακόμα δύο αγωγές εναντίον της την 983/06 και την 1740/06 τις οποίες χειρίστηκε μόνη της. Τον Σεπτέμβριο του 2009 υπέβαλε αίτημα ότι ο Δικαστής ενώπιον του οποίου οι αγωγές ήταν ορισμένες θα έπρεπε να εξαιρεθεί. Το αίτημα της στις δύο πιο πάνω αγωγές απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.11.2009 το οποίο εφεσίβαλε με την πολιτική έφεση 343/
  2. Εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης οι πιο πάνω αγωγές δεν οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Προτού η έφεση εκδικαστεί ο συγκεκριμένος Δικαστής αφυπηρέτησε και τελικά η ίδια εγκατέλειψε την έφεση δηλώνοντας την πρόθεση της αυτή τηλεφωνικά στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Ιούνιο του
  3. Όπως πληροφορήθηκε πρόσφατα η έφεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον Μάρτιο του έτους
  4. Η ίδια από τον Ιούνιο του 2012 ανέμενε ότι θα ειδοποιηθεί για την ημερομηνία ορισμού των δύο πάνω αγωγών ενώ όσον αφορά την παρούσα αγωγή ήτο με την πεποίθηση ότι εμφανιζόταν δικηγόρος εκ μέρους της. Αποτελεί θέση της Εναγομένης 4 ότι η ίδια ουδέποτε σταμάτησε να ασχολείται με την παρούσα υπόθεση και προέβηκε σε πολλά εξωδικαστηριακά διαβήματα που αφορούσαν την παρούσα αγωγή στα οποία περιλαμβανόταν καταγγελία των Εναγόντων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συνεχείς καταγγελίες στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η ουσία των καταγγελιών της κατά των Εναγόντων αλλά και της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της στην παρούσα αγωγή είναι ότι οι προσωπικές της εγγυήσεις και οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις που αφορούν την παρούσα υπόθεση και για τις οποίες εκδόθηκε απόφαση ερήμην της, συνήφθηκαν συνεπεία παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των Εναγόντων και συνεπεία ψυχικής και αθέμητης πίεσης στην οποία οι Ενάγοντες συνήργησαν και εγνώριζαν. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4 διάφορες επιστολές προς υποστήριξη των θέσεων της. Η ενόρκως δηλούσα διευκρινίζει ότι οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν (όπως αντιλήφθηκε αργότερα) μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της στην παρούσα υπόθεση ενώ η ίδια κατά το χρόνο αποστολής των επιστολών ανέμενε να οριστεί η πιο πάνω υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Αναφέρει ακόμα ότι την 4.2.2013 πραγματοποίησε συνάντηση μαζί με τη δικηγόρο της Α. Ιωάννου στην Κεντρική Τράπεζα με αξιωματούχους της με θέμα τόσο την παρούσα όσο και άλλες αγωγές που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εναντίον της. Τα πιο πάνω σύμφωνα με την Εναγομένη 4-Αιτήτρια καταδεικνύουν ότι η ίδια ουδέποτε έλαβε γνώση είτε ειδοποίησης της για εμφάνιση στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είτε για έκδοση απόφασης εναντίον της ενώ μέχρι πρόσφατα ήτο με την εντύπωση ότι στην παρούσα υπόθεση εμφανιζόταν δικηγόρος εκ μέρους της. Στις αρχές Δεκεμβρίου 2013 λόγω του ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε για τον ορισμό των αγωγών 983/06 και 1740/06 επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Πάφου για να ενημερωθεί και να ζητήσει να οριστούν οι πιο πάνω υποθέσεις και τότε ενημερώθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στις πιο πάνω υποθέσεις ως επίσης ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και στην παρούσα αγωγή στις 22.4.2010 όταν είχε οριστεί για απόδειξη λόγω του ότι δεν εμφανίστηκε εκ μέρους της οποιοσδήποτε στις 15.4.
