Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Emersione Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3250/12, 15/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A162 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3250/12 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd, από την Λευκωσία Ενάγοντα και 1. Emersione Trading Ltd, από την Πάφο 2. Siamak Aghaei Milani, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 15.7.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κα Λ. Λεμονάρη για κ. Αλ. Αλεξάνδρου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Ήβη Αντωνιάδου για κκ Κ. Χ. Βελάρη / Α. Φ. Μαρκίδη -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 14.12.12. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση στις 7.11.12 και με την οποία ζητείτο απόφαση υπέρ του και εναντίον των Αιτητών λόγω παράλειψης καταχώρησης από αυτούς σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.17, θ.10, Δ.26, θθ.1-14, Δ.33, θθ.1-5 και Δ.48, θθ. 1, 2 και 3(
- h)και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2, από τώρα και στο εξής «ο Εναγόμενος 2» ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη 1», να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με 7 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ιάκωβου Ιακωβίδη, από τώρα και στο εξής «ο Ιακωβίδης», ο οποίος είναι υπάλληλος του Καθ' ου η αίτηση και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων Λάρνακας. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω ένα καταλυτικό κατά την κρίση μου για την τύχη της υπό κρίση αίτησης ζήτημα. Αυτό της γλώσσας στην οποία είναι συνταγμένη η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2 συνταγμένη στα Ελληνικά. Το πιο πάνω σημείο καθώς και οι επιπτώσεις του μπορούν να εξετασθούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εναγόμενος 2 και ομνύων την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αλλοδαπός αφού στην ένορκό του δήλωση ρητά αναφέρει ότι κατάγεται από την Περσία. Προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο του πιο πάνω ισχυρισμού του περί της εθνικότητάς του ότι τα Ελληνικά δεν είναι η μητρική του γλώσσα. Σημειώνεται ότι ισχυρισμός περί του αντιθέτου δεν προβάλλεται στην ένορκό του δήλωση. Σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν αναφέρει ο Εναγόμενος 2 ότι γνωρίζει και πώς την Ελληνική, κάτι το οποίο, αν ισχύει, όφειλε να αναφέρει για να μπορεί η ένορκός του δήλωση να ληφθεί υπόψη υπό το φως του συμπεράσματος που πιο πάνω αναφέρεται και που εκ πρώτης όψεως αναδύεται μέσα από τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναφορικά με την εθνικότητά του. Ακολουθεί ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι συνταγμένη σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή στον ομνύοντα αυτήν, πράγμα που την καθιστά μη ανεκτή. Ακολουθεί ότι αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Αυτό καθιστά την υπό κρίση αίτηση μετέωρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη. Ο Εναγόμενος 2 θα έπρεπε να ορκισθεί στην μητρική του γλώσσα και η ένορκός του δήλωση - στην μητρική του γλώσσα - να συνοδεύεται από μετάφρασή της καθώς και από ένορκο δήλωση μεταφραστή που να βεβαιώνει την μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση όσο και την μετάφρασή της. Ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε, επίσης, να ορκισθεί και στα Ελληνικά νοουμένου ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος θα είχαν προηγουμένως μεταφραστεί σε αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος, επίσης, θα έπρεπε να ορκισθεί ως προς την μετάφραση. Τίποτα, όμως, από τα πιο πάνω δεν έχει γίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να μην μπορεί να έχει άλλη κατάληξη παρά απορριπτική. Παρατίθεται διαφωτιστική επί του προκειμένου Νομολογία. Στην Αίτηση του Saab Abbas Nazar, 48/03
(2003)1(Β) ΑΑΔ 772 ο αιτητής που ήταν Πακιστανός υπήκοος αξίωσε με αίτηση προς το Ανώτατο Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος habeas corpus. Το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση σημείωσε τα ακόλουθα στις σελίδες 776-777: «Πριν καταλήξω θα ήθελα να επισημάνω ένα τελευταίο σημείο. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, άνκαι ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, μιλά μόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιόν του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: «Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti». Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, τα κενά ή οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, με τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. (Βλέπε όμως In re El -Boustani
