← Κύπρος

Ζωή Νικολαϊδη κ.α. ν. Μάριου Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2762/07, 3/7/2014

Ζωή Νικολαϊδη κ.α. ν. Μάριου Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2762/07, 3/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A144 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2762/07 Μεταξύ:

  1. Ζωή Νικολαϊδη εκ Πάφου
  2. Καίτη Νικολαϊδη εκ Πάφου Εναγόντων και
  3. Μάριου Παπαϊωάννου
  4. MP Absolutely Cyprus Ltd Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 3.7.2014 Για τις Ενάγουσες: κ. Χρ. Κληρίδης Για τους Εναγόμενους: κα Δ.Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγουσες, οι οποίες είναι μητέρα και κόρη, ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο συνιδιοκτήτριες του ακινήτου Φ/Σχ51/110103, Τεμ. 1807, Εμβαδού 11 δεκαρίων και 547 τ.μ. στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο («το ακίνητο»). Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και η οποία είναι ιδιοκτησίας ουσιαστικά του Εναγόμενου 1 και κάποιου τρίτου προσώπου. Ο Εναγόμενος 1 και το τρίτο πρόσωπο είναι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση απαίτησης ότι τον Αύγουστο/Σεπτέμβριο του έτους 2001 ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε μαζί με κάποιο γνωστό και φίλο του αρχιτέκτονα Β. Μαυρονικόλα («ο αρχιτέκτονας») στην Ενάγουσα 1 η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε για λογαριασμό και σαν αντιπρόσωπος της μητέρας της-Ενάγουσας
  5. Ο Εναγόμενος 1 παρέστησε ψευδώς και κακοβούλως με πρόθεση να εξαπατήσει τις Ενάγουσες ότι ήταν εγγεγραμμένος ή και νόμιμος κτηματομεσίτης και υπό αυτή του την ιδιότητα εξηύρε αγοραστή του πιο πάνω ακινήτου σε συμφέρουσα τιμή και όρους ενώ ο εν λόγω αρχιτέκτονας ανέφερε ότι θα αναλάμβανε τα αρχιτεκτονικά σχέδια αξιοποίησης του ακινήτου. Η Ενάγουσα 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ευάλωτη ψυχολογικά λόγω του ότι ο υιός της χαροπάλευε σε νοσοκομείο του Λονδίνου όπου μετά από λίγο απεβίωσε. Οι Εναγόμενοι το γνώριζαν αυτό και το εκμεταλλεύθηκαν ασκώντας ανεπίτρεπτη επιρροή σ΄ αυτή για αποδοχή της επίδικης συμφωνίας για προμήθεια και πώληση για την οποία πώληση οι ενάγουσες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Κατά την 22/9/2006 υπεγράφη πωλητήριο έγγραφο και συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των Εναγουσών και της Εργοληπτικής Εταιρείας Ανδρέας Γεωργίου Λτδ («η εργοληπτική εταιρεία») για Λ.Κ.1.000.000 (€1.708.601,40) πλέον οκτώ

(8)διαμερίσματα τα οποία οι Εναγόμενοι υπολόγισαν αυθαίρετα σε Λ.Κ.500.000 (€854.300,72) και χρέωσαν και εισέπραξαν παράνομη προμήθεια προς 5% επί του συνολικού ποσού των Λ.Κ.1.500.000 (€2.562.902,10) δηλαδή Λ.Κ.75.000, πλέον 15% Φ.Π.Α. (Λ.Κ.11.250) σύνολο Λ.Κ. 86.250,00 (€147.366,87). O Εναγόμενος 1 έκδηλα ενεργώντας και για λογαριασμό της Εναγόμενης 2 σαν διοικητικός σύμβουλος της εξέδωσε κατά την 22/9/06 στο όνομα της Εναγόμενης 2 τιμολόγιο για Λ.Κ.86.250,00 (147.366,87) και απόδειξη για "marketing services". Η Ενάγουσα αποδέχθηκε την τιμολόγηση και κατέβαλε το τίμημα. Τα πιο πάνω, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι προϊόν παράνομης συμφωνίας των διαδίκων η οποία έγινε κατά την 22/9/
  1. Περαιτέρω η Εναγόμενη 2 ενήργησε επίσης παράνομα καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν, όπως και ο Εναγόμενος 1, εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες και ασκούσαν παράνομα το επάγγελμα των κτηματομεσιτών. Αποτελεί ακόμη ισχυρισμό των Εναγουσών ότι η τιμολόγηση και χρέωση ή και συμφωνία για καταβολή προμήθειας ημερομηνίας 22/9/2006 μεταξύ των διαδίκων είναι εξυπαρχής άκυρη ή και ακυρωτέα ή και ακυρώθηκε από τις Ενάγουσες. Κατά τον Μάρτιο του έτους 2007 όταν η Ενάγουσα βρισκόταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση ενημέρωσε το σύζυγο της (Μ.Ε.5) ο οποίος ενεργώντας δια λογαριασμό των Εναγουσών και κατόπιν οδηγιών τους, κατήγγειλε τη συμφωνία σαν παράνομη/την ακύρωσε και ζήτησε την επιστροφή της προμήθειας ενώ προχώρησε σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Αποτελεί θέση των Εναγουσών ότι η επίδικη συμφωνία για καταβολή της προμήθειας είναι παράνομη και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και την κείμενη νομοθεσία για τους Κτηματομεσίτες και ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας και δεν είχαν δυνατότητα να χρεώσουν/εισπράξουν οποιαδήποτε προμήθεια την οποία εισέπραξε η Εναγόμενη 2 ή και για λογαριασμό του Εναγόμενου 1 ή και αλληλέγγυα ή και προσωπικά. Αποτελεί επίσης θέση των εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι υπερχρέωσαν προμήθεια 5% αντί 3% της επιτρεπόμενης και διαζευκτικά αν η συμφωνία είναι νόμιμη όφειλαν να επιστρέψουν τη διαφορά των Λ.Κ.30.000 (€51.258,04) πλέον 15% Φ.Π.Α. (Λ.Κ.4.500) σύνολο Λ.Κ.34.500 (€58.946,75) ή και όφειλαν να επιστρέψουν τη διαφορά ως και όλο το ποσό σαν το προϊόν είσπραξης ετεροβαρούς συμφωνίας. Αναφέρεται περαιτέρω ή και διαζευκτικά στην Έκθεση Απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι είναι ένοχοι ψευδών παραστάσεων ή και δόλου/απάτης ή και άσκησης ψυχολογικής πίεσης σε βάρος της Ενάγουσας 1 η οποία ενεργούσε προσωπικά και σαν αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 2 και παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες. Συνεπεία των πιο πάνω οι Ενάγουσες αξιώνουν: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η καταβληθείσα προμήθεια εκ Λ.Κ.86.250 στους Εναγόμενους 1 και ή 2 θα πρέπει να επιστραφεί στις Ενάγουσες και ή ότι η σχετική συμφωνία ημερομηνίας κατά ή περί 22.9.2006 για την καταβολή της είναι άκυρη και/ή ακυρωτέα σαν το προϊόν παράνομης σύμβασης/αντίθετη με τη δημόσια πολιτική, ετεροβαρής, λόγω δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ή ανεπίτρεπτης ψυχολογικής πίεσης και/ή συνομωσίας (undue influence). B. Διάταγμα διατάττον την ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας προμήθειας ημερομηνίας 22.9.2006 και για επιστροφή του εν λόγω ποσού. Γ. Απόφαση για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.86.250 και για αποζημιώσεις ως η παράγραφος Α ανωτέρω. Δ. Διαζευκτικά επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.34.500 ( Ευρώ 58.950) και η Απόφαση για το ποσό αυτό ως η παράγραφος 14.» Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των Εναγουσών. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διοικητικός σύμβουλος ή και διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παροχή υπηρεσιών marketing και διαφήμισης. H Ενάγουσες 1 και 2 γνώριζαν ότι η Εναγόμενη 2 παρείχε υπηρεσίες marketing ή και διαφήμισης του ακινήτου που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης το οποίο ως ισχυρίζονται ήτο δικής τους ιδιοκτησίας και είναι η Ενάγουσα 1 που μετέβηκε στο γραφείο της Εναγόμενης 2 και ζήτησε από τους Εναγόμενους όπως προσφέρουν στις Ενάγουσες υπηρεσίες marketing ή και διαφήμισης για το συγκεκριμένο ακίνητο. Η Ενάγουσα 1 συνάντησε τον Εναγόμενο 1 στα γραφεία της Εναγόμενης 2 και ακολούθως τον οδήγησε στον εν λόγω αρχιτέκτονα ο οποίος ενεργώντας ως αρχιτέκτονας των εναγομένων 1 ή και 2 παρουσίασε στον Εναγόμενο 1 αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία η Εναγόμενη 2 ή και ο Εναγόμενος 1 ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 θα διαφήμιζαν. Οι Ενάγουσες 1 και 2 συμφώνησαν προφορικά με τον Εναγόμενο 1 όπως η Εναγόμενη 2 παρέχει υπηρεσίες marketing ή και διαφήμισης σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο και τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ήτο όρος της ως άνω συμφωνίας ότι οι Ενάγουσες θα κατέβαλλαν προς την Εναγόμενη 2 σαν αντάλλαγμα για την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών ποσό ίσο με 5% της αξίας του εν λόγω ακινήτου ή και των σχεδίων ή και του έργου . Εν συνεχεία ο Εναγόμενος 1 ενεργώντας ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 παρείχε συμφώνως των όρων της συμφωνίας διάφορες υπηρεσίες marketing ή και διαφημιστικές ενέργειες για το εν λόγω ακίνητο. Η εν λόγω συμφωνία ήτο καθόλα έγκαιρη και νόμιμη. Κατά τον Αύγουστο ή και Σεπτέμβριο του έτους 2006 συγκεκριμένη εταιρεία προσέγγισε την Ενάγουσα 1 στην απουσία του Εναγόμενου 1, για