← Κύπρος

Max Albert Rapp ν. Julia Sinden (Τζιουλια Σιντεν) κ.α., Αριθμός Αγωγής :-3274/2011, 12/8/2014

Max Albert Rapp ν. Julia Sinden (Τζιουλια Σιντεν) κ.α., Αριθμός Αγωγής :-3274/2011, 12/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A172 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :-3274/2011 Max Albert Rapp και

  1. Julia Sinden (Τζιουλια Σιντεν)
  2. Αριστοτέλης Σιαηλής ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρούλλας Σίντεν Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνίας12/2/2014 Ημερομηνία :- Τρίτη 12η Αυγούστου 2014 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή :- κος. Δανιήλ Δανιήλ για Παύλος Γ. Ευθυμίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Δανιήλ Δανιήλ Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Πόπη Πέτρου για κα. Αθηνά Παπαδοπούλου Σπύρου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σωτηρούλλα Δημητρίου Ενδιαμεση Αποφαση
  3. Αιτείται ο ενάγων την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 και σε οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό της, τη πώληση, μεταβίβαση, υποθήκευση, επιβάρυνση, εκχώρηση, διάθεση και/ή καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση του τεμαχίου με αριθμό 140, Φύλλο/Σχέδιο 26/45 με αριθμό εγγραφής 0/3380 στη τοποθεσία "Κατσαλλούδες" στο χωριό Αργάκα της επαρχίας Πάφου.
  4. Η εναγόμενη 1 (στο εξής θα καλείται η "εναγόμενη") καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 21 συνολικά λόγους ένστασης.
  5. Από άποψης μαρτυρίας η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενός από τους δικηγόρους του ενάγοντα (στο εξής θα καλείται η "ένορκη δήλωση Σιμιλλίδη") ενώ η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της εναγομένης.
  6. Περιορίστηκαν οι διάδικοι σε γραπτές αγορεύσεις δίχως να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες.
  7. Αξίζει να σημειωθεί πως η αγωγή καταχωρήθηκε στις 13/12/2011 ενώ η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα καταχωρήθηκε στις 12/2/2014 δηλαδή περίπου 2 χρόνια και 2 μήνες αργότερα. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την έκβαση αυτής της απόφασης. Καθότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης.
  8. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης πως η εναγόμενη "...διαφημίζει την πώληση του ακινήτου στην Αργάκα στο οποίο κτίστηκε από τον ενάγοντα κατοικία[1] μέσω της εταιρίας Buy Sell και της εταιρίας ForsaleCyprus.com και άλλων εταιριών για πώληση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της ότι, το ακίνητο αυτό ως επίσης και τα άλλα αναφερόμενα εις την Ε/Α ακίνητα, αγοράστηκαν και/ή πληρώθηκαν από τον ενάγοντα."
  9. Βεβαίως ο ισχυρισμός ως προς τη διαφήμιση για πώληση εντός της έκθεσης απαίτησης είναι χρονικά αόριστος. Εντούτοις ένα είναι βέβαιο ως προς τη προβολή αυτού του ισχυρισμού στην έκθεση απαίτησης, όπως αυτός προβάλλεται. Η διαφήμιση υπό την έννοια όχι μίας χρονικά καθορισμένης και απομονωμένης πράξης αλλά μίας συνεχούς ενέργειας. Εφόσον δηλαδή γίνεται χρήση του ρήματος διαφημίζω στον ενεστώτα χρόνο και όχι στον αόριστο. Αναφέρεται δηλαδή πως η εναγόμενη "...διαφημίζει..." και όχι ότι "διαφήμισε".
  10. Επιπλέον η χρήση αυτού του χρόνου υπονοεί πως αυτή η ενέργεια όχι μόνο προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής αλλά προφανώς συνεχίζεται και μετά από τη καταχώρηση. Δηλαδή, όχι μόνο προηγήθηκε αλλά αφήνεται να νοηθεί πως αυτή ουδέποτε είχε διακοπεί και η εναγόμενη συνεχίζει ακόμη και μετά τη καταχώρηση της αγωγής να διαφημίζει τη πώληση του επίδικου ακινήτου. Αφήνοντας δηλαδή ανοιχτό το ενδεχόμενο η ενέργεια αυτή υπό την έννοια μίας συνεχιζόμενης πράξης να υφίστατο για μία χρονική περίοδο περίπου δύο ετών και δύο μηνών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι και τη καταχώρηση της αίτησης. Αυτό δεν διευκρινίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Ούτε όμως και αποκλείεται ασφαλώς. Ακόμη και η παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη είναι αόριστη επί του συγκεκριμένου σημείου. Τέλος, αξίζει απλά να σημειωθεί πως η εναγόμενη με τη καταχώρηση της αρχικής της έκθεσης υπεράσπισης (ημερομηνία καταχώρησης 12/9/2012) αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 17 της έκθεσης απαίτησης.
  11. Πολύ απλά η σημασία της συγκεκριμένης αναφοράς έγκειται στο εξής. Δεν έχει σχέση μόνο με την καθυστέρηση ή ολιγωρία την οποία επέδειξε ο ενάγων ως προς τη καταχώρηση αυτής της αίτησης εάν πράγματι θεωρούσε πως ακόμη και στο χρονικό σημείο καταχώρησης της αγωγής το επίδικο ακίνητο κινδύνευε να πωληθεί. Επιπλέον δημιουργείται και το εξής εύλογο ερώτημα. Κατά πόσο, σε σχέση με τη επιλογή καταχώρησης της αίτησης στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, περίπου δύο χρόνια και δύο μήνες μετά από τη καταχώρηση της αγωγής, όντως αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η πρόθεση της εναγομένης ή η ύπαρξη του κινδύνου η εναγόμενη να πωλήσει το επίδικο ακίνητο έτσι ώστε να δικαιολογείται και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, στο χρονικό σημείο στο οποίο αυτό ζητείται, μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής.
  12. Εύλογα δηλαδή διερωτάται το Δικαστήριο γιατί ο ενάγων δεν είχε καταχωρήσει ευθύς εξ αρχής την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, ταυτόχρονα δηλαδή με τη καταχώρηση της αγωγής του ή ακόμη και σε οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο μετά από τη καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης.
  13. Καμία εξήγηση δεν δίδεται από τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της αίτησης ως προς το θέμα αυτό. Διατηρώντας δε υπόψη τη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως ο λόγος είναι πως ο αναφερόμενος κίνδυνος στη παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης είτε δεν ήταν πράγματι υπαρκτός κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής είτε δεν θεωρήθηκε ως υπαρκτός σε τέτοιο βαθμό μέχρι και τη καταχώρηση της αίτησης έτσι ώστε να προέκυπτε η αναγκαιότητα επίκλησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος με το οποίο να προστατεύονταν τα δικαιώματα του ενάγοντα.
  14. Επιπλέον όμως συντείνει και αυτό το δεδομένο στην όλη αποτυχία του ενάγοντα με τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση να αποδείξει με επαρκή μαρτυρία την ύπαρξη πλέον αυτού του κινδύνου ως μία βάσιμη αιτία έγκρισης της αίτησης για το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα.
  15. Σημασία βεβαίως αναφορικά με τη χρονική πτυχή του αιτήματος έχει και η ημερομηνία δημοσίευσης στο διαδίκτυο η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Σιμιλλίδη σε σχέση με τη κατ' ισχυρισμό διαφήμιση προς πώληση του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη.
  16. Κατ΄ αρχάς δεν προσφέρεται οποιαδήποτε διευκρίνιση ως προς το κατά πόσο η συγκεκριμένη μορφή διαφήμισης είναι η ίδια ή διαφορετική από αυτή η οποία αναφέρεται στη παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης. Σημειωτέον πως η αναφορά σε εταιρεία με διαδικτυακή διεύθυνση (ForsaleCyprus.com) δεν αποκλείεται να συνδέεται ή τουλάχιστον να είναι ενδεικτική ως προς την ύπαρξη σύνδεσης με χρήση του διαδικτύου. Όμως αυτή η πιθανότητα δεν έχει τόση σημασία όσο η απουσία στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης οποιασδήποτε εξήγησης ή διευκρίνισης αναφορικά με αυτό το θέμα.
  17. Ο ισχυρισμός στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη είναι γενικός και ουσιαστικά αόριστος. Συμπλέκεται κατ΄ αρχάς με την ιδιότητα της εναγομένης ως Αγγλίδα υπήκοος (θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω). Ο ισχυρισμός είναι πως η εναγόμενη "....διαφημίζει την πώληση του ακινήτου μέσω διαφόρων κτηματομεσιτών". Καμία όμως ενισχυτική ή έστω διευκρινιστική μαρτυρία δεν προσφέρεται προς υποστήριξη αυτού του τόσο γενικού ισχυρισμού.