(1991)1 A.A.Δ. 736, 742). Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του». Στην Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos, 32/03
(2003)1(Β) ΑΑΔ 782 το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση σημείωσε τα ακόλουθα στην σελίδα 788: «Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είμαι της άποψης ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772)». Στην Αίτηση των Geningconsult (Cyprus) Ltd, 30/01, ημερομηνίας 30.3.01 η αίτηση στην βάση της οποίας ενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο απαγορευτικό διάταγμα συνοδευόταν από ένορκη δήλωση κάποιου Dmitry Renee που εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος των εναγόντων / αιτητών και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί σε αυτήν. Η εν λόγω ένορκη δήλωση ήταν συνταγμένη στα Ελληνικά και σε αυτή εκτίθενταν γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση. Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου, συνταγμένη και αυτή στα Ελληνικά. Οι εναγόμενοι είχαν αντίρρηση στην διατήρηση του απαγορευτικού διατάγματος και καταχώρησαν ένσταση. Πρόβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε νόμιμα να λάβει υπόψη όσα περιέχονταν στις ένορκες δηλώσεις του Dmitry Renne εφόσον ο ενόρκως δηλών ήταν Ρώσσος υπήκοος και δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως έπρεπε να εξετάσει πρώτα την θέση της υπεράσπισης ότι «ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει στην ουσία ένορκος δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση από την στιγμή που αυτός που έκαμε την ένορκο δήλωση δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της». Με αναφορά σε στοιχεία που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός Dmitry Renne ήταν πρόσωπο που δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα και ότι οι σημειώσεις του Πρωτοκολλητή στο κάτω μέρος των δηλώσεων ότι το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων είχε εξηγηθεί στον Renne στα Αγγλικά από τον Πρωτοκολλητή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη γιατί, καθώς αναφέρεται στην ενδιάμεση απόφαση: «είναι μια σημείωση έξω από την ένορκο δήλωση η οποία μάλιστα έγινε χωρίς να υπάρχει πρόνοια για κάτι τέτοιο από οποιοδήποτε σχετικό κανονισμό. Υπάρχει όμως στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ισχυρισμός ότι ο Dmitry Renne μιλά μόνο την ρωσσική, γνωρίζει λίγα αγγλικά και καθόλου ελληνικά. Αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί, πολύ περισσότερο δεν έχει ανατραπεί. Αντίθετα στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων γίνεται παραδοχή αυτού του γεγονότος». Ύστερα από την πιο πάνω διαπίστωση ο πρωτόδικος Δικαστής αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Διάταξης 39, θεσμοί 9 και 10 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Από τη στιγμή που μια ένορκος δήλωση γίνεται σε γλώσσα η οποία δεν είναι αντιληπτή από τον ενόρκως δηλούντα δεν μπορεί να διακριβωθεί αν αυτός που υπογράφει την ένορκο δήλωση γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην ένορκο του δήλωση. Σαν αποτέλεσμα δεν υπάρχει συμμόρφωση ούτε και με τις πρόνοιες του θ.10». Προκειμένου να διακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο αλλοδαποί που δεν γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα μπορούν να κάμουν ένορκη δήλωση, ο πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε στους σχετικούς κανονισμούς που εφαρμόζονταν στην Αγγλία (Annual Practice 1958, σελ. 927) και κατέληξε στο πιο κάτω συμπέρασμα καθόσον αφορά, κατ΄ αναλογία, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται τέτοιες ένορκες δηλώσεις. «Όταν καθίσταται αναγκαίο να καταχωρηθεί ένορκος δήλωση σε ξένη γλώσσα η συνήθης διαδικασία είναι να γίνεται μετάφραση της ένορκης δήλωσης από προσοντούχο μεταφραστή και να επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση στη ξένη γλώσσα και η μετάφραση σαν τεκμήριο σε ένορκη δήλωση του μεταφραστή ο οποίος να επιβεβαιώνει τη μετάφραση και γίνεται καταχώρηση και των τριών εγγράφων μαζί». Το τελικό συμπέρασμα που προδιάγραψε και την κατάληξη της απόφασης για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και