την αγορά του εν λόγω ακινήτου. Κατόπιν διαβουλεύσεων υπογράφηκε συμφωνία πώλησης ή και αντιπαροχής του εν λόγω ακινήτου (μεταξύ της Ενάγουσας 1 ή και 2 και της εν λόγω εταιρείας) στην απουσία των Εναγομένων. Ακολούθως η Εναγόμενη 2 ενεργώντας μέσω του Εναγόμενου 1 εξέδωσε τιμολόγιο ίσο με το 5% της αξίας του εν λόγω ακινήτου ή και των σχεδίων ή και της αξίας του έργου ως μεταξύ τους συμφωνία. Η Ενάγουσα 1 εξέφρασε την ικανοποίηση της για τις διαφημιστικές υπηρεσίες των Εναγομένων και κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ως το συμφωνηθέν αντάλλαγμα. Αποτελούν θέσεις των Εναγομένων ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε παράσταση ότι ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 ήταν εγγεγραμμένοι ή και νόμιμοι κτηματομεσίτες αλλά ούτε προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειες παριστάνοντας ότι ο ίδιος ήταν νόμιμος ή και εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του εν λόγω ακινήτου έγιναν απευθείας μεταξύ της Ενάγουσας 1 ή και 2 και της αγοράστριας εταιρείας. Ο εν λόγω αρχιτέκτονας ενεργούσε ως αρχιτέκτονας των Εναγομένων 1 και 2 και γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι παρείχαν υπηρεσίες διαφήμισης ή και marketing. Το γεγονός αυτό το γνώριζε η Ενάγουσα 1 ή και
  2. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε άσκησαν οποιαδήποτε ανεπίτρεπτη ή άλλου είδους επιρροή στην Ενάγουσα 1 για την αποδοχή οποιασδήποτε συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι έκαναν οποιουσδήποτε αυθαίρετους υπολογισμούς ή και χρέωσαν ή και είσπραξαν παράνομη προμήθεια. Το αντάλλαγμα της εν λόγω συμφωνίας υπολογίστηκε ή και συμφωνήθηκε με την Ενάγουσα 1 και κατεβλήθηκε από αυτήν χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε διαφωνία. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγουσες εμποδίζονται (are estopped) από του να προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ο Εναγόμενος 1 δεν προσήλθε ποτέ υπό την προσωπική του ιδιότητα σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις Ενάγουσες και δεν μπορεί να ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής ή και μέτοχος σε σχέση με οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των Εναγουσών και της Εναγόμενης
  3. Η Αστυνομία δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος ακριβώς γιατί οι Εναγόμενοι ουδέποτε άσκησαν το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή και ουδέποτε παρέστησαν ότι ασκούσαν αυτό το επάγγελμα. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι είναι ένοχοι ψευδών παραστάσεων ή και δόλου ή και απάτης ή και άσκησης ψυχολογικής πίεσης σε βάρος των Εναγουσών ή και της Ενάγουσας 1 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε (actual or presumed) αυθαίρετη ή και ανεπίτρεπτη πίεση. Ως εκ των ανωτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά των Εναγουσών παρουσίασε ως μάρτυρες την ίδια την Ενάγουσα 1 (Μ.Ε.1), την Κωνσταντίνα Ηλία (Μ.Ε.2), τον Μιχάλη Πυργά (Μ.Ε.3), την Φαίδρα Αυγουστή (Μ.Ε.4) και τον Δημήτρη Ευσταθίου (Μ.Ε.5) ενώ η πλευρά των Εναγομένων παρουσίασε τον Εναγόμενο 1 (Μ.Υ.). Ακόμα οι δύο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου το Τεκμήριο 13 το περιεχόμενο του οποίου αποδέχθηκαν και δήλωσαν κάποια παραδεκτά γεγονότα. Η Ενάγουσα 1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η μητέρα της-Ενάγουσα 2 είναι υπερήλικη, έχει προβλήματα υγείας, είναι δύσκολο να μετακινηθεί και ότι πρόσφατα εγχειρίσθηκε. Η Ενάγουσα 1 ανέφερε στη συνέχεια ότι η ίδια μαζί με την Ενάγουσα 2-μητέρα της ήσαν συνιδιοκτήτριες ακινήτου στην Πάφο με στοιχεία Φ/Σχ.51/110103, Τεμ. 1807, εμβαδού 11 δεκάρια και 547 τ.μ. στην ενορία Αγίου Θεοδώρου. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη 2, μετά από έρευνα του δικηγόρου της, διαπιστώθηκε ότι είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ανήκει ουσιαστικά στον Εναγόμενο 1 μέτοχο και σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Αμφότεροι είναι Διοικητικοί Σύμβουλοι της εταιρείας. Η Ενάγουσα 1 ανέφερε ακόμα ότι ο Εναγόμενος 1 της παρουσιάστηκε γύρω στον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2006 μαζί με τον αρχιτέκτονα που ήταν γνωστός και φίλος του. Η ίδια ενεργούσε για λογαριασμό και σαν αντιπρόσωπος και της μητέρας της-Ενάγουσας
  4. Ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και υπό αυτή την ιδιότητα του βρήκε αγοραστή του πιο πάνω ακινήτου σε συμφέρουσα τιμή και όρους, ο δε αρχιτέκτονας ανέφερε ότι θα αναλάμβανε τα αρχιτεκτονικά σχέδια αξιοποίησης του ακινήτου. Τότε η ίδια ήτο ευάλωτη ψυχολογικά γιατί ο υιός της χαροπάλευε σε Νοσοκομείο του Λονδίνου. Λίγο μετά απεβίωσε. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν τούτο και το εκμεταλλεύτηκαν ασκώντας πίεση πάνω της για αποδοχή της επίδικης συμφωνίας για την προμήθεια τους και την πώληση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του εισιτηρίου αναχώρησης της στις 24/9/06 για Λονδίνο (Τεκμήριο 1). Έφυγε επειγόντως για το γιο της που έχασε λίγο μετά. Κατάθεσε επίσης πιστοποιητικό θανάτου του γιου της ημερομηνίας 7/11/06 (Τεκμήριο 2) και ιατρικό πιστοποιητικό του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών ημερ. 24.11.2008 (Τεκμήριο 3), ως επίσης πιστοποιητικό του Δρ. Μιχάλη Πυργά (Μ.Ε.3) που επεξηγεί πλήρως την τότε κατάσταση της (Τεκμήριο 4). Γύρω στις 22/9/2006 σαν αποτέλεσμα των παραστάσεων του Εναγόμενου 1 υπεγράφη πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 5) και συμφωνία αντιπαροχής της ίδιας και της Ενάγουσας 2 με την Εργοληπτική Εταιρεία, για Λ.Κ.1.000.000 πλέον 8 διαμερίσματα τα οποία οι Εναγόμενοι υπολόγισαν αυθαίρετα σε Λ.Κ.500.000 και χρέωσαν και εισέπραξαν προμήθεια προς 5% Λ.Κ.1.5 εκατομμύρια Χ 5%= Λ.Κ.75.000, πλέον 15 % Φ.Π.Α. σύνολο Λ.Κ.11.250 σύνολο Λ.Κ.86.250 (147.366,87). Ο Εναγόμενος 1, συνέχισε η Ενάγουσα 1, έκδηλα ενήργησε και για λογαριασμό της Εναγόμενης 2 εταιρείας σαν Διοικητικός Σύμβουλος αυτής και εξέδωσε στο όνομα της Εναγόμενης 2 το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό ΑΑ401 354 στο όνομα της ίδιας για Λ.Κ.86250 (Τεκμήριο 6) και απόδειξη για marketing services (Τεκμήριο 7). Αποδέχτηκε την τιμολόγηση και κατέβαλε το τίμημα καλή τη πίστη. Το ποσό εισέπραξε η Εναγόμενη 2 δυνάμει επιταγής (Τεκμήριο 8) η οποία εξεδόθη από την εν λόγω εργοληπτική εταιρεία επ΄ ονόματι της και ακολούθως η ίδια την οπισθογράφησε και την έδωσε στον Εναγόμενο
  5. Σύμφωνα με την ίδια η Εναγόμενη 2 ενήργησε παράνομα καθότι δεν ήταν όπως και ο Εναγόμενος 1 εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες ενώ ασκούσαν παράνομα το επάγγελμα των κτηματομεσιτών κάτι που η ίδια δεν γνώριζε. Η ως άνω τιμολόγηση και χρέωση ή και συμφωνία για καταβολή προμήθειας ημερομηνίας κατά ή περί 22/9/2006 η οποία επιτεύχθη ως ανωτέρω είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη ή και ακυρωτέα και ακυρώθηκε από την ίδια και την Ενάγουσα
  6. Γύρω στο Μάρτιο του 2007 και όταν βρισκόταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση ενημέρωσε το σύζυγο της (Μ.Ε.5) ο οποίος δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα πιο πάνω, οπότε και ο σύζυγος της κατάγγειλε τη συμφωνία σαν παράνομη, την ακύρωσε και ζήτησε την επιστροφή της προμήθειας για λογαριασμό τους και προχώρησε σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Ο σύζυγος της ενήργησε για λογαριασμό τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας της και κατόπιν οδηγιών τους. Στη συνέχεια κατήγγειλε και η ίδια προσωπικά ως και η μητέρα της τη συμφωνία και την όλη υπόθεση. Η επίδικη συμφωνία για καταβολή της προμήθειας ως ανωτέρω είναι παράνομη και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και με την κείμενη νομοθεσία για τους κτηματομεσίτες. Οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας όπως της είπε και ο δικηγόρος της και δεν είχαν δικαίωμα να χρεώσουν ή να εισπράξουν οποιανδήποτε προμήθεια την οποία εισέπραξε η Εναγόμενη 2 ή και για λογαριασμό του Εναγόμενου
  7. Οι Εναγόμενοι υπερχρέωσαν προμήθεια 5% αντί 3% της επιτρεπόμενης. Αν η συμφωνία είναι νόμιμη όφειλαν να επιστρέψουν τη διαφορά των Λ.Κ.30.000 πλέον 15% Φ.Π.Α. Λ.Κ.4.500, σύνολο Λ.Κ.34.
