← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Χριστόδουλος Πρωτοπαπάς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2631/13, 7/7/2014

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Χριστόδουλος Πρωτοπαπάς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2631/13, 7/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A148 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2631/13 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. Χριστόδουλος Πρωτοπαπάς από την Πάφο
  2. Nicole Forbes , από την Πάφο
  3. ΜΑΡΙΚΚΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.2.2014 --------------- Ημερομηνία: 7.7.2014 Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ν. Μάντης Για την Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κ. Χ. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 11.12.2013 το Ε.Δ. Πάφου εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση εναντίον της Εναγομένης 3: «
  4. Η εναγόμενη αρ. 3 πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €246.321,48σ. πλέον τόκο προς 12,00% το χρόνο επί του ποσού των €246.321,48σ. από 31.7.13 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους.
  5. Η εναγόμενη αρ. 3 πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €1.385= έξοδα της αγωγής και έκδοσης της απόφασης αυτής, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 23.9.13 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €11= έξοδα επίδοσης.
  6. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η πώληση από το Κτηματολόγιο Πάφου, του πιο κάτω ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης αρ. 3, όπως περιγράφεται πιο κάτω και το οποίο είναι υποθηκευμένο με την δήλωση υποθήκης με αριθμό Υ/3429/08 για κάλυψη της απαίτησης των εναγόντων για το ποσό των €205.000= προς 5,70% (κυμαινόμενο) από τις 13.6.2008, πλέον προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες. Περιγραφή Υποθήκης Υ/3429/08: Οικόπεδο, αρ. εγγραφής 0/12216, ΦΥΛ/ΣΧ. 45/6026V, τεμάχιο 571, Τάλα, επαρχία Πάφου, εγγεγραμμένο μερίδιο ΟΛΟ, υποθηκευμένο μερίδιο ¼.» Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 3-Αιτήτρια εξαιτείται: «
  7. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αγωγής εις την Εναγόμενη
  8. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου δια του οποίουνα παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται (set aside) η απόφαση που δόθηκε την 11/12/2013 εναντίον της Εναγομένης 3 στα πλαίσια της ως άνω υπ΄ αριθμό και τίτλο αγωγής.» Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.7, Δ.5Α, Δ.6 Θ.6, Δ.16, Δ.16 Θ.9, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14 Δ.27 Θ.3, Δ.31, Δ.33 Θ.1 και 5, Δ.39, Δ.40 Θ.1, 7, 11 και 19, Δ.41 Θ.1-3, Δ.44 Θ.11, 12, Δ.48 Θ.1-13, Δ.57 Θ.2, Δ.64 Θ.1 και 2, στο Νόμο 14/60 άρθρο 32, Κεφ. 6 άρθρα 4-9, στα άρθρα 163, 188, 30

(2), 30
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 372 Κεφ. 113, στους Κανονισμούς ΕΚ1393/07 και ΕΚ44/01 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίκκας Χρυσοστόμου, εκ των διευθυντών της Εναγομένης 3 εταιρείας στην οποία θα γίνεται αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε λανθασμένη ή και ελλειπή νομική βάση, ότι έχει παρέλθει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Εναγομένης 3 στην υποβολή της παρούσας αίτησης, ότι δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Αιτήτρια, ότι η απόφαση ημερομηνίας 11.12.2013 υπέρ της Ενάγουσας είναι ορθή νομικά και πραγματικά, ότι η Εναγόμενη 3-Αιτήτρια δεν έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ότι η Εναγόμενη 3-Αιτήτρια προχώρησε σε επόμενο βήμα γι΄ αυτό δεν δικαιολογείται η οπισθοχώρηση και η νομιμοποίηση καταχώρισης της παρούσας αίτησης, ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση εκτέλεση της απόφασης μεγαλώνει καθημερινά το ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας και πλήττεται ανεπανόρθωτα η δικαιοσύνη, ότι οι Αιτήτρια δεν δίδει επαρκή ή και λογική δικαιολογία για τη μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης αλλά ούτε επαρκή ή και λογική δικαιολογία για τη μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης, ότι η αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη αλλά αποσκοπεί στην παρέκκλιση της δικαστικής διαδικασίας, ότι οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι, ότι ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης αποστερεί την Καθ΄ ης η αίτηση από κεκτημένα, ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης, ότι τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων ισχυρισμούς για αποφυγή αντιμετώπισης των συνεπειών από την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 3-Αιτήτριας, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι νομότυπη και σύμφωνα με τους Θεσμούς και τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, ότι οι Αιτήτρια έλαβε γνώση της αγωγής και η άρνηση αυτού του γεγονότος είναι εκ των υστέρων σκέψη για αποφυγή των συνεπειών, ότι η απόφαση εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και τέλος ότι πλήττεται η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.7, Δ.5Α, Δ.6, Δ.6 Θ.6, Δ.16 Θ.9, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.3, Δ.31, Δ.33 Θ.1 και 5, Δ.39, Δ.40 Θ.1, 7, 11 και 19, Δ.41 Θ.1-3, Δ.44 Θ.11, 12, Δ.48 Θ.1-13, Δ.57 Θ.2, Δ.64 Θ.1 και 2, στο Νόμο 14/60 άρθρο 32, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στα άρθρα 163, 188, 30
(2), 30
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 372 Κεφ. 113, στους Κανονισμούς ΕΚ1393/07 και ΕΚ44/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Ιωάννου, ιδιώτη επιδότη, στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνεται αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Όσον αφορά το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση αναφέρει ότι από τη μελέτη των εγγράφων και της υπογραφής στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που επιδόθηκε είναι η θέση της ότι η υπογραφή δεν είναι οποιουδήποτε αξιωματούχου της εναγομένης 3 και είναι άγνωστη για την Εναγομένη 3, κανένα άλλο υπάλληλο εργοδοτεί η Εναγόμενη 3 ή και δεν έχει εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο στην παραλαβή οποιουδήποτε εγγράφου και ως εκ τούτου πρόκειται περί κακής ή και αντικανονικής επιδόσεως και η Εναγόμενη 3 δεν έλαβε γνώση της εν λόγω αγωγής. Η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς προβάλλοντας μέσω της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη Γιαννάκη Ιωάννου ότι η αγωγή επιδόθηκε την 25.9.2013 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3-Αιτήτριας το οποίο βρίσκεται στην οδό Τήνου 2 στην Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου. Κατά την άφιξη του στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3-Αιτήτριας, συνεχίζει ο Γ. Ιωάννου, συνάντησε τον κ. Γιώργο Χριστοδούλου, σύζυγο της διευθύντριας της Εναγομένης 3 Μαρίκκας Χρυσοστόμου και του επέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Ο Γ. Χριστοδούλου τον πληροφόρησε ότι η Μ. Χρυσοστόμου απουσίαζε και ότι είναι και ο ίδιος διευθυντής, πράγμα το οποίο διαφάνηκε αργότερα ότι δεν ισχύει. Ο Γ. Χριστοδούλου είναι όμως ένας εκ των τριών μετόχων της εταιρείας. Είναι η θέση του ότι η επίδοση έγινε καθόλα νόμιμα και νομότυπα. Η συγκεκριμένη διεύθυνση αποτελεί παράλληλα και την κατοικία της διευθύντριας Μ. Χρυσοστόμου και του συζύγου της Γ. Χριστοδούλου στον οποίο έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και είναι ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη 3 και η διευθύντρια της Μ. Χρυσοστόμου έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και στην ένσταση. Ο Γ. Ιωάννου κατά την αντεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όταν μετέβηκε στο μέρος (στην οδό Τήνου 2) για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και συνάντησε τον Γ. Χριστοδούλου στη βεράντα της εισόδου του σπιτιού χωρίς να εισέλθει εντός της οικίας, αυτός του ανάφερε ότι η Μ. Χρυσοστόμου είναι η σύζυγος του και τον κάλεσε να επιδώσει σε αυτόν το κλητήριο ένταλμα. Τότε ο ίδιος του είπε ότι θα πρέπει η επίδοση να γίνει σε διευθυντή της εταιρείας και τότε ο Γ. Χριστοδούλου του ανέφερε «ε, εντάξει είμαι». Σε μεταγενέστερο στάδιο πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι εκ των διευθυντών της Εναγομένης 3 εταιρείας. Η Μ. Χρυσοστόμου κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι οι διευθυντές της Εναγομένης 3 εταιρείας είναι η ίδια και ο γιος της Χρυσόστομος Χριστοδούλου. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει την υπογραφή του συζύγου της Γ. Χριστοδούλου. Παραδέχτηκε ακόμα ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οικία της δηλαδή στην οδό Τήνου 2, Κισσόνεργα Πάφος. Η Μ. Χρυσοστόμου ανέφερε ότι είναι παντρεμένη με το Γ. Χριστοδούλου εδώ και 36 χρόνια και ότι σήμερα ζουν μαζί. Υπήρξε όμως ένα διάστημα κατά το οποίο δεν συζούσε μαζί του λόγω του ότι είχαν τσακωθεί. Κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στο σύζυγο της η ίδια ήταν τσακωμένη μαζί του και στην οδό Τήνου 2 διέμενε μόνο ο σύζυγος της ενώ η ίδια είχε φύγει από το σπίτι και διέμενε μαζί με τη μητέρα της. Η ίδια δεν γνώριζε για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στο σύζυγο της και δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε η υπόθεση στο Δικαστήριο. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής. Η Μ. Χρυσοστόμου ρωτήθηκε κατά πόσο έλεγξε το κλητήριο ένταλμα το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης για τον Εναγόμενο 3 και δεν την αναγνώρισε και η Μ. Χρυσοστόμου απάντησε ότι δεν είδε καμία υπογραφή ούτε είδε το ως άνω κλητήριο ένταλμα. Ανέφερε ακόμα ότι είναι η ίδια που παίρνει τις αποφάσεις για την Εναγόμενη 3 εταιρεία. Ερωτώμενη κατά πόσο ετοίμασε η ίδια την ένορκη της δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση απάντησε ότι την ετοίμασε μαζί με το δικηγόρο της. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 (Α) A.A.Δ. 43, λέχθηκε ότι η απλή άφεση εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς να τα έχει παραλάβει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, χωρίς δηλαδή να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής τους δεν αποτελεί καλή επίδοση έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.5 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση J. Z. Classic Music Prο Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1151, όπου υπήρχε υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρώντας ότι τα γεγονότα της υπόθεσης διαφοροποιούνταν από αυτά της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού (ανωτέρω) αποφάσισε ότι επρόκειτο περί καλής επίδοσης. Στην παρούσα περίπτωση όπως έχει λεχθεί από τον επιδότη Γ. Ιωάννου το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το γεγονός ότι ο επιδότης δεν εισήλθε εντός της οικίας αλλά επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στη βεράντα της εισόδου του σπιτιού αυτό αποτελεί μια λεπτομέρεια η οποία δεν παίζει ουσιαστικό ρόλο όσον αφορά το νομότυπο της επίδοσης αφού πρόκειται για μια δευτερούσα τυπικότητα και όχι ζήτημα ουσίας. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τα όσα έχει αναφέρει ο εν λόγω ιδιωτικός επιδότης γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο αφού άφησε καλή εντύπωση με την παρουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα. Αντίθετα η σχετική μαρτυρία της Μ. Χρυσοστόμου δεν γίνεται αποδεκτή αφού κατά τη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν είδε την υπογραφή που υπάρχει επί του κλητηρίου εντάλματος που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης του ενώ στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι από την εξέταση των σχετικών εγγράφων η υπογραφή της είναι άγνωστη. Διαπιστώνεται επομένως κάποια αντίφαση ανάμεσα στην ένορκη μαρτυρία της Μ. Χρυσοστόμου και στο περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης με αποτέλεσμα η σχετική μαρτυρία της επί του θέματος να μην γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη πλευρά βέβαια δεν υποδείχθηκε στην Μ. Χρυσοστόμου η υπογραφή που υπάρχει επί του κλητηρίου εντάλματος που συνοδεύει την ένορκη δήλωση επίδοσης για να αναφέρει αν αυτή ανήκει στο σύζυγο της Γ. Χριστοδούλου αφού είχε πει ότι την γνωρίζει. Κρίνω ότι θα ήτο άδικο για την πλευρά της Ενάγουσας η οποία προέβηκε σε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 3 που είναι και η κατοικία της Μ. Χρυσοστόμου σε άτομο που παρουσιάσθηκε στον ιδιώτη επιδότη Γ. Ιωάννου ως ο Γ. Χριστοδούλου, σύζυγος της Μ. Χρυσοστόμου και διευθυντής της Εναγόμενης 3, να θεωρηθεί ότι η επίδοση δεν ήτο καλή. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Χριστοδούλου ημερομηνίας 20.3.2014 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Η εν λόγω ένορκη δήλωση συνόδευε την αίτηση της Εναγομένης 3 ημερομηνίας 28.3.2014 με την οποία εξαιτείτο διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση και το περιεχόμενο της λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της αίτησης εκείνης. Εάν η πλευρά της Εναγομένης 3 επιθυμούσε να προσάξει μαρτυρία μέσω του πιο πάνω Γιώργου Χριστοδούλου όφειλε να επισυνάψει ένορκη δήλωση του στην αίτηση. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4
(2)η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν. Επομένως τα όσα επικαλείται η πλευρά της Εναγομένης 3 ότι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Γ. Χριστοδούλου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Καταλήγω επομένως ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγομένη 3-Αιτήτρια ήταν νομότυπη. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετικά με το θέμα που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε από ένα πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, και έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές Αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941. Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης πιο πάνω.)» Περαιτέρω στην υπόθεση Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094, λέχθηκε ότι: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Aνδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, η εξουσία του δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439 και Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67). Η απλή εξήγηση της καθυστέρησης δεν συνιστά και ικανοποιητική δικαιολόγησή της. Πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο χαρακτηρίζει τις δοθείσες δικαιολογίες αδύναμους ισχυρισμούς. Ο εφεσείων είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί όπως απαιτείται από τη Δ.48 θ.4." Τέλος στην υπόθεση Νεάρχου v. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσο η πλευρά της Εναγόμενης 3-Αιτήτριας αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ένορκη δήλωση της Μαρίκκας Χρυσοστόμου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 3 συνήψε έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 9.6.2008 με τους Εναγόμενους 1 και 2 για πώληση της κατοικίας υπ΄ αρ. 1 επί του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής 0/12216, Φ/Σχ. 45/6026V-1, τεμ. 571 στο χωριό Τάλα της επαρχίας Πάφου η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (Αρ. ΠΩΕ 1863/08). Η τιμή πώλησης του εν λόγω ακινήτου συμφωνήθηκε στο ποσό των €205.000 και καταβλήθηκε την ημερομηνία υπογραφής του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ενώ παραδόθηκε η κατοχή της κατοικίας στους αγοραστές-Εναγόμενους 1 και
  1. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο είχε συμβεί ήταν ότι η ως άνω κατοικία της Εναγόμενης 3-Αιτήτριας είχε πωληθεί προηγουμένως σε τρίτο πρόσωπο το οποίο κατέβαλε εξ΄ ολοκλήρου το τίμημα πώλησης και αναμένετο η έκδοση ξεχωριστών τίτλων για μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι του όμως το πρόσωπο αυτό πώλησε την κατοικία στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι υπέγραψαν το αγοραπωλητήριο που αναφέρεται πιο πάνω με αποτέλεσμα το προηγούμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο να ακυρωθεί. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για πληρωμή του προηγούμενου αγοραστή αιτήθηκαν προς τους Ενάγοντες για παραχώρηση στεγαστικού δανείου ύψους €205.000 το οποίο οι Ενάγοντες ενέκριναν και τους το παραχώρησαν ενώ προς εξασφάλιση τους η Εναγόμενη 3 ενέγραψε υποθήκη προς όφελος τους επί του ¼ μεριδίου της επί του ακινήτου που αναφέρεται πιο πάνω. Προς εξασφάλιση του στεγαστικού δανείου οι Ενάγοντες ζήτησαν από την Εναγόμενη 3 όπως παράσχει εγγύηση ύψους €205.000 την οποία η Εναγόμενη 3 παρέσχε χωρίς όμως να δοθεί η ευκαιρία στους αξιωματούχους της να μελετήσουν τα σχετικά έγγραφα και να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Οι Ενάγοντες ετοίμασαν επίσης σχετικό εγγυητήριο έγγραφο το οποίο ουδέποτε παρέδωσαν στην Εναγόμενη 3 για μελέτη και λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και απαίτησαν την υπογραφή του στις 12.6.2008 διαβεβαιώνοντας τους αξιωματούχους της Εναγομένης 3 ότι επρόκειτο περί τυπικού εγγράφου και ότι όταν θα εκδίδετο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για την ως άνω κατοικία και θα μεταβιβάζετο επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 θα ακυρωνόταν χωρίς οποιαδήποτε συνέπεια ή και πρόσθετη επιβάρυνση και ότι η συνολική ευθύνη της Εναγομένης 3 δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €205.