ακύρωση της αίτησης εμπεριέχεται στην πιο κάτω περικοπή από την ενδιάμεση απόφαση: «Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Η αίτηση των εναγόντων συνοδεύεται από μια ένορκη δήλωση την οποία έκαμε πρόσωπο που δεν γνωρίζει την Ελληνική. Επομένως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία κατέθετε και να τα βεβαιώσει στο Δικαστήριο. Είναι στην πραγματικότητα ως να μην υπάρχει ένορκος δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως είναι σαν να μην υπάρχουν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πάνω στα οποία η αίτηση μπορεί να στηριχθεί. Είναι κάτι που αντιβαίνει με τον Καν. 48, θ.1. Καθίσταται επιτακτικό με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού αυτού όπως κάθε αίτηση γίνεται γραπτώς και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν φαίνονται στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Γι΄ αυτό το λόγο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την αίτηση των εναγόντων γιατί δεν υποστηρίζεται από γεγονότα». Σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε κριθεί εσφαλμένη θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται ύστερα από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μπορεί να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον (Βλ. Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345). Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθέτησαν τις αρχές όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E R 646 ή
(1937)Α.C. 473. Η Νομολογία επί του θέματος είναι αρκούντως διαφωτιστική. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του εναγόμενου επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της Νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης είναι στον Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία όπως και για τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712). Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26). Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26 τονίσθηκε ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να επανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τα γεγονότα κείται επί των ώμων του εφεσείοντος. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η απόφαση έχει κανονικά εκδοθεί και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για ακύρωση μιας τέτοιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Costas Christoforou ν. Kyriacoullis Kyriacoulli
(1963)2 C.L.R. 159, το Δικαστήριο τόνισε ότι απόφαση που εξασφαλίστηκε από τον ενάγοντα θα πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει, επιπροσθέτως της εξήγησης για την παράλειψή του να εμφανιστεί, ότι η υπεράσπισή του είναι τόσο ουσιαστική, που να δικαιολογεί επανέναρξη της διαδικασίας. Η πρώτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι βέβαια η ύπαρξη υπεράσπισης στην οποία το δικαστήριο μπορεί να δώσει σημασία. Αν ο εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση το δικαστήριο εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να αφήσει απόφαση που εξασφαλίστηκε χωρίς κανονική εκδίκαση να παραμείνει σε ισχύ. Το δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Είναι μόνο όταν η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης ακόμα και αν ο διάδικος αυτός έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 οι οποίοι άπτονται της μη καταχώρησης εμφάνισης από τους Αιτητές έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ό,τι ο Εναγόμενος 2 επί του προκειμένου αναφέρει είναι ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον ίδιο, αλλά ούτε και στην Εναγόμενη
- Τίποτε άλλο. Στην αντίπερα όχθη ο Ιακωβίδης ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε και στους δύο Αιτητές. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του τούτου επικαλείται το ότι το Δικαστήριο προτού εκδώσει την απόφαση ικανοποιήθηκε για το γεγονός της επίδοσης. Από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ο δικηγόρος των Αιτητών στις 4.6.13 και αφού κατέβαλε το νενομισμένο τέλος εξαιτήθηκε από τον Πρωτοκολλητή «γενικής έρευνας και επιθεώρησης» του φακέλου. Στον φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν καταχωρημένες ένορκες δηλώσεις επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές ημερομηνίας 16.10.
- Σύμφωνα με αυτές το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα για τον ίδιο όσο και για την Εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της στις 15.10.