  8. Η Ενάγουσα 1 ανέφερε στη συνέχεια ότι καταγγέλλει τους Εναγόμενους σαν ένοχους ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης και άσκησης ψυχολογικής πίεσης σε βάρος της. Οι Εναγόμενοι τη χρησιμοποίησαν για να πεισθεί και η Ενάγουσα 2 για τη συμφωνία για προμήθεια και πώληση πράγμα το οποίο έκανε διαβιβάζοντας τα όσα της είπαν. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι το παιδί της βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση γιατί τους το είπε και ήταν γνωστό στην Πάφο ότι έπασχε με καρκίνο και βρισκόταν στο εξωτερικό και η ίδια βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και δεν γνώριζε τι έπραττε. Οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύθηκαν την όλη κατάσταση της. Δεν θα συμφωνούσε στην καταβολή του ποσού αν ήτο ψυχολογικά εντάξει γιατί δεν ζήτησε συμβουλή. Αν γνώριζε επίσης ότι δεν ήσαν κτηματομεσίτες και δεν εδικαιούντο σε προμήθεια δεν θα πλήρωνε οποιοδήποτε ποσό. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι της ανάφεραν ψευδώς ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν νόμιμος και εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, ότι θα εξασφάλιζε αγοραστή, ότι δικαιούνται να χρεώσουν προμήθεια προς 5% και ότι με την υπογραφή του πωλητηρίου είχαν (η ίδια και η μητέρα της) υποχρέωση να πληρώσουν προμήθεια 5% επί Λ.Κ.1.500.
  9. Ανέφερε τέλος ότι σε καμία περίπτωση δεν είχαν κάνει οποιαδήποτε συμφωνία για παροχή υπηρεσιών marketing ή παροχή υπηρεσιών διαφήμισης και ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους την οποία διάβασε και δεν δέχεται. Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα 1 δέχθηκε σχετική υποβολή ότι η Εναγόμενη 2 ανήκει 50% στον Εναγόμενο 1 και 50% σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Η Ενάγουσα 1 αναφερόμενη στον τρόπο με τον οποίο γνώρισε τον Εναγόμενο 1 ανάφερε ότι τον συνάντησε στο γραφείο του εν λόγω αρχιτέκτονα ο οποίος της τον σύστησε. Ο εν λόγω αρχιτέκτονας είχε διατελέσει και δικός της αρχιτέκτονας στο παρελθόν (της είχε κάνει τα σχέδια του σπιτιού της) και μετέβηκε στο γραφείο του για να ρωτήσει για κάποιο θέμα. Ο αρχιτέκτονας της σύστησε τον Εναγόμενο 1 ως γνωστό, φίλο του. Δεν ειπώθηκε οτιδήποτε άλλο μεταξύ της ίδιας και του Εναγόμενου
  10. Κατά τον ως άνω χρόνο η ίδια ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος της μητέρας της και είχε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Η ίδια επιθυμούσε να πωλήσει το ακίνητο λόγω του ότι το παιδί της ήτο άρρωστο και υπήρχε η πιθανότητα να μεταβεί αμέσως στην Αμερική. Είχε αναφέρει στον αρχιτέκτονα ότι επιθυμούσε να πωλήσει το ακίνητο και ότι οι προσφορές που είχε ήταν χαμηλές. Ερωτώμενη πότε ο Εναγόμενος 1 της συστήθηκε ως κτηματομεσίτης η Ενάγουσα 1 ανέφερε ότι αυτό έγινε δύο μέρες αργότερα όταν ο αρχιτέκτονας επικοινώνησε μαζί της και της ανέφερε ότι υπήρχε αγοραστής και γι΄ αυτό μετέβηκε στο γραφείο του. Είχε συζητήσει μαζί του ότι θα αναλάμβανε αυτός τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Όταν μετέβηκε στο γραφείο του αρχιτέκτονα ο τελευταίος τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 ο οποίος κατέφθασε στο γραφείο του, της ανέφερε ότι είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και την πληροφόρησε ότι η ενδιαφερόμενη εταιρεία ήταν η ως άνω εργοληπτική εταιρεία. Τότε η ίδια ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να της διευθετήσει συνάντηση με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Η συνάντηση διευθετήθηκε και ήρθαν σε συμφωνία μαζί του ως επίσης συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 για την προμήθεια που θα έπαιρνε. Δέχθηκε ότι η πρόταση (Λ.Κ.1.000.000,00) της ως άνω εργοληπτικής εταιρείας ήτο καλύτερη από τις προηγούμενες που της είχαν υποβάλει και η ίδια την είχε κρίνει ικανοποιητική. Δέχθηκε ακόμα ότι το ποσό των Λ.Κ.500.000,00 για τα 8 διαμερίσματα δεν ήταν υπερβολικό διευκρινίζοντας όμως ότι δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στο τίμημα πώλησης. Η ίδια ρώτησε τον Εναγόμενο 1 κατά πόσο ήτο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και της απάντησε καταφατικά. Της είπε μάλιστα ο Εναγόμενος 1 (στην παρουσία του διευθυντή της εργοληπτικής εταιρείας) ότι αν δεν πλήρωνε 5% προμήθεια σ΄ αυτόν δεν θα προχωρούσε η πράξη πώλησης του ακινήτου. Η ίδια είχε ανάγκη τα χρήματα από την πώληση του ακινήτου και γι΄ αυτό αποδέχθηκε. Μετά την αποδοχή της ο ιδιοκτήτης της εργοληπτικής εταιρείας εξέδωσε την επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,86) η ίδια την οπισθογράφησε και την έδωσε στον Εναγόμενο 1 ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η υπογραφή του συμβολαίου με την ως άνω εργοληπτική εταιρεία ενώ ο εκπρόσωπος της εργοληπτικής εταιρείας της κατέβαλε προκαταβολή μέσω τραπεζικής επιταγής. Η ίδια κατά το χρόνο αυτό δεν ήξερε αν ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε εκ μέρους εταιρείας. Πλήρωσε το πιο πάνω ποσό και ακολούθως έφυγε για την Αγγλία και έτσι δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ήτο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Δέχθηκε ότι μετέβηκε στο Κτηματολόγιο με εκπρόσωπο της εργοληπτικής εταιρείας για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου και να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Η ίδια βασίσθηκε σ΄ αυτά που της ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1 ότι δηλαδή ήτο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Κατά το χρόνο αυτό ο σύζυγος της βρισκόταν στην Αγγλία και δεν γνώριζε για τα πιο πάνω. Όταν η ίδια μετά την πώληση του ακινήτου επισκέφθηκε τα γραφεία του Φόρου Εισοδήματος και ζήτησε να τύχει φοροαπαλλαγής εν σχέση με το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87), δεν έτυχε τέτοιας φοροαπαλλαγής και τότε πληροφόρησε το σύζυγο της ο οποίος μετά από έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2 δεν ήσαν εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες. Δέχθηκε τη χρέωση των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) γιατί ήταν υποχρεωμένη να την δεχθεί για να ολοκληρωθεί η πράξη πώλησης του ακινήτου όμως δεν διάβασε τι αναγραφόταν στο τιμολόγιο-Τεκμήριο 6 το οποίο υπόγραψε έχοντας υπόψη και την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Αρνήθηκε ότι είναι η ίδια που ζήτησε βοήθεια από τον Εναγόμενο 1 για να της προσφέρει η εταιρεία του υπηρεσίες marketing ή διαφήμισης. Η Μ.Ε.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι κτηματολογικός γραφέας στον Κλάδο Δηλώσεων. Η Μ.Ε.2 ανάφερε ότι κατά το έτος 2006 ιδιοκτήτριες του ακινήτου ήσαν οι Ενάγουσες από ½ μερίδιο έκαστη. Η μάρτυρας κατέθεσε στη συνέχεια στο Δικαστήριο αντίγραφο δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου ημερομηνίας 1/12/06 (Τεκμήριο 9) ως επίσης αντίγραφο δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου ημερομηνίας 12/7/07 (Τεκμήριο 10). Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι στις περιπτώσεις που γίνεται μεταβίβαση ακινήτου ο αρμόδιος κτηματολογικός υπάλληλος δίδει στον δικαιοπάροχο και στον δικαιοδόχο τα αναγκαία έγγραφα και τοποθετεί σφραγίδα στο εσωτερικό της δήλωσης αποδοχής (Τύπου Ν.270) κατά πόσο υπάρχει κτηματομεσίτης ή όχι. Αν δεν υπάρχει κτηματομεσίτης η σφραγίδα μένει λευκή ενώ αν υπάρξει καταβολή προμήθειας τότε σημειώνεται το όνομα του κτηματομεσίτη, η διεύθυνση του, ο αριθμός μητρώου του και το ποσό που πήρε ως προμήθεια. Ο κτηματομεσίτης πρέπει να είναι εγγεγραμμένος ούτως ώστε να έχει αριθμό μητρώου. Στο Τεκμήριο 9 υπάρχουν οι υπογραφές των δικαιοπαρόχων και του δικαιοδόχου αλλά κατά τα άλλα η σφραγίδα έμεινε κενή (λευκή). Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο
  11. Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.2 επιβεβαίωσε ότι μέσα στο Τεκμήριο 9 υπάρχει επισυνημμένο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα 2 προς την Ενάγουσα 1 ημερομηνίας 24/11/
  12. Όταν στο έντυπο Ν.270 καταγράφεται ότι μεσολάβησε κτηματομεσίτης τα στοιχεία που καταγράφονται δεν ελέγχονται κατά το χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο. Επανεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι όταν δηλώνεται ότι μεσολάβησε κτηματομεσίτης αναγράφεται και ο αριθμός μητρώου του διαφορετικά δεν μπορεί να δηλωθεί. Ο Μ.Ε.3 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι είναι κλινικός ψυχολόγος και ανάφερε τα προσόντα του. Υποδείχθηκε στο Μ.Ε.3 το Τεκμήριο 4 και ο Μ.Ε.3 το αναγνώρισε ως την έκθεση που έχει ετοιμάσει για την Ενάγουσα 1 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ο Μ.Ε.3 ρωτήθηκε για την ψυχολογική κατάσταση της Ενάγουσας 1 από το καλοκαίρι του έτους 2006 μέχρι το τέλος του ίδιου έτους. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η Ενάγουσα 1 του είπε ότι τον Απρίλιο του έτους 2006 έγινε στην Αγγλία η πρώτη μεταμόσχευση μυελού των οστών του γιου της. Το παιδί ήτο για πέντε μήνες σε Νοσοκομείο του Λονδίνου και τον Ιούνιο του ίδιου έτους επέστρεψε στην Κύπρο. Ο γιος της υπέφερε από καρκίνο. Εν συνεχεία το παιδί παρουσίασε υποτροπή και τον Αύγουστο του έτους 2006 επέστρεψε στην Αγγλία για νέα μεταμόσχευση. Όπως αντιλήφθηκε ο ίδιος, το σώμα του είχε απορρίψει το μόσχευμα. Η Ενάγουσα 1 ήτο τότε δυσαρεστημένη με τους θεράποντες ιατρούς του γιου της στην Αγγλία και η κατάσταση της Ενάγουσας 1 ήτο πάρα πολύ κακή αφού έβλεπε το γιο της να πεθαίνει. Είχε απορρίψει το μόσχευμα για δεύτερη φορά και η Ενάγουσα 1 ήτο πάρα πολύ απελπισμένη και απεγνωσμένη. Ήτο σε μια κατάσταση παροδικής μείζονος και νοσηρής διαταραχής. Η άποψη του ήτο ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα η κρίση και η ικανότητα της Ενάγουσας 1 να λαμβάνει αποφάσεις ήτο ελαττωμένη και θολωμένη. Όπως ο ίδιος αντιλήφθηκε σκοπός της Ενάγουσας 1 ήτο να ρευστοποιήσει περιουσία της για να εξετάσει το ενδεχόμενο να μεταβεί με το γιο της στην Αμερική για θεραπεία. Η Ενάγουσα 1 προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να σώσει τον γιό της. Παρουσίασε ιστορικό τριών αποπειρών αυτοκτονίας. Η άποψη του είναι ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η ψυχική κατάσταση της Ενάγουσας ήτο ευάλωτη. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι την Ενάγουσα 1 την έβλεπε ως κλινικός ψυχολόγος και άρχισε να την παρακολουθεί από την 14/10/
  13. Τα όσα ανέφερε κατά την κύρια εξέταση του για το έτος 2006 τα γνωρίζει από αναφορές της ίδιας της Ενάγουσας 1, από εκθέσεις του ψυχίατρου που την παρακολουθούσε και από αναφορές κρατικών γιατρών που την εξέτασαν, των παιδιών και του συζύγου της Ενάγουσας 1, από ψυχιατρικές δοκιμασίες στις οποίες υποβαλλόταν η ίδια στο γραφείο του, το ιστορικό της και το ιστορικό των υποθέσεων, δηλαδή έγινε μια ενσωμάτωση πληροφοριών από διάφορες πηγές. Συμπλήρωσε ότι είναι συχνό φαινόμενο στην κλινική ψυχολογία να μπορεί ο ειδικός να αντιλαμβάνεται μέσα από την εμπειρία του αλλά και τις μετρήσεις που κάνει πώς ένιωθε κάποιο πρόσωπο σε προηγούμενο στάδιο. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε στη συνέχεια ότι η Ενάγουσα 1 δεν του ανέφερε για οποιαδήποτε σχέση της με τον Εναγόμενο 1 ή με την Εναγόμενη
  14. Ούτε του ανέφερε ότι εξαναγκάστηκε από οποιονδήποτε να πωλήσει ακίνητο που βρισκόταν στην ενορία Άγιος Θεόδωρος στην Πάφο ή άλλη περιουσία το έτος 2006 ή ότι η ίδια επιθυμούσε να πωλήσει περιουσία το έτος 2006 γιατί είχε ανάγκη από χρήματα. Η Ενάγουσα 1 του ανέφερε για κάποια θέματα χρημάτων και για περιουσία που είχε κάποιο άλλο πρόσωπο στο όνομα της, για μεταβιβάσεις κ.λ.π. αλλά δεν θυμάται αν ήτο τα ονόματα που ρωτήθηκε προηγουμένως. Σε σχετική υποβολή ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξανάγκασαν ή κορόιδεψαν την Ενάγουσα 1 να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Η Μ.Ε.4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι η υπεύθυνη του Ποινικού Πρωτοκολλητείου Πάφου και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο των κατηγορητηρίων στην ποινική υπόθεση 1361/09 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 11) και στην ποινική υπόθεση 7910/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 12). Συμπλήρωσε ότι η ποινική υπόθεση 1361/09 απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης ενώ η 7910/12 ήτο ορισμένη δι΄ ακρόαση την 9/1/2014, δηλαδή την επόμενη της μέρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Και στις δύο ποινικές υποθέσεις μοναδικός κατηγορούμενος είναι ο Εναγόμενος
  15. Ο Μ.Ε.5 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας 1 και γενικός πληρεξούσιος της από τον Νοέμβριο του
  16. Εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος στην Πάφο με τον τίτλο του Αρχιφοροθέτη πρώτης τάξης. Ο Μ.Ε.5 ανέφερε στη συνέχεια ότι από τα τέλη του έτους 2005 μέχρι και το τέλος του έτους 2006 ο ίδιος απουσίαζε στο Λονδίνο όπου το μικρότερο τους παιδί Ανδρέας έδινε τη μάχη του εναντίον της λευχαιμίας (σοβαρής μορφής) που τελικά την έχασε στις 7/11/
  17. Κατά την πιο πάνω περίοδο η σύζυγος του (Ενάγουσα 1) πηγαινοερχόταν στην Κύπρο για να φροντίζει και τα άλλα δύο τους παιδιά που την είχαν ανάγκη. Κατά τη διάρκεια της ασθένειας του παιδιού τους η Ενάγουσα 1 ως μάνα ήταν σε εξαιρετικά άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Από τότε δηλαδή από το 2006 μέχρι και το 2009, ακόμη μέχρι και σήμερα η σύζυγος του ουδέποτε ανέκαμψε πλήρως και προέβηκε σε σωρεία πράξεων και παραλείψεων άκρως επιζήμιων τόσο για την ίδια όσο και την οικογένεια της που καμία σχέση έχουν με την στοιχειώδη λογική ενός μέσου ανθρώπου. Όπως αναφέρουν και οι ψυχολόγοι λόγω του όλου ιστορικού της και των βαρύτατων απωλειών που είχε, (π.χ. η εγκατάλειψη της από την βιολογική της μητέρα σε πολύ μικρή ηλικία), ήταν φυσιολογικό να χάσει τις ψυχολογικές της ισορροπίες και τα λογικά της. Κατά την πιο πάνω περίοδο διέθεσε ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία είτε χωρίς αντάλλαγμα είτε με αντάλλαγμα ένα πιάτο φακής, σε επιτήδεια άτομα. Κατά το χρόνο αυτό η Ενάγουσα 1 είχε ψυχολογικά καταρρεύσει λόγω του ότι η αρρώστια του παιδιού τους που είχε υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών, καθώς και η αγωγή της θεραπείας του ήταν δύσκολη, επίπονη και ψυχοφθόρα. Από την άλλη τα άλλα δύο παιδιά τους στην Κύπρο ζητούσαν τη μητέρα τους και έτσι η Ενάγουσα 1 ήτο αναγκασμένη να πηγαινοέρχεται μεταξύ Κύπρου και Αγγλίας με αποτέλεσμα να καταρρεύσει. Κατά το χρόνο αυτό οι γιατροί του παιδιού τους στην Αγγλία και ενώ αυτό βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, έδιναν ελάχιστες ελπίδες επιβίωσης με αποτέλεσμα ο ίδιος να επικοινωνήσει με συγκεκριμένο νοσοκομείο στην Αμερική όπου έλαβε συμβουλή να μεταφέρει το παιδί εκεί γιατί υπήρχε διαφωνία ως προς τη θεραπεία που λάμβανε στην Αγγλία και εδίδοντο περισσότερες ελπίδες να επιβιώσει. Η πρώτη δόση για κάτι τέτοιο απαιτούσε το ποσό των 25.000 δολαρίων Αμερικής και λόγω του ότι προείχε η σωτηρία του παιδιού τους και επειδή ο ίδιος ζήτησε τη συναίνεση της Ενάγουσας 1 να μεταφέρουν το παιδί τους στην Αμερική, εκ των πραγμάτων η Ενάγουσα 1 προχώρησε στις πιο πάνω βεβιασμένες ενέργειες. Οι Εναγόμενοι γνωρίζοντας την κατάσταση της Ενάγουσας 1 την εκμεταλλεύτηκαν και απέσπασαν από αυτό το επίδικο ποσό των Λ.Κ.86.250 χωρίς να κάνουν το παραμικρό. Κατά ή περί τον Μάρτιο-Μάιο του 2007 η σύζυγος του ανέφερε ότι πώλησε κρυφά ένα από τα σημαντικότερα τους ακίνητα εντός της πόλεως της Πάφου τεράστιας αξίας και κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις κατά τις οποίες δεν μπορούσε να λειτουργήσει φυσιολογικά λόγω της άσχημης ψυχολογικής της κατάστασης καθώς και της σωματικής της κόπωσης. Οι Εναγόμενοι της απέσπασαν εκβιαστικά το ως άνω υπέρογκο ποσό σαν προμήθεια. Τον πληροφόρησε ότι κάτω από τις περιστάσεις που χαροπάλευε το παιδί τους ο Εναγόμενος 1, στενός φίλος του αρχιτέκτονα (που ήταν και οικογενειακός τους αρχιτέκτονας) της απέσπασε το ποσό των Λ.Κ.86.250 φορώντας τον μανδύα του κτηματομεσίτη και εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη. Τον πληροφόρησε επίσης ότι παρουσίασε το σχετικό τιμολόγιο το έτος 2007 στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος στην Πάφο στον τότε υπεύθυνο για τις πωλήσεις (Α. Ομήρου) και ζήτησε την φοροαπαλλαγή του ποσού σαν προμήθεια επί της πώλησης όμως αυτός της ανέφερε ότι με βάση τους κανονισμούς και το νόμο το ποσό δεν φοροαπαλλάσσεται γιατί με βάση τα στοιχεία του γραφείου του δεν ήτο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης ούτε ο εναγόμενος ούτε και η εταιρεία του. Έτσι η Ενάγουσα 1 πήρε το τιμολόγιο και απόδειξη και έφυγε. Τίποτα από αυτά δεν ήρθαν εις γνώση του γιατί η σύζυγος του τους ανέφερε να μην του πουν οτιδήποτε. Τώρα που έχει διαφανεί το όλο ψεύδος καταχωρήθηκε η πιο πάνω αγωγή για επιστροφή του ποσού αυτού. Ο ίδιος έκαμε όλες τις απαιτούμενες έρευνες μήπως και οι εναγόμενοι είναι εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες και βεβαίως δεν ήταν. Επικοινώνησε με το Σύνδεσμο Κτηματομεσιτών Κύπρου καθώς και τηλεφωνικώς με τον εδώ εκπρόσωπο τους και του είπε κατηγορηματικά ότι ο Εναγόμενος 1 και η εταιρεία του είναι παράνομοι κτηματομεσίτες. Κατά τις 4/5/2007 έστειλε σχετική επιστολή στον Σύνδεσμο Κτηματομεσιτών Κύπρου και ο υπεύθυνος τους τον συμβούλευσε να καταγγελθεί η υπόθεση στις διωκτικές αρχές. Έτσι, τον Ιούνιο του 2007 πήγε μαζί με τη σύζυγο του και κατάγγειλαν την υπόθεση στο ΤΑΕ Πάφου και ήδη εκκρεμεί σχετική ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου 1 για παράνομη άσκηση του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη (αρ. υπόθεσης 7910/12). Η καταγγελία έγινε από τον ίδιο εκ μέρους της συζύγου του-Ενάγουσας 1 και της πεθεράς του-Ενάγουσας
  18. Πριν την καταγγελία είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρχιτέκτονα και του ζήτησε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Εναγόμενου 1 και αυτός του το έδωσε. Ο ίδιος τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.86.