  5. Το χρονικό διάστημα μεταξύ 14-23 Δεκεμβρίου 2013 η ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό για ιατρικούς λόγους και με την επιστροφή της στην Κύπρο έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο Σάββα Βασιλείου να ερευνήσει το φάκελο του Δικαστηρίου ώστε να μάθει το λόγο και τον τρόπο που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Αποτελεί ακόμα θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η ίδια ουδέποτε έμαθε ότι δεν εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους της και δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Σε περίπτωση που ήθελε προκύψει ότι δόθηκαν οδηγίες σε οποιοδήποτε στάδιο από το Δικαστήριο να της αποσταλεί ειδοποίηση ορισμού της υπόθεσης στην τελευταία της γνωστή διεύθυνση είναι η θέση της ότι η ειδοποίηση θα έπρεπε να της επιδοθεί στη διεύθυνση που αναγράφεται στο σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της, άσχετα αν ο δικηγόρος που καταχώρησε την εμφάνιση εκ μέρους της αποσύρθηκε. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να μην ενημερωθεί ποτέ και με οποιονδήποτε τρόπο η ίδια ότι η παρούσα υπόθεση ορίστηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση ερήμην της και να απορριφθεί η ανταπαίτηση που είχε εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή την οποία ουδέποτε εγκατέλειψε και ανέμενε την εκδίκαση της για να προβάλει την υπεράσπιση της και να προωθήσει την ανταπαίτηση της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στη συνέχεια στις αρχές που διέπουν τέτοιου είδους αιτήσεις σύμφωνα με τα όσα την ενημερώνουν οι δικηγόροι της Αργεντούλα Ιωάννου και Σάββας Βασιλείου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι το έγγραφο εγγυήσεως που αφορά η παρούσα αγωγή ως επίσης οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν προς τους Ενάγοντες από την ίδια δόθηκαν και λήφθηκαν «λόγω αθέμιτης και ψυχικής πίεσης» την οποίαν γνώριζαν οι Ενάγοντες και στην οποία έλαβαν μέρος. Ως εκ τούτου, συνεχίζει, τα συγκεκριμένα έγγραφα, δηλαδή η βάση της παρούσας αγωγής, δεν τη δεσμεύει. Πέραν των πιο πάνω, που σχετίζονται και με την ανταπαίτηση της, η ίδια είχε και έχει υπεράσπιση στην αγωγή και επαναλαμβάνει τις θέσεις της όπως προβλήθηκαν στην ένσταση της στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ημερομηνίας 31.5.2007 και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της εν λόγω ένστασης της. Αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας ότι αν δεν είχε υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση θα πετύχαινε, πράγμα το οποίο δεν έγινε και σχετική επί τούτου είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.9.
  6. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι ούτε καθυστέρησε ούτε επέδειξε αμέλεια ή αδιαφορία ούτε ενήργησε με τρόπο καταφρονητικό προς τις δικαστικές διαδικασίες αφού ο χρόνος που μεσολάβησε από τη γνώση της με την έκδοση απόφασης είναι μικρός και απαραίτητος για τη συλλογή όλων των στοιχείων που οδήγησαν στην έκδοση απόφασης εναντίον της ερήμην και αδίκως, όπως είναι η θέση της. Τέλος επαναλαμβάνει ότι η μη εμφάνιση της όταν ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες και ακολούθως για απόδειξη οφείλεται στην πεποίθηση και αναμονή της ότι εμφανιζόταν δικηγόρος εκ μέρους της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η παράλειψη εμφάνισης της που οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της και απόρριψη της ανταπαίτησης της αποτελεί μεμονωμένη, περιστασιακή και συμπτωματική παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου για την οποία δεν ευθύνεται για οποιοδήποτε λόγο. Τα πιο πάνω γεγονότα συνέβαλαν στη μη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ είχε εμφανιστεί στο παρελθόν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση αλλά και για άλλες αγωγές με τους ίδιους διαδίκους πολλές φορές. Όλες οι προηγούμενες διαδικασίες επιδίδονταν στην ίδια στο σχολείο όπου εργάζεται ως καθηγήτρια πράγμα που γνώριζαν πολλοί επιδότες του Δικαστηρίου ως επίσης και ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγει η ενόρκως δηλούσα, είναι η θέση της ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε καθυστέρηση ή αμέλεια ή αδιαφορία εκ μέρους της στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.21 Θ.1, 2, Δ.26 Θ.2, 10, 14, Δ.39, Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ.1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, καθώς και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Ως λόγους ένστασης η Καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή και ανεπίτρεπτη ή και αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου, ότι η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process of the Court), ότι η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση ακολουθούσε πάντοτε την ορθή ή και ενδεδειγμένη διαδικασία, ότι η Εναγόμενη 4-Αιτήτρια δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί ή και να δικαιολογεί τη μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο και το μη διορισμό νέου δικηγόρου και απέτυχε να επιδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη ή και συζητήσιμη υπεράσπιση, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι αόριστοι ή και ατεκμηρίωτοι ή και αντικρουόμενοι, ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης δηλαδή περίπου τέσσερα χρόνια από την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 4 μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη 4-Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης και δεν παρουσιάζει σοβαρούς ή και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό, ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια της Εναγομένης 4-Αιτήτριας να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση, ότι η ενδεχόμενη ακύρωση ή και παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση παρεμποδίζοντας την από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της εκδοθείσα απόφαση και τέλος ότι η αιτούμενη ακύρωση ή και ο παραμερισμός της απόφασης έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης ή και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Νικολέτας Ζαμπυρίνη υπαλλήλου της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη γραπτή της δήλωση ότι απορρίπτει στην ολότητα του το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους των Εναγόντων: «(α) Η αίτηση της εναγομένης 4/αιτήτριας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της (latches) στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως (ήτοι 4 χρόνια περίπου από την 15.04.2010 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης και/ή 4 περίπου χρόνια από την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 4) η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (β) Η εναγόμενη 4/αιτήτρια προβάλλει ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς οι οποίοι αντικρούονται ρητά από τους όρους των εγγράφων αλλά και από τα ίδια τα έγγραφα των οποίων η ίδια θεληματικά υπέγραψε καθώς επίσης και αντικρούονται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Συνεπώς κωλύεται (is estopped) από το να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς και να ζητά το αιτούμενο διάταγμα.» Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι άνευ βλάβης των πιο πάνω και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση, τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: - Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.5.
  7. - Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στην Εναγομένη 4 προσωπικά όπως φαίνεται από τη σχετική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη κ. Αντωνίου. - Στις 27.6.2006 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από το δικηγορικό γραφείο της κας Αργεντούλας Ιωάννου και στις 23.9.2009 αποσύρθηκε από δικηγόρος της Εναγομένης 4 μετά από άδεια του Δικαστηρίου. - Η Εναγομένη 4 μετά την απόσυρση των δικηγόρων της, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, εμφανιζόταν προσωπικά στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα εμφανίστηκε προσωπικά στις 21.1.2010 και στις 25.2.
  8. Στις 25.2.2010 η εναγόμενη 4 γνώριζε ότι η υπόθεση της ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 15.4.2010, ημερομηνία κατά την οποία όμως δεν εμφανίστηκε. Στις 15.4.2010 το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για απόδειξη στις 22.4.
  9. - Στις 22.4.2010 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγομένης 4-Αιτήτριας. Συνεπώς, ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, η Εναγομένη 4 ήταν καθόλο τον ουσιώδη χρόνο ενήμερη ή και τουλάχιστον μέχρι την 15.4.2010 και ουδέποτε έδειξε ενδιαφέρον αλλά αντίθετα παραγνώρισε τις δικαστικές διαδικασίες ή και θα έπρεπε να επιδείξει ενδιαφέρον για τη διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον της αφού οι δικηγόροι της είχαν αποσυρθεί και δεν είχε διορίσει νέο δικηγόρο. - Στις 30.1.2014 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ήτοι 4 περίπου χρόνια μετά την 15.4.2010 και την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 4 την 22.4.