- Στην βάση των πιο πάνω με σαφήνεια και καθαρότητα εκτιθέμενων στις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη ισχυρισμών είναι που προδήλως βασίσθηκε και το Δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων το αναμενόμενο θα ήταν όπως ο Εναγόμενος 2 αντιδρούσε στις πιο πάνω δηλώσεις του επιδότη προβάλλοντας ισχυρισμούς που να ψέγουν τους ένορκους ισχυρισμούς του περί επίδοσης και να τονίζουν, αφενός, την αναλήθειά τους, αφετέρου, το επιλήψιμο του όρκου του. Κανένα, όμως, τέτοιο ισχυρισμό δεν πρόβαλε ο Εναγόμενος
- Σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν αναφέρει ο Εναγόμενος 2 ότι ο επιδότης ορκίσθηκε ψευδώς ότι το κλητήριο επιδόθηκε στους Αιτητές ή ότι είναι ένοχος ψευδορκίας. Θεωρώ ότι αν η θέση των Αιτητών ήταν αληθινή ο Εναγόμενος 2 θα προσέφευγε σε ισχυρισμούς του τύπου που πιο πάνω υποδείχθηκε. Δεν μπορεί ο Εναγόμενος 2 να ισχυρίζεται μόνο ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε στους Αιτητές και αναφορικά με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης του επιδότη να τηρεί σιγή. Όφειλε να το σχολιάσει και να δώσει την θέση του επ' αυτού. Αν ο επιδότης δεν ψευδόρκισε και οι δηλώσεις του περί επίδοσης είναι αληθινοί πώς, τότε, το κλητήριο δεν επιδόθηκε στους Αιτητές; Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 περί μη επίδοσης είναι ένας πειστικός ισχυρισμός. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στους Αιτητές και, κατά συνέπεια, ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ικανοποιητικό λόγο που δεν εμφανίσθηκαν στην αγωγή. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αποδόθηκε από τα Δικαστήρια με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς σε διαφορετικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954 γίνεται αναφορά σε «συζητήσιμη υπόθεση», ενώ στην υπόθεση KCP Commission Agents & Importers Ltd και άλλη ν. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204 αναφέρθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην Αγγλική απόφαση Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All ER 1007 ο Ward Lord Justice προβαίνοντας σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των κριτηρίων που κατά καιρούς τέθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης κατέληξε ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο Εναγόμενος θα πετύχει στην υπεράσπισή του, αλλά, απλώς, ότι με βάση την κοινή λογική έχει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (an arguable case which carries some degree of conviction). Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Βλ. Ζήνωνας Μερκής και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528). Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129). Αναφορικά με την υπό των Αιτητών προβληθείσα υπεράσπιση αναφέρονται τα ακόλουθα. Η αξίωση του Καθ' ου η αίτηση βασίζεται, όπως από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, σε έμβασμα το οποίο λανθασμένα έγινε στις 7.9.12 σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 από το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων του Καθ' ου η αίτηση. Το εν λόγω έμβασμα ήταν ύψους Ευρώ 12.400,22 σεντ. Το πιο πάνω λάθος έγινε όταν άλλος πελάτης του Καθ' ου η αίτηση είχε ακυρώσει έμβασμά του με προορισμό το εξωτερικό. Αντί να επιστραφούν τα χρήματα στον λογαριασμό του πελάτη εκείνου εκ παραδρομής μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγόμενης 1 απέσυρε σχεδόν όλα τα ποσά από τον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Το ποσό του εμβάσματος έγινε, ως εκ τούτου, προϊόν οικειοποίησης και ουδέποτε επιστράφηκε από τους Αιτητές παρά τις παρακλήσεις του Καθ' ου η αίτηση. Στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ως υπεράσπιση ότι οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση ότι το πιο πάνω ποσό πιστώθηκε κατά λάθος στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και ότι αυτό δεν ανήκει στην τελευταία είναι αναληθείς και δεν ευσταθούν. Το εν λόγω ποσό ανήκει στην Εναγόμενη 1 και σε καμία περίπτωση δεν πιστώθηκε στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 κατά λάθος. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει στους Αιτητές το δικαίωμα να ακουσθεί για να αποφασίσει αν το ποσό που ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι πιστώθηκε κατά λάθος στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 ανήκει όντως σε αυτήν ή όχι. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχαν δοθεί περισσότερα στοιχεία από την πλευρά των Αιτητών ώστε αυτοί να μπορέσουν να πείσουν για το ότι η υπό αυτών προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει βαθμό πειστικότητας. Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αρκέσθηκε στον γενικόλογο ισχυρισμό ότι το ποσό δεν πιστώθηκε κατά λάθος στον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Δεν έδωσε, όμως, περισσότερα στοιχεία που να τεκμηριώνουν την θέση του. Όπως, για παράδειγμα, από πού προήλθε το πιο πάνω ποσό και ποιο ήταν το πρόσωπο που το ενέβασε στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1, επί τίνι ευκαιρία έγινε το έμβασμα, αν το ποσό του εμβάσματος εμβάσθηκε από πρόσωπο που χρωστούσε ή όφειλε στην Εναγόμενη 1, αλλά και πώς έτυχε το ίδιο ποσό να συμπίπτει με οφειλόμενο προς την Εναγόμενη 1 ποσό ή με ποσό που έπρεπε να πληρωθεί στην Εναγόμενη
- Στην απουσία στοιχείων όπως τα πιο πάνω κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 στερούνται πειστικότητας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Μιχάλη Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118 λέχθηκε ότι υπεράσπιση που δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης είναι υπεράσπιση που είναι λογικοφανής και βασίζεται σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η υπεράσπιση δεν μπορεί να θεωρείται συζητήσιμη. Στην υπό εξέταση κρίνω ότι για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν η αναγκαία θεμελίωση ελλείπει. Ένας επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης είναι και η ανεξήγητη αργοπορία στην υποβολή της. Επί του προκειμένου ο Εναγόμενος 2 αναφέρει τα ακόλουθα στην ένορκό του δήλωση. Ο Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του ημερομηνίας 22.1.13, ήτοι ένα μήνα μετά την έκδοση της απόφασης, τον ενημέρωσε ότι είχε τερματίσει τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και ότι είχε κατακρατήσει το ποσό που είχε απομείνει σε αυτόν ως μέρος της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους στην παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος 2 ζήτησε τότε εξηγήσεις πλην όμως ο Καθ' ου η αίτηση δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις στον Εναγόμενο
- Αφότου είχε παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο Εναγόμενος 2 ανέμενε για εξηγήσεις, ακολούθως, αποτάθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου από τον οποίο έλαβε αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης. Ακολούθως, ενημέρωσε τον δικηγόρο του ο οποίος τον συμβούλευσε να προβεί στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης οπότε και έδωσε σε αυτόν ανάλογες οδηγίες. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Εναγόμενος είχε πληροφορηθεί για την έκδοση της απόφασης από τον Ιανουάριο του
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 4.7.
- Καμία, όμως, ικανοποιητική δικαιολογία δεν καταδείχθηκε γιατί οι Αιτητές άφησαν να παρέλθει ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 5 και πλέον μηνών μέχρι να δυνηθούν να προβούν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκε ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να επανανοίξει την υπόθεση του. Και αυτό γιατί η δυνατότητα ακύρωσης απόφασης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος (Βλ. Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204). Το πιο πάνω χρονικό διάστημα είναι αρκετά μεγάλο για να μπορεί να αντικρισθεί με ευμένεια δεδομένου ότι και καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν δόθηκε που να το δικαιολογεί. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 η αγωγή κατατέθηκε στις 3.2.88 και επιδόθηκε τον ίδιο μήνα. Στις 2.7.88 εκδόθηκε, στην απουσία του εναγόμενου / εφεσίβλητου, απόφαση εναντίον του. Η απόφαση εκδόθηκε κανονικά και νομότυπα γιατί μέχρι τότε ο εφεσίβλητος δεν είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης όπως επιτάσσουν οι σχετικοί θεσμοί του διαδικαστικού κανονισμού για όσους προτίθενται να αμφισβητήσουν την αξίωση. Μετά από ένα περίπου χρόνο και συγκεκριμένα στις 15.7.89 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία έγινε δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο πρωτόδικος Δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος είχε αποκαλύψει στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπεράσπιση στην αγωγή που κινήθηκε εναντίον του. Παράλληλα επιλήφθηκε της καθυστέρησης χωρίς, όμως, κατά το Εφετείο ουσιαστικά να αποφασίσει το θέμα. Η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε. Ένας από τους λόγους έφεσης ήταν ότι η καθυστέρηση του εφεσίβλητου να επιδιώξει τον παραμερισμό της απόφασης ήταν παράλογη ή αδικαιολόγητη και ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν είχε εκτιμήσει ορθά τις επιπτώσεις της. Το Εφετείο αποφάσισε ότι ο εφεσίβλητος όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού εν' όψει των ισχυρισμών του εφεσείοντα επί του προκειμένου, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Από την σχετική Νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης εκδοθείσας απόφασης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος (Βλ. Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204). Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να επανανοίξει την υπόθεση του. Ο εφεσίβλητος έχει σκοντάψει στο εμπόδιο που δημιούργησε η αργοπορημένη ενέργεια του και την οποία δεν είχε δικαιολογήσει. Είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος για να υποβάλει αίτηση παραμερισμού και η αντίδραση του συνέπεσε με την προώθηση αίτησης να κηρυχθεί σε πτώχευση. Κρίθηκε ότι το γεγονός αυτό ήταν μοιραίο για την έκβαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα αν αναλογισθεί κανείς ότι η απόφαση είχε ληφθεί κανονικά και δεν υπήρχε οποιοδήποτε νομοτεχνικό ελάττωμα. Στην υπόθεση Steven Bush κ.α. ν. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342 η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης υποβλήθηκε από τους εναγόμενους / εφεσείοντες ένα χρόνο και πλέον μετά την έκδοση της εναντίον τους απόφασης, ενώ για την έκδοση της είχαν πληροφορηθεί μόνο τρεις μήνες αργότερα. Οι λόγοι που προβλήθηκαν για δικαιολόγηση της καθυστέρησης απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ορθά κατά την κρίση του Εφετείου. Κρίθηκε από το Εφετείο πως η αδράνεια των εφεσειόντων εν' όψει της μακράς καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό δεν θα μπορούσε να τύχει ευμενούς αντίκρυσης. Στις σελίδες 1346-1347 αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Έχουμε, με κάθε εκτίμηση, την άποψη ότι ενόψει της σημειωθείσας μακράς καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό δεν θα μπορούσε εύλογα να αναμενόταν ευμενής αντίκρυση. Ο λόγος που δόθηκε σχετικά με το φάκελο δεν σήμαινε στην πραγματικότητα τίποτε περισσότερο από κάποια δυσκολία στον εντοπισμό του αφού, καθώς είναι προφανές, αν κανείς έψαχνε θα τον εύρισκε έγκαιρα. Αλλά και εντελώς αδύνατη να ήταν η έγκαιρη ανεύρεση του φακέλου, οι εφεσείοντες θα έπρεπε να κινούσαν το μηχανισμό για παραμερισμό ευθύς μόλις έλαβαν γνώση για την έκδοση της απόφασης και να αντιμετώπιζαν τις όποιες δυσκολίες στο πλαίσιο της διαδικασίας. Παρόλον που ο χρόνος δεν προσδιορίστηκε θετικά, συνάγεται πως δεν θα έπρεπε να απέχει πολύ από την έκδοση της απόφασης. Η αδράνεια των εφεσειόντων μέχρι που να θεωρήσουν πως ήταν έτοιμοι, με άγνωστο το πότε, δεν ήταν δικαιολογημένη. Δεν διακρίνουμε λόγο για επέμβαση στην πρωτόδικη κρίση». Τέλος, στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1694 ο εναγόμενος / εφεσείων καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει περιφρονητική της διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του διαγωγή. Συν τοις άλλοις, έκρινε ότι η υπό αυτού προβληθείσα υπεράσπιση δεν ήταν πειστική. Το Εφετείο ενέκρινε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία με την ένορκό του δήλωση ο αιτητής δεν είχε αποκαλύψει οποιοδήποτε στοιχείο που να μετριάζει την αδιαφορία του για την τύχη της αγωγής. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί στις 20.3.01 και ο εφεσείων καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μετά από μικρή καθυστέρηση και, συγκεκριμένα, στις 23.4.