  19. Αυτός του ανέφερε ότι τάχατες βρισκόταν σε σύσκεψη στη Βουλγαρία ή Ρουμανία και ότι θα τον έπαιρνε αργότερα να μιλήσουν κάτι που δεν έγινε. Έτσι οι Ενάγουσες προχώρησαν στις καταγγελίες ως πιο πάνω και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Είναι ξεκάθαρο για τον ίδιο ότι οι Εναγόμενοι κυριάρχησαν επί της θέλησης της Ενάγουσας 1 λόγω της άσχημης ψυχολογικής της κατάστασης και μεταξύ άλλων απεκόμισαν αθέμιτο πλουτισμό χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα. Η σύζυγος του και η πεθερά του δηλαδή οι Ενάγουσες στην παρούσα αγωγή δεν έλαβαν ολόκληρο το τίμημα πώλησης σε σχέση με το πιο πάνω ακίνητο και εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η αγωγή 1856/
  20. Κατά τις 7/5/2007 πριν τα πιο πάνω, ζήτησε από συγκεκριμένο δικηγόρο και του έστειλε στο φαξ στο γραφείο του αντίγραφο του «τιμολογίου της κλοπής» όπως το χαρακτήρισε και ήταν το ίδιο όπως το κατέθεσε η Ενάγουσα 1 στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν ακολούθησαν οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες. Το εν λόγω ακίνητο δεν χρειαζόταν διαφήμιση ή μεσίτες αφού είναι από τα πλέον περιζήτητα εντός της πόλης της Πάφου λόγω της θέσης του και του πολύ υψηλού συντελεστή δόμησης, των μοναδικών φυσικών του χαρακτηριστικών και της απρόσκοπτης θέας προς τη θάλασσα. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.5 ανέφερε ότι όσον αφορά την πώληση του εν λόγω ακινήτου έχει καταχωρηθεί άλλη αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για ακύρωση της πώλησης. Ο Μ.Ε.5 ανέφερε επίσης ότι όταν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία ανέφερε στον υπεύθυνο αστυνομικό ότι είχε εξουσιοδότηση για την καταγγελία από τις Ενάγουσες όμως του λέχθηκε ότι δεν θα πρέπει να υποβληθεί το παράπονο από τον ίδιο λόγω του ότι ήταν απών όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και έτσι έδωσε κατάθεση η σύζυγος του (Ενάγουσα 1) κατάθεση η οποία ενεργούσε και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της πεθεράς του. Ο Μ.Ε.5 στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του επέμεινε στις θέσεις του τις οποίες παράθεσε κατά την κύρια εξέταση του. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι διευθυντής και μέτοχος κατά 50% της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στη συνέχεια ότι η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται μεταξύ άλλων με την παροχή υπηρεσιών marketing ή και την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε επίσης ότι το καλοκαίρι του 2006, σε μια επίσκεψη του στα γραφεία του αρχιτέκτονα ήρθε η Ενάγουσα 1 η οποία ήτο γνωστή του, για να του ζητήσει βοήθεια να πωλήσει ακίνητη της περιουσία. Όπως ανέφερε η ίδια επειγόταν πολύ να προχωρήσει στην πώληση γιατί χρειαζόταν χρήματα εξαιτίας σοβαρής αρρώστιας του παιδιού της. Του είπε ότι είχε ήδη προσφορά από κάποια άλλη εταιρεία την οποία όμως θεωρούσε αρκετά χαμηλή για το συγκεκριμένο ακίνητο και ήθελε βοήθεια για να βρει αγοραστή με υψηλότερη προσφορά. Η Ενάγουσα 1 τον ρώτησε εάν θα μπορούσε στα πλαίσια του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης 2 να της παρέχει τις υπηρεσίες τους. Επειδή όμως όπως είπε, δεν μπορούσε οικονομικά να προπληρώσει οποιοδήποτε ποσό, ρώτησε εάν είναι δυνατό να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους και να πληρώσει αργότερα ότι θα πωλείτο το ακίνητο. Της είπε ότι θα μπορούσε να υπάρχει και αυτή η δυνατότητα πληρωμής. Του είπε ότι θα το σκεφτόταν και θα επικοινωνούσε η ίδια μαζί του. Όντως η Ενάγουσα 1 πήγε στα γραφεία της Εναγόμενης 2 και του έδωσε σχετική εντολή να προχωρήσουν και συμφώνησαν ότι θα κατέβαλλε ποσοστό 5% επί του συνολικού τιμήματος πώλησης. Τους έδωσε τις απαραίτητες λεπτομέρειες του ακινήτου και αμέσως ξεκίνησε η διαδικασία λήψης μέτρων προώθησης του ακινήτου. Ετοίμασε το σχετικό διαφημιστικό υλικό, στο οποίο υπήρχαν οι λεπτομέρειες του ακινήτου και τα στοιχεία επικοινωνίας της Ενάγουσας
  21. Προφανώς το υλικό αυτό το είδε η εργοληπτική εταιρεία η οποία ενδιαφέρθηκε για την αγορά του ακινήτου. Η Ενάγουσα 1 εξ΄ όσων αντιλαμβάνεται συζήτησε μαζί της, συμφώνησε το τίμημα πώλησης και προχώρησε στην πράξη πώλησης του ακινήτου. Σε κανένα στάδιο δεν αναμίχθηκε ούτε η Εναγόμενη 2 αλλά ούτε και ο ίδιος στη διεργασία διαβουλεύσεων και στην τελική απόφαση πώλησης του ακινήτου. Με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης η Εναγόμενη 2 εξέδωσε το σχετικό τιμολόγιο ημερομηνίας 22/9/2006 με αριθμό ΑΑ401354 για το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 6) το οποίο αφορούσε την αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, την οποία η Ενάγουσα 1 κατέβαλε και εκδόθηκε η σχετική απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 7). Για το πιο πάνω ποσό έχει καταβληθεί Φ.Π.Α.. Το πιο πάνω ποσό έχει δηλωθεί στα βιβλία της εταιρείας και έχει καταβληθεί και ο σχετικός φόρος (Τεκμήρια 14Α και Β). Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος πάντοτε ενεργούσε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής, υπάλληλος βασικά της Εναγόμενης
  22. Το τιμολόγιο -Τεκμήριο 6 όπως και η απόδειξη- Τεκμήριο 7 εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 2 και τα χρήματα κατατέθηκαν την 25.9.2006 σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 15). Δήλωσε κατηγορηματικά ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε παράσταση ότι είναι κτηματομεσίτης ή ότι η Εναγόμενη 2 ασχολείται με κτηματομεσιτικές εργασίες γιατί πολύ απλά αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η Ενάγουσα 1 γνώριζε από την πρώτη στιγμή συνεργασίας τους ότι από τον ίδιο και από την Εναγόμενη 2 εταιρεία δεν θα λάμβανε κτηματομεσιτικές εργασίες. Ο Εναγόμενος 1 απέρριψε κάθε ισχυρισμό για πίεση και για εξαναγκασμό πώλησης του ακινήτου και επανέλαβε ότι είναι η Ενάγουσα 1 που ζήτησε τις υπηρεσίες της Εναγόμενης 2 επειδή ήθελε οπωσδήποτε να πωλήσει το ακίνητο της πλην όμως οι προτάσεις που είχε λάβει μέχρι εκείνο το χρονικό διάστημα τις θεώρησε ως μη συμφέρουσες και επιθυμούσε τη διαφημιστική προώθηση του ακινήτου προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερο τίμημα πώλησης. Ανέφερε τέλος ότι η Ενάγουσα 1 δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τις υπηρεσίες που έλαβε από την Εναγόμενη 2 ούτε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας ούτε και μεταγενέστερα. Σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο και ενώ βρισκόταν στη Βουλγαρία, τον πήρε τηλέφωνο άτομο το οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν ο σύζυγος της Ενάγουσας 1 φωνάζοντας τόσο για την πώληση του ακινήτου όσο και για την αμοιβή που δόθηκε στην εταιρεία. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη 2 δεν έχει οποιεσδήποτε δραστηριότητες σήμερα και ότι είναι «παγοποιημένη» από το έτος 2009 λόγω έλλειψης εργασιών. Η Εναγόμενη 2 διέθετε ως ιδιοκτησία της ένα ακίνητο το οποίο πώλησε μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Ο Εναγόμενος 1 επανέλαβε ότι όταν υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 22/9/2006 μεταξύ των Εναγουσών και της εργοληπτικής εταιρείας ο ίδιος δεν ήτο παρών. Κατά το χρόνο που ο ίδιος πήρε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από την Ενάγουσα 1 και μετέβηκε σε κάποιο δικηγορικό γραφείο, εισέπραξε το πιο πάνω ποσό, εξέδωσε απόδειξη και έφυγε. Στο τηλέφωνο του είχε μάλιστα λεχθεί να βιαστεί να μεταβεί στο δικηγορικό γραφείο γιατί η Ενάγουσα 1 βιαζόταν να φύγει για να μεταβεί στο εξωτερικό. Το ποσό πληρώθηκε μέσω επιταγής που είχε εκδοθεί επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 1 η οποία την οπισθογράφησε. Μάλιστα η Ενάγουσα 1 τον ευχαρίστησε χωρίς να θυμάται αν έγινε ή λέχθηκε οτιδήποτε άλλο. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ακόμα ότι είχε γνωρίσει την Ενάγουσα 1 πριν από πολλά χρόνια όταν ήταν μαζί με κάποιο φίλο του σε ένα κλαμπ. Η δεύτερη φορά που την συνάντησε ήτο στο γραφείο του αρχιτέκτονα. Ο ίδιος ήτο μαζί με τον αρχιτέκτονα και συζητούσαν για κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια που του ετοίμαζε όταν ήρθε η Ενάγουσα
  23. Τότε άρχισαν να συζητούν για μια ακίνητη περιουσία που ήθελε να πωλήσει η Ενάγουσα
  24. Σε κάποια στιγμή λέχθηκε ότι η Εναγόμενη 2 εταιρεία ασχολείτο με τη διαφήμιση και το marketing. Η Ενάγουσα 1 τους είπε ότι είχε προσφορά από κάποια εταιρεία για την περιουσία της η οποία της φαινόταν χαμηλή και του ζήτησε αν μπορούσε να τη βοηθήσει να πωλήσει το ακίνητο της λόγω του ότι το παιδί της ήτο άρρωστο και είχε ανάγκη από λεφτά. Ο ίδιος της ανέφερε ότι ο ίδιος και η εταιρεία του ασχολούνταν με διαφημίσεις και ότι το μόνο που θα μπορούσε να γίνει από την εταιρεία του ήτο να της διαφημίσει το ακίνητο με τα στοιχεία της (τηλέφωνα κ.λ.π.) και αν κάποιος επενδυτής έβλεπε τη διαφήμιση και ενδιαφερόταν θα μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας μαζί της. Ακολούθως η Ενάγουσα 1 επισκέφθηκε τα γραφεία της Εναγόμενης 2, του έφερε κάποια στοιχεία, σχέδια και του ζήτησε αν γινόταν να μην του δώσει προκαταβολή αλλά να πληρώσει την Εναγόμενη 2 σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν είχε πρόβλημα και τη ρώτησε αν ήθελε να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένο ποσό ή σε κάποιο ποσοστό. Μάλιστα της ανέφερε ότι λόγω του ότι το παιδί της ήτο άρρωστο ότι ήτο διατεθειμένος να μην πληρωθεί αν δεν πωλείτο το ακίνητο. Δέχθηκε δηλαδή ότι προϋπόθεση για να πληρωθεί η Εναγόμενη 2 εταιρεία ήτο να πωληθεί το ακίνητο. Μετά τη συμφωνία του με την Ενάγουσα 1 να πληρωθεί σε ποσοστό 5% πάνω στην τιμή πώλησης, ο ίδιος έκανε τις διαφημίσεις και ακολούθως μετέβηκε στη Βουλγαρία ενώ ακολούθησαν πολλά ταξίδια του κατά τα έτη 2006 και 2007 χωρίς να θυμάται πόσες χώρες επισκέφθηκε στη συνέχεια παρά μόνο ότι κατά την ως άνω περίοδο έκανε συχνά ταξίδια. Είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα 1 ότι η διαφήμιση θα ήτο διάρκειας 2-3 χρόνων όμως αν η Ενάγουσα 1 του έλεγε να σταματήσει τη διαφήμιση και το marketing αυτός θα το δεχόταν. Σε κάποια στιγμή η Ενάγουσα του τηλεφώνησε και τον κάλεσε να μεταβεί σε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο για είσπραξη της αμοιβής της Εναγόμενης
  25. Ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 να δώσει λεπτομέρειες για τις υπηρεσίες που προσέφερε η Εναγόμενη 2 στις Ενάγουσες και απάντησε «βάζαμε διαφημιστικά». Όταν του ζητήθηκαν να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν φύλαξε γιατί δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να φυλάξει τα διαφημιστικά αυτά. Του ζητήθηκαν αποδείξεις που πλήρωσε (ο ίδιος και η Εναγόμενη 2) για τα διαφημιστικά αυτά και ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι βρίσκονται στο λογιστή των Εναγομένων 2 και ότι δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Του υποδείχθηκε ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2007 δηλαδή σε σύντομο χρόνο μετά που πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό και ρωτήθηκε κατά πόσο μπήκε στον κόπο να κρατήσει αυτό το διαφημιστικό υλικό και έδωσε την ίδια απάντηση. Ρωτήθηκε αν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και απάντησε καταφατικά. Ρωτήθηκε ακόμα κατά πόσο παρουσίασε στην Αστυνομία αυτό το διαφημιστικό υλικό ή λεπτομέρειες σε σχέση με αυτό και απάντησε ότι δεν του ζητήθηκε. Δέχτηκε ότι δεν μπορούσε να αναφέρει λεπτομέρειες ούτε να παρουσιάσει αποδεικτικό υλικό για την εργασία που έγινε εκ μέρους του ιδίου και της Εναγόμενης 2 για την οποία πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87). Ο Εναγόμενος 1 ρωτήθηκε επίσης γιατί δεν έγινε γραπτή συμφωνία αφού το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) ήτο μεγάλο ποσό και ο Εναγόμενος 1 απάντησε ότι ήτο ζήτημα εμπιστοσύνης μεταξύ δύο ατόμων. Εξάλλου για τον ίδιο ήτο και ανθρωπιστικό το θέμα. Ο Εναγόμενος 1 επέμενε ότι κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας του (Εναγόμενης 2) και όχι προσωπικά. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που δεν έγινε γραπτή συμφωνία είναι διότι ανέφερε στην Ενάγουσα 1 ότι αν έβρισκε αγοραστή για το ακίνητο θα έπαιρνε 5% προμήθεια πάνω στο τίμημα πώλησης κάτι που ήτο παράνομο και δεν ήθελε να αναγράφεται γραπτώς κάτι τέτοιο. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι η επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) είχε εκδοθεί από τον ιδιοκτήτη της εργοληπτικής εταιρείας επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 1 και στη συνέχεια η Ενάγουσα 1 του έδωσε την επιταγή αυτή στην παρουσία του ιδιοκτήτη της εργοληπτικής εταιρείας και ο Εναγόμενος 1 απάντησε ότι δεν θυμάται. Ο Εναγόμενος 1 ρωτήθηκε να αναφέρει πότε ακριβώς συνάντησε την Ενάγουσα 1 στο γραφείο του αρχιτέκτονα δηλαδή του ζητήθηκε να γίνει πιο συγκεκριμένος αναφορικά με τη θέση του ότι η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα το καλοκαίρι του έτους 2006 και ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν θυμάται. Δεν θυμάται όπως ανάφερε ούτε το μήνα που έλαβε χώρα η συνάντηση ούτε ακόμα πόσες μέρες πριν από την παραλαβή της ως άνω επιταγής έγινε η συνάντηση αυτή. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι συνάντησε την Ενάγουσα 1 μόλις εννέα μέρες πριν την υπογραφή του συμβολαίου με την εργοληπτική εταιρεία δηλαδή πολύ μικρός χρόνος για να διενεργήσει οποιαδήποτε διαφήμιση ή marketing και ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε την υποβολή. Αρνήθηκε ακόμα ότι πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό ως προμήθεια. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 2 ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι κατάθεσε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) την 25/9/06 και ότι την 27/9/06 χρεώθηκε ο λογαριασμός της Εναγόμενης 2 με το ήμισυ του πιο πάνω ποσού (Λ.Κ.43.125 - €73.683,44). Ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 να αναφέρει σε ποιον κατέληξε το πιο πάνω ποσό και ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι θα πρέπει να ερευνήσει το θέμα με το λογιστή του. Δεν δέχθηκε ότι το πιο πάνω ποσό κατέληξε στον αρχιτέκτονα με τον οποίο έδρασε κατόπιν συνεννόησης μαζί του και εκμεταλλεύθηκαν την Ενάγουσα 1 η οποία περνούσε κρίση λόγω της ασθένειας του παιδιού της. Ζητήθηκε ακόμα από τον Εναγόμενο 1, λόγω του ότι οι πιστώσεις σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 της Εναγόμενης 2 ήσαν λίγες, να αναφέρει τι άλλες εργασίες marketing διενήργησε η Εναγόμενη 2 το έτος 2006 και ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν θυμάται και ότι όλα τα στοιχεία και έγγραφα βρίσκονταν στους λογιστές της Εναγόμενης
  26. Δέχθηκε ότι τον Μάρτιο του έτους 2007 ενώ βρισκόταν στη Βουλγαρία δέχθηκε τηλεφώνημα από το σύζυγο της Ενάγουσας 1 (Μ.Ε.5) όμως δεν θυμόταν τι ακριβώς του είχε αναφέρει. Ο Εναγόμενος 1 ρωτήθηκε πότε ακριβώς είχε δώσει το τιμολόγιο Τεκμήριο 6 στην Ενάγουσα 1 και ανέφερε ότι δεν θυμάται. Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Η Ενάγουσα 1 μου άφησε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση αφού ήταν σαφής και άμεση στις απαντήσεις της ενώ δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Κάποιες μικροαντιφάσεις ή ασάφειες που δυνατό να εντοπίζονται δεν αλλοιώνουν την εικόνα που σχημάτισα για την Ενάγουσα 1 η οποία είναι θετική. Δέχομαι τη μαρτυρία της εκτός όπου αναφέρω ρητά το αντίθετο. Οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.4 επίσης μου άφησαν καλή εντύπωση αφού έθεσαν στο Δικαστήριο ότι γνώριζαν για τα γεγονότα αντικειμενικά και αμερόληπτα. Δέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο Μ.Ε.3 και αυτός με τη σειρά του μου άφησε καλή εντύπωση αφού ήτο σταθερός κατά τη μαρτυρία του και δεν έπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Ε.5 δεν ήτο παρών κατά το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην παρούσα υπόθεση. Δέχομαι όμως τη μαρτυρία του όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του γιού του που τελικά απεβίωσε ως επίσης την κατάσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς της συζύγου του-Ενάγουσας 1 κατά το καλοκαίρι (περιλαμβανομένου του Σεπτεμβρίου) του έτους
  27. Δέχομαι ακόμα το μέρος της μαρτυρίας του όσον αφορά τις ενέργειες του μετά που η Ενάγουσα 1 του ανέφερε για την πώληση του ακινήτου και την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.86.250 (147.366,87). Κάποιες μικροαντιφάσεις ή ασάφειες δεν αλλοιώνουν την θετική εικόνα που σχημάτισα γι΄ αυτόν. Ο Εναγόμενος 1 μου άφησε πολύ κακή εντύπωση. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από γενικότητα και ασάφεια ως επίσης προσπάθεια αποφυγής απαντήσεων. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη 2 και ο ίδιος ενεργώντας για λογαριασμό της Εναγόμενης 2 προσέφεραν υπηρεσίες marketing και διαφήμισης στην Ενάγουσα 1 και όταν του ζητήθηκαν λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων υπηρεσιών απάντησε «βάζαμε διαφημιστικά» χωρίς να μπορεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει οτιδήποτε από αυτά τα «διαφημιστικά» που ισχυρίστηκε ή αποδείξεις πληρωμής σε σχέση με αυτά τα «διαφημιστικά». Αυτό πλήττει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του Εναγόμενου 1 αφού δεν δίδει ούτε μια μικρή διευκρίνιση ή λεπτομέρεια για τα «διαφημιστικά» που ισχυρίζεται ότι πρόσφερε ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 τη στιγμή που η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα, την 9.8.2007, δηλαδή ένα περίπου χρόνο μετά τα επίδικα γεγονότα και ενώ είχε προηγηθεί τηλεφώνημα του Μ.Ε.5 προς αυτόν στο μεσοδιάστημα ο οποίος (όπως ο ίδιος παραδέχθηκε) του διαμαρτυρόταν για την πώληση του ακινήτου και την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87). Επομένως είναι λογικό να ανέμενε κάποιος από τον Εναγόμενο 1 ότι θα μπορούσε να αναφέρει κάποιες λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων προσφερθεισών υπηρεσιών και να παρουσιάσει κάποιο από το ισχυριζόμενο διαφημιστικό υλικό, πράγμα που δεν έπραξε. Ακόμα σε πάρα πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Δεν δέχομαι την εκδοχή του. Συνεπεία της πιο πάνω αξιολόγησης αποδέχομαι ότι οι Ενάγουσες ήσαν συνιδιοκτήτριες του ακινήτου έχοντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της Ενάγουσας 1 την οποία έχω αποδεχθεί, ως επίσης το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 (συμφωνία αντιπαροχής) ως επίσης των Τεκμηρίων 9 και 10 (αντίγραφα δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου ημερ. 1.12.2006 και 12.7.2007 αντίστοιχα). Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 το οποίο αποτελεί έγγραφα που λήφθηκαν μέσω διαδικτύου από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία εγγράφηκε την 10.11.2000 και ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής της από την 10.11.2000 ως επίσης μέτοχος κατά 50%. Αποδέχομαι επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα 1 ενήργησε ως αντιπρόσωπος της μητέρας της-Ενάγουσας 2 αφού εκτός από τη σχετική μαρτυρία της Ενάγουσας 1 (την οποία έχω αποδεχθεί), επισυνάπτονται επί των Τεκμηρίων 9 και 10 σχετικά πληρεξούσια έγγραφα. Υπάρχει ακόμα σχετική αναφορά επί της συμφωνίας αντιπαροχής (Τεκμήριο 5). Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα 1 γνώρισε τον Εναγόμενο 1 αποδέχομαι ότι αυτή έγινε κάτω από τις συνθήκες και την χρονική ακολουθία που περιέγραψε η Ενάγουσα 1 κατά τη μαρτυρία της, ότι δηλαδή συνάντησε τον Εναγόμενο 1 τη χρονική περίοδο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του έτους 2006 στο γραφείο του αρχιτέκτονα ο οποίος τους σύστησε. Η Ενάγουσα 1 είχε επισκεφθεί τον αρχιτέκτονα για να τον ρωτήσει για κάποιο θέμα. Η Ενάγουσα 1 είχε αναφέρει στον αρχιτέκτονα ότι επιθυμούσε να πωλήσει το ακίνητο και ότι η προσφορές που είχε ήσαν χαμηλές. Μετά από δύο μέρες ο αρχιτέκτονας επικοινώνησε μαζί της και την πληροφόρησε ότι υπήρχε αγοραστής και η Ενάγουσα 1 μετέβηκε στο γραφείο του. Όταν μετέβηκε στο μέρος ο αρχιτέκτονας τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 ο οποίος κατέφθασε στο μέρος, της συστήθηκε ως κτηματομεσίτης και της είπε ότι υπήρχε ενδιαφερόμενος αγοραστής για το ακίνητο δηλαδή η εργοληπτική εταιρεία. Τότε η Ενάγουσα 1 ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να διευθετήσει συνάντηση με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Η συνάντηση διευθετήθηκε και τελικά η Ενάγουσα 1 ενεργώντας και εκ μέρους της Ενάγουσας 2 ήρθε σε συμφωνία με την εργοληπτική εταιρεία (Τεκμήριο 5). Η Ενάγουσα 1 (ενεργώντας και εκ μέρους της Ενάγουσας 2) ήρθε σε συμφωνία και με τον Εναγόμενο 1 όσον αφορά την αμοιβή του που ήτο 5% επί του ποσού των Λ.Κ.1.500.000 δηλαδή Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στην Ενάγουσα 1 στην παρουσία εκπροσώπου της εργοληπτικής εταιρείας ότι η συμφωνία αντιπαροχής δεν θα προχωρούσε αν δεν καταβάλλετο σ΄ αυτόν το πιο πάνω ποσό. Η Ενάγουσα 1 δέχτηκε και ο εκπρόσωπος της εργοληπτικής εταιρείας εξέδωσε επ΄ ονόματι της την επιταγή-Τεκμήριο 8 για το πιο πάνω ποσό, η ίδια την οπισθογράφησε και ακολούθως την έδωσε στον Εναγόμενο
  28. Ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας αντιπαροχής την ίδια μέρα (22.9.2006) ενώ ο εκπρόσωπος της εργοληπτικής εταιρείας της κατέβαλε προκαταβολή μέσω τραπεζικής επιταγής. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 το τιμολόγιο-Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 22.9.2006 δια ποσό Λ.Κ.86.250 (Λ.Κ.75.000 πλέον Λ.Κ.11.250 Φ.Π.Α.) το οποίο η Ενάγουσα 1 υπέγραψε και την απόδειξη-Τεκμήριο 7 ίδιας ημερομηνίας δια ίδιο ποσό. Το πιο πάνω ποσό κατέληξε σε λογαριασμό της Εναγομένης 2 και πληρώθηκε ο Φ.Π.Α.. Την 1.12.2006 έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου η μεταβίβαση από τις Ενάγουσες στην εργοληπτική εταιρεία των 66/100 (Τεκμήριο 9) του πιο πάνω ακινήτου και την 12.7.2007 των υπόλοιπων 34/100 (Τεκμήριο 10). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το πωλητήριο έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε για τις πιο πάνω μεταβιβάσεις είναι το Τεκμήριο
  29. Κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαϊου 2007 η Ενάγουσα 1 ανέφερε στον Μ.Ε.5 το γεγονός της πώλησης του πιο πάνω ακινήτου και της καταβολής του ποσού των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87)τα οποία ήρθαν σε γνώση του Μ.Ε.5 για πρώτη φορά. Ακολούθησε η καταγγελία του Εναγόμενου 1 από τον Μ.Ε.5 εκ μέρους των Εναγουσών και εν συνεχεία από τις ίδιες Ενάγουσες στην Αστυνομία. Πριν από την καταγγελία ο Μ.Ε.5 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεως Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
  30. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.» Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει δήλωση των μερών ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήσαν εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες. Η συμφωνία των Εναγουσών με τον Εναγόμενο 1 δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από συμφωνία προμήθειας αφού η αμοιβή του Εναγόμενου 1 έγινε στη βάση του τιμήματος πώλησης και της εκτιμημένης αξίας της αντιπαροχής δηλαδή του συνολικού ποσού των Λ.Κ.1.500.
  31. Από τη στιγμή που η αμοιβή του Εναγόμενου 1 υπολογίστηκε με τον πιο πάνω τρόπο και το γεγονός ότι δεν παρουσίασε το παραμικρό στοιχείο για να καταδείξει τους ισχυρισμούς του περί marketing ή διαφήμισης (γι΄ αυτό άλλωστε η εκδοχή του δεν έγινε δεκτή) και τέλος το γεγονός ότι μόλις η Ενάγουσα 1 μετέβηκε στον αρχιτέκτονα για να την πληροφορήσει για τον υποψήφιο αγοραστή αυτός τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 ο οποίος έφτασε στο μέρος, της συστήθηκε ως κτηματομεσίτης και την πληροφόρησε ότι ο υποψήφιος αγοραστής του ακινήτου ήτο η εργοληπτική εταιρεία, δεν υπάρχει άλλο λογικό συμπέρασμα πέραν από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε ουσιαστικά ως κτηματομεσίτης. Είναι γεγονός ότι στο τιμολόγιο-Τεκμήριο 6 (το οποίο η Ενάγουσα 1 υπέγραψε) αναγράφεται ότι εξεδόθη δια "Marketing and Promotion Services" και στην απόδειξη-Τεκμήριο 7 ότι η είσπραξη του πιο πάνω ποσού ήτο δια "Marketing Services". Tα πιο πάνω αναγραφόμενα δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα και την εικόνα των γεγονότων που έχω αποκομίσει. Τα πιο πάνω αναγραφόμενα στα Τεκμήρια 6 και 7 δεν παραπέμπουν σε εργασίες ή πράξεις που δεν διενεργεί ένας κτηματομεσίτης αφού ακριβώς η προώθηση, προβολή, διαφήμιση, πρόταση αγοράς ή πώλησης ακίνητης περιουσίας ή άλλης κτηματικής συναλλαγής περιλαμβάνεται στις ενέργειες που προβαίνει ένας κτηματομεσίτης όταν προβαίνει σε μεσολάβηση για κτηματική συναλλαγή. Με λίγα λόγια το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 δεν παραπέμπει σε εργασίες που δεν έχουν σχέση με το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Σύμφωνα με τον περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2004 (Ν.273
(1)/2004): «"αδειούχος κτηματομεσίτης" σημαίνει εγγεγραμμένο κτηματομεσίτη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατέχει ισχύουσα άδεια που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 15· "ακίνητο" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο "ακίνητη ιδιοκτησία" από το άρθρο 2 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου· ................................... "εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης" σημαίνει κτηματομεσίτη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο ως κτηματομεσίτης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου· ................................. "κτηματομεσίτης" σημαίνει το φυσικό πρόσωπο του οποίου η απασχόληση είναι η έναντι αμοιβής μεσολάβηση για κτηματική συναλλαγή·» Σύμφωνα δε με το άρθρο 14
(1)(α)(β)
(2)
(3): «14.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κανένα πρόσωπο δε δικαιούται- (α) να ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή με οποιοδήποτε τρόπο να ενεργεί ως κτηματομεσίτης ή να προβάλλεται ή διαφημίζεται ως κτηματομεσίτης ή να επαγγέλλεται με οποιοδήποτε όνομα, επωνυμία ή τίτλο στον οποίο περιέχονται οι λέξεις "κτηματομεσίτης", "κτηματομεσιτικοί σύμβουλοι", "κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις" ή "κτηματομεσιτεία" ή άλλες παρόμοιες φράσεις ή λέξεις ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αφήνει να νοηθεί ότι πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, ή (β) να αξιώσει ή εισπράξει οποιαδήποτε αμοιβή αναφορικά με υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και έχουν σχέση, άμεση ή έμμεση, με την εργασία του κτηματομεσίτη, εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και κατέχει ισχύουσα ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 15.
(2)Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου
(1)είναι ένοχο αδικήματος ..........
(3)Για τους σκοπούς ποινικής δίωξης για το αδίκημα που προβλέπεται στο εδάφιο
(2), πρόσωπο θα θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή άλλως πως πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, αν με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει ή προβάλλει ή προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά ή πώληση ή άλλη κτηματική συναλλαγή αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του ή στο όνομα συγγενικού του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας προσώπου μέχρι δευτέρου βαθμού ή σε εταιρεία της οποίας είναι διευθυντής ή εκτελεστικός σύμβουλος: Νοείται ότι επιχειρηματίας ανάπτυξης γης και οικοδομών δε θεωρείται ότι ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή άλλως πως πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, αν με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει ή προβάλλει ή προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά ή πώληση ή άλλη κτηματική συναλλαγή αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του ή στο όνομα συγγενικού του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας προσώπου μέχρι δεύτερου βαθμού, αλλά αποτελεί προϊόν επιχειρηματικής του δραστηριότητας που προέκυψε μετά από σύμβαση αντιπαροχής με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ακινήτου.» Επανερχόμενος στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 24: «24. Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη.» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συμφωνία παροχής κτηματομεσιτικών υπηρεσιών από πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένο στο σχετικό μητρώο είναι παράνομη. Εξίσου παράνομη είναι και η αντιπαροχή που δίδεται για τις υπηρεσίες αυτές. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 κατά παράβαση των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα 1 ως κτηματομεσίτης (χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο) ως επίσης πρόβαλε και πρότεινε κτηματική πώληση ή κτηματική συναλλαγή και έλαβε ως αμοιβή προμήθεια εν σχέση με αυτή την πώληση ή συναλλαγή τότε κρίνω ότι η σύμβαση δυνάμει της οποίας καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη (βλ. Ζ. Σ. Ζαχαριάδης Λτδ v. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 445). Δεν μου διαφεύγει ότι το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί: «65. Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.» Βλέπε Α & C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartm. Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ.
  1. Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος 1 προσπορίστηκε έμμεσα όφελος από την άκυρη συμφωνία αφού το ποσό των Λ.Κ.86.250 κατατέθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2 της οποίας είναι διευθυντής και μέτοχος του 50% των μετοχών της. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει δοθεί και έχω αποδεχθεί η Ενάγουσα 1 δεν γνώριζε οτιδήποτε για την Εναγόμενη 2 πριν από την έκδοση του τιμολογίου (τεκμήριο 6) και την απόδειξη (Τεκμήριο 7) που εκδόθηκαν εκ μέρους της Εναγόμενης 2 εταιρείας και φέρουν ως ημερομηνία την 22.9.2006 δηλαδή την ημέρα που η Ενάγουσα 1 παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 την επιταγή δια ποσό Λ.Κ.86.150 (Τεκμήριο 8). Η Ενάγουσα σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την οποία έχω αποδεχθεί, γνώριζε μόνον τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο συνήψε τη συμφωνία και διενήργησε τη συναλλαγή και ήρθε σε γνώση της η ύπαρξη της Εναγόμενης 2 εταιρείας μέσω των Τεκμηρίων 6 και
  2. Εξάλλου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να υποδηλεί την εμπλοκή της Εναγόμενης 2 εταιρείας πριν από την έκδοση των Τεκμηρίων 6 και 7 όπως μια έγγραφη προσφορά προς τις Ενάγουσες ή μια επιστολή προς αυτές κ.λ.π.. Επομένως συμφωνώ με την εισήγηση της πλευράς των Εναγουσών ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργώντας και εκ μέρους της Εναγόμενης 2 σαν διοικητικός σύμβουλος της εκδίδοντας τα Τεκμήρια 6 και 7 είχε ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη 2 να αποδεχθεί την πράξη και την είσπραξη και η ευθύνη των Εναγομένων να είναι προσωπική και αλληλέγγυα. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι και η Εναγόμενη 2 εταιρεία προσπορίστηκε όφελος δυνάμει της συμφωνίας. Τέλος σημειώνεται ότι λόγω του ότι η Ενάγουσα 1 (και κατ' επέκταση και η Ενάγουσα 2) δεν ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή τότε δικαιούται την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.86.250 (€147.366,77) και η αντίθετη περί τούτου εισήγηση της πλευράς των Εναγομένων δεν γίνεται αποδεκτή (βλ. Σωτήρη Ιωάννου v. Γεωργίου Μουσκαλλή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595). Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα 1 (όπως και η Ενάγουσα 2) δεν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήτο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και το έμαθε αργότερα μετά την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι δεν ήτο μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Η πλευρά της υπεράσπισης επικαλέστηκε τα Τεκμήρια 9 και 10 (έντυπα μεταβίβασης) υποστηρίζοντας ότι η Ενάγουσα 1 υπέγραψε σ΄ αυτά ότι για τη μεταβίβαση δεν χρησιμοποιήθηκε η μεσολάβηση κτηματομεσίτη. Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 στα έντυπα αυτά αναγράφεται μόνο όπου ο κτηματομεσίτης είναι εγγεγραμμένος (και ο αριθμός μητρώου του) και επομένως δεν θα μπορούσε να αναγράφεται ο Εναγόμενος 1 είτε η Εναγόμενη 2 αφού κανείς από αυτούς δεν είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Σημειώνεται επίσης ότι η σχετική σφραγίδα που υπάρχει στα Τεκμήρια 9 και 10 για να δηλωθεί κατά πόσο υπήρξε ή όχι για τη συναλλαγή η μεσολάβηση κτηματομεσίτη παρόλο που υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει μείνει κενή. Δηλαδή στη σχετική φράση «Δηλώνουμε ότι για τη συναλλαγή δεν υπήρξε μεσολάβηση κτηματομεσίτη/υπήρξε μεσολάβηση κτηματομεσίτη» που τίθεται δια σφραγίδας δεν έχει διαγραφεί οποιοδήποτε μέρος της. Η πλευρά της υπεράσπισης ισχυρίστηκε ακόμα ότι από τη στιγμή που η Ενάγουσα 1 υπέγραψε το τιμολόγιο-τεκμήριο 6, οι Ενάγουσες συμβλήθηκαν μόνο με την Εναγόμενη 2. Ούτε αυτή η εισήγηση γίνεται δεκτή. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω κατά την συνομολόγηση της σύμβασης αλλά και στη συνεννόηση που προηγήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα 1 δεν γνώριζε την ύπαρξη της Εναγόμενης 2 εταιρείας την οποία έμαθε κατά το χρόνο της τιμολόγησης και της πληρωμής του ως άνω ποσού δηλαδή μέσω των Τεκμηρίων 6 και 7. Στην ουσία η σύμβαση συνομολογήθηκε λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 παρουσιάσθηκε στην Ενάγουσα 1 ως κτηματομεσίτης και ότι ήτο σε θέση να εξεύρει αγοραστή για το ακίνητο. Επομένως οποιαδήποτε εισήγηση περί του ότι οι Ενάγουσες δεν συμβλήθηκαν με τον Εναγόμενο 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή [(βλ. Ευαγγελίδης (Isiro Hotel Assoc.) v. Κοσμά κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 932) όπου λέχθηκε ότι όταν αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη (άρθρο 190 του Κεφ. 149), το πρόσωπο που συναλλάττεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου είτε εναντίον και των δύο (άρθρο 193 του Κεφ. 149)]. Συνεπεία των πιο πάνω καταλήγω ότι η συμφωνία ημερομηνίας 22.9.2006 δυνάμει της οποίας καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.86.250 (€147.366,87) είναι άκυρη εξ΄ υπαρχής και η Ενάγουσα δικαιούται την επιστροφή του πιο πάνω ποσού. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 προσωπικά και αλληλέγγυα για το ποσό των €147.366,87 (Λ.Κ.86.250,00), πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.