← Κύπρος

ASSAF JOSSEF ν. Μιχάλης Αντωνίου, Αρ. αγωγής: 1163/11, 9/7/2014

ASSAF JOSSEF ν. Μιχάλης Αντωνίου, Αρ. αγωγής: 1163/11, 9/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1163/11 ASSAF JOSSEF Ενάγοντας εναντίον Μιχάλης Αντωνίου Εναγόμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9/7/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κος Κωνσταντίνος Πόλεος Για τον εναγόμενο : κος Γιώργος Χατζηνεοφύτου ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγοντας αιτείται από τον εναγόμενο το ποσό των € 20,000 (Λ.Κ. 12,000) δυνάμει εγγυητικής επιστολής που εισπράχθηκε από τον εναγόμενο κατά παράβαση συμφωνίας, αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, και χωρίς βεβαίως να καταγράφεται αυτολεξεί ότι αναφέρεται σε αυτήν, η διαφορά προέκυψε λόγω της ιδιότητας του ενάγοντα ως υπενοικιαστή και του εναγόμενου ως ενοικιαστή του επίδικου καταστήματος δυνάμει γραπτής συμφωνίας για την οποία θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, διότι υπήρχε διαφωνία ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτής της συμφωνίας. Στην πορεία έχει γίνει διευθέτηση με βάση την οποία μειονόταν το ενοίκιο, ζητήθηκε η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής από τον εναγόμενο προς τον ενάγοντα, υπό την προυπόθεση ότι ο ενάγοντας θα αποχωρούσε από το επίδικο κατάστημα, αλλά αυτή η διευθέτηση δεν υλοποιήθηκε και ο ενάγοντας απέστειλε επιστολή με βάση την οποία ανανέωνε την επίδικη συμφωνία αλλά ο εναγόμενος είσπραξε την πιο πάνω εγγυητική επιστολή, κατά παράβαση της μεταξύ τους διευθέτησης και συμφωνίας. Ο εναγόμενος στους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα, καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ο εναγόμενος, χωρίς βεβαίως να καταγράφεται αυτολεξεί ότι αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, χαρακτηρίζει την επίδικη συμφωνία ως άδεια χρήσεως και όχι ως ενοικίαση, ισχυρίζεται κακοδιαχείριση του επίδικου εστιατορίου από τον ενάγοντα, ως επίσης και μη τακτική πληρωμή των τελών χρήσης και την μη συμφωνία για την μείωση αυτών για συγκεκριμένη περίοδο, ως ήταν η θέση του ενάγοντα. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι ορθώς και νομίμως εισπράχθηκε η πιο πάνω εγγυητική λόγω των αντισυμβατικών ενεργειών του ενάγοντα, αλλά και λόγω της άσκησης των συμβατικών δικαιωμάτων του εναγόμενου και λόγω της μη έγκαιρης ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας, λέγοντας ότι το ποσό που έχει εισπραχθεί, αποτελεί μέρος των αποζημιώσεων που δικαιούται ο εναγόμενος, ως είναι οι θέσεις του. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας λόγω της μη ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας υπέστη ζημιές και έξοδα, ο ενάγοντας δεν κατέβαλε τέλη που αφορούν την χρήση του επίδικου υποστατικού, απώλεσε κέρδη, αναγκάστηκε να πωλήσει την επιχείρηση του σε πιο χαμηλή τιμή και περαιτέρω απωλέσθησαν αντικείμενα από την επιχείρηση του, ως επίσης καταστράφησαν αντικείμενα και ο εναγόμενος υπέστη τις ανάλογες ζημιές και έξοδα ως δικογραφούνται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ο ενάγοντας στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς και απαιτήσεις του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως αυτοί αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η γραπτή και προφορική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και βεβαίως το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα καταγράψει αυτολεξεί την εκτεθείσα προφορική μαρτυρία, αλλά ούτε και το περιεχόμενο των τεκμηρίων, αλλά θα την συνοψίσει στο μέτρο του δυνατού και θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. Από πλευράς ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε τρεις μάρτυρες και από πλευράς εναγομένου κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε έναν μάρτυρα. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ότι η απαίτηση και ανταπαίτηση θα συνεκδικαστούν, κατατέθηκαν σειρά τεκμηρίων και η κάθε πλευρά επιφύλαξε το δικαίωμα της να αντεξετάσει επί του περιεχομένου τους, ως επίσης επιφύλαξε το δικαίωμα όπως δώσει την δική της εκδοχή για την ερμηνεία αυτών. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας - Μ.Ε.

  1. Ο ενάγοντας κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 11, κάνει αναφορά στην επίδικη συμφωνία και τι οδήγησε στην μερική τροποποίηση της και στο τέλος την κατάρρευση της, ως επίσης και στις ενέργειες που προέβη τόσο ο ενάγοντας, όσο και ο εναγόμενος αναφορικά με την επίδικη εγγυητική, αλλά και την κατάσταση του επίδικου εστιατορίου και στις ενέργειες που έχει προβεί ο εναγόμενος μετά την ρίξη της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Στην συνέχεια ο ενάγοντας αναφέρθηκε στην μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, στην αποστολή των επιταγών από τον ίδιο προς τον εναγόμενο, στα αντικείμενα που επιστράφησαν από τον εναγόμενο στον ενάγοντα και στην απόσυρση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης που αφορούσε τα εν λόγω αντικείμενα και το αποτέλεσμα αυτής, σε συμφωνία που υπήρχε πρόθεση να συναφθεί και που αφορούσε ενοικίαση του επίδικου εστιατορίου σε συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων, στην επιστολή ανανέωσης της επίδικης σύμβασης και το τι έχει αντιληφθεί ο ίδιος ως προς τις προθέσεις και σκοπούς του εναγομένου που συνίστατο στο να τον καθυστερήσει να ανανεώσει την επίδικη συμφωνία. Περαιτέρω ανέφερε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του αναφορικά με την επίδικη εγγυητική και την είσπαρξη της, αναφέρθηκε στην εκπλήρωση εκ μέρους του όλων των συμβατικών του υποχρεώσεων, αρνήθηκε τις δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου και έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος απέκτησε αντικλείδι του επίδικου εστιατορίου. Αντεξεταζόμενος, έκανε αναφορά στο τι προηγήθηκε της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας και στον χαρακτήρα αυτής, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ο εναγόμενος μαζί με την απόδειξη, του έδιδε και τιμολόγιο και πλήρωνε Φ.Π.Α, λόγω της ύπαρξης της εταιρείας του εναγόμενου και ο ενάγοντας πλήρωνε μέσω της εταιρείας του. Δεν θυμόταν ο μάρτυρας να αναφέρει κατά πόσο ζήτησε και του υποδείχθηκαν οι αποδείξεις που καταδεικνύουν τον κύκλο εργασιών του επίδικου εστιατορίου πριν την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ως επίσης δεν θυμόταν τον κύκλο εργασιών όταν ανέλαβε ο ίδιος το επίδικο εστιατόριο, κάνοντας αναφορά στην δύσκολη αρχή που είχε και τους λόγους που οδήγησαν στο κλείσιμο του εστιατορίου. Αναφέρθηκε επίσης, στην μείωση του ενοικίου και τι οδήγησε σε αυτήν και αρνήθηκε τις υποβολές ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτήν την μείωση, στις προηγούμενες πληρωμές ενοικίων μέχρι και τους τελευταίους μήνες της ενοικίασης, δίνοντας ο ίδιος ο μάρτυρας την δική του εκδοχή ως προς την ύπαρξη πρόνοιας για αποζημίωση που ως ποσό δεν τον απασχολούσε και επίσης δεν φοβόταν ότι θα εισπραττόταν η εγγυητική του και έδωσε μια εικόνα στο τι οδήγησε στην απόσυρση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης μετά από συμβουλή του δικηγόρου του, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι ειδοποιήθηκε μέσω των τεκμηρίων 13 και 7 να παραλάβει τα αντικείμενα που φαίνονται στο τεκμήριο 16 και γενικά αρνήθηκε ότι έχει ειδοποιηθεί εγγράφως από τον εναγόμενο για οτιδήποτε, λέγοντας ότι για πρώτη φορά ειδοποιήθηκε όταν εκκρεμούσε η ιδιωτική ποινική υπόθεση στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Επίσης ο ενάγοντας έκανε αναφορά στο πως περιήλθε στην αντίληψη του η κατοχή του επίδικου εστιατορίου από νέους ενοικιαστές και τις ενέργειες που ο ενάγοντας προέβηκε όπως π.