- Η αίτηση για ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε στις 10.10.01 καταχωρήθηκε στις 4.4.02, ήτοι ένα χρόνο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και καμία δικαιολογία για την παράλειψη του να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίθηκε πως το ενδιαφέρον του ζωοπυρώθηκε όταν ήλθε αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία του για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης παρήλθε κάποιο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο Εναγόμενος 2 ανέμενε εξηγήσεις από τον Καθ' ου η αίτηση για τον τερματισμό του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 και την κατακράτηση του εναπομείναντος σε αυτόν ποσού δεν μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος των Αιτητών. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Από τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 σύμφωνα με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε δώσει επαρκείς εξηγήσεις στους Αιτητές συνάγεται ότι κάποιες εξηγήσεις εν πάση περιπτώσει είχαν δοθεί από τον Καθ' ου η αίτηση. Τι εξηγήσεις, όμως, είχαν δοθεί από τον Καθ' ου η αίτηση και τι άλλες εξηγήσεις οι Αιτητές επιζητούσαν και θεωρούσαν αναγκαίες και που δικαιολογούν σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 την πάροδο του διαρρεύσαντος χρόνου μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Εναγόμενου
- Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες για την αλήθεια του ισχυρισμού του Εναγόμενου 2 και συγκεκριμένα για το αν οι Αιτητές είχαν όντως ζητήσει εξηγήσεις και, κατ' επέκταση, αν πράγματι η πάροδος του διαρρεύσαντος χρόνου από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης οφείλεται εν μέρει και στο πιο πάνω λόγο. Κρίνω ότι τα κενά που παρουσιάζουν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 δεν αφήνουν περιθώριο για την εξαγωγή αντίθετου συμπεράσματος. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι οι Αιτητές δικαιολογούνταν να αποταθούν στον Καθ' ου η αίτηση για εξηγήσεις αναμφίβολα η πάροδος πέντε και πλέον μηνών δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εύλογο χρονικό διάστημα που να δικαιολογεί μια τέτοια αναμονή, πόσο μάλλον, την πάροδο του πιο πάνω χρόνου μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 είχαν δοθεί κάποιες εξηγήσεις στους Αιτητές από τον Καθ' ου η αίτηση. Κρίνω ότι η πιο πάνω συμπεριφορά δεν συνάδει με συμπεριφορά διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης και που σύμφωνα με την Νομολογία θα πρέπει να ενεργεί με σπουδή. Σημαντικό είναι, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν αναφέρει καν πόσο ήταν το χρονικό διάστημα που ανέμενε από τον Καθ' ου η αίτηση προτού αποταθεί στον δικηγόρο του. Επί του σημείου τούτου ήταν κατά την κρίση μου επιμελώς σιωπηρός, όπως σιωπηρός ήταν και για το πότε αποτάθηκε στον δικηγόρο του. Οι Αιτητές όφειλαν να κινήσουν τον μηχανισμό για παραμερισμό της απόφασης χωρίς καθυστέρηση. Δεν έπραξαν, όμως, έτσι. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω ότι καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν έδωσαν για τον χρόνο που παρήλθε από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Αναπόδραστα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με ανεξήγητη αργοπορία. Ταυτόχρονα κρίνω ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου τους. Η αγωγή επιδόθηκε στους Αιτητές από τις 15.10.
- Παρόλα αυτά δεν καταχώρησαν εμφάνιση και δεν αμφισβήτησαν την απαίτηση με αποτέλεσμα να αφήσουν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Στην πραγματικότητα ήταν εντελώς αδιάφοροι ως προς την εναντίον τους εγερθείσα διαδικασία. Τέλη Ιανουαρίου του 2013 πληροφορήθηκαν ότι εναντίον τους εκδόθηκε απόφαση. Πέντε και πλέον μήνες αργότερα καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Ουσιαστικά οι Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της απόφασης 8 ½ μήνες μετά την επίδοση σε αυτούς της αγωγής και 6 και πλέον μήνες μετά την έκδοση της απόφασης χωρίς να έχουν δείξει οποιοδήποτε λόγο που δεν εμφανίσθηκαν στην διαδικασία και χωρίς να έχουν δείξει ικανοποιητικό λόγο που άφησαν να παρέλθει ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 6 και πλέον μηνών από της έκδοσης της απόφασης μέχρι να δυνηθούν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου τους. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 2, 3, 5 και 7 ευσταθούν. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα και εναντίον των Αιτητών / Εναγόμενων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο