← Κύπρος

Σούλας Σωκράτους κ.α. ν. Παναγιώτη Παναγιώτου από τη Χλώρακα, προσωπικά και ως διαχειριστή της περιουσίας της Αναστασίας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής:

Σούλας Σωκράτους κ.α. ν. Παναγιώτη Παναγιώτου από τη Χλώρακα, προσωπικά και ως διαχειριστή της περιουσίας της Αναστασίας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2312/09, 29/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A176 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2312/09 Μεταξύ:

  1. Σούλας Σωκράτους, από την Πέγεια
  2. Συμέωνος Πελοπίδα, από την Πέγεια Εναγόντων Και
  3. Παναγιώτη Παναγιώτου από τη Χλώρακα, προσωπικά και ως διαχειριστή της περιουσίας της Αναστασίας Παναγιώτου
  4. Δώρας Παναγιώτου από την Πάφο, προσωπικά και ως διαχειρίστριας της περιουσίας της Αναστασίας Παναγιώτου
  5. Αναστασίας Παναγιώτου, από την Κισσόνεργα μέσω των Εναγομένων αρ. 1 και 2
  6. Σάββα Παναγιώτου, από την Πέγεια Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 29.08.2014 Για τους Ενάγοντες: κ. Χρ. Γεωργιάδης (κ. Χρ. Μούδουρος για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους: κ. Φ. Αποστολίδης με κ. Χ. Σωτηριάδη (κ. Χ. Σωτηριάδης για ν' ακούσει απόφαση) Ενάγοντας 2, παρών --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες επιδιώκουν ειδική εκτέλεση ισχυριζόμενης συμφωνίας ημερομηνίας 06.12.2000 ούτως ώστε τμήμα του τεμαχίου 573 (προηγουμένως 217) Φύλλο/Σχέδιο 45/25 στην Πέγεια, ιδιοκτησίας των Εναγομένων, αποκοπεί και προσαρτηθεί στο γειτονικό τεμάχιο 117 του ιδίου Φύλλου/Σχεδίου στην Πέγεια ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Καθώς επίσης και ειδική εκτέλεση ισχυριζόμενης συμφωνίας με βάση αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων ημερομηνίας 14.05.2001 ούτως ώστε τμήμα του τεμαχίου 118 του ιδίου Φύλλου/Σχεδίου αποκοπεί και προσαρτηθεί στο εν λόγω τεμάχιο 117, και άλλο τμήμα του τεμαχίου 117 αποκοπεί και προσαρτηθεί στο εν λόγω γειτονικό τεμάχιο
  7. Άνευ βλάβης, οι Ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης παράνομης άρνησης των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τα πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι στις πιο πάνω αξιώσεις καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ Κατά τη διάρκεια της ακρόασης έδωσαν μαρτυρία οι εξής: Ο κ. Συμεών Πελοπίδα (Ενάγοντας αρ. 2) - (Μ.Ε.1) Ο κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου - (Μ.Ε.2) Ο κ. Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ - (Μ.Ε.3) Ο κ. Στέφανος Φιντικλής - (Μ.Ε.4) Η κα Αντρούλλα Ζαμπυρίνη - (Μ.Ε.5) Ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου (Εναγόμενος 1) - (Μ.Υ.1) Η κα Χρύσω Κάϊζερ - (Μ.Υ.2) Ο κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου - (Μ.Υ.3) Κατατέθηκαν 29 Τεκμήρια (συν το Τεκμήριο 11(α)). Το τι ακριβώς ανέφερε ο κάθε μάρτυρας εμπεριέχεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Όπου κρίνεται χρήσιμο για σκοπούς της δομής της απόφασης γίνεται ανάλογη αναφορά. Μετά την προσκόμιση μαρτυρίας ακολούθησαν οι τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 3 · Η Εναγόμενη 3 (συγκεκριμένα η κα Αναστασία Παναγιώτου) στις 09.09.2002 κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο με βάση το Νόμο που προνοεί για τη Διαχείριση της Περιουσίας Προσώπων Ανίκανων να Διαχειριστούν οι ίδιοι την περιουσία και υποθέσεις τους και για τον Έλεγχο της Διαχείρισης (Ν.23(Ι)/96)και οι Εναγόμενοι 1 και 2 διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας της (το σχετικό διάταγμα καταχωρήθηκε κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο 26). Το εν λόγω διάταγμα παραμένει σε ισχύ. Αυτά προκύπτουν και από τη μαρτυρία της κας Χρύσως Κάϊζερ (Μ.Υ.2), επιπροσθέτως των δηλώσεων των δικηγόρων. Το έγγραφο ημερ. 06.12.2000 - Τεκμήριο 11 Είναι παραδεκτό ότι την 06.12.2000 η Ενάγουσα αρ. 1 και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  8. Παρατίθεται αυτούσιο: «Συμφωνητικό έγγραφο. Εμείς οι κάτωθιν ιδιοκτήτες του τεμαχίου 217 του Φ/Σχ. xlv/25 στην Πέγεια Παναγιώτης Παναγιώτου Γιαννάκη Σάββας » » Δώρα » » Αναστασία » » Συμφωνούμε σήμερα 6.12.2000 και παραχωρούμε δικαίωμα διόδου πλάτους 6.00 μέτρων κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του πιο πάνω τεμαχίου προς όφελος της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 117, 268 του φ/Σχ. 45/25 στην Πέγεια (ως φαίνεται στα επισυναπτόμενα σχέδια) Σούλας Σωκράτους Μιχαήλ. Υπογράφουμε τις φόρμες Ν.251Α Εφόσον καταχωρηθεί το δικαίωμα διόδου στο Επ. Κτηματολόγιο Πάφου και η πιο πάνω ιδιοκτήτρια εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες οικοδομής τότε οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 217 θα αποκόψουν την έκταση του εν λόγω δικαιώματος διόδου από το τεμάχιο τους και θα την προσαρτήσουν στο τεμάχιο 117 της Σούλας Σωκράτους Μ. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες των πιο πάνω τεμαχίων συμφωνούν όπως η τιμή πώλησης του πιο πάνω μεριδίου θα είναι οκτώ χιλιάδες Λ.Κ. (8.000) και θα πληρωθεί ως ακολούθως:
  9. Τέσσερεις χιλιάδες Λ.Κ. με την υπογραφή της παρούσας
  10. Τις υπόλοιπες τέσσερις χιλιάδες Λ.Κ. με την κατάθεση της αναπροσαρμογής και προσάρτησης του εν λόγω μεριδίου στο τεμάχιο
  11. Το πιο πάνω μερίδιο το οποίο θα αποκοπεί από το τεμάχιο 217 και θα προσαρμοστεί στο 117 θα αποτελεί δικαίωμα διόδου για το 217 τεμάχιο. Το οποίο μετά την αναπροσαρμογή θα εγγραφεί προς όφελος του 217...» (Το κατά πόσο κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 11 ήταν επισυναπτόμενο και το σχέδιο Τεκμήριο 11(α), εξετάζεται πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης )». ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 Προκύπτει επίσης ότι την 06.12.2000 υπογράφηκε από/εκ μέρους των Εναγομένων το έντυπο Ν251Α («ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΟΔΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 11

(1)(α) του Κεφ. 224»). Πρόκειται για το Τεκμήριο 18 το οποίο μαζί με επισυνημμένο σχέδιο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, χωρίς ένσταση. Το ότι το Τεκμήριο 18 αποτελείται τόσο από το έντυπο Ν 251 Α όσο και από επισυναπτόμενο σχέδιο ως κατατέθηκαν μαζί στο Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον Εναγόμενο 1 κ. Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Υ.1). Επιπρόσθετα ο κ. Παναγιώτου (Μ.Υ.1) δεν αμφισβήτησε ότι το εν λόγω επισυναπτόμενο σχέδιο στο Τεκμήριο 18 φέρει τις υπογραφές του ιδίου, ο οποίος υπέγραψε και για τον κ. Σάββα Παναγιώτου (Εναγόμενο 4), και ότι επίσης φέρει τις υπογραφές της κας Δώρας Παναγιώτου (Εναγόμενη 2) και την υπογραφή της κας Αναστασίας Παναγιώτου (Εναγόμενη 3). Η τοποθέτηση των εν λόγω υπογραφών στο Τεκμήριο 18 (Έντυπο Ν 251 Α και επισυναπτόμενο σχέδιο) αποτελεί πραγματικό γεγονός. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 κ. Ιεζεκιήλ, ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί σε αυτό το σημείο, το εν λόγω επισυναπτόμενο σχέδιο είναι κτηματολογικό σχέδιο εν χρήσει πάνω στο οποίο ο Μ.Ε.3 τοποθέτησε την κόκκινη γραμμή και σημείωσε το πλάτος της λωρίδας 6 μέτρων, οπότε στο εν λόγω σχέδιο φαίνεται η κατεύθυνση του δικαιώματος διόδου. Επιπρόσθετα: το Τεκμήριο 18 φέρει ημερομηνία 06.12.2000 και προκύπτει ότι κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο ως ανέφερε ο κ. Ιεζεκιήλ (Μ.Ε.3) την ίδια ημερομηνία. Τούτο δεν αμφισβητήθηκε επαρκώς. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, το Τεκμήριο 12 είναι το ίδιο με το επισυναπτόμενο σχέδιο του Τεκμηρίου
  1. ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΟΔΟΥ Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το τμήμα πλάτους 6 μέτρων το οποίο αναφέρεται στο ως άνω συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 06.12.2000 σήμερα αποτελεί εγγεγραμμένο δικαίωμα διαβάσεως προς όφελος του τεμαχίου 117 και του τεμαχίου
  2. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Τα ακόλουθα έχουν επίσης δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα: · Οι Ενάγοντες είναι μεταξύ τους σύζυγοι και σήμερα οι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου αρ. 117, Φυλ./Σχ. 45/25, Δήμος Πέγειας. Στις 06.12.2000 και 14.05.2001 η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 117 ήταν η Ενάγουσα αρ.
  3. · Οι ενάγοντες κατά τους ίδιους παραπάνω χρόνους ήταν επίσης οι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου 268 του ιδίου Φυλ./Σχ. · Κατά τους ίδιους παραπάνω χρόνους οι Εναγόμενοι αρ. 1-4 που είναι αδέλφια ήσαν και είναι οι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου αρ. 573 (προηγούμενα 217) του ιδίου παραπάνω Φυλ./Σχ. · Ο Εναγόμενος αρ. 4 είναι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ. 118 του ιδίου, παραπάνω Φυλ./Σχ. το οποίο απέκτησε στις 25.10.2002 με δωρεά από τη μητέρα των Εναγομένων η οποία κατά τους ίδιους χρόνους των συμφωνιών ήταν η ιδιοκτήτρια του Τεμαχίου
  4. Κατατέθηκε επίσης από κοινού ο τίτλος ιδιοκτησίας του τεμαχίου 117 (Τεκμήριο 1) και του τεμαχίου 268 (Τεκμήριο 2). Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΣΥΝΟΡΩΝ ΗΜΕΡ. 14.05.2001 Δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι την 14.05.2001 υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου η αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων (Τεκμήριο 3). Παρατίθεται απόσπασμα: «.Συμφωνούμε όπως γίνει αναπροσαρμογή των συνόρων μας σύμφωνα με τα σχέδια που επισυνάπτονται και σύμφωνα με ορατά και σταθερά σημεία επί του εδάφους (και βάση συμφωνίας ημερομηνίας 06/12/2000). Δηλαδή το κομμάτι Α να αποκοπεί από το 118 και να προσαρτηθεί στο 117 τεμάχιο, και το κομμάτι Β να αποκοπεί από το τεμάχιο 117 και να προστεθεί στο
  5. Και το κομμάτι Γ να αποκοπεί από το 217Β και να προσαρτηθεί στο 117.. Επίσης το κομμάτι Γ θα ενσωματωθεί με το 117 τεμάχιο αλλά θα εγγραφεί ως δικαίωμα διόδου για το 217Β τεμάχιο.» Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η ως άνω αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων, που υποβλήθηκε στις 14.05.2001 υπογράφεται από την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους αρ. 1 - 4 καθώς και τη μητέρα τους Ελένη Σ. Χ"Ευσταθίου. Η αίτηση δεν έχει προχωρήσει διότι αρχικά ανακλήθηκε η υπογραφή του Εναγόμενου αρ.
  6. ΟΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ Με την Έκθεση Απαίτησης ζητούνται τα εξής: «(α) Ειδική εκτέλεση της σύμβασης που περιέχεται στο έγγραφο ημερ. 06.12.
  7. (β) Χωρίς βλάβη του (α), παραπάνω επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, γενικές και/ή €80.000,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης του (α), παραπάνω και/ή αποζημιώσεις με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή το δίκαιον της αποκατάστασης. (γ) Ειδική εκτέλεση της σύμβασης που προκύπτει από την άλλη, από την αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ημερ. 14.5.
  8. (δ) Χωρίς βλάβη των (γ) και/ή (β), παραπάνω επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά και/ή διαζευκτικά, γενικές και/ή €187.000,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για αθέτηση της σύμβασης του (γ), παραπάνω και/ή αποζημιώσεις με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή το δίκαιον της αποκατάστασης. (ε) Νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. (στ) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία.» Με την Ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν τα εξής: «(α) Αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία της 6/12/2000 αφορά συμφωνία παραχώρησης διόδου με εμπλεκόμενα ακίνητα τα «Δεσπόζοντα» τεμάχια 117 και 268 του Φ/Σχ. X:V/25 και το «Δουλεύον» τεμάχιο 217 (και τώρα 573) του Φ/Σχ. XLV/25 που βρίσκονται στον ΔΗΜΟ Πέγειας, Τοποθεσία «ΣΠΙΤΟΥΔΙΑ», στην επαρχία Πάφος, και (β) Αναγνωριστική απόφαση ότι η πιο πάνω συμφωνία έχει εκτελεστεί και οι Εναγόμενοι έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση τους έναντι της Ενάγουσας αρ. 1 και/ή στους Ενάγοντες 1 και 2, στην έκταση και στον βαθμό που αφορά η εν λόγω συμφωνία της 6/12/2000, της παραχώρησης δικαιώματος διόδου ως λεπτομερώς αναφέρεται ανωτέρω. (γ) Αναγνωριστική απόφαση, ότι το ποσό των £8.000 ισάξιο σε €13.668,81 το οποίον η Ενάγουσα αρ. 1 κατέβαλε προς τους Εναγομένους, αποτελεί εύλογο αντάλλαγμα και/ή εύλογη αποζημίωση και/ή εύλογη αμοιβή για το παραχωρηθέν δικαίωμα διόδου και/ή την παραχωρηθείσα χρήση του εν λόγω δικαιώματος διόδου και/ή την εγγραφή του δικαιώματος διόδου και/ή άλλως πως, όπως λεπτομερώς αναφέρεται ανωτέρω στην Υπεράσπιση τους. (δ) Αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία της 6.12.2000 πέραν της συμφωνίας παραχώρησης δικαιώματος διόδου, είναι ΑΚΥΡΗ ένεκα αοριστίας και/ή ασάφειας και/ή αντιφατικότητας και/ή μη εξακριβώνουσα την πραγματική θέληση των συμβαλλομένων μερών και/ή αντινομικής και/ή παράλογης. (ε) Τα έξοδα της Ανταξίωσης..» Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Η πτυχή αυτή εγείρεται τόσο στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και στην τελική αγόρευση. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Εναγομένων συγκεκριμενοποιείται στις παραγράφους 16 και 17 της τελικής αγόρευσης τους. «
  9. Ένα άλλο θέμα που το προβάλλουμε στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων είναι ότι η πλευρά των Εναγόντων έχουν επεκτείνει την απαίτηση τους και/ή έχουν προβεί σε μετατροπή και/ή τροποποίηση των απαιτήσεων τους και/ή των αξιουμένων θεραπειών ως εις την Έκθεση Απαίτησης τους, από αυτή που αξιώνουν στο κλητήριο ένταλμα τους (Ο.2 r.1). Η Ενέργεια αυτή των Εναγόντων έπρεπε να συνοδεύεται από άδεια του δικαστηρίου, πράγμα που οι Ενάγοντες έχουν παραλείψει.
  10. Συγκεκριμένα στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 15/7/2009 στην παράγραφο (γ) διαβάζουμε: «Ειδική εκτέλεση της σύμβασης που προκύπτει μεταξύ ενάγουσας από τη μια και εναγόμενων και Ελένης Χ"Ευσταθίου, αποβιώσασας από την άλλη, από την αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου το 2001». Αντίθετα στην αντίστοιχη παράγραφο (γ) της Έκθεσης Απαίτησης διαβάζουμε: «Ειδική εκτέλεση της σύμβασης που προκύπτει από την άλλη, από την αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ημερομηνίας 14/05/2001.» Η θέση του Δικαστηρίου: Πρόκειται για χρήση διαφορετικού λεκτικού. Δεν πρόκειται για επέκταση της Απαίτησης. Η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία των Εναγομένων δεν ευσταθεί. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΕΛΕΝΗ Χ''ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΗΤΑΝ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΙΑΔΙΚΟΣ: Με την παράγραφο 22 της Έκθεσης Υπεράσπισης τίθεται ο ισχυρισμός ότι «ελλείπουν διάδικοι εις την παρούσα αγωγή τους οποίους έπρεπε να περιλάβουν και να καταστήσουν διάδικους, πράγμα που έχουν παραλείψει θανάσιμα για την έκβαση της αγωγής.» Το θέμα αυτό σε σχέση με την Ελένη Σάββα Χ"Ευσταθίου, μητέρα των Εναγομένων, αναπτύσσεται ειδικότερα στην τελική αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων, στις παραγράφους 10 - 15, σελ.
  11. Η ανάλυση του Δικαστηρίου: α) Καταρχήν, αν και ξεκάθαρο, επισημαίνεται ότι η μητέρα των Εναγομένων δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία ημερομηνίας 06.12.
  12. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να ήταν συμβαλλόμενο μέρος σ' εκείνη τη συμφωνία, αφού η ίδια δεν ήταν ιδιοκτήτρια των τεμαχίων που αφορούσε η εν λόγω συμφωνία. Και με βάση παραδεκτό γεγονός, οι Εναγόμενοι ήσαν συνιδιοκτήτες του τεμαχίου 573 (προηγουμένως 217) κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι η μητέρα τους. Συνεπώς, με βάση την απαίτηση σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 06.12.2000, δεν τίθεται θέμα να έπρεπε να προστίθετο ως διάδικος. β) Όσον αφορά τώρα την απαίτηση σε σχέση με την αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων, ημερομηνίας 14.05.2001 - Τεκμήριο 3: Όπως επισημαίνεται στην παράγραφο 10 της τελικής αγόρευσης εκ μέρους των Εναγομένων, οι Εναγόμενοι δέχονται ότι τις 14.05.2001 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 117 και της μητέρας των Εναγομένων, Ελένης Χ"Ευσταθίου υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 118, όπως αναπροσαρμόσουν τα μεταξύ τους σύνορα (τεμάχια 117, 118). Όμως, με βάση παραδεκτό γεγονός, ιδιοκτήτης του τεμαχίου 118, από τις 25.10.2002, είναι ο Εναγόμενος
  13. Επιπρόσθετα, δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι όταν ο Εναγόμενος 4 δεχόταν τη δωρεά του τεμαχίου 118 από τη μητέρα του, ή σε κάθε ουσιώδη χρόνο δεν έλαβε γνώση της συμφωνίας αναπροσαρμογής μεταξύ του τεμαχίου 117 και
  14. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Εναγόμενος 4 ήταν ενήμερος. (Π.χ., βλ. Τεκμήριο 16 - Έγγραφη δήλωση του). Εφόσον δε από το 2002 η Ελένη Χ"Ευσταθίου έπαυσε να είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 118, λόγω του ότι το δώρισε στον υιό της, Εναγόμενο 4, δεν μπορεί εύλογα να επιχειρηματολογηθεί ότι με τη μη συμπερίληψή της στην αγωγή (είτε της ιδίας, είτε μετά το θάνατο της του τυχόν οποιουδήποτε διαχειριστή της περιουσίας της) παραβλάπτονται τα δικαιώματα της περιουσίας της. (Να σημειωθεί εδώ ότι η εν λόγω Ελένη Σάββα Χ''Ευσταθίου απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 2009 και δεν διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της. Τούτο προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1). Συνεπώς, η Ελένη Χ"Ευσταθίου ή ο οποιοσδήποτε ενδεχόμενος διαχειριστής της περιουσίας της δεν ήταν αναγκαίος διάδικος. [Βλ. επίσης, Κλεάνθης κ.ά. v. Σιάνου κ. ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 180.] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  1. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
  2. Η ευχέρεια αυτή πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων και η ερμηνεία πρέπει να περιορίζεται μέσα στα πλαίσια των σκέψεων των συμβαλλομένων.
  3. Κατά κανόνα στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη τους ερμηνεία. (Βλ. Robertson v. French [1803] 4 East 130, σελ. 135: "It is to be construed according to its sense and meaning as collected in the first place from the terms used in it, which terms are themselves to be understood in their plain, ordinary and popular sense unless they have generally in respect of the subject-matter, as by the known usage of trade or the like, acquired a peculiar sense different from the popular sense of the same words or unless the context evidently pointed out that they must in the particular instance and in order to effectuate the immediate intention of the parties to that contract be understood in some other and peculiar sense." Και Re Levy, ex p. Walton ([1881] 17 Ch.D. 746: "The grammatical and ordinary sense of the words is to be adhered to, unless that would lead to some absurdity, or some repugnance or inconsistency with the rest of the instrument, in which case the grammatical or ordinary sense of the words may be modified, so as to avoid that absurdity and inconsistency, but no further.") (Για τα πιο πάνω βλ. Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1(Γ) 1809.) 1. Συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Βλ. Θεολόγου και άλλος ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407). Συνεπώς οι διαβουλεύσεις των μερών πριν την υπογραφή του σχετικού εγγράφου δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. 2. Η βάση των αρχών που διέπουν την ερμηνεία όρων συμφωνίας έχει ως κεντρική επιδίωξη τη διακρίβωση της πρόθεσης των μερών που συνάγεται από τη διατύπωση της συμφωνίας ως σύνολο στο πλαίσιο και στο υπόβαθρο της σύναψης της. Οι όροι της συμφωνίας πρέπει να εξετάζονται στο σύνολο και όπου υπάρχει σχέδιο στο οποίο αναφέρεται η σύμβαση τούτο γίνεται μέρος της σύμβασης και πρέπει να ερμηνευθεί μαζί με αυτούς. (Βλ. Λευκαρίτη κ.α. ν. Long Beach Hotels Ltd
(2000)1(A) A.A.Δ. 194 και Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου ΛΤΔ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 630.) 3. Οι επίμαχοι όροι πρέπει μεν να ερμηνεύονται στη βάση της έννοιας που μεταδίδουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται αλλά ταυτόχρονα να αποδοθεί και τέτοια λογική ερμηνεία που να οδηγεί στην πραγμάτωση του αληθινού σκοπού και διάθεσης των μερών σε αυτή (βλ. MEMRB INTERNATIONAL LTD V. ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΤΟΥΜΑΖΟΥ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1242). 4. Δεν είναι επιτρεπτό να αναζητηθεί η πρόθεση των συμβαλλομένων με γνώμονα δηλώσεις ή ενέργειες τους μεταγενέστερες του χρόνου σύναψης της σύμβασης (Βλ. ΓΟΡΤ ΠΡΟΣΕΣΙΝΓΚ ΣΕΝΤΡ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
(1997)1(Α) Α.Α.Δ 442). 5. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου είναι ασαφές (Βλ. Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου,
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 199). Όπως λέχθηκε στην Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, το λεκτικό νόημα της σύμβασης, παρόλο που συνιστά βασικό κριτήριο, δε θέτει φραγμό στην εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών με εξωγενή μαρτυρία οπότε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών στην ερμηνευόμενη σύμβαση. Επίσης στην υπόθεση Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν.
  1. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Οι βασικές εξαιρέσεις μπορεί να ταξινομηθούν σε αυτές που αναφέρονται: (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στη πραγματική φύση της συναλλαγής, (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων, (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία εγγράφου. Επιπρόσθετα όταν η αρχική συμφωνία δεν περιέχεται σε ένα συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά είναι προφορική και συνοδεύεται με αριθμό εγγράφων για την ερμηνεία των οποίων προβάλλονται συγκρουόμενες απόψεις, δεν εγείρεται θέμα αποκλεισμού προσαγωγής προφορικής μαρτυρίας αφού η συμφωνία δεν έχει συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης Τάκη Ηλιάδη, σελ. 125-128.) ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11(α) Η θέση του Ενάγοντα αρ. 2 (Μ.Ε.1) ήταν ότι κατά την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 06.12.2000 Τεκμήριο 11, ήταν επισυνημμένο σ' αυτό το σχέδιο Τεκμήριο 11(α), παρόλο που το ίδιο το Τεκμήριο 11(α) δεν είχε υπογραφεί. Αντίθετα η θέση του κ. Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Υ.1) ήταν ότι κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας Τεκμήριο 11 δεν υπήρχε κανένα χαρτί/σχέδιο επισυνημμένο στη συμφωνία. Εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι το Τεκμήριο 11(α) δεν επισυνάπτεται στη συμφωνία ημερομηνίας 06.12.2000 Τεκμήριο
  2. Όπως μπορεί να παρατηρήσει κάποιος, το Τεκμήριο 11(α) αποτυπώνει και την αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 118 και
  3. (Βλ. χρωματισμούς μπλε και πράσινο επί του Τεκμηρίου 11(α).) Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο ότι ο κ Ιεζεκιήλ (ΜΕ3) κατά την αντεξέταση αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 11(α) το οποίο φέρει την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας του αποτελεί μέρος της αίτησης αναπροσαρμογής συνόρων Τεκμήριο 3 και τούτο συνιστά επιπρόσθετο εύρημα του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται επίσης ότι συμβαλλόμενο μέρος στο συμφωνητικό Τεκμήριο 11 δεν ήταν η μητέρα των Εναγομένων και κατά την υπογραφή του Τεκμήριου 11 ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 118 ήταν η μητέρα τους. Με άλλα λόγια: το Τεκμήριο 11(α) αφορά και το τεμάχιο 118 για το οποίο οι συμβαλλόμενοι Εναγόμενοι του Τεκμηρίου 11, δεν μπορούσαν να συμβληθούν αφού τότε το τεμάχιο 118 δεν ανήκε σ' οποιονδήποτε από αυτούς. ΤΙ ΑΦΟΡΑ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11); ΠΟΙΑ Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΣΥΜΦΩΝΙΑ; Αποτελεί βασική εκδοχή των Εναγομένων ότι το συμφωνητικό Τεκμήριο 11 αφορά μόνο δικαίωμα διόδου. Το τι αφορά το Τεκμήριο 11, και κατά πόσο αυτό περιορίζεται ή όχι σε παραχώρηση δικαιώματος διόδου, αποκαλύπτεται σαφέστατα από το ίδιο το λεκτικό του. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται εδώ, είναι κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία περιορίζεται σε παραχώρηση δικαιώματος διόδου. Η απαίτηση είναι αρνητική. Το ίδιο το λεκτικό της συμφωνίας ημερομηνίας 06.12.2000 αποκαλύπτει ότι η εν λόγω γραπτή συμφωνία εμπεριέχει δύο βασικά στάδια: α) την παραχώρηση διόδου προς όφελος του τεμαχίου 117 και 268 και β) την μετέπειτα αποκοπή και προσάρτηση του ίδιου τμήματος στο τεμάχιο
  4. Συνεπώς από το ίδιο το λεκτικό της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 06.12.2000, προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις των Εναγομένων δεν εξαντλούνται σε παραχώρηση διόδου. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 06.12.2000 αποτελεί και συμφωνία για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Σε αυτό το σημείο να επισημανθεί ότι όλοι οι διάδικοι ο καθένας για λόγους που τον αφορούν, συμφωνούν και στα πλαίσια των δικογράφων ότι η συμφωνία ημερομηνίας 06.12.2000 δεν συνιστά συμφωνία πώλησης γης. Έπεται το ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δυνατότητα να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα από την πιο πάνω κοινή θέση των δύο πλευρών. Η απάντηση είναι καταφατική για τους εξής λόγους: Το κατά πόσο ένα συμφωνητικό έγγραφο συνιστά ή εμπεριέχει πώληση γης είναι θέμα ερμηνείας της σύμβασης κάτι που συνιστά έργο του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα η απάντηση κατά πόσο ένα έγγραφο εμπεριέχει πώληση γης, προϋποθέτει και την προηγούμενη απάντηση νομικών ερωτημάτων, και όχι μόνο πραγματικών γεγονότων. Δεσμευτική για το Δικαστήριο σε πολιτική αγωγή είναι η σύμφωνη γνώμη των διαδίκων για θέματα γεγονότων. Όχι όμως επί νομικών θεμάτων ή εν μέρει νομικών θεμάτων. Διαφορετικά θα δημιουργείτο μία επικίνδυνη κατάσταση όπου οι διάδικοι και όχι το Δικαστήριο θα αποφάσιζαν για νομικά θέματα. Στο βασικό ερώτημα κατά πόσο το συγκεκριμένο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 06.12.2000 πέραν από την αρχική παραχώρηση διόδου, εμπεριέχει ή αποτελεί συμφωνία πώλησης γης η απάντηση είναι καταφατική. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου έχει ως εξής: α) Στο ίδιο το έγγραφο προνοείται σαφέστατα η μόνιμη αποξένωση της σχετικής λωρίδας γης: «θα αποκόψουν την έκταση του εν λόγω δικαιώματος και θα την προσαρτήσουν». β) Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει αντάλλαγμα για την πώληση. γ) Το ίδιο το λεκτικό είναι καθοδηγητικό της πρόθεσης των μερών «οι.. ιδιοκτήτες... συμφωνούν όπως η τιμή πώλησης του πιο πάνω μεριδίου..» Έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όταν στο κείμενο διατυπώνεται με σαφήνεια η πρόθεση των μερών, (που τέτοια είναι η περίπτωση του συμφωνητικού Τεκμήριο 11, το Δικαστήριο ήδη καταλήγει στο πιο πάνω συμπέρασμα ως προς το ποιες ήταν οι προθέσεις των μερών με μόνη βάση το ίδιο το λεκτικό του Τεκμηρίου 11 χωρίς την αναζήτηση εξωγενούς μαρτυρίας. Αλλά ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την εξωγενή μαρτυρία που τέθηκε, π.χ. τα αναφερόμενα του Μ.Υ.1 περί πρόθεσης παραχώρησης μόνο διόδου με βάση το Τεκμήριο 11, το συμπέρασμα είναι το ίδιο, αφού ο Μ.Υ.1 κ. Παναγιώτης Παναγιώτου δεν γίνεται πιστευτός στην αναφορά του αυτή. Εξάλλου οι συγκαταθέσεις Τεκμήρια 13 - 17 (για τις οποίες αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχουν υπογραφές από τους διαδίκους ως φαίνεται στην κάθε μια ξεχωριστά) έρχονται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα του. ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία καθώς και τον τρόπο και ύφος με το οποίο απαντούσαν. (Βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281.) Έχω επίσης κατά νου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. (Βλ. επίσης Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 όπου αναφέρεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία.) Η μαρτυρία του Ενάγοντα αρ. 2 (Μ.Ε.1) πέραν από την κατάθεση κάποιων εγγράφων δεν ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη για την ουσία της υπόθεσης. Επισημαίνεται μόνο ότι η αναφορά του ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 11 ήταν επισυνημμένο και το σχέδιο Τεκμήριο 11(α), διαφάνηκε ότι δεν ήταν ορθή. Η μαρτυρία της κας Αντρούλλας Ζαμπυρίνη Μ.Ε.5, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των κ. Χρίστου και Τηλέμαχου Γεωργιάδη ΔΕΠΕ ήταν εντελώς τυπικής φύσεως (κατάθεσε το Τεκμήριο 25) και δεν αντεξετάστηκε. Τυπικής φύσεως και χωρίς αμφισβήτηση ήταν επίσης η μαρτυρία της κας Χρύσως Κάϊζερ Μ.Υ.2, Πρωτοκολλητού του Ε.Δ. Πάφου, η οποία αναγνώρισε το διάταγμα Τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 ότι οι Εναγόμενοι είχαν πρόθεση να παραχωρήσουν μόνο δίοδο με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 11 έχει κλονιστεί. Δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει ούτε πώς υπέγραψε το Τεκμήριο 11 με το συγκεκριμένο λεκτικό, αλλά ούτε και πώς υπέγραψε την αίτηση αναπροσαρμογής Τεκμήριο 3 όπου και πάλι γίνεται σαφέστατη αναφορά για αποκοπή από το τεμάχιο 217 (τώρα 573). Για το Τεκμήριο 3 ανάφερε χωρίς να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν το θυμόταν. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι κάποια σκιά που επιχείρησε να δημιουργήσει ως προς τις υπογραφές που υπάρχουν στο Τεκμήριο 3, ήταν αχρείαστη ενόψει των παραδεκτών γεγονότων για την υπογραφή του Τεκμηρίου
  2. Ευρύτερη αξιολόγηση της μαρτυρίας για όλους τους μάρτυρες εμπεριέχεται σε διάφορα σημεία της απόφασης ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΜΑΧΙΟ 117 Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι τον Απρίλιο του 2001 η Ενάγουσα αρ. 1 εξασφάλισε αναφορικά με το τεμάχιο 117 άδεια πολεοδομίας και άδεια οικοδομής για μια κατοικία ως τα Τεκμήρια 9 και
  3. ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ Κ. ΙΕΖΕΚΙΗΛ (Μ.Ε.3) Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο κ. Ιεζεκιήλ (Μ.Ε.3) είναι τοπογράφος μηχανικός. Κατόπιν οδηγιών ήταν το άτομο που διεκπεραίωσε τις απαραίτητες εργασίες, έγγραφα και σχέδια σε σχέση με το Τεκμήριο 11 και Τεκμήριο 18 και Τεκμήριο
  4. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι διεκπεραίωσε όλες τις εργασίες όπως τις περιέγραψε κατόπιν συναίνεσης όλων των διαδίκων. Στις συνεννοήσεις μαζί του προέβαινε εκ μέρους της Ενάγουσας αρ. 1 ο Ενάγοντας 2 (Μ.Ε.1) και εκ μέρους των Εναγομένων ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου. Είχε επίσης συνεργαστεί για άλλες υποθέσεις τόσο με τους Ενάγοντες όσο και τους Εναγόμενους. Η αμοιβή του για το ποσό των £370 Τεκμήριο 23 πληρώθηκε από την πλευρά των Εναγόντων την 05.12.
  5. Όπως εξήγησε, ο λόγος για τον οποίο δεν προχώρησε αμέσως στην αποκοπή και προσάρτηση του τεμαχίου των Εναγομένων 573 (τότε 217), ήταν γιατί αν προχωρούσαν άμεσα με την αποκοπή και προσάρτηση θα υπήρχε πρόβλημα με την εξασφάλιση άδειας οικοδομής για το τεμάχιο
  6. Οπότε τους συμβούλευσε η αποκοπή και η αναπροσαρμογή να ακολουθήσει αφού εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής για το τεμάχιο
  7. Η Ενάγουσα χρειαζόταν την εν λόγω αναπροσαρμογή από το τεμάχιο 217 για σκοπούς αξιοποίησης του τεμαχίου
  8. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 δεν έχει κλονιστεί και γίνεται πιστευτή από το Δικαστήριο με τα ανάλογα ευρήματα. Σε σχέση με το σχέδιο που ετοίμασε και επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3 (και που αφορά και την αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118) αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση η θέση του ότι το είχε ετοιμάσει περί τον ίδιο χρόνο με το Τεκμήριο
  9. Η θέση αυτή του Μ.Ε.3 γίνεται πιστευτή καθότι όλα δείχνουν ότι η αναπροσαρμογή και το τεμάχιο 118 είχε συζητηθεί από το 2000 από την πλευρά των Εναγομένων, αλλά όχι συμβατικά αφού δεν ήταν ιδιοκτήτες. (Τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με το εύρημα του Δικαστηρίου περί μη επισύναψης στο Τεκμήριο 11 του σχεδίου Τεκμήριο 11(α), αφού όπως επισημάνθηκε το Τεκμήριο 11(α) αφορά και σύμβαση που δεν εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 11.) Όμως επισημαίνεται ότι ενόψει του ότι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 118 ήταν τότε η μητέρα των Εναγομένων και ενόψει του ότι ουδεμία μαρτυρία έχει δοθεί ότι η ίδια η μητέρα των Εναγομένων είχε συμφωνήσει για την αναπροσαρμογή του τεμαχίου 118 από το 2000, ουδεμία σημασία έχει για την έκβαση της υπόθεσης αφού συμβατικά η μητέρα των Εναγομένων δεσμεύτηκε για την αναπροσαρμογή του τεμαχίου 118 την 14.05.2001 δυνάμει του Τεκμηρίου
  10. Δεν αγνοούνται ανακρίβειες στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 όπως π.χ. το γεγονός ότι στη γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι η συμφωνία Τεκμήριο 11 υπογράφτηκε στο γραφείο του, ενώ διαφάνηκε ότι δεν είχε υπογραφεί από όλους τους συμβαλλομένους στο γραφείο του, αλλά σε διαφορετικούς τόπους. Όμως κατά την ακρόαση έδωσε εξηγήσεις για τις αναφορές στη γραπτή του δήλωση και προέβη στις ανάλογες διορθώσεις. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΙ ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΑΚΕΛΟ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΥΝΟΡΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ΚΑΙ ΤΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΛΟΓΩ ΑΙΤΗΣΗΣ Την πτυχή αυτή επεξήγησε χωρίς στην ουσία να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του κατά την ακρόαση ο Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2). Κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε στην αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων (Τεκμήριο 3 - ΑΧ 496/2001), στα επισυναπτόμενα της και γενικά στο περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου του Κτηματολογίου. Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 11, 11(α), 12, 13, 14, 15, 16,
  11. Πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι βάση της εν λόγω αίτησης (Τεκμήριο 3) έγινε χωρομετρική και σχεδιαστική εργασία από το Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 20). Στο εν λόγω σχέδιο φαίνεται με κόκκινο η προτεινόμενη αναπροσαρμογή και έχουν υπολογιστεί και τα νέα εμβαδά, των νέων τεμαχίων. Σε ερώτηση κατά πόσο υπήρξε συγκατάθεση στο εν λόγω σχέδιο (Τεκμήριο 20) παρέπεμψε σε συγκαταθέσεις που υπάρχουν στον εν λόγω φάκελο του Κτηματολογίου (Τεκμήρια 13-17). Επιπρόσθετα, στον εν λόγω φάκελο του Κτηματολογίου υπάρχει επιστολή/δήλωση ημερομηνίας 30.08.2007 (Τεκμήριο 21) εκ μέρους του Σάββα Παναγιώτου (Εναγόμενου 4) στην οποία αναφέρει ότι αποσύρει την υπογραφή του σε σχέση με τον φάκελο ΑΧ 496/01 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 ο φάκελος δεν μπορεί να προχωρήσει διότι χρειάζεται η υπογραφή του εν λόγω Σάββα Παναγιώτου. Κατά την αντεξέταση απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τα Τεκμήρια 14-17 και συγκεκριμένα αναφορικά με την απουσία ημερομηνίας επί των εγγράφων αυτών. Είπε επίσης ότι στο φάκελο υπάρχει επιστολή του ημερομηνίας 09.09.2003 προς την Ενάγουσα αρ. 1 στην οποία ο Μ.Ε.2 αναφέρει τι χρειαζόταν να προσκομιστεί για να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή συνόρων. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 17, ως Τεκμήριο 22 και απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τις υπογραφές που φαίνονται σ' αυτό και ιδιαίτερα για την υπογραφή του Παναγιώτη Ιωάννου Παναγιώτου (Εναγόμενου 1). Απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με την ανάκληση (Τεκμηρίου 21) και την απουσία πιστοποίησης της σχετικής υπογραφής. Αναφορικά με την αίτηση (Τεκμήριο 3) απάντησε σε ερωτήσεις ως προς την ημερομηνία της αίτησης, την πιστοποίηση των υπογραφών και γενικά για τις υπογραφές που φαίνονται να τέθηκαν στο Τεκμήριο
  12. Δεν γνωρίζει πώς βρέθηκαν επτά υπογραφές στο Τεκμήριο 3 ούτε ασχολήθηκε να αντιπαραβάλει τους ιδιοκτήτες με τις υπογραφές. Κατόπιν ερωτήσεων εξήγησε το σκοπό των Τεκμηρίων 13-
  13. Όλα αυτά είπε αφορούν τελικές έγγραφες συγκαταθέσεις που είναι μέρος των εγγράφων που θα χρειάζονταν για να προχωρήσει η υπόθεση. Πρόσθεσε ότι πριν τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 13 είχε γίνει σχετική επιτόπια έρευνα την 01.09.
  14. Εξήγησε τι άλλο θα χρειαζόταν για την διεκπεραίωση της αναπροσαρμογής (ο τύπος Ν.313 από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων). Κατόπιν ερωτήσεων ως προς το πώς τηρείται ο φάκελος του Κτηματολογίου ανάφερε ότι όλα τα σημειώματα στο φάκελο του Κτηματολογίου έχουν αρίθμηση. Είπε επίσης ότι δε γνώριζε ότι η Αναστασία - (Εναγόμενη 3) είχε κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι η ανάκληση της υπογραφής του Σάββα Παναγιώτου συνιστά εμπόδιο για να προχωρήσει η αίτηση (Τεκμήριο 3) στο σύνολο της, ενόψει του ότι πρόκειται για αναπροσαρμογή συνόρων που εμπλέκονται τρία κτήματα. Η υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει τμηματικά εκτός αν ληφθούν ξανά έγγραφες συγκαταθέσεις άλλες και να περιοριστεί η αναπροσαρμογή σε ένα μέρος της αρχικής συμφωνίας με τη συμφωνία όλων ξανά. Υπήρξε σύντομη επανεξέταση. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν κλονίστηκε και το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία εξέθεσε. Η ΠΛΗΡΩΜΗ £8.000 Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν στους Εναγόμενους £8.
  15. Προκύπτει περαιτέρω ότι η πληρωμή του ποσού αυτού αφορούσε το συμφωνητικό ημερομηνίας 06.12.2000 Τεκμήριο
  16. Από δε τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 κ. Ιεζεκήλ, προκύπτει ότι μέρος του εν λόγω ποσού είχε πληρωθεί κατά την ημέρα της υπογραφής του. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πιο συγκεκριμένα το ποσό αυτό των £8.000 που πληρώθηκε σ' αυτούς αφορά την παραχώρηση δικαιώματος διόδου προς τα τεμάχια της Ενάγουσας αρ. 1 (117, 268) το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 11, υποχρέωση με την οποία έχουν συμμορφωθεί, και γι' αυτό εξάλλου πληρώθηκε σ' αυτούς ολόκληρο το ποσό. Από την άλλη ο Ενάγοντας αρ. 2 (Μ.Ε.1) εξήγησε ότι ο μόνος λόγος που ήδη πληρώθηκε προς τους Εναγόμενους ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας Τεκμήριο 11 ήταν γιατί οι Ενάγοντες είχαν εμπιστοσύνη στον κ. Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Υ.1), και ότι παρά την πληρωμή αυτή, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με όλες τις υποχρεώσεις τους με βάση το Τεκμήριο
  17. Η εκδοχή αυτή του Ενάγοντα αρ. 2 (Μ.Ε.1) γίνεται πιστευτή. Εξάλλου το γεγονός ότι η πλευρά της Ενάγουσας αρ. 1 πλήρωσε ολόκληρο το τίμημα, δεν αλλοιώνει τις προθέσεις των μερών όπως είχαν αποτυπωθεί κατά την ημέρα της υπογραφής του Τεκμηρίου
  18. Επιπρόσθετα, με μια προσεκτική ανάγνωση του Τεκμηρίου 11, διαπιστώνει κανείς ότι οι τελευταίες £4.000 έπρεπε να πληρωθούν «με την κατάθεση της αναπροσαρμογής και προσάρτησης». (Προφανώς εννοούν με την καταχώρηση της αίτησης για αναπροσαρμογή και προσάρτηση) πριν δηλαδή γίνει η προσάρτηση. ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΣΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Επανέρχομαι στο θέμα αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση είτε λαμβάνεται υπόψη μόνο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 είτε μαζί με την εξωγενή μαρτυρία, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα για τις προθέσεις των μερών: Το Τεκμήριο 11 δεν περιορίζεται σε δίοδο. ΠΟΤΕ Η ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΜΑΘΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Όπως ήδη επισημαίνεται, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι η αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων ημερομηνίας 14.05.2001 Τεκμήριο 3 δεν έχει προχωρήσει διότι αρχικά ανακλήθηκε η υπογραφή του Εναγομένου
  19. Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι τούτο έγινε με την επιστολή του ημερομηνίας 30.08.2007 (Τεκμήρια 21 και 19). Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η επιστολή ημερομηνίας 30.08.2007 του δικηγόρου κ. Σωτηριάδη (Τεκμήριο 25) το οποίο κατάθεσε η κα Ανδρούλα Ζαμπυρίνη (Μ.Ε.5) χωρίς να αντεξεταστεί. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, διαπιστώνεται ότι η πλευρά των Εναγόντων έμαθε επίσημα ότι υπήρχε πρόβλημα στην υλοποίηση των Τεκμηρίων 11 και 3 από την 30.08.
  20. Έκτοτε ξεκαθάρισε ότι όλοι οι Εναγόμενοι αρνούνται να συμμορφωθούν. Η αναφορά δε της παραγράφου 4 σελίδας 14 της αγόρευσης των Εναγομένων ότι από το 2002 υπήρχε αντίδραση από τους Εναγομένους και δεν υπέγραψαν έγγραφα, δεν ευσταθεί και καταρρίπτεται, ενδεικτικά από τις υπογραφές που υπάρχουν στο Τεκμήριο 13 ημερομηνίας 22.09.
  21. Ακολούθησαν οι επιστολές του δικηγόρου των Εναγόντων κ. Χρ. Γεωργιάδη ημερ. 15.10.2008 (Τεκμήριο 4), ημερ. 24.11.2008 (Τεκμήριο 5), ημερ. 18.12.2008 (Τεκμήριο 6), ημερ. 16.03.2009 (Τεκμήριο 7) και ημερ. 15.06.2009 (Τεκμήριο 8). Από δεν την επιστολή Τεκμήριο 4 διαφάνηκε η πρόθεση των Εναγόντων να μην αποδεχθούν την άρνηση/ανάκληση. ΑΣΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 06.12.2000; 1) Με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης «είναι ισχυρισμός των εναγομένων ότι η συμφωνία της 6/12/2000, λόγω αοριστίας και/ή ασάφειας και/ή αντιφατικότητας και/ή στο ότι δεν εκφράζει θετικά και αναμφίβολα την θέληση των μερών, πάσχει και δια αυτό είναι άκυρη και ανεφάρμοστη, στην έκταση που αυτή είναι αόριστη και αντιφατική, πλην της παραχώρησης του δικαιώματος διόδου με δουλεύον το κτήμα των εναγομένων, τεμάχιο 217 και δεσπόζοντα κτήματα των τεμαχίων 117 και 268.» 2) Το άρθρο 29 του Περί Συμβάσεως Νόμου προνοεί τα εξής: «Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες.» Σχετική είναι η απόφαση Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499: «Section 29 aims to incorporate in our statute on Contracts the common law rule, that, only agreements, the terms of which are certain, are enforceable in law. The ingredients of a valid contract were listed in Horrocks v. Forray [1976] 1 All E.R. 737 (C.A.). They are:- (
  1. a)A meeting of the minds of the contracting parties. (
  2. b)Reasonable certainty as to the terms of the contract. The essential terms of the contract must be clearly made out. (
  3. c)The agreement must be accompanied by an intention to affect legal relations of the contracting parties and, lastly, (
  4. d)there must be consideration moving from the promises. The Court is reluctant to reject a contract for uncertainty motivated by a desire to give effect, if at all possible, to the bargain of the parties. The instinct of the Court is, it was observed in Charles Clay & Sons Ltd. v. E.R. Board [1971] 1 All E.R. 1007 (C.A.), to uphold the agreement of the pies. Megarry, J. suggested, in Brown v. Could [1971] 2 All E.R. 1505, the following test for determining whether the terms of a contract are sufficiently certain to render the agreement enforceable. It is this: Whether someone, genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so........ The effect of the case-law is that, so long as the essential terms of the agreement are ascertainable by a reading of the contract as a whole, effect will be given to the agreement of the parties.» 3) Σ' αυτό το σημείο, προβάλλεται στην αγόρευση μεταξύ άλλων η εξής επιχειρηματολογία εκ μέρους των Εναγομένων: Ότι ενώ στη συμφωνία Τεκμήριο 11 αναφέρεται ότι «οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 217 θα αποκόψουν την έκταση του εν λόγω δικαιώματος διόδου από το τεμάχιο τους και θα την προσαρτήσουν στο τεμάχιο 117 της Σούλας Σωκράτους .», ακολούθως στην ίδια συμφωνία προνοείται και το εξής: «Το πιο πάνω μερίδιο το οποίο θα αποκοπεί από το τεμάχιο 217 και θα προσαρμοστεί στο 117 θα αποτελεί δικαίωμα διόδου για το 217 τεμάχιο. Το οποίο μετά την αναπροσαρμογή θα εγγραφεί προς όφελος του 217». Οπότε τέθηκε η εξής πρώτη παρατήρηση από τον συνήγορο των Εναγομένων: Πώς μπορεί το τεμάχιο που θα αποκοπεί από το τεμάχιο 217 να αποτελεί ταυτόχρονα και δικαίωμα διόδου του ιδίου τεμαχίου 217; Η θέση του Δικαστηρίου: Δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια από τα πιο πάνω. Δεν είναι ούτε αντιφατικό, ούτε προκύπτει ασάφεια, από την πρόθεση των ιδιοκτητών του τεμαχίου 217 (όπως αποκαλύπτεται από το λεκτικό) να συμφωνούν να αποξενωθεί μεν η σχετική έκταση από το τεμάχιο 217 αλλά μετά την αποξένωση να μπορούν οι πρώην πλέον ιδιοκτήτες του να χρησιμοποιούν την ίδια έκταση, ως δίοδο (αφού με την αποκοπή δεν θα ήταν πλέον δική τους η έκταση). Επίσης τέθηκε στην αγόρευση των Εναγομένων η εξής δεύτερη παρατήρηση: Πώς μπορεί μετά την αναπροσαρμογή το «μερίδιο που θα αποκοπεί θα εγγραφεί προς όφελος του τεμαχίου 217;» Δηλαδή του τεμαχίου; Η θέση του Δικαστηρίου: Η φράση «Το οποίο μετά την αναπροσαρμογή θα εγγραφεί προς όφελος του 217» ξεκάθαρα αναφέρεται στο δικαίωμα διόδου και όχι στο μερίδιο που θα αποκοπεί. Επιπρόσθετα στην ίδια ενότητα της αγόρευσης σχολιάζονται τα εξής: Με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 11, οι τελευταίες £4.000 θα πληρώνονταν προς τους Εναγόμενους «με την κατάθεση της αναπροσαρμογής και προσάρτησης του εν λόγω μεριδίου στο τεμάχιο 117». Οι Ενάγοντες κατέβαλαν εξ ολοκλήρου το ποσό των £8.000 προς τους Εναγόμενους. Λογικό συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι έχουν εκπληρώσει όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που απορρέουν από την μεταξύ τους συμβατική σχέση. Η θέση του Δικαστηρίου: Το κατά πόσο μια συμφωνία είναι ασαφής ή όχι δεν εξαρτάται από τις πράξεις υλοποίησης της, αλλά από το ίδιο το λεκτικό της συμφωνίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεγονός ότι οι ήδη καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό των £8.000, είναι άσχετο με το ερώτημα κατά πόσο η συμφωνία Τεκμήριο 11 είναι ασαφής ή όχι. Επιπρόσθετα, σημειώνεται στην αγόρευση «η αοριστία του εγγράφου ημερομηνίας 06.12.2000 (Τεκμήριο 11) επεκτείνεται και στο γεγονός ότι τέτοια κτηματική συμφωνία έπρεπε να περιέχει παράρτημα σχεδίων» τέτοια σχέδια όμως ουδέποτε έχουν επισυναφθεί κατά την υπογραφή της συμφωνίας της 06.12.2000.» Ακολούθως γίνεται αναφορά στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.α. v. Long Beach Hotels Ltd κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 194 όπου σημειώνεται ότι «Οι όροι της συμφωνίας πρέπει να εξετάζονται ως σύνολο και όπου υπάρχει σχέδιο στο οποίο αναφέρεται η σύμβαση, τούτο γίνεται μέρος της σύμβασης και πρέπει να ερμηνευθεί μαζί με αυτούς. Η θέση του Δικαστηρίου: Επισημαίνεται κατ' αρχήν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την τοποθεσία ή γενικότερα ως προς την εξακρίβωση της διόδου για την οποία γίνεται λόγος στο Τεκμήριο
  1. Οπότε η επισύναψη του σχετικού σχεδίου στο ίδιο το Τεκμήριο 11 δεν είναι καθοριστικής σημασίας για την επίλυση της διαφοράς. Στο ίδιο το Τεκμήριο 11 πράγματι γίνεται η εξής αναφορά: «ως φαίνεται στα επισυναπτόμενα σχέδια.» και πιο κάτω: «υπογράφουμε τις φόρμες Ν251Α». Το έντυπο Ν251Α είναι το Τεκμήριο 18 το οποίο φέρει ημερομηνία 06.12.2000 και στο οποίο επισυνάπτεται το σχετικό χωρομετρικό σχέδιο στο οποίο φαίνεται η σχετική δίοδος. Συνεπώς ακόμα και με τη μη επισύναψη του Τεκμηρίου 11(α), το γεγονός ότι το Τεκμήριο 18 συνοδεύεται από σχετικό χωρομετρικό που δείχνει τη δίοδο, το οποίο Τεκμήριο 18 αναφέρεται στο συμφωνητικό ως «φόρμες Ν251Α» εξουδετερώνει και αυτή την πτυχή του επιχειρήματος των εναγομένων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι η θέση των Εναγομένων περί μη εγκυρότητας λόγω ασάφειας δεν ευσταθεί. Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΤΗΝ 06.12.2000 Στην αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων τίθεται η θέση ότι «η συμφωνία της 06.12.2000 είναι άκυρη και ανεφάρμοστη ως αντινομική» για τους εξής λόγους: «
  2. Στο άρθρο 56 του Κεφ. 149 με τον παράτιτλο «Συμφωνία τέλεσης αδύνατης πράξης» διαβάζουμε: «Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ' εαυτής αδύνατης είναι άκυρη».
  3. Για στην παρούσα περίπτωση η επίδικη συμφωνία είναι αδύνατη; Η απάντηση είναι ότι η Εναγόμενη 3 μετά την υπογραφή της συμφωνίας αυτής κηρύχθηκε σε ανίκανο πρόσωπο και δεν υπήρξε πρόνοια ή σχετικό διάταγμα από το αρμόδιο δικαστήριο για να επιληφθεί της παρούσας σύμβασης 06.12.2000, για τα συμφέροντα της Εναγόμενης
  4. Ο Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23(Ι)/1996 έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, αφού η Εναγόμενη 3 είναι πρόσωπο το οποίο το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με διάταγμα του ημερ. 9.9.2002 με την αίτηση 6/02 την έχει κηρύξει σε ανίκανο πρόσωπο.» Η θέση αυτή απορρίπτεται για τους εξής λόγους:
(1)Η θέση αυτή δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης ούτε και ζητείται ανάλογη δήλωση του Δικαστηρίου στην Ανταξίωση λόγω της ισχυριζόμενης ανικανότητας της Αναστασίας Παναγιώτου κατά τον ουσιώδη χρόνο.
(2)Το Διάταγμα (Τεκμήριο 26) ημερομηνίας 01.09.2002 εκδόθηκε μεταγενέστερα της υπογραφής της συμφωνίας ημερ. 06.12.2000 (Τεκμήριο 11) από την εν λόγω Αναστασία Παναγιώτου και μεταγενέστερα ακόμη και της αίτησης αναπροσαρμογής Τεκμήριο 3. Δεν μπορεί χωρίς άλλη μαρτυρία ένα πρόσωπο να θεωρείται ανίκανο για την περίοδο πριν την έκδοση τέτοιου διατάγματος.
(3)Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η εν λόγω Αναστασία Παναγιώτου ήταν ανίκανη για σημαντικό χρόνο πριν την έκδοση του Διατάγματος (Τεκμήριο 26) και μάλιστα κατά τον ουσιώδη χρόνο (06.12.2000) της υπογραφής της συμφωνίας. Δεν έχει αποδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 3 δεν είχε σώας τας φρένας με βάση το Άρθρο 11 και 12 του Περί Συμβάσεως Νόμου.
(4)Δεν αγνοείται η ύπαρξη της υπογραφής της ίδιας της Αναστασίας Παναγιώτου σε έγγραφα μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος Τεκμήριο 26 (βλέπε Τεκμήρια 13 και 22). Όμως σ' αυτά υπήρχε εν πάση περιπτώσει η υπογραφή και των διαχειριστών της και σημασία έχει το γεγονός ότι κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 11, 18 και 3 δεν ήταν σε ισχύ το διάταγμα Τεκμήριο 26.
(5)Το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 6(1(ζ) του Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμου 23
(1)/96 δείχνει ξεκάθαρα το εσφαλμένο της θέσης των Εναγομένων αφού δίδει εξουσία στο αρμόδιο Δικαστήριο να επιλαμβάνεται θέματα εκτέλεσης οποιασδήποτε σύμβασης που συνήψε το ανίκανο πρόσωπο πριν να καταστεί ανίκανο (άρα όχι μόνο δεν θεωρείται άκυρη οποιαδήποτε προγενέστερη του διατάγματος σύμβαση, αλλά προνοείται και τρόπος εκτέλεσης της). Αν υιοθετείτο η θέση των Εναγομένων σε αυτό το σημείο, θα δινόταν δικαιολογία στους διαχειριστές δυνάμει του Νόμου 23(Ι)/96, να μπλοκάρουν νόμιμες διεκδικήσεις εναντίον της περιουσίας ανίκανων προσώπων με το να μην εξασφαλίζουν Δικαστικά διατάγματα με βάση τον εν λόγω Νόμο.
(6)Το γεγονός ότι οι διαχειριστές δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της σύμβασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η συμφωνία ημερομηνίας 06.12.2000 «είναι άκυρη και ανεφάρμοστη ως αντινομική». (Βλ. επίσης Charalambous v. M. Krystallis
(1984)1 A.A.Δ. 656). ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 11, 18 ΚΑΙ 3 ΚΑΙ ΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΝΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΟΥΝ Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι όλα τα πιο πάνω έγγραφα είναι έγκυρα και οι σχετικές συμφωνίες έγκυρες. Ακολούθως όπως ήδη επισημαίνεται πιο πάνω, με επιστολή ημερομηνίας 30.08.2007 (Τεκμήριο 21) η υπογραφή του Εναγόμενου 4 ανακλήθηκε. Όλοι οι Εναγόμενοι αρνούνται να συμμορφωθούν με τα πιο πάνω κατά παράβαση των συμφωνιών Τεκμήριο 11 και όσον αφορά μόνο τον Εναγόμενο 4 κατά παράβαση της συμφωνίας που αφορά το τεμάχιο 118 και που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 3. ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΣΤΟ ΤΕΜΑΧΙΟ 117 Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ήδη στο τεμάχιο 117 κτίστηκαν πέντε κατοικίες. Τούτο δεν επηρεάζει την πορεία της παρούσας απόφασης. Η οποιαδήποτε τυχόν παρανομία στην ανέγερση των κατοικιών δεν έχει σχέση με τη νομιμότητα των ιδίων των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ 1) Το άρθρο 76 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί τα εξής: «76
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν- (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου και (β) είναι γραπτή και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδικής Εκτέλεση) Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.» 1) Καθοδηγητική είναι η απόφαση Ανδρέα Μιχαήλ Απαισιώτη κ.ά. ν. Στασούλλας Ραγιά κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882 όπου κάποια Αθηνά Βρυώνη και κάποιος Νεόφυτος Έρημος ήσαν εγγεγραμμένοι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες οικοπέδου κατά 4/10 και 6/10 αντίστοιχα. Τα εν λόγω άτομα τις 24.01.1961 υπέγραψαν σύμβαση με την οποία συμφώνησαν να τερματιστεί το καθεστώς της συνιδιοκτησίας, να γίνουν τα αναγκαία διαβήματα ώστε να διαιρεθεί το ακίνητο σε δύο μέρη και να εγγραφεί ο καθένας ως μόνος ιδιοκτήτης του μέρους που ήδη κατείχε. Η εν λόγω σύμβαση δεν υλοποιήθηκε. «Έκτοτε, παρά το γεγονός ότι στην πράξη το οικόπεδο κατεχόταν ξεχωριστά από τους δύο συνιδιοκτήτες με διαφορετικό ποσοστό του συνόλου του εμβαδού του από ότι ήσαν τα εγγεγραμμένα τους μερίδια, το οικόπεδο κτηματολογικά παρέμεινε εγγεγραμμένο σαν ένα αδιαίρετο τεμάχιο.» Οι δυο πλευρές συνέχισαν να προσθέτουν οικοδομές, η κάθε μια στο μέρος που κατά τη σύμβαση ήταν δικό της. Πάντα με την έγγραφη συγκατάθεση της άλλης που εκδηλωνόταν με την υπογραφή των αιτήσεων για άδεια οικοδομής που υποβάλλονταν. Παρά το ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαφοροποιήθηκε στη διαδρομή του χρόνου. Το 1964 ο Ν. Έρημος δώρισε το μερίδιο του στην κόρη του Γιωργούλλα - εφεσείουσα
  1. Το 1968 η Γιωργούλλα δώρισε το μισό του μεριδίου της (3/10) στο σύζυγό της Ανδρέα Απαισιώτη - εφεσείοντα
  2. Το 1975 η Αθηνά - Εφεσίβλητη 2 δώρισε το μισό της μερίδιο (2/10) στη κόρη της Στασούλα Ραγιά - `Εφεσίβλητη 1.» Αποφασίστηκαν τα εξής: «Η σύμβαση του 1961 δεν αφορούσε σε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και είναι εφαρμόσιμο το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Ένας από τους όρους που θέτει το άρθρο 76 για να είναι μια σύμβαση επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης, είναι η υπογραφή της από το μέρος που φέρει το βάρος της. Οι εφεσείοντες δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη και βέβαια η σύμβαση δεν φέρει την υπογραφή τους υπό τέτοια ιδιότητα. Το άρθρο 76 εισάγει υπό τους όρους που θέτει τις αρχές του αγγλικού δικαίου της επιείκειας ως προς την ειδική εκτέλεση των συμβάσεων... Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι προσωπική και ως θέμα γενικής αρχής, πρόσωπο ξένο προς τη σύμβαση δεν μπορεί να συνενωθεί ως εναγόμενος σε αγωγή προς εκτέλεση της. Είναι όμως θεμελιωμένο πως όταν τρίτος, ξένος προς τη σύμβαση, αποκτά τη περιουσία που ήταν αντικείμενο της σύμβασης είτε δια δωρεάς είτε γενικότερα εν γνώσει της σύμβασης που περιέχει ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης της περιουσίας από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο, μπορεί να διαταχθεί να τη μεταβιβάσει στο δικαιούχο δυνάμει της σύμβασης. Δεν υπόκειται σε τέτοια διαταγή αν αγόρασε την περιουσία χωρίς γνώση της σύμβασης. Η προϋπόθεση του άρθρου 76 ως προς την ανάγκη υπογραφής της σύμβασης από το συμβαλλόμενο που φέρει το βάρος της, πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκειας που διέπουν το θέμα. Δεν εννοεί το άρθρο πως για να διαταχθεί κάποιος να εκτελέσει σύμβαση θα πρέπει να την έχει υπογράψει ο ίδιος. Αναφέρεται σε σύμβαση επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης (capable of being specifically enforced) χωρίς να αποσκοπεί στη διαφοροποίηση των γενικών αρχών ως προς τα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαταγή για ειδική εκτέλεση. Η επίδικη σύμβαση είναι επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης γιατί συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 76, μεταξύ των οποίων και η προϋπόθεση της υπογραφής της από το συμβαλλόμενο που έφερε το βάρος της, δηλαδή από το Νεόφυτο Γ. Έρημο. Οι εφεσείοντες δεν αγόρασαν το οικόπεδο. Ήταν δωρεοδόχοι. Ακόμα, όπως βρήκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και υπάρχει ισχυρή μαρτυρία γι' αυτό, γνώριζαν την ύπαρξη της σύμβασης και τους όρους που περιείχε. Κάτω από τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν κατέστρεψε τη δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης. Πρωτοδίκως είχε τεθεί ζήτημα ως προς τη νομιμοποίηση της κόρης της Αθηνάς, δηλαδή της εφεσίβλητης 1, να διεκδικεί η ίδια θεραπεία. Δεν έχει εγερθεί τέτοιο θέμα με τους λόγους έφεσης, το σχετικό μέρος της απόφασης δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης. «Η εξουσία για έκδοση διαταγής για ειδική εκτέλεση είναι διακριτική. Το ίδιο το άρθρο 76 θέτει ως όρο για την έκδοση της την ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, δεν θα ήταν παράλογη ή κατά άλλο τρόπο ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη. Ο παράγοντας του χρόνου που παρέρχεται είναι σχετικός.» 2) Δεν χωρεί εκτέλεση συμφωνίας για πώληση ακινήτου βάσει του άρθρου 76 (Δρυάδης v. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881). 3) Στην Κλεάνθης κ.α. v. Σιάνου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 180, όπου η ουσία της συμφωνίας ήταν για διαχωρισμό των κτημάτων, κρίθηκε ότι ορθά διατάχθηκε ειδική εκτέλεση της σύμβασης με βάση το άρθρο 76
(1), έστω και αν οι διάδικοι δεν ήσαν συμβαλλόμενα μέρη αλλά τα παιδιά των συμβαλλομένων στα οποία δωρήθηκαν τα αντίστοιχα μερίδια. ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11; Το μέρος εκείνο της συμφωνίας ημερομηνίας 06.12.2000 που δεν υλοποιήθηκε, εφόσον συνιστά πώληση γης, και αφού δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Κεφ. 232) ως ίσχυε τότε, δεν είναι δυνατό να εκδοθεί σχετικό διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. (Βλ. επίσης Τσιαλής κ.α. ν. Χατζηανδρέου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250, Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576 ως προς τον προσδιορισμό της φύσης της σύμβασης.) ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΣΥΝΟΡΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΤΕΜΑΧΙΩΝ 117 ΚΑΙ 118; Στην αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων Τεκμήριο 3 καταγράφεται μεταξύ άλλων γραπτώς η συμφωνία της τότε ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 118 και της Ενάγουσας αρ. 1 για την αναπροσαρμογή των συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 117 και
  1. Στο τέλος υπογράφεται τόσο από την Ενάγουσα αρ. 1 όσο και από την τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου
  2. Η ταυτόχρονη αναπροσαρμογή των συνόρων των τεμαχίων 117 και 118 (στην ουσία πρόκειται για ανταλλαγή τμήματος τεμαχίων) από μόνη της εμπεριέχει αντάλλαγμα. Επίσης το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή αποτέλεσε ταυτόχρονα και αίτηση προς το Κτηματολόγιο για αναπροσαρμογή συνόρων δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 αποτυπώνεται έγκυρη γραπτή συμφωνία μεταξύ των τότε ιδιοκτητών των τεμαχίων 117 και
  3. Ούτε το γεγονός ότι στο ίδιο έγγραφο γίνεται αναφορά και της συμφωνίας ημερομηνίας 06.12.2000 (Τεκμήριο 11) αναιρεί την ύπαρξη της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των ιδιοκτητών των τεμαχίων 117 και 118 επί του Τεκμηρίου
  4. Έχοντας δε υπόψη ότι κατά το χρόνο της υπογραφής του Τεκμηρίου 3 ιδιοκτήτης του τεμαχίου 118 ήταν η μητέρα των Εναγομένων, αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 3 και που αφορά το τεμάχιο 118 είναι νομικά ανεξάρτητη από τη συμφωνία ημερομηνίας 06.12.
  5. Στο δε ερώτημα κατά πόσο αποτελεί πώληση η συμφωνία για αναπροσαρμογή συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 στα πλαίσια του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 232 (ο οποίος καταργήθηκε), η απάντηση είναι αρνητική και τούτο φαίνεται από το ίδιο το λεκτικό του Κεφ.
  6. (Βλ. ενδεικτικά την απόφαση στην Αγωγή Αρ. 793/2000 Ε.Δ. Λάρνακας-Αμμοχώστου, Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ., τώρα Π.Ε.Δ, Ανδρέας Πολυδώρου v. Καίτης Γουώτς, ημερ. 06.07.2007: «Τη μαρτυρία του κ. Παντελή Σεργίου (Μ.Ε.1) ότι το έγγραφο ανταλλαγής κτημάτων και το έγγραφο πώλησης κτημάτων είναι το ίδιο πράγμα την απορρίπτω. Άλλωστε, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ. 232, δεκτική ειδικής εκτέλεσης είναι κάθε σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι ανταλλαγής ακίνητης ιδιοκτησίας...» Εξάλλου, όπου ο Νομοθέτης επιθυμεί να προσδιορίσει ότι στη λέξη πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται και η ανταλλαγή, το αναφέρει ρητά όπως π.χ. στον τροποποιητικό του Κεφ. 149 Ν.99
(1)/2013. Επίσης και πάλι ενδεικτικά και μόνο για σκοπούς επιχειρηματολογίας, επισημαίνεται ότι στο νέο Νόμο για Ειδική Εκτέλεση Ν.81
(1)/2011 στην ερμηνεία της λέξης «σύμβαση» προκύπτει ξεκάθαρα ότι η συμφωνία πώλησης είναι διαφορετική από τη συμφωνία ανταλλαγής. Συνεπώς οι πρόνοιες του άρθρου 76 του περί Συμβάσεων Νόμου εφαρμόζονται. Στον προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά πόσο δυνατό να επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων με ενδεχόμενο διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, αναφορικά με την αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118, ή κατά πόσο είναι εφικτή η αναπροσαρμογή, οι δηλώσεις του κ. Αποστολίδη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 09.12.2013, στα πλαίσια της έφεσης που ασκήθηκε σε ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Πάφου στην παρούσα αγωγή με την οποία είχε ακυρωθεί προσωρινό διάταγμα, θεωρώ πως αποτελούν εγγύηση ότι δεν έχει επέλθει οποιοδήποτε γεγονός που να καθιστά την ειδική εκτέλεση που αφορά τα τεμάχια 117 και 118 ανέφικτη. (Ο σχετικός φάκελος της έφεσης έχει επιστραφεί στο Ε.Δ. Πάφου και αποτελεί μέρος του παρόντος φακέλου.) Καταγράφεται το σχετικό απόσπασμα: «κ. Αποστολίδης:...δηλώνω ότι μέχρι το πέρας της αγωγής δεν θα γίνει αποξένωση των επίδικων κτημάτων. Σε περίπτωση που οι πελάτες μου επιθυμούν να αξιοποιήσουν το κτήμα θα είναι υπόχρεοι οι εφεσείοντες να συγκατατεθούν, νοουμένου ότι θα τους δοθεί ασφάλεια και δεν επηρεάζονται οι αξιώσεις στην αγωγή. Κάθε πλευρά τα έξοδα της.» Προστίθεται επίσης πως ουδέποτε τέθηκε ισχυρισμός από την πλευρά των Εναγομένων ότι η εν λόγω συμφωνία αναπροσαρμογής μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 δεν είναι σαφής. (Η ίδια συμφωνία παραπέμπει σε σχέδιο και σε ορατά και σταθερά σημεία επί εδάφους.) Επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 Λειτουργού τη Κτηματολογίου, προκύπτει ότι το Κτηματολόγιο ήδη προέβη στη σχετική επιτόπια έρευνα και σε σχετικές μετρήσεις. Επιπρόσθετα πέραν από μια γενική αναφορά του Μ.Ε.2 ότι οι συμφωνίες Τεκμήριο 11 και η αναπροσαρμογή συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 δεν μπορεί να προχωρήσει ξεχωριστά, δεν έχει τεθεί ικανοποιητικός λόγος ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποκλείει την ειδική εκτέλεση μόνο αυτής της ξεχωριστής συμφωνίας. Στον προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά πόσο εφαρμόζεται πλέον ο νέος Νόμος για Ειδική Εκτέλεση, Ν.81
(1)/2011, (ο οποίος διευρύνει την έννοια της σύμβασης) θεωρώ πως η απάντηση είναι αρνητική. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το άρθρο 16 του Ν.81
(1)/2011 όμως θεωρεί πως ο σκοπός του Νομοθέτη με το νέο Νόμο δεν ήταν η δυνατότητα περιορισμού ειδικής εκτέλεσης συμβάσεων που πριν τη θέσπιση του νέου Νόμου μπορούσαν να τύχουν ειδικής εκτέλεσης με βάση το άρθρο 76 του Κεφ. 149. Αλλά ακόμα και αν εφαρμοζόταν ο νέος Νόμος στην προκειμένη περίπτωση, ενδεχομένως να πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(2). Σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 6
(2)βλ. επίσης παραδεκτά γεγονότα ως προς την ταυτότητα των συμβαλλομένων και τη σχετική ιδιοκτησία. Έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα κρίνεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 παρ. (α), (β), (γ) και (δ) του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 για να εκδοθεί το ανάλογο διάταγμα ειδικής εκτέλεσης μόνο σε σχέση με την αναπροσαρμογή των συνόρων των τεμαχίων 117 και 118 ως το Τεκμήριο
  1. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΑΡ. 2 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Η πλευρά των Εναγομένων, με την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας 2 δεν μπορεί να είναι διάδικος στην αγωγή διότι δεν μπορεί να υπάρχει συμβατική σχέση (privity of contract) μεταξύ του και Εναγομένων (βλ. επίσης την αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων παρ. 7 - 15). Ως θέμα γενικού κανόνα, με βάση το δόγμα της έννομης συμβατικής σχέσης (privity of contract) μόνο τα μέρη της σύμβασης μπορεί να ενάγουν και να εναχθούν βασιζόμενα στις πρόνοιες της σύμβασης. Μέρος του ιδίου δόγματος αποτελεί και η αρχή ότι αντιπαροχή πρέπει να παρέχεται και από τους δύο συμβαλλομένους. (Βλ. επίσης το γνωστό «consideration must move from the promisee».) Με την πάροδο του χρόνου έγινε κατανοητό ότι η τυφλή προσήλωση στον πιο πάνω κανόνα δυνατό να δημιουργήσει άδικες καταστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι διεκδικήσεις της αγωγής αφορούν συμφωνίες σε σχέση με το τεμάχιο
  2. Κατά την υπογραφή των συμφωνιών ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 117 ήταν μόνο η Ενάγουσα αρ.
  3. Πριν την έγερση της αγωγής ο Ενάγοντας 2 κατέστη συνιδιοκτήτης του τεμαχίου
  4. Με την μεταβίβαση του σχετικού μεριδίου του τεμαχίου 117, οποιαδήποτε δικαιώματα είχε η Ενάγουσα αρ. 1 σε σχέση με το τεμάχιο 117, θα πρέπει να θεωρηθεί και θεωρείται ότι εκχωρήθηκαν στον ανάλογο βαθμό και στο νέο συνιδιοκτήτη του τεμαχίου 117 που είναι ο Ενάγοντας αρ.
  5. (Βλ. ενδεικτικά Κλεάνθης κ.α. ν. Σιάνου κ.α. (ανωτέρω) και Μηνάς ν. Χειμωνίδου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 405.) Συνεπώς ο Ενάγοντας αρ. 2 είναι αναγκαίος διάδικος. Συνεπώς η θέση των Εναγομένων απορρίπτεται. (Αυτό βέβαια δεν προεξοφλά ότι αυτόματα ο Ενάγοντας αρ. 2 προσωπικά δικαιούται στις ίδιες θεραπείες με την Ενάγουσα αρ. 1.) ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ (Η πτυχή αυτή εμπεριέχεται σ' αυτό το σημείο για σκοπούς δομής της απόφασης.) 1) Νομική Πτυχή Σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δεν διατάζει ειδική εκτέλεση, είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης (βλ. Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Kalisperas v. HjStylianou
(1972)1 J.S.C. 78, Halsbury΄s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 36, παρ. 521, σελ. 351 και Τρυφωνίδη v. Alpan (Taki Bros)
(1988)1 C.L.R. 224). Το θέμα ρυθμίζεται από το άρθρο 73
(1)του Κεφ. 149 (βλ. επίσης την ανάλυση στην Saab (πιο πάνω) στη σελίδα 519). Ως προς το χρόνο καθορισμού αποζημιώσεων για τη διάρρηξη σύμβασης βλ. Saab (πιο πάνω) και την υπόθεση Ερωτοκρίτου v. Θεοδώρου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800): «Α. Χρόνος καθορισμού αποζημιώσεων για τη διάρρηξη σύμβασης Αντίθετα με την εισήγηση του εφεσείοντα η απόφαση στη Saab (ανωτέρω), δεν ορίζει το χρονικό σημείο της δίκης ως την κρίσιμη περίοδο για τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη σύμβασης. Ο χρόνος κατά τον οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις είναι εκείνος κατά τον οποίο διαρρηγνύεται η σύμβαση. Στο χρονικό εκείνο σημείο αποκρυσταλλώνεται η ζημία και εκάτερος των συμβαλλομένων μπορεί να κατευθύνει τις πράξεις του ανάλογα με τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Ο κανόνας αυτός δεν είναι άκαμπτος. Το κοινό δίκαιο αναγνωρίζει ευχέρεια για τον προσδιορισμό της ζημίας σε μεταγενέστερο χρόνο εφόσον το δίκαιο του πράγματος το δικαιολογεί. Είναι παραδεκτός ο καθορισμός των αποζημιώσεων με γνώμονα τα δεδομένα κατά το χρόνο της δίκης όπου το ανυπαίτιο μέρος εύλογα επιδιώκει την εκτέλεση της συμφωνίας και το δικαστήριο αρνείται τη θεραπεία αυτή στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας. Αφετηρία για την παροχή αποζημιώσεων σ' εκείνη την περίπτωση, αποτελεί η άρνηση του Δικαστηρίου να διατάξει ειδική εκτέλεση, οπόταν ανακύπτει, σ' εκείνο το χρονικό στάδιο, θέμα αποζημιώσεως του αναίτιου μέρους.» 2) Κοινές θέσεις Υπάρχει κοινή θέση για τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του τεμαχίου 117 ως εξής: Το τεμάχιο 117 έχει έκταση 5.017 τ.μ. και εμπίπτει στην Πολεοδομική Ζώνη Γ3 με ανώτατο συντελεστή δόμησης 10%, ανώτατο συντελεστή κάλυψης 10%, μέγιστο αριθμό ορόφων 2 και κυριαρχούσα χρήση τη γεωργική. (Ο κ. Αγαθαγέλου (Μ.Υ.3) δεν διαφώνησε ότι το τεμάχιο 117 φέρει ανώτατο συντελεστή δόμησης 10%, αλλά ήταν η θέση του ότι στην πράξη και στα πλαίσια της διακριτικής τους ευχέρειας οι Αρμόδιες Αρχές δίδουν άδειες για λιγότερο ποσοστό, κάτι το οποίο αμφισβητείται από τους Ενάγοντες.) Επίσης η αναφορά του κ. Αγαθαγγέλου ότι το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος ορόφων είναι 8.30 μ. δεν αμφισβητήθηκε. Όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω, το τεμάχιο 117 διαθέτει δικαίωμα διαβάσεως πλάτους 6 μέτρων με υποκείμενο ακίνητο το τεμάχιο 573 Φ/Σχ. XLV/25 των Εναγομένων (Τεκμήριο 11). Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η εν λόγω δίοδος έχει εμβαδόν περί τα 747 τ.μ. Το τεμάχιο 117 βρίσκεται στην τοποθεσία «ΣΠΙΤΟΥΔΙΑ», της διοικητικής περιοχής του Δήμου Πέγειας, της επαρχίας Πάφου, 140 μέτρα περίπου ανατολικά του παραλιακού δρόμου Κισσόνεργας - Πέγειας και 550 μέτρα περίπου βορειοανατολικά της θαλάσσιας περιοχής. Παρόλο που το τεμάχιο είναι περίκλειστο εντούτοις η περιοχή είναι εύκολα προσβάσιμη από τον πιο πάνω δρόμο διαμέσου δευτερεύοντος ασφαλτοστρωμένου δρόμου που βρίσκεται 125 μέτρα περίπου νότια του εν λόγω τεμαχίου. Η άμεση περιοχή του ακινήτου παρουσιάζει ουσιαστική ανάπτυξη κυρίως από οικιστικές μονάδες. Βρίσκεται περί τα 250 μέτρα ανατολικά από την πλησιέστερη ζώνη ανάπτυξης. Αποτελεί επίσης κοινή θέση ότι το τεμάχιο 117 έχει ακανόνιστο σχήμα και βρίσκεται σε ύψωμα και διαθέτει ωραία θέα προς την ευρύτερη περιοχή και τη θάλασσα. Επίσης το τεμάχιο 117 διέπεται από τις πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής. Τα πιο πάνω ίσχυαν τόσο κατά τις ημερομηνίες των επισκέψεων του κ. Φιντικλή όσο και τις πιο πρόσφατες του κ. Αγαθαγγέλου αλλά και κατά την 30.08.2007. Προστίθεται ότι ο Μ.Ε.4 επισημαίνει στην έκθεση του ότι κατά την 30.08.2007 το εν λόγω τεμάχιο «ήταν δυνάμει να εξασφαλίσει όλες τις αναγκαίες υπηρεσίες (υδατοπρομήθειας, ηλεκτρισμού, τηλεφώνου)» και όπως επισημαίνει ο κ. Αγαθαγγέλου, και αποτελεί πραγματικό γεγονός, σήμερα διαθέτει αυτές τις παροχές. 3) Οι θέσεις του κ. Φιντικλή (Μ.Ε.4) και του κ. Αγαθαγγέλου(Μ.Υ.3) Σ' αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να παρατεθεί περίληψη των θέσεων τους στο βαθμό που αυτές διίστανται. Ο κ. Στέφανος Φιντικλής (Μ.Ε.4) ο οποίος ανάφερε ότι είναι εκτιμητής και κτηματικός σύμβουλος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τη γραπτή του δήλωση (Ένδειξη Γ) μαζί με σχετική έκθεση που ετοίμασε. Εξήγησε ότι η έκθεση εκτίμησης ζητήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Χρ. και Τηλέμαχος Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. για τον υπολογισμό της αποζημίωσης επί του ακινήτου 117 (ως αποτέλεσμα ισχυριζόμενων παραβάσεων, ισχυριζόμενων συμβάσεων) ως κατά την 30.08.2007 για σκοπούς Δικαστηρίου. Η κύρια θέση του έχει ως εξής: Λόγω της μη εκτέλεσης των ισχυριζόμενων συμφωνιών που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης το εξεταζόμενο ακίνητο (τεμάχιο 117) ζημιώνει ως εξής: (α) Την αγοραία αξία της έκτασης (εμβαδού 747 τ.μ.) που θα έπρεπε να αποκοπεί από το τεμάχιο 573 και να προσαρτηθεί στο υπό εξέταση τεμάχιο
(117). Με βάση συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε (Παράρτημα Δ της έκθεσης του) κατέληξε ότι η αγοραία αξία του εμβαδού των 747 τ.μ. που επρόκειτο να προσαρτηθεί στο τεμάχιο 117 είναι €67.230. (β) Την επιζήμια επίδραση στο υπό εξέταση τεμάχιο
(117)λόγω της στέρησης της άμεσης πρόσβασης του ακινήτου σε εγγεγραμμένο οδικό δίκτυο αφού σήμερα διαθέτει μόνο δικαίωμα διαβάσεως πλάτους 6 μέτρων και (γ) Την επιζήμια επίδραση λόγω του υποδεέστερου σχήματος του υπό εξέταση τεμαχίου αφού η έκταση εμβαδού 650 τ.μ. από το τεμάχιο 118 (φαίνεται με μπλε χρώμα στο Παράρτημα Β) δεν προσαρτήθηκε στο υπό εξέταση τεμάχιο. Διευκρίνισε ότι τα τμήματα τα οποία βάση της αίτησης αναπροσαρμογής επρόκειτο να αποκοπούν και να προσαρτηθούν από το τεμάχιο 117 και 118 αντίστοιχα θεωρούνται ισάξια και ως εκ τούτου δεν γίνεται οποιαδήποτε απαίτηση επί της διαφοράς της αγοραίας αξίας των εν λόγω τμημάτων. Προέβη σε επιτόπια επιθεώρηση του εξεταζόμενου ακινήτου η οποία έγινε στις 29.07.2009 και σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Αναφορικά με την ως άνω ισχυριζόμενη επιζήμια επίδραση (ως οι παράγραφοι (β) και (γ) αμέσως πιο πάνω, κατέληξε ότι είναι της τάξης του 15% στο εν λόγω ακίνητο (τεμάχιο 117) δηλαδή ποσό €67.