  10. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της η ενόρκως δηλούσα απαντά σε διάφορους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο σημείωμα εμφάνισης είναι η διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου και στην οποία γίνεται επίδοση των δικογράφων και μόνο και η οποία με την απόσυρση των δικηγόρων της Εναγομένης 4 έπαψε να ισχύει. Επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης 4 παραμένουν ατεκμηρίωτοι και ανυπόστατοι. Για τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 4 περί διευθύνσεων η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 4 ουδέποτε ενημέρωσε είτε τους Ενάγοντες είτε το Πρωτοκολλητείο ως θα έπρεπε για την οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι με την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση αλλά και με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταδεικνύεται ότι έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 4 έχει απεμπολήσει (waived) το δικαίωμα υπεράσπισης της από τη στιγμή που έπαψε να εμφανίζεται και να ενδιαφέρεται για την υπόθεση της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι η Εναγόμενη 4 εμφανίστηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προσωπικά την 21.1.2010 και την 25.2.2010 κατά την οποία δόθηκε χρόνος για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αντιπροσώπευσης της και ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 15.4.2010 ημερομηνία που η ίδια η Εναγόμενη 4 γνώριζε και όφειλε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Την 15.4.2010 ζητήθηκε από την Ενάγουσα ημερομηνία απόδειξης και δόθηκε η 22.4.2010 ημερομηνία κατά την οποία εξεδόθη απόφαση. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου δεν στάληκε οποιαδήποτε ειδοποίηση από το Πρωτοκολλητείο αφού η ίδια η Εναγόμενη 4 ήταν παρούσα την 25.2.
  11. Επομένως οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 4 παραμένουν ανυπόστατοι και ατεκμηρίωτοι. Στα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 4-Αιτήτρια για το έγγραφο εγγυήσεως αλλά και για υποθήκες που παραχωρήθηκαν ότι δόθηκαν και λήφθηκαν λόγω «αθέμιτης και ψυχικής πίεσης» η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η Εναγομένη 4 κωλύεται δια διαγωγής, υπογραφής και εγγράφων να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται. Αποτελεί ακόμα θέση της Ενάγουσας, συνεχίζει, ότι στην παρούσα αγωγή η Εναγόμενη 4 δεν έχει υπογράψει οποιαδήποτε εγγύηση. Η Εναγόμενη 4 παραχώρησε υποθηκευτήριο έγγραφο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και συγκεκριμένα την Υ818/01 η οποία ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και επομένως οι ισχυρισμοί της δεν ευσταθούν. Καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν έχουν προβληθεί σοβαροί ή και εύλογοι ή και πειστικοί λόγοι που να δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η απραξία και η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από την Εναγόμενη 4-Αιτήτρια για περίοδο περίπου τεσσάρων χρόνων δεν αιτιολογείται σε βαθμό που θα πρέπει η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση να στερηθεί των ευεργετημάτων που της παρέχει η νομότυπη εκδοθείσα απόφαση και ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στο να καθυστερήσει η όλη διαδικασία και να εμποδίσει την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν της. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα θα υποστεί υπέρμετρη ζημιά σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αφού κάτι τέτοιο θα της αποστερήσει από του να εισπράξει το λαβείν της από μια νομότυπη, τελεσίδικη και άμεσα εκτελεστή απόφαση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και στην ένσταση. Έχω μελετήσει προσεκτικά τις θέσεις και τις εισηγήσεις της κάθε πλευράς. Η πρώτη παρατήρηση στην οποία προβαίνω είναι ότι σημαντικό μέρος των όσων αναφέρονται στο σώμα της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Όπως η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης αποκαλύπτει δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση ούτε ανταπαίτηση στην παρούσα υπόθεση και το Δικαστήριο κατά την έκδοση απόφασης την 22.4.2010 δεν απέρριψε ανταπαίτηση της Εναγομένης
  12. Επομένως δεν τίθεται θέμα είτε παραμερισμού δικαστικής απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ανταπαίτηση της Εναγομένης 4 είτε επαναφοράς ανταπαίτησης της Εναγομένης
  13. Η Εναγόμενη 4 αναφέρει στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση ότι περί τον Ιούνιο του 2009 αποφάσισε να χειριστεί μόνη της την παρούσα υπόθεση (όπως και άλλες υποθέσεις που είχε με την Ενάγουσα) και ότι η δικηγόρος της Αργεντούλα Ιωάννου αποσύρθηκε από δικηγόρος της και ότι ακολούθως χειρίστηκε μόνη της την παρούσα υπόθεση (το γεγονός της απόσυρσης της δικηγόρου της ως επίσης ότι χειριζόταν πλέον μόνη της την υπόθεση είναι παραδεκτό από πλευράς Ενάγουσας). Ισχυρίζεται επίσης ότι έδωσε στη συνέχεια οδηγίες στη δικηγόρο Έλενα Ταλιώτου όπως εμφανιστεί εκ μέρους της και την υπερασπιστεί στην παρούσα υπόθεση υπογράφοντας προς τούτο σχετικό διοριστήριο δικηγόρου και ότι από τότε ήτο με την εντύπωση ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος εμφανιζόταν εκ μέρους της. Κατ' αρχάς ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι ασαφής και ατεκμηρίωτος αφού δεν συγκεκριμενοποιείται ο χρόνος στον οποίο έδωσε τέτοιες οδηγίες στην πιο πάνω δικηγόρο γεγονός που οδηγεί στη μη αποδοχή του. Ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύει ότι η Εναγομένη 4 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 6.10.2009 στα πλαίσια αίτησης για παράταση του χρόνου δια καταχώριση υπεράσπισης αναφέροντας παράλληλα την πρόθεση της να διορίσει νέο δικηγόρο και το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση με οδηγίες όπως η υπεράσπιση καταχωρηθεί εντός ενός μηνός από την έκδοση του διατάγματος. Ακολούθησε νέα εμφάνιση της Εναγόμενης 4 ενώπιον του Δικαστηρίου την 19.11.2009 στα πλαίσια νέας αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρισης υπεράσπισης όπου ανέφερε ότι δεν είχε διορίσει ακόμα δικηγόρο λόγω του ότι εκκρεμούσε η ψήφιση εξόδων (της κας Α. Ιωάννου που ήτο ορισμένη την 26.11.2009), η οποία επίσης εγκρίθηκε (για περίοδο δύο μηνών από την έκδοση του διατάγματος). Το Δικαστήριο όρισε την αγωγή στην παρουσία της Εναγομένης 4 για οδηγίες την 21.1.
  14. Ακολούθως επαναόρισε την αγωγή, και πάλι στην παρουσία της Εναγομένης 4 η οποία ανέφερε ότι εμφανιζόταν τόσο προσωπικά όσο και για τους Εναγόμενους 1 και 3 βάση πληρεξουσίου, για οδηγίες την 25.2.2010 όπου θα εξέταζε και τη δυνατότητα εμφάνισης της Εναγομένης 4 για τους Εναγόμενους 1 και
  15. Την 25.2.2014 το πρακτικό του Δικαστηρίου αναφέρει ότι ζητήθηκε και πάλι χρόνος από την Εναγόμενη 4 για να διευθετηθεί το θέμα είτε διορισμού άλλου δικηγόρου είτε υποβολής αιτήσεως από τους Εναγόμενους 1 και 3 έτσι ώστε να μπορεί η Εναγομένη 4 να τους εκπροσωπεί. Το Δικαστήριο όρισε και πάλι την αγωγή για οδηγίες την 15.4.2010 ούτως ώστε τα οποιαδήποτε αναγκαία διαβήματα να διενεργηθούν μέχρι τότε. Την 15.4.2010 όμως δεν παρουσιάστηκε η Εναγόμενη 4 και ο δικηγόρος που εμφανιζόταν για τους Ενάγοντες ζήτησε ημερομηνία απόδειξης. Το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για απόδειξη την 22.4.2010 και στη συνέχεια κατά την ως άνω ημερομηνία εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και
  16. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι όταν το Δικαστήριο όρισε την αγωγή δι΄ απόδειξη μετά από προφορικό αίτημα ουσιαστικά θεώρησε ότι η πλευρά της Ενάγουσας αιτήθηκε ημερομηνία απόδειξης λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης αφού κατά το χρόνο αυτό η προθεσμία των δύο μηνών δια καταχώριση υπεράσπισης που δόθηκε την 19.11.2009 είχε εκπνεύσει προ πολλού. Η αίτηση δι΄ απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης σύμφωνα με τη Δ.26 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μπορεί σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.8