χ. σε καταγγελία στην αστυνομία, ως επίσης και τις οδηγίες που έχει δώσει για να συνταχθεί και αποσταλεί το τεκμήριο 9 και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσες θέσεις ως προς ισχυριζόμενα απωλεσθέντα αντικείμενα κατά την παραλαβή του εστιατορίου από τον εναγόμενο, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο εναγόμενος είχε αντικλείδι του εστιατορίου δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, λέγοντας ότι ο ενάγοντας άλλαξε τις κλειδαριές και το κλειδί που είχε ο εναγόμενος το έλαβε από τον ενάγοντα. Συμφώνησε ότι έχει υπογράψει στην συμφωνία για την αξία της φήμης και πελατείας και του εξοπλισμού του εστιατορίου, πλην όμως δεν άσκησε το δικαίωμα αγοράς αυτών. Αναφορικά με την αφαιρεθείσα επιγραφή που προυπήρχε στο επίδικο εστιατόριο, ανέφερε ότι αυτή ήταν αυτοκόλλητο και όχι ταπέλλα και δεν έχει γίνει κάποια ζημιά, αρνήθηκε αλλά και δεν θυμόταν ότι έχει μείνει απλήρωτος λογαριασμός νερού και τέλη άδειας λειτουργίας του εστιατορίου το οποίο πληρώθηκε από την εταιρεία του εναγόμενου, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι κλήθηκε να παραλάβει τα αναλώσιμα και τις ταπέλλες και ότι αυτός αρνήθηκε. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ειδοποιήθηκε μέσω των τεκμηρίων 7 και 13 για να παρουσιάσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που να καλύπτει την επιχείρηση, λέγοντας ότι υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη. Ανέφερε ότι το ενοίκιο του μηνός Ιανουαρίου του 2008 το πλήρωσε με την επιταγή - τεκμήριο 14 - η οποία παραδόθηκε δια χειρός από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου ότι αυτή η επιταγή ταχυδρομήθηκε από τον ίδιο με διπλοσυστημένη επιστολή και μετά από όχληση του εναγόμενου όταν υπήρχε καθυστέρηση στην πληρωμή του, ως επίσης αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι τοποθέτησε ο ίδιος ημερομηνία στην επιταγή για να φαίνεται ότι εκδόθηκε εμπρόθεσμα και ότι αποστάληκε στις 25 Ιανουαρίου του 2008 δια μέσου του τεκμηρίου 10 και ότι ο εναγόμενος του τηλεφώνησε ότι η επιταγή δεν αλλασσόταν επειδή υπήρχε η αναγραφή σε λίρες και ότι οχλήθηκε και δια μέσου του τεκμηρίου 7 από τον εναγόμενο για το ανεπαρκές του ποσού της επιταγής, επαναλαμβάνοντας την θέση του ως προς την τακτική που ακολουθείτο για την μη αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων στην πληρωμή των ενοικίων λόγω της απόστασης, αλλά και της καλής συνεργασίας των διαδίκων και όσον αφορά το τεκμήριο 14, ανέφερε ότι αυτή αφορούσε την καταβολή του ενοικίου δια μέσου του τεκμηρίου 14, ανέφερε ότι αυτή αφορούσε το μειωμένο ενοίκιο αλλά όταν ο εναγόμενος δεν το δέχθηκε, τότε έγινε η πλήρης πληρωμή, νομιζόμενος ότι η μείωση συνεχιζόταν και τον μήνα Ιανουάριο επειδή το εστιατόριο παρέμεινε κλειστό. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η επιταγή - τεκμήριο 14 έχει εκδοθεί όταν έχει αντιληφθεί ότι η τακτική κωλυσιεργίας του δεν έφερε αποτελέσματα και επειδή ο εναγόμενος τον ειδοποίησε ότι θα εισέπραττε την εγγυητική λόγω της μη άσκησης του δικαιώματος από τον ενάγοντα να ανανεώσει την επίδικη συμφωνία για ένα ακόμα χρόνο, επαναλαμβάνοντας τις δικές του θέσεις. Ανέφερε επίσης ο ενάγοντας ότι δεν έχει εξεύρει ο ίδιος οποιονδήποτε για να αναλάβει το επίδικο εστιατόριο και να απαλλαγεί ο ίδιος από την επίδικη συμφωνία και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο εναγόμενος του ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να βρει νέο ενοικιαστή για να απαλλαγεί από την υποχρέωση της εγγυητικής και επανέλαβε εκ νέου τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του ως προς το θέμα της σύνταξης αλλά και εξαργύρωσης της εγγυητικής, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο εναγόμενος αποδέχτηκε την καταβολή της μισής εγγυητικής από ότι προέβλεπε η επίδικη συμφωνία λόγω της προπληρωμής ενοικίων. Αναφορικά με το τεκμήριο 18, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι του δόθηκε για να παραδώσει την κατοχή του εστιατορίου τον Φεβρουάριο του 2008 εις αντάλλαγμα να του χαριστεί το ενοίκιο και ότι ο ενάγοντας είπε στον εναγόμενο να το σκεφτεί και αντ΄ αυτού απέστειλε το τεκμήριο 14, δίνοντας επίσης την δική του ερμηνεία και εκδοχή ως προς το τεκμήριο
  2. Επανέλαβε την θέση του ο ενάγοντας ότι προχώρησε στην ανανέωση της επίδικης συμφωνίας όταν αντιλήφθηκε τις προθέσεις του εναγομένου, απαντώντας σε υποβληθείσα θέση ότι η πρόνοια στην επίδικη συμφωνία για καταβολή αποζημιώσεων και έκπτωσης της εγγυητικής έχει τεθεί για να δοθεί ο χρόνος στον εναγόμενο να εξεύρει νέο ενοικιαστή και λόγω της ύπαρξης εξοπλισμού στο επίδικο εστιατόριο και του κινδύνου να απωλεστεί πελατεία εάν δεν ανανεωνόταν η επίδικη συμφωνία. Ο ενάγοντας συμφώνησε ότι ήταν καλή η μεταπώληση της επιχείρησης από τον εναγόμενο στο ποσό των 70 χιλιάδων λιρών Κύπρου και αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι θα πρέπει να καταβάλει στον εναγόμενο τις ζημιές ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε η κα Γεωργία Κούσουλου η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον δικαιούχο που αναφέρεται στο τεκμήριο 4, ο εναγόμενος ήταν πελάτης της Σ.Π.Ε Γεροσκήπου, ο οποίος εκχώρησε την επίδικη εγγυητική για να παραχωρηθεί δάνειο και στο τέλος ο εναγόμενος απαίτησε την είσπραξη της εγγυητικής, ισχυριζόμενος παράβαση συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντα και αυτό έγινε δια μέσου του τεκμηρίου
  3. Η μάρτυρας έχει κάνει αναφορά και στις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο και ότι αυτές έχουν εξοφληθεί, χωρίς όμως να γνωρίζει κατά πόσο αυτές έχουν εξοφληθεί από την επίδικη εγγυητική, ως επίσης δεν ήταν σε θέση η μάρτυρας να αναφέρει κατά πόσο η επιταγή που είχε εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου προς την Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου και που αφορούσε την επίδικη εγγυητική κατά πόσο κατατέθηκε προς όφελος του εναγόμενου. Ως Μ.Ε. 3 κατέθεσε ο κ. Πανίκος Μακαρίου ο οποίος επίσης δεν έχει αντεξεταστεί. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει το πρόσωπο που αναφέρεται στο τεκμήριο 3 με το όνομα Μεταξάς Καθητζιώτης, ο οποίος όμως ήταν πελάτης της πρώην Λαικής Τράπεζας και παρουσίασε αντίγραφο επιταγής, ήτοι το τεκμήριο 20 και που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3α του τεκμηρίου 3 και η οποία επιταγή έχει πληρωθεί. Ως Μ.Ε. 4 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Κασιουλής ο οποίος επίσης δεν έχει αντεξεταστεί. Ανέφερε ότι δεν είναι γνώστης της υπογραφής του εναγόμενου τον οποίο γνωρίζει, όμως είναι γνώστης του τεκμηρίου 19 και αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο με τίτλο ΄΄καταχώρηση εγγυητικής επιστολής΄΄. Έκανε αναφορά στην επίδικη εγγυητική επιστολή και για την καταχώρηση της ως εξασφάλιση για παραχώρηση δανείου προς τον εναγόμενο, ως επίσης έκανε αναφορά στο τι προηγήθηκε και τι οδήγησε στην πληρωμή της εγγυητικής με την εμπλοκή της Τράπεζας Κύπρου, ως επίσης και για το θέμα πληρωμών προς το δάνειο που είχε ο εναγόμενος και το ύψος αυτού. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, ο ενάγοντας έχει κλείσει την υπόθεση του και ακολούθως ο εναγόμενος έδωσε μαρτυρία και ακολούθως κάλεσε ένα μάρτυρα. Ο εναγόμενος στην γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 21, κάνει αναφορά στο τι προηγήθηκε της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, στον κύκλο εργασιών που είχε το επίδικο εστιατόριο πριν από την εν λόγω συμφωνία, τι περιελάμβανε αυτή η συμφωνία και το πως κατέληξαν σε αυτήν και σε σε συγκεκριμένες πρόνοιες αυτής, όπως π.χ. στον υπολογισμό των αποζημιώσεων σε περίπτωση μη ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας και στον υπολογισμό του εξοπλισμού και της φήμης και πελατείας εάν ασκείτο το δικαίωμα αγοράς της επιχείρησης, ως επίσης και στο δικαίωμα εισόδου στο επίδικο εστιατόριο με κλειδιά που θα είχε ο εναγόμενος. Έκανε επίσης αναφορά στο τι οδήγησε στην παραχώρηση μέρους μόνο της συμφωνηθείσας εγγυητικής και τελικά στο κλείσιμο της επιχείρησης, στην μη πληρωμή τελών χρήσης και στην μείωση αυτών για συγκεκριμένη περίοδο και τις διαβεβαιώσεις που έλαβε ο εναγόμενος από τον ενάγοντα ότι θα ανανεώσει την επίδικη συμφωνία για έναν ακόμα χρόνο και αρνήθηκε ο εναγόμενος την θέση του ενάγοντα ότι συμφώνησε να δώσει στον ενάγοντα την επίδικη εγγυητική. Επίσης έκανε αναφορά στις προσπάθειες που είχε κάνει για να βρει νέο ενοικιαστή όταν δεν ανανεώθηκε η επίδικη συμφωνία όπως π.χ. έγινε με το τεκμήριο 18 και στην κατάρρευση τελικά του ενδιαφέροντος από τον υποψήφιο ενοικιαστή, έκανε επιπλέον αναφορά στο πως περιήλαν στην αντίληψη του τα τεκμήρια 10 και 14 και τι οδήγησε στην σύνταξη των τεκμηρίων 7 και 12 και στην πληρωμή για τους δύο πρώτους μήνες του
  4. Αρνήθηκε ότι έχει λάβει την επιστολή ημερομηνίας 24/1/2008, αναρωτώμενος γιατί δεν γίνεται αναφορά σε αυτήν στην επιστολή ημερ. 3/3/
  5. Αναφέρθηκε επίσης στην πώληση της επιχείρησης για το ποσό των 119,500 ευρώ και το τι οδήγησε σε αυτή, έτσι ώστε να μην υφίσταται πλέον ζημιές και έξοδα λόγω της απώλειας της πελατείας, ως επίσης και τι προηγήθηκε της εξαργύρωσης της επίδικης εγγυητικής. Αρνήθηκε την θέση του ενάγοντα ότι έχει συμφωνήσει με τον ενάγοντα όπως τον απαλλάξει από την εγγυητική με αντάλλαγμα την πληρωμή των δύο πρώτων μηνών του 2008, ως επίσης αρνήθηκε την θέση του ενάγοντα ότι έχει ζητήσει χρόνο για να αποδεσμεύσει την επίδικη εγγυητική, ως επίσης και την θέση του ενάγοντα ότι έχει ζητήσει από αυτόν αντικλείδι, από την στιγμή που ο ίδιος είχε αντικλείδι και το άνοιγε κατά καιρούς για να το δείξει σε ενδιαφερόμενους αλλά και για να ποτίσει τα λουλούδια και να ελέγξει τον εξοπλισμό. Ο ενάγοντας δεν του έχει αναφέρει ποτέ ότι επιθυμεί να επαναλειτουργήσει το κατάστημα και ο εναγόμενος θεώρησε ότι ο ενάγοντας παρέλαβε τις διπλοσυστημένες επιστολές αφού έχουν τηρηθεί οι όροι της επίδικης συμφωνίας. Επιλέον ο εναγόμενος έκανε αναφορά στις συνθήκες εισόδου στο επίδικο εστιατόριο και στην καταγραφή του εξοπλισμού και την καταγραφή του εξοπλισμού που έλειπε και την αξία αυτού, ως επίσης έκανε αναφορά στην πληρωμή απλήρωτων τελών νερού και σκυβάλλων τα οποία πλήρωσε μέσω της εταιρείας του, όπως έγινε και για την σύναψη ασφάλειας. Τέλος έκανε αναφορά στην καταγγελία που δέχθηκε για παράνομη είσοδο και την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης την οποία απέδωσε σε μια προσπάθεια εκφοβισμού για επιστροφή της εγγυητικής και το αποτέλεσμα για τον ίδιο ήταν η αθώωση του και η επιστροφή των αναλωσίμων που ήταν πάντοτε στην διάθεση του ενάγοντα. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, κατέθεσε το τεκμήριο 22 που αφορούσε τον κύκλο εργασιών του επίδικου εστιατορίου πριν την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ως τεκμήριο 23 σχετική κατάσταση όπου φαίνονται οι κινήσεις του εστιατορίου, ως τεκμήριο 24 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 4/2/2008, ως τεκμήριο 25 σχετικές αποδείξεις πληρωμών για τέλη άδειας λειτουργίας υποστατικού, νερού και σκυβάλλων, ως τεκμήριο 26 το οποίο αφορά βεβαίωση - ταύτιση του επιδίκου υποστατικού, ως τεκμήριο 27 σχετική απόδειξη πληρωμής για ασφαλιστήριο συμβόλαιο που αφορά το επίδικο υποστατικό και γενικά οι αποδείξεις αφορούν ποσά που πλήρωσε, ενώ υπόχρεος ήταν ο εναγόμενος. Επίσης έκανε αναφορά στον κύκλο εργασιών του επίδικου εστιατορίου και την απώλεια της φήμης και πελατείας του λόγω του κλεισίματος του από το
  6. Αντεξεταζόμενος, έδωσε την δική του ερμηνεία στο τι συνιστά και πότε αποκτάται η φήμη και πελατεία, έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με το τεκμήριο 3 και τι προηγήθηκε της σύνταξης του, τις αντισυμβατικές πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντα και την απώλεια αντικειμένων, στις προσπάθειες που έκανε ο ίδιος για να στηρίξει τον ενάγοντα έτσι ώστε να ασκηθεί το δικαίωμα εξαγοράς της επιχείρησης, στις αξίες που είχαν τα απωλεσθέντα αντικείμενα, κατέθεσε ως τεκμήριο 28 σχετικό τιμολόγιο που διαφαίνεται η αγορά ενός ψυγείου και λοιπές αγορές, ως επίσης και για τον ίδιο σκοπό τα τεκμήρια 29, 30, 31, 32, 33 και 34 και περιέγραψε διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμό του επίδικου εστιατορίου και προκληθείσες ζημιές σε αυτό. Ο εναγόμενος έδωσε την δική του εκδοχή για τον λόγο που δεν αναφέρεται το όνομα του σε σχετικές αποδείξεις, λέγοντας ότι δεν είχε ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα με τις δημόσιες υπηρεσίες και το απέδωσε σε φυσιολογική πρακτική που ακολουθούσε ακόμα και ο ενάγοντας. Στην συνέχεια ο εναγόμενος έκανε αναφορά στις αντισυμβατικές πράξεις του ενάγοντα, όπως είναι η μη έγκαιρη ανανέωση της επίδικης συμφωνίας και στην μη καταβολή αποζημιώσεων ύψους 20,000 λιρών Κύπρου, στην μη πλήρη σύνταξη εγγυητικής επιστολής και στην μη ανανέωση της, στην μη παράδοση μέρους του εξοπλισμού του εστιατορίου, στην καταβολή εξόδων από τον εναγόμενο ενώ αυτό ήταν υποχρέωση του ενάγοντα όπως π.χ. λογαριασμοί και σύναψη ασφάλειας, η απομάκρυνση πινακίδων, στην δημιουργία ζημιών, στην μη πληρωμή τελών χρήσης και λογαριασμών, στην μη έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των πρώτων δύο μηνών του 2008, στις ειδοποιήσεις του εναγομένου προς τον ενάγοντα για τις αντισυμβατικές πράξεις και παραλείψεις του και την κατανόηση που έδειξε ο εναγόμενος στο θέμα της συμπλήρωσης του ποσού της εγγυητικής λόγω των προβλημάτων του εναγόμενου και της ύπαρξης συμβατικού όρου για καταβολή αποζημιώσεων, έδωσε την δική του εξήγηση για την αποστολή διπλοσυστημένων επιστολών στον εναγόμενο με πλήρη στοιχεία και το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών, ως επίσης καθόρισε τα κριτήρια που καθορίζουν τον ΄΄αέρα΄΄ μιας επιχείρησης, όπως είναι π.χ. ο κύκλος εργασιών και το κέρδος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το επίδικο κέντρο και ο εξοπλισμός είναι δικός του, αλλά μετά από συμβουλή του λογιστή του, πώλησε την εταιρεία του για να μην φορολογηθεί ως άτομο και μάλιστα ο ενάγοντας πλήρωνε με επιταγές της εταιρείας του για να διεκδικεί Φ.Π.Α. Ανέφερε ότι έχει καθοριστεί το ύψος της τιμής της φήμης και πελατείας λόγω του κύκλου εργασιών και το ποσό έχει συμφωνηθεί, χωρίς να γίνει ειδική εκτίμηση λόγω και της εμπειρίας του, αλλά και της αδυναμίας να υπάρχει ομοιομορφία σε περίπτωση περισσοτέρων εκτιμητών και ο χρόνος που θα χρειαζόνταν να επαναφερθεί η επιχείρηση όπως ήταν πριν θα του έπαιρνε πολύ χρόνο, λόγω της απώλειας της φήμης και πελατείας. Επανέλαβε την θέση του ότι ευθύς εξ΄ αρχής της επίδικης συμφωνίας κρατούσε αντικλείδι του επίδικου εστιατορίου και ότι οι κλειδαριές έχουν αντικατασταθεί για να δοθούν νέα στους νέους ιδιοκτήτες, αντιλαμβανόμενος την συμπεριφορά και προθέσεις του ενάγοντα τις οποίες και περιέγραψε. Επανέλαβε και έδωσε την δική του εξήγηση ως προς το ύψος της ζημιάς αλλά και της φήμης και πελατείας που έχει απωλεσθεί και τους λόγους που οδήγησαν στην καταγραφή των ποσών που υπάρχουν στην επίδικη συμφωνία. Ανέφερε ότι έχει εκχωρήσει την επίδικη εγγυητική, διότι είχε το δικαίωμα να το πράξει, συμφωνόντας επίσης σε σχετική υποβολή, ότι δηλαδή εκχώρησε την εγγυητική για να του παραχωρηθεί δάνειο, η εν λόγω εγγυητική χρησιμοποιήθηκε για το εν λόγω δάνειο, λέγοντας ότι η τράπεζα δεν τον έχει υποχρεώσει στην αποπληρωμή του. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έχει εκδιώξει τον ενάγοντα, αναρωτώμενος ταυτόχρονα για την απόσυρση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε ο κ. Ζήνωνας Ζήνωνος. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο ως πελάτης του, όπου του έχει προμηθεύσει εξοπλισμό τον οποίο έχει περιγράψει στο επίδικο εστιατόριο. Ειδικότερα έκανε αναφορά σε ένα ψυγείο που έχει προμηθεύσει το επίδικο εστιατόριο και το οποίο αντιλήφθηκε σε κατοπινό στάδιο όταν ενοικιάστηκε στον ενάγοντα, ότι αυτό έχει απομακρυνθεί από το εστιατόριο και ενημέρωσε προς τούτο τον εναγόμενο. Απέδωσε την αξία του εν λόγω ψυγείου στα 800 - 1000 ευρώ. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έχει στην διάθεση του οποιαδήποτε τιμολόγια ή αποδείξεις για τον εξοπλισμό που προμήθευσε και δεν θυμόταν ακριβώς την αξία του εξοπλισμού, ανέφερε όμως ότι ιδιοκτήτης αυτού του ψυγείου είναι η εταιρεία που είχε ο εναγόμενος. Το εν λόγω ψυγείο το αναγνώρισε επειδή έχει κατασκευάσει μόνο τρία και τα άλλα δύο ξέρει που βρίσκονται και είναι σε λειτουργίσημη κατάσταση. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.