  18. Η μοναδική προσπάθεια η οποία καταβάλλεται ως προς την ενδυνάμωση του ισχυρισμού αυτού είναι η επισύναψη ως τεκμηρίου ενός φωτοαντιγράφου το οποίο ο ενόρκως δηλών περιγράφει ως "...σχετική διαφήμιση που τοποθετήθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στις 4/2/2014 ως τεκμήριο Β". Βεβαίως, έχοντας υπόψη και το τεκμήριο Β, προφανώς αυτό το οποίο εννοεί ο ενόρκως δηλών είναι πως η εναγόμενη έχει αναρτήσει διαφήμιση στο διαδίκτυο στις 4/2/
  19. Η χρονική εγγύτητα της ημερομηνίας ανάρτησης προς την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης ασφαλώς είναι ιδιαίτερα βολική ως προς τη δημιουργία μίας εικόνας με την οποία να στοιχειοθετείται η ύπαρξη της άμεσης αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  20. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο όντως η δημιουργία αυτής της εικόνας είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμη παράλληλα αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως η κατ' ισχυρισμό ημερομηνία ανάρτησης της διαφήμισης στο διαδίκτυο δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο από το τεκμήριο Β. Μάλιστα οι μοναδικές δύο ημερομηνίες οι οποίες αναφέρονται επί του τεκμηρίου, δηλαδή 22/10/2008 (δίπλα από τη φράση "Date Posted") και 29/11/2011 (δίπλα από τη φράση "Last Changed") κάθε άλλο παρά συνάδουν με την ημερομηνία η οποία αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα.
  21. Πέραν όμως και από τη παρατηρούμενη αοριστία ως προς τη χρονική πτυχή ανάρτησης της διαφήμισης ακόμη και το υπόλοιπο περιεχόμενο του τεκμηρίου Β απαιτεί καταβολή προσπάθειας απλά και μόνο έτσι ώστε αυτό να είναι δυνατό να συνδεθεί είτε με το επίδικο ακίνητο είτε με την εναγόμενη.
  22. Επιπλέον, ως προς το ότι το τεκμήριο Β είναι στην αγγλική γλώσσα δίχως να επισυνάπτεται μετάφραση αυτού, παρατηρώ τα εξής. Όσο και να παρέχεται η δυνατότητα παρουσίασης του ως τεκμήριο (άρθρο 5 του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988, Ν.67/1988) καθότι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα εντούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ πως αυτό δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία έχοντας υπόψη μία εκ πρώτης όψεως εξέταση του ελάχιστου περιεχομένου του εγγράφου. Εάν βεβαίως ο ενάγων θεωρούσε ως σημαντικό αυτό το περιεχόμενο όφειλε να μεριμνήσει όπως επισυνάψει και σχετική μετάφραση.
  23. Ουσιαστικά όλη η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από τον ενάγοντα ως προς τη διαφήμιση προς πώληση του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη κρίνεται εντελώς ανεπαρκής προς υποστήριξη του αιτήματος του. Βεβαίως η ίδια η εναγόμενη παρά και την άρνηση για ανάρτηση διαφήμισης παραδέχεται πως κατά το έτος 2003 είχε διαφημίσει το επίδικο ακίνητο για πώληση διευκρινίζοντας όμως πως αυτό έγινε σε μία περίοδο κατά την οποία η ίδια ζούσε στην Ιταλία (μεταξύ των ετών 2003 έως 2006). Σημειωτέον δε πως κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου σύμφωνα και με τη παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης ο ενάγων ισχυρίζεται πως η εναγόμενη συζούσε μαζί του. Ισχυρίζεται επιπλέον η εναγόμενη πως έκτοτε ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για την πώληση του επίδικου ακινήτου τονίζοντας παράλληλα πως δεν είχε οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη για πώληση του επίδικου ακινήτου ενώ εντός αυτού είχε "οικοδομήσει και το σπίτι όπου" ζει.
  24. Αυτός ο ισχυρισμός της εναγομένης ως προς το χώρο της μόνικης κατοικίας της οδηγεί σε εξέταση και μίας άλλης πτυχής της αίτησης. Υπάρχει ισχυρισμός ως προς το ότι η εναγόμενη είναι Αγγλίδα υπήκοος (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη) προφανώς έτσι ώστε με αυτό τον τρόπο να αναδεικνύεται ο κίνδυνος υλοποίησης της πώλησης του επίδικου ακινήτου αλλά και στη συνέχεια της εγκατάλειψης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την εναγόμενη.
  25. Εφόσον δηλαδή η εναγόμενη ως Αγγλίδα υπήκοος δεν αναμένεται, όπως ενδεχομένως άτομα τα οποία ανήκουν σε αυτή τη γενική κατηγορία ατόμων, να έχει οποιουσδήποτε ιδιαίτερους δεσμούς με την Κύπρο. Έτσι ώστε να καθίσταται δηλαδή πιο εύκολο για την ίδια να πωλήσει το επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια να αποχωρήσει από την Κύπρο.
  26. Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς υποστήριξη του αιτήματος του δεν οδηγεί στο συμπέρασμα πως "...προκύπτει ανάγκη δέσμευσης του ακινήτου, αφου είναι βάσιμα πιθανή η πώληση του και η εγκατάλειψη της Κύπρου από την εναγόμενη" (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη).
  27. Ως προς το θέμα αυτό αντιπαραθέτει η εναγόμενη τους δικούς της λεπτομερείς ισχυρισμούς στις παραγράφους 12 έως και 16 της ένορκης δήλωσης της. Θεωρώ περιττό να τους επαναλάβω εντός αυτής της απόφασης. Αρκεί να αναφέρω πως οι ισχυρισμοί αυτοί τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως και ασφαλώς εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης και όχι εξέτασης της ουσίας της αγωγής κρίνονται ικανοποιητικοί έτσι ώστε να ανατρέπουν τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη του αιτήματος του ενάγοντα.
  28. Προέρχονται απευθείας από ενδιαφερόμενο διάδικο η οποία μάλιστα δεν έχει αντεξεταστεί επί του προκειμένου. Δίχως αυτή η απουσία αντεξέτασης να καθιστά τους ισχυρισμούς της ως αναντίλεκτα δεδομένους. Δεν είναι παράλληλα δυνατό όμως τουλάχιστον να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και πάλι εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης πως οι ισχυρισμοί δεν έχουν ευθέως αμφισβητηθεί ή διερευνηθεί δια μέσω του μηχανισμού ο οποίος προσφέρεται από την αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα.
  29. Ενώ οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης και επί αυτού του θέματος κρίνονται γενικοί και αόριστοι. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να απορρίψει το Δικαστήριο τους ισχυρισμούς της εναγομένης ως αβάσιμους. Αντιθέτως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, αυτοί γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο ως ανατρεπτικοί των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος επί του συγκεκριμένου θέματος.
  30. Η αναφορά στα ευρήματα της απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου (στο εξής θα καλείται το "Κακουργιοδικείο"), η οποία εκδόθηκε στις 29/7/2010, είτε ως προς την απόκτηση του επίδικου ακινήτου με χρήματα του ενάγοντα είτε ως προς την ύπαρξη παραδοχής της εναγομένης ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον ενάγοντα και όχι από την ίδια, κρίνεται ως μη βοηθητική για την αίτηση του ενάγοντα υπό την ακόλουθη έννοια.
  31. Δεν διαπιστώνεται πως το περιεχόμενο αυτής της απόφασης του Κακουργιοδικείου παρέχει με οποιοδήποτε τρόπο σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. Μάλιστα όπως το ίδιο το Κακουργιοδικείο αναφέρει στην απόφαση του (σελίδα 21) η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποτελούσε την κατάλληλη διαδικασία για να αποφασιστούν οι περιουσιακές διαφορές μεταξύ του ενάγοντα (ως κατηγορούμενου) και της εναγομένης (ως η μητέρα της παραπονούμενης). Ουσιαστικά δεν αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Κακουργιοδικείου η απόκτηση του επίδικου ακινήτου με χρήματα του ενάγοντα.
  32. Βεβαίως υπάρχει αναφορά πως η εναγόμενη παραδέχτηκε πως το "σπίτι στην Αργάκα" κτίστηκε με χρήματα του ενάγοντα (δηλαδή του κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη διαδικασία). Η αναφορά αυτή εντοπίζεται στο σημείο της απόφασης όπου το Κακουργιοδικείο παραθέτει τη μαρτυρία σε σχέση με την εξέταση του "οικονομικού" θέματος το οποίο ήγειρε η υπεράσπιση ως προς το ότι το κίνητρο της εναγομένης ως η μητέρα της παραπονούμενης να πιστεύει τα όσα της είπε ήταν διότι αυτό την εξυπηρετούσε.
  33. Εντούτοις η αναφορά αυτή από μόνη δεν οδηγεί απαρέγκλιτα και σε οποιαδήποτε παραδοχή της εναγομένης σε αυτή την αγωγή η εκδίκαση της ουσίας της οποίας δεν έχει ακόμη αρχίσει. Αποτελεί ένα σημείο το οποίο θα μπορούσε να τεθεί υπόψη της εναγομένης κατά την αντεξέταση της, εάν και εφόσον βεβαίως επιλέξει να δώσει μαρτυρία. Όμως από μόνη της η συγκεκριμένη αναφορά δεν αρκεί έτσι ώστε να ενισχύεται με οποιοδήποτε τρόπο το αίτημα του ενάγοντα σε αυτή την αίτηση.
  34. Ούτε και πρόκειται βεβαίως το Δικαστήριο σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία να υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της αγωγής και να καταλήξει σε οποιοδήποτε ακόμη και εκ πρώτης όψεως εύρημα αναφορικά με το κατά πόσο όντως η επίδικη κατοικία χτίστηκε με χρήματα του ενάγοντα. Αποτελεί και αυτό το ερώτημα ένα από τα επίδικα θέματα της αγωγής. Το οποίο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα επίδικα θέματα, θα εξεταστεί από το Δικαστήριο όταν αυτό θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής.
  35. Προκύπτει όμως και ένα επιπρόσθετο θέμα το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση. Αυτό βεβαίως έχει να κάνει με το δεδομένο πως η οποιαδήποτε αναφορά ή ακόμη και το οποιοδήποτε εύρημα ενός άλλου Δικαστηρίου δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως δεσμευτικό για το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Είτε ακόμη και να θεωρηθεί πως έχει και οποιαδήποτε πειστική αξία δίχως προηγουμένως να τύχει της ανάλογης εισαγωγής υπό μορφή ισχυρισμού σε αυτή τη διαδικασία. Παραδείγματος χάριν, εάν κατά την εκδίκαση της αίτησης, η εναγόμενη ως η ενόρκως δηλούσα είχε αντεξεταστεί αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα.
  36. Η ίδια η εναγόμενη στη δική της ένορκη δήλωση ουσιαστικά απορρίπτει εν πάση περιπτώσει στη πληρότητα τους τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου με ισοπεδωτική αναφορά ως προς το ότι για λόγους ακατανόητους προς την ίδια ο ενάγων δεν καταδικάστηκε στη συγκεκριμένη διαδικασία. Βεβαίως το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση δεν πρόκειται να υπεισέλθει σε εξέταση αυτής της θέσης της εναγομένης καθότι αυτό κρίνεται αχρείαστο.
  37. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η παραπομπή από τον ενόρκως δηλούντα στην απόφαση του Κακουργιοδικείου αυτή ούτε υποστηρίζει αλλά ούτε και ενισχύει με οποιοδήποτε τρόπο το αίτημα του ενάγοντα για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ενώ η εισήγηση πως η θέση του ενάγοντα ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον ίδιο ενισχύεται από την απόφαση του Κακουργιοδικείου (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη) δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως βάσιμη. Υπάρχει μεν μία απόφαση ενός άλλου Δικαστηρίου το οποίο όμως συνειδητά απέφυγε να υπεισέλθει σε οποιοδήποτε βαθμό στις περιουσιακές διαφορές μεταξύ των διαδίκων σε αυτή την αγωγή. Καθότι το αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  38. Αν και το Δικαστήριο δεν έχει αναφερθεί ευθέως σε συγκεκριμένους λόγους ένστασης προσεχτική ανάγνωση αυτής της απόφασης αναδεικνύει τα διάφορα σημεία εντός των λόγων ένστασης με τα οποία το Δικαστήριο συμφωνεί. Διατηρώντας δε υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνεται πως δεν δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης του ενάγοντα κυρίως λόγω της αποτυχίας του να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος προς αποφυγή του κινδύνου πώλησης του επίδικου ακινήτου και την επακόλουθη στη συνέχεια εγκατάλειψη της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την εναγόμενη.
  39. Θεωρώ δε περιττό όπως αναφερθώ στα όσα η ίδια η εναγόμενη αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ως προς την οικονομική της κατάσταση και τη δυνατότητα της να αποζημιώσει τον ενάγοντα διατηρώντας υπόψη πως ουσιαστικά ο ενάγων δεν έχει καν προωθήσει με επαρκή μαρτυρία ούτε και αυτό το θέμα. Περιορίστηκε σε γενικές ακόμη και τυποποιημένες αναφορές (παραγράφοι 10 και 11 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη) δίχως οποιαδήποτε διασύνδεση τους με τα έστω κατ' ισχυρισμό δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  40. Λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο του η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα της δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε τα έξοδα της να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 1 και εις βάρος του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δηλαδή το τεμάχιο με αριθμό 140 ενώ σχετικές επίσης είναι οι παραγράφοι 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.