(1)(y) να καταχωρηθεί μονομερώς (βλ. Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101. Το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε γραπτή αίτηση για απόφαση αλλά αυτή έγινε προφορικά, αφορά καθαρά τον τύπο της αίτησης και όχι την ουσία, δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία η οποία θεραπεύθηκε με την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.4.2010 που ουσιαστικά συνιστούσε και διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (βλ. Κτημ. Επιχ. Μ. Αυξεντίου Λτδ v. Κυριακίδη κ.α.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 601). Κρίνω επομένως ότι δεν τίθεται θέμα αντικανονικότητας στην έκδοση της απόφασης ημερ. 22.4.2010. Στη Γιωργαλλίδης (ανωτέρω) όπου ο Αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης δυόμισι μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του με τη δικαιολογία ότι μόλις πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του αποτάθηκε στους δικηγόρους του χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία πληροφόρησης και τους λόγους της καθυστέρησης, θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν συνιστούσε δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Στην παρούσα υπόθεση η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε τρία χρόνια και εννέα μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 4 χωρίς να δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις για τον πάρα πολύ μεγάλο χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η Αιτήτρια για να δικαιολογήσει την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν δικαιολογούν με κανένα τρόπο την τεράστια καθυστέρηση που παρατηρείται. Η Εναγόμενη 4 παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση μέσα στις προβλεπόμενες από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίες ως επίσης μέσα στις προθεσμίες που το Δικαστήριο της παραχώρησε για το σκοπό αυτό. Επομένως δεν μπορεί να παραπονείται ότι δεν της δόθηκε χρόνος να προβάλει την υπεράσπιση της. Ακόμα και αν γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός της ότι διόρισε νέο δικηγόρο για να εμφανιστεί εκ μέρους της στην παρούσα αγωγή θα έπρεπε να διερωτηθεί γιατί δεν είχε πληροφόρηση σε σχέση με την αγωγή αυτή και να φροντίσει να λάβει τέτοια πληροφόρηση ως επίσης να προβεί στα αναγκαία διαβήματα. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να επικαλείται ενδεχόμενο λάθους, αμέλειας ή παράλειψης δικηγόρου. Στην Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 (Β) A.A.Δ 793 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 797-798: «Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ΄ όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Από την άλλη, το κατ΄ ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards,
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Οι ισχυρισμοί τους οποίους προβάλλει η Αιτήτρια πέραν του ότι είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, δεν φαίνεται να σχετίζονται με την παρούσα αγωγή αλλά κυρίως με τις αγωγές 983/06 και 1740/06 Ε.Δ. Πάφου. Περαιτέρω, οι επιστολές οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4-Αιτήτριας δεν φαίνεται να αναφέρονται συγκεκριμένα στην παρούσα αγωγή αλλά σε αγωγές της Ενάγουσας εναντίον της Αιτήτριας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Καταλήγω επομένως ότι ο πολύ μεγάλος χρόνος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια έχει δείξει τέτοια συμπεριφορά που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί ενώ ενδεχόμενο επανάνοιγμα της υπόθεσης θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων ως επίσης θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου για εκδίκαση της υπόθεσης του σε εύλογο χρόνο (βλ. Μούγης v. Σπανούδη
(1996)1 (B) A.A.Δ. 997, Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86). Οι πιο πάνω λόγοι τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω έχουν κρίνει και την τύχη της παρούσας αίτησης η οποία δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Προς συμπλήρωση της όλης εικόνας σημειώνεται ότι η Αιτήτρια έχει καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Κατ' αρχάς το ζήτημα αυτό αποφασίστηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.9.2009 όπου αποφασίστηκε η απόρριψη αίτησης δια συνοπτική απόφαση λόγω του ότι τα όσα οι Εναγόμενοι υποστήριζαν ήτο ικανά για να τους δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια παρόλο που θέτει κάποιους γενικούς ισχυρισμούς εντούτοις παραπέμπει στην ένσταση που καταχώρισε στα πλαίσια της αίτησης δια συνοπτική απόφαση ως επίσης στις ενόρκους δηλώσεις που την υποστηρίζουν. Ενόψει όμως της πιο πάνω κατάληξης μου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και σε βάρος της Εναγόμενης 4-Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.