  2. Μετά την υποθήκευση του ¼ μεριδίου επί του ως άνω ακινήτου της Εναγομένης 3 η τελευταία ζήτησε πώς όσα προφορικώς οι Ενάγοντες την διαβεβαίωναν και αποδέχονταν ότι δηλαδή η εγγύηση της θα τερματίζετο είτε με τη μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 με την εγγραφή πρώτης υποθήκης επί της κατοικίας προς όφελος των Εναγόντων είτε με την εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 και ότι η ολική της ευθύνη βάσει του εγγυητηρίου εγγράφου δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €205.000 να τα θέσουν γραπτώς και προς τούτο οι Ενάγοντες παρέδωσαν σχετική επιστολή ημερομηνίας 17.6.
  3. Τον Ιούλιο του 2011 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος της ως άνω κατοικίας (0/13237 Φ/Σχ 45/6026V, Τμήμα 1 επί Τεμ. 571, Θύρα 1) και αντίγραφο του εν λόγω τίτλου δόθηκε στους Ενάγοντες και στους Εναγόμενους 1 και 2 για να προβούν στις διαδικασίες για μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι τους και απαλλαγή της Εναγομένης
  4. Παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα διευθετούσαν το θέμα της μεταβίβασης της κατοικίας επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2, η Εναγόμενη περί τα τέλη Αυγούστου 2013 έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία την καλούσαν όπως εξοφλήσει αμέσως το ποσό των €246.321,48σ., πλέον τόκους δυνάμει εγγύησης που παρέσχε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και
  5. Παρά τις επαφές της και τις διαμαρτυρίες της προς τους Ενάγοντες οι τελευταίοι την ενημέρωσαν μέσω του δικηγόρου τους ότι επρόκειτο να ληφθούν δικαστικά μέτρα. Αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε κατά την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 3 γιατί δεν τέθηκε υπόψη του η επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 17.6.2008 η οποία δεν δικογραφείται. Αν ετίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου η ως άνω επιστολή, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε απόφαση (στην χειρότερη περίπτωση όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) εναντίον της Εναγομένης 3 πέραν του ποσού των €205.