(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Aναφορικά με το ζήτημα των ειδικών αποζημιώσεων και γενικά των εξόδων όπου επιζητά ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του, έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ 467. Το κατά πόσο η επίδικη συμφωνία αποτελεί σύμβαση ενοικίασης και πιο συγκεκριμένα υπενοικίασης, ή κατά πόσο αποτελεί άδεια χρήσης, υπάρχει διαφωτιστική επί του θέματος νομολογία. Το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Απωλλόνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ - ν - C & S American Heart Institute Ltd κ.α. 2011 1 Α Α.Α.Δ. σελ. 379 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: << Ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης («tenancy» ή «licence»), δεν είναι εύκολος, έχει δε δώσει το έναυσμα στην Αγγλία για την έκδοση μιας σειράς αποφάσεων ώστε εξελικτικά το κοινοδίκαιο που δεν παρείχε επαρκή προστασία στους αδειούχους να μετασχηματιστεί σταδιακά και προς όφελος τους με τη βοήθεια του δικαίου της επιείκειας («equity»). Ακόμη και μέχρι το 1966, η νομολογία επί του θέματος χαρακτηριζόταν στο σύγγραμμα των Megarry & Wade: «The Law of Real Property» 3η έκδ. σελ. 775-776, ως υπό διαμόρφωση με κυρίαρχα τα ερωτήματα ως προς τα ποια είδη άδειας χρήσης δημιουργούν δικαιώματα δεσμευτικά για τρίτους και κατά πόσο οι συμβατικές άδειες χρήσης είναι ή όχι ακυρώσιμες. Η διχοτόμηση μεταξύ της έννοιας της ενοικίασης και της έννοιας της άδειας χρήσης έχει στην Αγγλία μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο Κυπριακό Δίκαιο ενόψει του ότι εκεί οι ενοικιάσεις («leases»), δημιουργούν δικαιώματα επί της γης («estates in land»), ενώ η άδεια χρήσης παρέχει απλώς δικαιώματα προσωρινής φύσεως, κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, ώστε ο αδειούχος να δύναται να εισέλθει στη γη ή το υποστατικό κατά νόμιμο τρόπο για ορισμένο σκοπό που άλλως θα ήταν παράνομος. Στην Κύπρο, η ενοικίαση δημιουργεί απλώς συμβατική υποχρέωση μεταξύ των μερών εκτός εάν πρόκειται για εκμίσθωση γης πέραν των 15 ετών, η οποία δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα εφόσον όμως εγγράφεται στο Κτηματολόγιο με βάση τα άρθρα 65Α-65ΙΕ (Μέρος IV) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ v. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 A.A.Δ. 327, σελ. 332-333. Η ενοικίαση στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία μπορεί βέβαια να επιφέρει πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων και την εκ του νόμου καθοριζόμενη προστασία λόγω της μετατροπής της σε θεσμία ενοικίαση. Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd v. Millennium Productions Ltd [1946] 1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner [1979] 2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί........................................................................................................... Όσον αφορά την ενοικίαση, η παραδοσιακή αντίληψη, διαχρονικά καταξιωμένη, συναρτά την έννοια της με (i) την αποκλειστικότητα της κατοχής του χώρου (ii) με συγκεκριμένη διάρκεια και (iii) με την καταβολή αντιτίμου ή ανταλλάγματος καλουμένου συνήθως «ενοικίου». (Δέστε Θέλμα Μιχαηλίδου v. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 18, Street v. Mountford [1985] 2 All E.R. 289 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Για την ανεύρεση όμως της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ιδίους τους διαδίκους ή ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιούτναι δεν παρέχουν αφ' εαυτών και κατ' ανάγκην στερεά βάση. Σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την απόδοση αποκλειστικής χρήσης (Antoniades v. Villiers [1988] 2 All E.R. 309), και Πιριπίτσης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 385, αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός και στόχος της συμφωνίας, οι όλες συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε. Η νομολογία έχει καθορίσει επίσης ότι ακόμη και εν μέσω μιας αποκλειστικότητας στην κατοχή, ή και ρητής χρήσης της λέξης ενοικίασης, είναι το σύνολο της συμφωνίας που πρέπει να εξεταστεί ώστε να αναδυθεί η αληθινή φύση της. (Abbeyfield (Harpenden) Society Ltd v. Woods [1968] 1 All E.R. 352). Αν η συμφωνία παραχώρησης του χώρου διαπνέεται από έντονο προσωπικό στοιχείο, αν εμποτίζεται δηλαδή από μια διακριτή προσωποπαγή σχέση, ιδιαίτερης σημασίας στη σύναψη της συμφωνίας, τότε αυτή η διαφορετικότητα είναι ένδειξη ότι τα μέρη δεν είχαν κατά νουν ή τουλάχιστον δεν ήσαν consensus ad idem στον καταρτισμό μιας απλής κατ' ουσίαν ενοικίασης. Αν από την άλλη είναι κατ' ουσίαν αδιάφορο για τον ιδιοκτήτη σε ποιον θα παραχωρηθεί ο χώρος, ώστε η έμφαση να είναι περισσότερο στο εμπορικό, παρά στο προσωπικό στοιχείο, τότε αυτό είναι ένδειξη για άδεια χρήσης ή κάποιας άλλης μορφής συμφωνίας. Απόλυτοι παράμετροι δεν είναι δυνατό να τεθούν ως σταθερές, η δε άσκηση της ταξινόμησης στη μια ή την άλλη των κατηγοριών παραμένει ένα λεπτό έργο>>. Αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων που διεκδικεί ο εναγόμενος όπως τις έχει περιγράψει και κατά πόσο αυτές αποτελούν ποινική ρήτρα ή γνήσια προσπάθεια που έχει προηγηθεί μεταξύ των διαδίκων στο να υπολογίσουν εκ των προτέρων την ζημιά που θα υποστεί το αθώο μέρος, υπάρχει επί του θέματος σχετική διαφωτιστική νομολογία. Το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. - ν - Liberty Life Insurance Public Co Ltd 2011 1Γ Α.Α.Δ. σελ. 1739, όπου ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: << Το μέτρο της ζημιάς για τη διάρρηξη ή μη εκπλήρωση σημαντικών υποχρεώσεων είναι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, η εύλογη αποζημίωση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)* του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας ---------------------------------- * «74.-
(1)Εάν εν τη συμβάσει διαλαμβάνηται όρος ως προς το ποσόν το καταβλητέον εν περιπτώσει παραβάσεως ταύτης ή ποινική ρήτρα, εν περιπτώσει παραβάσεως της συμβάσεως υπό του ενός των συμβαλλομένων, ο έτερος δικαιούται, και αν έτι δεν αποδεχθή ότι υπέστη εκ ταύτης πραγματικήν ζημίαν ή απώλειαν, να λάβη παρά του υπαιτίου εύλογον αποζημίωσιν μη υπερβαίνουσαν το ούτω ορισθέν ποσόν, ή αναλόγως της περιπτώσεως, την ποινικήν ρήτραν. Ρήτρα περί καταβολής ηυξημένου τόκου από της υπερημερίας δύναται να θεωρηθή ως ποινική ρήτρα.» (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd. κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά. v. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (πιο πάνω)). Όπως πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε, το ζήτημα που εγείρεται είναι νομικό, εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης δυνάμει της οποίας εφεσίβλητοι και εφεσείων 1 συνεργάζοντο. Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος σύναψης των εν λόγω συμφωνιών και όχι ο χρόνος παράβασής τους (βλ. Indian Contract and Specific Relief Act υπό Pollock and Mulla, σελ. 578). Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις). Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd. [1915] A.A. 79). Όμως τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση αυτό που προνοείται από τον επίμαχο όρο της σύμβασης είναι η καταβολή χρημάτων από τον παραβάτη συμβαλλόμενο, στον αθώο συμβαλλόμενο. Με άλλα λόγια, είτε πρόκειται για περίπτωση προκαθορισμού ζημιάς, είτε πρόκειται για περίπτωση ποινικής ρήτρας, αυτό που με το σχετικό όρο καλείται ο παραβάτης συμβαλλόμενος να κάμει, είναι να καταβάλει χρήματα στην άλλη πλευρά>>. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όπως προκύπτει μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις αμφοτέρων των πλευρών, υπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές ως προς την έννοια, αλλά και το περιεχόμενο όχι μόνο της επίδικης συμφωνίας, αλλά και στο τι συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ τους ως προς τις προυποθέσεις μείωσης του τιμήματος για τους τελευταίους μήνες της επίδικης σύμβασης, ως επίσης και κατά πόσο έλαβε χώρα νομότυπα ανανέωση ή τερματισμός αυτής και κατά πόσο ο εναγόμενος έλαβε ή όχι νόμιμα την κατοχή του επίδικου εστιατορίου, κατά πόσο η εγγυητική νομίμως ή παρανόμως εισπράχθηκε από τον εναγόμενο και κατά πόσο οι διάδικοι κατάφεραν να αποδείξουν τις απαιτήσεις τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην παρούσα υπόθεση, οι μάρτυρες κλειδιά δεν είναι άλλοι από τους διάδικους, ήτοι ενάγονταw και εναγόμενο, η αξιοπιστία των οποίων θα διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην έκβαση αυτής της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η ανάγκη αξιολόγησης της αποδεικτικής βαρύτητας των μαρτυριών τους, σε συνδυασμό και με γνώμονα πάντα τις δικογραφημένες θέσεις τους και αυτός είναι ο λόγος που η αξιολόγηση τους θα γίνει στο τέλος αυτού του κεφαλαίου. Αναφορικά με τις μαρτυρίες των Μ.Ε. 2, 3 και 4, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό, τις αποδέχεται στην ολότητα τους ως αξιόπιστες, όχι μόνο επειδή δεν έχουν αντεξεταστεί, αλλά και επειδή οι μαρτυρίες τους έχουν επικεντρωθεί σε επουσιώδεις σημασίας ζητήματα, τα οποία, αν και οι μάρτυρες είναι αξιόπιστοι, δεν δύνανται να ρίξουν φως στα ουσιώδη ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω στην αρχή αυτής της ενότητας της απόφασης, διότι οι μαρτυρίες τους περιστρέφονταν κυρίως γύρω από το θέμα της επίδικης εγγυητικής, που ως γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί, ως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η απαίτηση και είσπραξη της από τον εναγόμενο, ως επίσης και για το θέμα των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο αλλά και ως προς το θέμα της μεταπώλησης της επίδικης επιχείρησης που ως γεγονότα επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι οι εν λόγω μάρτυρες προσήλθαν στο Δικαστήριο για να εξιστορίσουν όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και δεν έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε προσπάθεια να βοηθήσουν ή να βλάψουν την υπόθεση οποιουδήποτε διαδίκου και το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες τους. Ως προς των Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για την αξιοπιστία του, διότι κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας με τον τρόπο που έδιδε μαρτυρία κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει εκείνο το μέρος της εκδοχής του εναγόμενου, ήτοι την απομάκρυνση ενός ψυγείου από το επίδικο εστιατόριο από τον ενάγοντα. Πέραν τούτου όμως, ουδεμία αποδεικτική βαρύτητα θα μπορούσε να έχει η μαρτυρία του, διότι δεν έχει αποδεικτεί στον βαθμό που επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, διότι από την μια ο μάρτυρας ανέφερε, χωρίς βεβαιότητα, ότι η αξία του ψυγείου ανερχόταν στο ποσό των 800 - 1000 ευρώ, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη είτε για το εν λόγω ψυγείο, είτε για τον υπόλοιπο εξοπλισμό που προμήθευσε το επίδικο εστιατόριο και επιπλέον ο μάρτυρας ανέφερε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω ψυγείου είναι η εταιρεία του εναγομένου και όχι ο ίδιος ο εναγόμενος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδόσει στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα οιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ως προς τις μαρτυρίες των μαρτύρων - κλειδιά - ήτοι τις μαρτυρίες του ενάγοντα και του εναγόμενου, το Δικαστήριο προβαίνει στην θλιβερή διαπίστωση ότι αμφότεροι προσήλθαν στο Δικαστήριο αποκρύβοντας την αλήθεια και προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον ενάγοντα και τον εναγόμενο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχει διαπιστώσει ότι αμφότεροι προσπάθησαν με τον τρόπο που έδιδαν την μαρτυρία τους μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι ήθελαν να προσχεδιάσουν την μαρτυρία και εκδοχή τους, ερχόμενοι ακόμα και σε αντιφάσεις στις θέσεις τους, οι οποίες κρίνονται από το Δικαστήριο ως στερούμενες πειστικότητας και λογικής, στερώντας από το Δικαστήριο την αλήθεια ως προς τις προθέσεις τους και στο τι πραγματικά έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την μείωση των ενοικίων για την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2007 και τι έχουν συμφωνήσει ως προς τις προσπάθειες που γίνονταν και για το ενδεχόμενο για την περαιτέρω ενοικίαση ή αγορά του εστιατορίου από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από τρίτα πρόσωπα στην περίοδο των πρώτων δύο μηνών του 2008 και γενικά οι προθέσεις αμφοτέρων των μερών έχουν παραμείνει κάτω από ένα πυκνό πέπλο αμφιβολίας, ιδίως για την περίοδο μεταξύ των δύο τελευταίων μηνών του 2007 και των δύο πρώτων του
  1. Το γεγονός ότι περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντα το τεκμήριο 18 το οποίο τελικά δεν έχει μετεξελιχθεί σε τελική συμφωνία, δεν ενισχύει την εκδοχή του ενάγοντα ως προς τι ελάμβανε χώρα το πρώτο δίμηνο του 2008, διότι όχι μόνο δεν έπεισε το Δικαστήριο η εκδοχή του, αλλά επιπλέον όπως έχει λεχθεί πιο πάνω και θα εκτεθεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου, έχει παραμείνει ένα πέπλο αμφιβολίας ως προς το τι έχει διευθετηθεί μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τους δύο τελευταίους μήνες του 2007 και τους δύο πρώτους του 2008 ως προς το τίμημα των δύο τελευταίων μηνών του 2007 και στο κατά πόσο συμφωνήθηκε όπως η επίδικη συμφωνία θα τερματιζόταν ή θα ανανεωνόταν και υπό ποίους όρους ή θα δινόταν η δυνατότητα να ενοικιαστεί ή αγοραστεί το εστιατόριο από τρίτα πρόσωπα με ταυτόχρονη απαλλαγή των διαδίκων από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όπως επίσης θα εκτεθεί αναλυτικά και πιο κάτω, το μόνο ασφαλές και στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να δύναται το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, αποτελεί το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας - τεκμήριο 1 - και κατά πόσο οι πρόνοιες και τα χρονοδιαγράμματα που προβλέπονται σε αυτήν έχουν τηρηθεί και όχι τα όσα αμφότεροι οι διάδικοι προέβαλαν ως διευθετήσεις για τους τελευταίους 4 μήνες της συμφωνίας και στο ενδεχόμενο αμοιβαίου τερματισμού ή ανανέωσης της και στο ενδεχόμενο να αγοραστεί ή ενοικιαστεί το εστιατόριο από τρίτα πρόσωπα με την αποδέσμευση των διαδίκων από την επίδικη συμφωνία. Συνακόλουθα συμπαρασύρονται στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην απόρριψη, οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του ενάγοντα ως προς τις επαφές που έχει κάνει αλλά και προσπάθειες στο να μην εισπραχθεί ή επίδικη επιταγή, ως επίσης και τα όσα ισχυρίζεται ότι του ανέφερε ο εναγόμενος περί προσπάθειας αποδέσμευσης της εγγυητικής. Ακόμα και να γινόταν αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι οι διάδικοι συμφώνησαν στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με τον όρο ότι θα καταβάλλονταν τα ενοίκια για τους δύο πρώτους μήνες του 2008 και ο εναγόμενος θα επέστρεφε την επίδικη εγγυητική, η θέση του ότι απέστειλε στον εναγόμενο επιστολή ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας, αποτελεί μια μονομερή κίνηση του ενάγοντα που ουδεμία νομική βαρύτητα και υπόσταση θα είχε, διότι από την στιγμή που αμφότεροι οι διάδικοι συμφώνησαν στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας (εάν γινόταν βεβαίως αποδεκτή αυτή η εκδοχή) ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην ανανέωση της επίδικης συμφωνίας και