  6. Αποτελεί επίσης θέση της ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της Εναγομένης 3 οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 και επομένως η Εναγομένη 3 δεν δεσμεύεται από την αρχική συμφωνία. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει επίσης ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι ήδη από το 2011 είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για την κατοικία γεγονός για το οποίο οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση και ότι δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποδοχή του τίτλου ιδιοκτησίας και εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος των Εναγόντων όπως ήταν η συμβατική τους υποχρέωση και να απαλλαγεί η Εναγόμενη
  7. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι Ενάγοντες έδωσαν τη συγκατάθεση τους στο Κτηματολόγιο και έλαβαν πρώτη υποθήκη επί όλου του μεριδίου της κατοικίας και ότι το μόνο που απέμενε ήταν η απλή συγκατάθεση τους για μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 και η αλλαγή των εγγράφων της υποθήκης και η αντικατάσταση του ενυπόθηκου οφειλέτη από την Εναγόμενη 3 στους Εναγόμενους 1 και 2, πράγμα που δεν έπραξαν. Παρόμοιους ισχυρισμούς προέβαλε η Μαρίκκα Χρυσοστόμου και κατά την ένορκη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει την ένσταση της πλευράς της Ενάγουσας και διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Μαρίκκας Χρυσοστόμου έχουν παραμείνει ουσιαστικά αναντίλεκτοι αφού η ένσταση της Ενάγουσας δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση προσώπου στην υπηρεσία των Εναγόντων που να αμφισβητεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Την ένσταση συνοδεύει μόνο η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Γιαννάκη Ιωάννου ο οποίος αναφέρεται ουσιαστικά μόνο στα γεγονότα που αφορούν την επίδοση. Ούτε αναφέρεται στο σώμα της ένστασης ότι αυτή βασίζεται στο φάκελο της υπόθεσης. Υπάρχει βέβαια μια γενική αναφορά του Γ. Ιωάννου ότι, όπως των συμβουλεύουν οι Ενάγοντες, η Εναγόμενη 3 καμία απολύτως υπεράσπιση έχει για τα επίδικα θέματα και ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Μ. Χρυσοστόμου και διαφωνούν με τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης είναι ψευδείς. Αυτή όμως είναι μια γενική τοποθέτηση χωρίς να παρέχονται λεπτομέρειες ή διευκρινίσεις και δεν απαντά συγκεκριμένα και ικανοποιητικά στους ισχυρισμούς της Εναγομένης 3 που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Μ. Χρυσοστόμου. Κρίνω επομένως ότι η πλευρά της Εναγομένης 3 έχει κατορθώσει να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά την παράλειψη εμφάνισης της Εναγομένης 3 η ενόρκως δηλούσα Μαρίκκα Χρυσοστόμου κατά την ένορκη της μαρτυρία ανέφερε ότι κατά το χρονικό σημείο που έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος η ίδια αντιμετώπιζε προβλήματα στο γάμο της και συγκεκριμένα με το σύζυγο της και είχε εγκαταλείψει την οικία της και επομένως σε περίπτωση που έγινε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο σύζυγο της η ίδια δεν το γνώριζε αφού κατά το χρόνο αυτό διέμενε με τη μητέρα της. Είναι γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν περιέχεται στην ένορκη δήλωση της Μαρίκκας Χρυσοστόμου. Από την άλλη όμως η απάντηση της αυτή προέκυψε κατά την αντεξέταση της και κρίνω ότι ήτο ειλικρινής προς το Δικαστήριο όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Επομένως αποδέχομαι τον πιο πάνω ισχυρισμό της Μαρίκκας Χρυσοστόμου. Σημειώνεται επίσης ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο Μ. Χρυσοστόμου η οποία είναι το πρόσωπο που λαμβάνει τις αποφάσεις όσον αφορά την Εναγόμενη 3 εταιρεία, να μην έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής. Ο ιδιώτης επιδότης Γ. Ιωάννου δεν ανέφερε ότι έλεγξε τα στοιχεία του προσώπου που έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της η Μαρίκκα Χρυσοστόμου αναφέρει ότι μόλις έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής προχώρησε άμεσα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης (11.12.2013) μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (19.2.2014) δεν είναι τόσο μεγάλος που από μόνος του να οδηγεί σε συμπέρασμα ασυγχώρητης αργοπορίας εκ μέρους της Εναγομένης 3-Αιτήτριας. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση επιτυγχάνει. Η Εναγόμενη 3-Αιτήτρια να καταβάλει στην Καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσα όλα τα έξοδα που χάνονται λόγω του παραμερισμού καθώς και όλα τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή μέσα σε 21 μέρες από την κοινοποίηση προς αυτήν ή τους δικηγόρους της, της απόφασης του Πρωτοκολλητή. Εμφάνιση και υπεράσπιση της Εναγομένης 3 να καταχωρηθεί μέσα στην πιο πάνω περίοδο των 21 ημερών. Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 11.12.2013 εναντίον της Εναγομένης 3 με διαταγή για έξοδα ως ανωτέρω. (Υπ.) ................ Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.