μάλιστα μονομερώς, παρά μόνο με την συναίνεση του εναγόμενου. Αυτό ενισχύεται μάλιστα από τα ίδια τα λεγόμενα του ενάγοντα, ότι δηλαδή νόμιζε ότι η μείωση του ενοικίου που συμφωνήθηκε, κατά τον ίδιο, για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2007, θα παρατεινόταν και μετά από αυτήν την περίοδο επειδή το εστιατόριο παρέμεινε κλειστό, απουσιάζοντας έτσι το στοιχείο της αποδοχής από πλευράς εναγομένου το οποίο αποτελεί προαπαιτούμενο για μια τέτοια διευθέτηση. Συνεπώς τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας περί αυτού του θέματος, ήτοι του ζητήματος της ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας και της αποστολής επιστολής ανανέωσης της, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Επίσης, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι έδωσε στον εναγόμενο κλειδιά για να εισέρχεται στο επίδικο εστιατόριο και να το δείχνει σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, διότι υπάρχει ειδική πρόνοια (όρος 14) στην επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1 - που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος έχει διατηρήσει κλειδιά του εστιατορίου και υπό προυποθέσεις που η επίδικη συμφωνία προνοεί, του διδόταν η ευκαιρία να εισέρχεται εντός αυτού. Αντιστρατεύεται την κοινή λογική, δημιουργώντας νέφη αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του ενάγοντα, επίσης η εξής θέση του ενάγοντα, ήτοι από την μια να δίδει αντικλείδι στον εναγόμενο για να δύναται να δείχνει το επίδικο εστιατόριο σε ενδιαφερόμενους αγοραστές και από την άλλη, να αποστέλλει μόλις 9 μέρες μετά επιστολή στον εναγόμενο με την οποία να του κοινοποιεί την πρόθεση του για ανανέωση της επίδικης συμφωνίας, μη δίνοντας επομένως στον εναγόμενο από την μια εύλογο χρόνο για να παρουσιάσει το εστιατόριο σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, αλλά και από την άλλη να ανανεώνει μονομερώς μια αμοιβαίως τερματισθείσα συμφωνία, ως είναι η εκδοχή του η οποία όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν γίνεται αποδεκτή. Αναπόφευκτα λοιπόν συμπαρασύρεται και το περιεχόμενο και η νομική και αποδεικτική βαρύτητα της επιστολής - τεκμήριο 9 - διότι δεν νοείται ο ενάγοντας από την μια να ισχυρίζεται ότι έχει συμφωνηθεί η μη ανανέωση της επίδικης συμφωνίας με την ταυτόχρονη υποχρέωση του ενάγοντα να παραδώσει το εστιατόριο και την επιστροφή της εγγυητικής από τον εναγόμενο και από την άλλη μονομερώς να την ανανεώνει με την επιστολή ημερομηνίας 24/1/08, με μόνο βέβαιο επομένως αποτέλεσμα η ανανέωση να μην έχει καμία ισχύ και η συμφωνία να θεωρείται ως μη ανανεωθείσα και συνεπώς λήξασα με το τέλος Φεβρουαρίου 2008 και σε κατοπινό στάδιο, ήτοι στις 3/3/08, ήτοι μετά την λήξη της συμφωνίας - τεκμήριο 1 - διότι δεν νοείταν να τερματίζει μια συμφωνία η οποία έχει ήδη λήξει. Αμφιβολίες ως προς τις προθέσεις και σκοπούς του ενάγοντα, αποτελεί και η θέση του ότι δεν έλαβε τις επιστολές από τον εναγόμενο, προβαίνοντας σε έναν ατελέσφορο και υστερόβουλο στρουθοκαμηλισμό με το να ισχυρίζεται ότι δεν τις έχει λάβει επειδή η διεύθυνση που έχουν σταλεί δεν συνάδει με την δηλωθείσα διεύθυνση στην επίδικη συμφωνία, διότι όπως έχει διαφανεί και δια μέσου του τεκμηρίου 4 το οποίο ο ίδιος ο ενάγοντας αναγνώρισε, η διεύθυνση του ενάγοντα συνάδει με την διεύθυνση στην οποία ο εναγόμενος απέστειλε επιστολές με την διευκρίνηση ότι αυτή είναι πιο εξειδικευμένη με την προσθήκη αριθμού διαμερίσματος, ταχυδρομικού κώδικα και περιοχής, όπως φαίνεται δηλαδή και στο τεκμήριο
  2. Περαιτέρω έκδηλη ήταν και η προσπάθεια του ενάγοντα να αποποιηθεί των συμβατικών του υποχρεώσεων και παραλείψεων, διότι προέβαινε σε απαντήσεις ασαφείς και με υπεκφυγές αναφορικά με την πληρωμή διαφόρων λογαριασμών και σύναψη ασφαλιστηρίου ως ήταν η υποχρέωση του δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, διότι ο ενάγοντας όχι μόνο δεν έχει παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις πληρωμών αυτών του των συμβατικών υποχρεώσεων για όσο χρόνο κατείχε το επίδικο εστιατόριο, αλλά και επειδή όπως έχει αποδειχθεί, αυτές οι υποχρεώσεις έχουν καταβληθεί όχι από τον ίδιο αλλά από την εταιρεία του εναγόμενου, όπου θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω ως προς την νομική και αποδεικτική βαρύτητα αυτών, με εξαίρεση στο τεκμήριο 25 όπου φαίνεται να αναγράφεται το όνομα του εναγόμενου στην μια από τις τρεις αποδείξεις που αφορά τα τέλη άδειας λειτουργίας υποστατικού για το έτος 2007 για το ποσό των 218 ,02 ευρώ, ως επίσης και στο τεκμήριο 33 για το ποσό των 115 λιρών Κύπρου για την απομάκρυνση πινακίδων, ως θα εκτεθεί αναλυτικά πιο κάτω. Είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα όσα έχει εξιστορίσει ο ενάγοντας, αποσκοπούσαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια του να παρουσιάσει μια επίπλαστη και υστερόβουλη εκδοχή για να δικαιολογήσει την μη συμμόρφωση του στο να ανανεώσει έγκαιρα και έγκυρα την επίδικη σύμβαση, αλλά και στο να θολώσει τα νερά ως προς την μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων στο ακέραιο, όπως π.χ. οι λογαριασμοί και η ασφάλιση του επίδικου εστιατορίου, παρουσιάζοντας μια εικόνα αμοιβαία αποδεκτής χαλάρωσης ως προς την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και χρονοδιαγραμμάτων, θέση η οποία δεν έπεισε το Δικαστήριο. Άνευ αντικειμένου αποτελεί και το γεγονός της εκκρεμοδικίας που υπήρχε στο Ε.Δ. Λευκωσίας με ιδιωτική ποινική υπόθεση - τεκμήριο 17 - διότι αυτή έχει αποσυρθεί με την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου, διότι το θέμα των αναλώσιμων που εμπεριέχονται στο τεκμήριο 16 έχουν επιστραφεί στον ενάγοντα και που ως γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί. Στον αντίποδα, ούτε ο εναγόμενος έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς το τι πραγματικά έχει διαμειφθεί μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τους δύο τελευταίους μήνες του 2007 και τους δύο πρώτους του 2008 ως προς το τίμημα των δύο τελευταίων μηνών του 2007 και στο κατά πόσο συμφωνήθηκε όπως η επίδικη συμφωνία θα τερματιζόταν ή θα ανανεωνόταν και υπό ποίους όρους ή θα δινόταν η δυνατότητα να ενοικιαστεί ή αγοραστεί το εστιατόριο από τρίτα πρόσωπα με ταυτόχρονη απαλλαγή των διαδίκων από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο μάρτυρας προσπάθησε με την εκδοχή που έχει παρουσιάσει, να αποκομίσει όφελος το οποίο δεν νομιμοποιείται να διεκδικήσει, διότι η συντρηπτική πλειοψηφία των αποδείξεων και πληρωμών, φέρουν το όνομα της εταιρείας Anafi night club restaurant ltd και όχι του ιδίου και το Δικαστήριο έχει διακρίνει μια έντονη προσπάθεια του εναγομένου να αποπροσανατολίσει και να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς την νομιμοποίηση του να διεκδικήσει διάφορα χρηματικά ποσά. Είναι η θέση του εναγομένου ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η νομιμοποίηση του εναγομένου στο να διεκδικήσει τα διάφορα ποσά που διεκδικεί, αλλά η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο διότι ο ενάγοντας με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση έχει αρνηθεί τους ισχυρισμούς και απαιτήσεις του εναγομένου. Αναφορικά με τα ποσά που απαιτεί ο εναγόμενος στην παράγραφο 7
(1)(θ) 1 - 15 της έκθεσης υπεράσπισης και ως Ε στην ανταπαίτηση του, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα πλείστα είτε δεν έχουν αποδειχθεί επειδή απουσιάζει πλήρως σχετική και θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει αυστηρά την ειδική ζημιά, είτε μέσα από τις αποδείξεις που έχουν προσκομιστεί φαίνεται να είναι πληρωτής και συνεπώς δικαιούχος η εταιρεία του εναγόμενου, ήτοι η εταιρεία Anafi Night Club Restaurant Ltd. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τα τεκμήρια 25, 27, 28, 29, 30, 31 και 34, φαίνεται ως πληρωτής και συνεπώς ως δικαιούχος η εν λόγω εταιρεία του εναγόμενου και συνεπώς ο εναγόμενος δεν νομιμοποιείται αλλά και δεν απέδειξε ότι ο ίδιος είχε υποστεί ζημιά, εν΄ όψει της αναγραφής ξεχωριστού προσώπου στα εν λόγω τεκμήρια. Για τα υπόλοιπα ποσά και αξία αντικειμένων, απουσιάζει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία, με εξαίρεση το τεκμήριο 33 για το ποσό των 115 Λιρών Κύπρου που αφορούσε την αφαίρεση των πινακίδων του επίδικου εστιατορίου και το Δικαστήριο κρίνει ότι για το εν λόγω ποσό από την στιγμή που υπάρχει όρος στην επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1 όρος 7 α - ότι ο ενάγοντας είναι υπόχρεος να επωμιστεί τέτοια έξοδα και από την στιγμή που τα έχει επωμιστεί ο εναγόμενος αφού δεν έχει αποδείξει ο ενάγοντας ότι τα έχει καταβάλει, τότε ο εναγόμενος δικαιούται στην είσπραξη του εν λόγω ποσού. Το ίδιο ασφαλώς συμβαίνει και με την απαίτηση του εναγόμενου στην καταβολή του ποσού των 218,02 σεντ ως τέλη άδειας λειτουργίας υποστατικού για το έτος 2007, διότι υπάρχει όρος στην επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1 όρος 10(β) ότι ο ενάγοντας είναι υπόχρεος να επωμιστεί τέτοια έξοδα και από την στιγμή που τα έχει επωμιστεί ο εναγόμενος αφού δεν έχει αποδείξει ο ενάγοντας ότι τα έχει καταβάλει, τότε ο εναγόμενος δικαιούται στην είσπραξη του εν λόγω ποσού. Ως προς την απαίτηση του εναγομένου ως προς την καταβολή του ποσού των € 785,96 ως η διαφορά που υπολειπόταν του συμφωνηθέντος τιμήματος για τους δύο τελευταίους δύο μήνες του 2007, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η απαίτηση δεν δύναται να επιτύχει, διότι ο εναγόμενος επί αυτού του θέματος ακολούθησε και παράθεσε δύο αντικρουόμενες εκδοχές και πιο συγκεκριμένα, από την μια στην παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αρνείται ότι έχει συγκατατεθεί στην μείωση του ενοικίου για την εν λόγω περίοδο, ενώ προφορικά προώθησε την θέση ότι ναι μεν συμφώνησε στην μείωση, αλλά υπό την προυπόθεση ότι ο εναγόμενος θα ανανέωνε την επίδικη συμφωνία, θέση η οποία δεν έπεισε το Δικαστήριο λόγω της αντιφατικότητας αυτής των θέσεων του εναγομένου, αλλά και λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης που έχει γίνει, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ως προς τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων ως προς τις διευθετήσεις που έχουν προβεί για τους τελευταίους 4 μήνες της πρώτης περιόδου της επίδικης συμφωνίας αλλά και τις προυποθέσεις και όρους κάτω από τις οποίες θα ανανεωνόταν ή θα τερματιζόταν η επίδικη συμφωνία ή θα συναπτόταν νέα συμφωνία με νέους αγοραστές ή ενοικιαστές με την απεμπλοκή των διαδίκων από την επίδικη συμφωνία και πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο κρίνει ότι το μόνο σταθερό και βέβαιο μαρτυρικό υπόβαθρο το οποίο δύναται να βασιστεί για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τις συμβατικές ευθύνες και δικαιώματα των διαδίκων, είναι αυτό του τεκμηρίου 1 και κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες και τα χρονοδιαγράμματα της επίδικης συμφωνίας. Ως προς το κατά πόσο η επίδικη συμφωνία αποτελεί σύμβαση ενοικίασης και πιο συγκεκριμένα υπενοικίασης από τον εναγόμενο προς τον ενάγοντα ή κατά πόσο αποτελεί συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις αν και αυτό θα αποτελούσε αμιγώς ακαδημαικό ενδιαφέρον διότι το Δικαστήριο καλείται να κρίνει κατά πόσο υπήρχε έγκυρη και έγκαιρη ανανέωση της επίδικης εγγυητικής και κατά πόσο νομίμως ή όχι εισπράχθηκε αυτή και κατά πόσο ο εναγόμενος νομίμως εισήλθε στο επίδικο εστιατόριο και κατά πόσο απέδειξε τις απαιτήσεις του, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην ερμηνεία της επίδικης σύμβασης. Το έργο αυτό του Δικαστηρίου με βάση και την πιο πάνω εκτεθείσα νομολογία είναι λεπτό και δύσκολο και το Δικαστήριο αντλεί νομική καθοδήγηση από την πιο πάνω εκτεθείσα νομολογία. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου το λεκτικό της επίδικης σύμβασης - τεκμήριο 1 - σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προνοείτο η δυνατότητα κατακράτησης κλειδιού από τον εναγόμενο και υπό προυποθέσεις εισόδου σε αυτό, σε συνδυασμό με τον χαρακτηρισμό που απέδωσαν αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι - διάδικοι σε αυτό, σε συνδυασμό ότι προνοείτο δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αγοράς του εξοπλισμού και της φήμης και πελατείας του επίδικου εστιατορίου και χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε αποδείξεις είσπραξης αναγραφόταν και η λέξη ΄΄ενοίκιο΄΄, εν τούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη συμφωνία αποτελεί συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης και όχι σύμβαση υπενοικίασης. Ως προς τις απαιτήσεις του εναγομένου για το ποσό των € 34,174,03 τις οποίες χαρακτηρίζει διαζευκτικά στις παραγράφους Γ και Δ της ανταπαίτησης ως εύλογη αποζημίωση και/ή συμφωνημένη αποζημίωση και/ή ως ζημιές που υπέστη ο εναγόμενος λόγω μείωσης της αξίας του εξοπλισμού και/ή φθοράς τούτου και λόγω ολικής απώλειας της αξίας και φήμης και πελατείας της επιχείρισης του εναγομένου, το Δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο να εξετάσει κατά πόσο αυτές έχουν τον χαρακτήρα που τους αποδίδεται από τον εναγόμενο ή κατά πόσο αποτελούν ποινική ρήτρα, και περαιτέρω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης του εάν και σε ποια έκταση έχουν αποδεικτεί. Το Δικαστήριο προβαίνοντας σε μια ενδελεχή μελέτη και ανάλυση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από τον εναγόμενο, κρίνει ότι αυτές οι απαιτήσεις όχι μόνο δεν έχουν αποδεικτεί, αλλά αποτελούν ταυτόχρονα και ποινική ρήτρα. Ως προς το εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι απαιτήσεις αυτές οι οποίες στηρίζονται στην επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1 - είναι ποινική ρήτρα και όχι μία γνήσια προσπάθεια των διαδίκων να υπολογίσουν εκ των προτέρων τις αποζημιώσεις του αθώου συμβαλλόμενου μέρους, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση βεβαίως από την πιο πάνω εκτεθείσα σχετική επί του θέματος νομολογία. Περαιτέρω, τα στοιχεία που συνηγορούν στο να κριθεί η εν λόγω συμβατική πρόνοια ως ποινική ρήτρα και συνεπώς να μην εφαρμόζεται, αποτελεί το γεγονός ότι απουσιάζει μαρτυρικό υπόβαθρο που να καταδεικνύει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων, προέβησαν σε μια γνήσια προσπάθεια να υπολογίσουν τις αποζημιώσεις του αθώου συμβαλλόμενου μέρους. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγοντας επί αυτού του θέματος, ανέφερε ότι δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία διότι δεν πίστευε ότι τα πράγματα θα έφταναν σε τέτοιο σημείο έτσι ώστε να γίνεται επίκληση και απαίτηση αποζημιώσεων και από την άλλη ο εναγόμενος προέβαινε σε μια γενική και εύκολη παραπομπή στον εν λόγω συμβατικό όρο για αποζημιώσεις, χωρίς ο μάρτυρας να παραθέσει τέτοιες λεπτομέρειες, αναλύσεις και επεξηγήσεις αναφορικά με τα ποσά που αναγράφονται στα τεκμήρια 22 και 23 που έχει επικαλεστεί για να δύναται και το Δικαστήριο με την σειρά του να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς το γνήσιο των προσπαθειών στο να υπολογιστεί η αξία της φήμης και πελατείας του επίδικου εστιατορίου, ή τουλάχιστον ποιες ενδείξεις έλαβαν υπόψην τους οι διάδικοι ως μια γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού αποζημιώσεων, παρά μόνο αρκέστηκε στο να αναφέρει γενικά ότι κάποια από τα κριτήρια που καθορίζουν τον ΄΄αέρα΄΄ ενός καταστήματος αποτελούν ο κύκλος εργασιών (τζίρος) και το κέρδος, χωρίς ο μάρτυρας να καταφέρει να συνδέσει αιτιωδώς τους εν λόγω παράγοντες με σαφή αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς να αποδείξει ότι αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν σε μια γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού των αποζημιώσεων του αθώου μέρους με βάση αυτά τα κριτήρια. Ένα επιπλεόν στοιχείο που συνηγορεί στο εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι αυτές οι απαιτήσεις στηρίζονται σε συμβατικό όρο που αποτελεί ποινική ρήτρα, αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε ότι δεν υπάρχει μέτρο που να προσδιορίζει τις ζημιές, ως επίσης ανέφερε ότι δεν έχει γίνει ειδική εκτίμηση για να υπολογιστεί - εκτιμηθεί η φήμη και πελατεία του επίδικου εστιατορίου. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, όχι μόνο έχει καταδειχθεί ότι το εν λόγω ποσό των € 34,174,03 αποτελεί απαίτηση η οποία στηρίζεται σε ποινική ρήτρα η οποία δεν εφαρμόζεται και δεν αποδίδεται, αλλά κρίνει επιπλέον ότι ο εναγόμενος με την ίδια πιο πάνω αξιολόγηση απέτυχε να αποδείξει αυστηρά και με σαφή στοιχεία και με θετική μαρτυρία ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μείωση της αξίας του εξοπλισμού και/ή φθοράς και λόγω ολικής απώλειας της αξίας της φήμης και πελατείας της επιχείρησης του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, το μόνο σταθερό μαρτυρικό υπόβαθρο που υπάρχει για να δύναται το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα ως προς τις συμβατικές ευθύνες και δικαιώματα αμφοτέρων των διαδίκων και κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι συμβατικές πρόνοιες και χρονοδιαγράμματα, αποτελεί η επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, το Δικαστήριο προβαίνει στα εξής ευρήματα και συμπεράσματα: Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος υπέγραψαν την συμφωνία παραχώρησης άδειας του επίδικου εστιατορίου με την ονομασία Belly Anatolia που αργότερα ο ενάγοντας το ονόμασε σε Assaf Libanese Restaurant. Η πρώτη περίοδος ήταν από 1/3/2007 μέχρι 28/2/2008 και προνοείτο δικαίωμα ανανέωσης για άλλες περιόδους με το ανάλογο συμφωνηθέν τίμημα, ως εκτίθενται στο τεκμήριο 1. Σε περίπτωση μη ανανέωσης μετά τον πρώτο χρόνο, προνοείτο καταβολή αποζημίωσης από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ύψους 20,000 λιρών Κύπρου, που ως πρόνοια έχει κριθεί με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση ως ποινική ρήτρα και συνεπώς δεν αποδίδεται. Επίσης προνοείτο και η έκδοση αμετάκκλητης τραπεζικής εγγύησης ύψους 24,000 λιρών Κύπρου, ενώ τελικά παραχωρήθηκε εγγυητική ύψους 12,000 λιρών Κύπρου μετά από αμοιβαία διευθέτηση των διαδίκων επί αυτού του θέματος. Η εν λόγω τραπεζική εγγύηση έχει ετοιμαστεί από τον ενάγοντα προς όφελος του εναγομένου υπό μορφή εγγύησης της πιστής τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντα έναντι του εναγομένου δυνάμει της επίδικης συμφωνίας - τεκμήριο 1 και η εν λόγω τραπεζική εγγύηση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη μέρους ή όλων των ζημιών που πιθανώς να υποστεί ο εναγόμενος. Επίσης στην επίδικη συμφωνία προνοείτο ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας επιθυμούσε την ανανέωση της επίδικης συμφωνίας, θα έπρεπε να δίδει γραπτή προειδοποίηση στον εναγόμενο δύο μήνες πριν την λήξη κάθε επόμενου έτους, ήτοι μέχρι την 31/12/ εκάστου ανάλογου έτους. Επίσης προνοείτο ότι ο ενάγοντας υποχρεούτο να καταβάλλει, μεταξύ άλλων, τα τέλη άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού, ως επίσης και τα έξοδα απομάκρυνσης της πινακίδας από το επίδικο εστιατόριο. Ο ενάγοντας δεν έχει ανανεώσει εμπρόθεσμα την πιο πάνω επίδικη συμφωνία, διότι άσκησε το δικαίωμα του ούτως ή άλλως εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την 31/12/2007 και συνεπώς δεν υπάρχει έγκαιρη και έγκυρη ανανέωση αυτής. Ο ενάγοντας δεν κατέβαλε τα τέλη άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού για το έτος 2007 που ανέρχονταν στο ποσό των 218, 02 ευρώ τα οποία κατέβαλε ο εναγόμενος, ως επίσης ο ενάγοντας δεν κατέβαλε τα έξοδα απομάκρυνσης της πινακίδας από το επίδικο κατάστημα αξίας 115 λιρών Κύπρου, ήτοι 196 ευρώ, τα οποία κατέβαλε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος είχε μεν δικαίωμα να απαιτήσει την επίδικη εγγυητική, όχι όμως στο σύνολο της, αλλά μόνο στις ζημιές που αποδεδειγμένα έχει υποστεί και κατέβαλε ο ίδιος και όχι η εταιρεία του ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, διότι το ποσό που αναγράφεται στα υπόλοιπα ποσά, όσα έχουν βεβαίως αποδεικτεί με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, φέρουν ως πληρωτή και συνεπώς ως δικαιούχο όχι τον εναγόμενο αλλά την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία. Συνεπώς ο εναγόμενος νομιμοποιείτο στην είσπραξη από την επίδικη εγγυητική για το ποσό των 414, 02 ευρώ και από την στιγμή που ο εναγόμενος εισέπραξε με την απαίτηση της εγγυητικής το ποσό των € 20,503,22, τότε με την αφαίρεση του ποσού των €414,02 που ο εναγόμενος νομιμοποιείτο να εισπράξει, παραμένει ένα ποσό της τάξης των € 20,089.20 το οποίο θα πρέπει να επιστραφεί στον ενάγοντα, διότι το εν λόγω ποσό αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου εις βάρους του ενάγοντα. Ως προς το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία επί του θέματος και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. - ν - Θεοχαρίδης κ.α. Πολιτική Έφεση 41/2009 ημερ. 20/6/2012, όπου ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα από τον έντιμο Δικαστή κ. Μύρωνα Νικολάτο: << Η αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία συνδέεται με την αρχή της αποκατάστασης (των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων) (restitution), είναι καλά γνωστή στο κοινό δίκαιο και ιδιαίτερα στο δίκαιο της επιείκειας. Συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ΄ έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο (Δέστε: Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελίδες 12 και επόμενες). Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος (Δέστε: Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council
(1998)4 All E.R. 513, στη σελ. 561). >> Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και τα συνεπακόλουθα ευρήματα και συμπεράσματα ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές του αδικαιολόγητου και συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των € 20,089.20 πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5 % ετησίως από 18/4/2011 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Ως προς το θέμα των εξόδων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κανόνας είναι όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εν τούτοις επειδή όπως έχει αποδειχθεί πιο πάνω, αμφότεροι οι διάδικοι προέβαλαν θέσεις οι οποίες κρίθηκαν ως αναξιόπιστες και από την άλλη επειδή όπως έχει αποδειχθεί, ο εναγόμενος είχε εν μέρει δικαίωμα να κρατήσει ένα μόνο μέρος από την επίδικη εγγυητική ως πιο πάνω έχει αναφερθεί και ότι ο ενάγοντας δεν άσκησε έγκαιρα και έγκυρα το δικαίωμα ανανέωσης της επίδικης συμφωνίας που αυτά τα δύο ευρήματα ικανοποιούν εν μέρει την ανταπαίτηση του εναγομένου ως έχουν εκτεθεί ως Α και Β στην ανταπαίτηση του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο δίκαιη και λογική διαταγή υπό τις περιστάσεις ως προς τα έξοδα, είναι όπως ο εναγόμενος καταβάλει στον ενάγοντα το ½ των εξοδων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, με τις πιο πάνω διευκρινήσεις ως προς την μερική αποδοχή των παραγράφων Α και Β την ανταπαίτησης σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση, ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, χωρίς έξοδα εν΄ όψει της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.