  1. Έτσι υπολόγισε τη συνολική αποζημίωση ως κατά την 30.08.2007 σε €135.000 (βλ. σελίδα 6 της έκθεσης του). Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε ως Τεκμήριο 24 τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στις σελίδες 7-14 της εν λόγω έκθεσης του. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.4 αμφισβητήθηκε το σκεπτικό και τα πιο πάνω συμπεράσματα του περί ζημιών. Σ' αυτό το σημείο κρίνεται χρήσιμο να επισημανθούν δύο σημεία από την αντεξέταση του: - Ανέφερε ότι αν το εν λόγω τμήμα των 747 τ.μ. αποκόπτετο από το τεμάχιο 573 και προσαρτείτο στο τεμάχιο 117, θα μπορούσε ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 117 να ανεγείρει κατοικία κατά 74.7 τ.μ. περίπου μεγαλύτερη από ότι αν δεν προσαρτείτο. - Επιπρόσθετα παρατίθεται απόσπασμα από τις επεξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τη θέση του περί επιζήμιας επίδρασης στο 117: «E. Πρέπει να μας εξηγήσεις γιατί ουρανόθεν κατέβηκε αυτό το 15% πιστεύω εγώ, εξήγα το πώς η επιζήμια επίδραση επήλθε στο τεμάχιο 117; Α. Στην παράγραφο 10, σελίδα 5 της έκθεσης μου αναφέρω ότι προκαλείται επιζήμια επίδραση της τάξης του 15% για δύο λόγους. Ο ένας ο λόγος είναι αυτός που έχω προαναφέρει αλλά επειδή τώρα τίθεται το θέμα της επιζήμιας επίδρασης θα το εξηγήσω περαιτέρω. Αναφερθήκαμε σε ένα τμήμα 747 τ.μ το οποίο βάση ισχυριζόμενων συμβάσεων επρόκειτο να αποκοπεί από το τεμάχιο.. 573 και να προσαρτηθεί στο τεμάχιο
  2. Είπαμε ότι εκτός από το ότι χάσαμε δηλαδή την αγοραία αξία αυτών των 47 μέτρων που είναι το προηγούμενο σκέλος της εκτίμησης δηλαδή στη σελίδα 6 η παράγραφος 1, έπαθε ζημιά γιατί εάν προσαρτείτο αυτό τμήμα στο υπό εξέταση ακίνητο να διέθετε άμεση πρόσβαση επί οδικού δικτύου. Χαρακτηριστικά εάν δούμε τη σελίδα 9 αυτό που βλέπουμε με κόκκινη διαγράμμιση εάν προσαρτείτο στο 117 αυτό που βλέπουμε με κόκκινη διαγράμμιση αυτό το τμήμα καταλήγει σε εγγεγραμμένο δημόσιο δρόμο. Αντί αυτού το τεμάχιο 117 διαθέτει μόνο δικαίωμα διαβάσεως....... Ε. ..................................... A. Ο λόγος είναι ότι εξόφθαλμος ο λόγος που θα υποστεί ζημιά ο 117, εάν δεν προσαρτηθεί αυτό το τμήμα γιατί αντί άμεσης πρόσβασης επί οδικού δικτύου έχουμε μόνο δικαίωμα διαβάσεως πλάτος 6 μέτρων ενώ θα ήταν δρόμος 6 μέτρων. Αυτό είναι το ένα. Το δεύτερο είναι επειδή πάλι βάσει ισχυριζόμενων συμβάσεων έπρεπε το τμήμα που βλέπουμε με χρώμα στη σελίδα 9 του παραρτήματος Β, θα έπρεπε να αποκοπεί από το παρακείμενο τεμάχιο 118, και να προσαρτηθεί στο εξεταζόμενο ακίνητο. Εάν δεν γίνει αυτό επειδή η ίδια η σύμβαση, η ισχυριζόμενη σύμβαση προνοούσε εκτός από αυτό που βλέπουμε με μπλε και το άλλο που βλέπετε με διαγράμμιση θα έπρεπε να αποκοπεί από το υπό εξέταση και να πάει το 118, τότε αλλοιώνεται το σχήμα που επρόκειτο να προκύψει εάν αυτή η ισχυριζόμενη σύμβαση εκτελείτο. Άρα γι' αυτό για αυτούς πρώτα εξηγήσαμε τους λόγους. Γι' αυτό τους δύο λόγους προκύπτει το 15%. E. Υπάρχει μαθηματικός τύπος που καταλήξετε το 15%; A. Όχι. Μαθηματικός τύπος κοινός απλά να βάλεις τους παράγοντες και να σου βγάλει το ποσοστό. Όχι όμως έγιναν οι εξής υπολογισμοί: Υπολόγισα την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου υποθέτοντας ότι το τμήμα 747 τ.μ με κόκκινη διαγράμμιση το παράρτημα Β θα προσαρτείτο στο υπό εξέταση αναφορά θα εξασφάλιζε πρόσβαση επί οδικού δικτύου ένα, και με την υπόθεση ότι το τμήμα όπου φαίνεται με μπλε διαγράμμιση το παράρτημα Β θα αποκόπτεται από το τεμάχιο 118 και θα προσαρτείτο στο
  3. Άρα, υπολόγισα την αγοραία αξία του ακίνητο ένα βάσει των δύο πιο πάνω υποθέσεων και μετά υπολόγισα την αγοραία αξία του ακινήτου με την υπόθεση ότι δεν θα γίνει τίποτα από αυτά τα δύο. Δηλαδή ούτε θα προσαρτηθεί το τμήμα 747 τ.μ με κόκκινη διαγράμμιση ούτε και να αποκοπεί το τμήμα με μπλε διαγράμμιση από το τεμάχιο 118 για να προσαρτηθεί στο υπό εξέταση. Η διαφορά αυτών των δύο είναι η ζημιά που παθαίνει το επίδικο τεμάχιο. Νοουμένου ότι είναι έγκυρες οι ισχυριζόμενες συμβάσεις...............................» Στην έκθεση του επισημαίνει ότι και για τον υπολογισμό της ανά τετραγωνικό αγοραίας αξίας του τεμαχίου 117 χρησιμοποίησε τη μέθοδο των συγκριτικών πωλήσεων. O κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.3) ανάφερε μεταξύ άλλων ότι είναι εκτιμητής ακινήτων. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 27 έκθεση εκτίμησης την οποία ετοίμασε και στην οποία αναφέρθηκε. Ισχυρίστηκε ότι για την εν λόγω εργασία του είχε χρεώσει και εισπράξει από τους πελάτες του €1.500 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 σχετική απόδειξη. Σκοπός της εκτίμησης ήταν «η ανάλυση δεδομένων της επιζήμιας επίδρασης ή όχι, αναφορικά με το δικαίωμα διόδου, διάβασης ή το δικαίωμα πώλησης». Παρατίθεται απόσπασμα από την ανάλυση και το συμπέρασμα του όπως αποτυπώνεται στην έκθεση του: «Βάσει της «Δήλωσης Πολιτικής» που ρυθμίζει την ανάπτυξη εκτός τοπικών σχεδίων των πόλεων (όπως στην παρούσα περίπτωση), είναι δυνατό να επιτραπεί η ανέγερση μιας μονάδας (μεμονωμένης κατοικίας) σε ακίνητο που εμπίπτει εκτός ζώνης ανάπτυξης (όπως π.χ. γεωργική ζώνη) νοουμένου ότι το τεμάχιο γης έχει έκταση τουλάχιστον 4.000τ.μ.. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι το ακίνητο να διαθέτει ικανοποιητική προσπέλαση, όπως δημόσιος δρόμος ή δικαίωμα διαβάσεως/διόδου που καταλήγει σε ικανοποιητική μορφή προσπέλασης (δημόσιο δρόμο).................................. Το δε μέγιστο εμβαδό των καλυμμένων χώρων της κατοικίας καθορίζεται από τη Δήλωση Πολιτικής σε 240 τ.μ. και όχι βάσει του υφιστάμενου συντελεστή δόμησης. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση και εφόσον το δικαίωμα διάβασης έχει πληρωθεί και εγγραφεί στον τίτλο του τεμαχίου 117 ως δικαίωμα διόδου, δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Ο επιπλέον συντελεστής δόμησης που θα αναλογούσε αν η λωρίδα γης πωλείτο και εγγραφόταν ως ιδιοκτησία των ιδιοκτητών του τεμαχίου 117, ουσιαστικά δεν έχει εφαρμογή λόγω του περιορισμού στο εμβαδό της κατοικίας. Μελετώντας το ενδεχόμενο της επιζήμιας επίδρασης το τεμάχιο 117 λόγω της μη πώλησης και προσάρτησης του μέρους της διόδου, έκτασης 747 στον τίτλο του, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, εφόσον το ακίνητο δεν εμπίπτει σε ζώνη ανάπτυξης, αλλά σε γεωργική ζώνη, δεν δύναται να αναπτυχθεί σε περισσότερες από μια κατοικία ακόμα και εάν το δικαίωμα διόδου παραχωρείτο στο δημόσιο για εγγραφή ως δημόσιος δρόμος. Συνεπώς το ακίνητο με το δικαίωμα διάβασης που έχει αποκτήσει, έχει λάβει τη μέγιστη δυνατότητα ανάπτυξης βάσει της χρήσης της γης που του επιτρέπει η πολεοδομική ζώνη στην οποία εμπίπτει.» Κατά την ακρόαση επεξήγησε το εξής: «Ουσιαστικά, βάσει του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, ένα ακίνητο, για να μπορεί να αναπτυχθεί σε περισσότερες της μιας κατοικίας, πρέπει να εμπίπτει σε ζώνη ανάπτυξης, δηλαδή σε οικιστική ζώνη, τουριστική ζώνη, παραθεριστική ζώνη, κτλ. Σε αντίθεση με το τεμάχιο 117, το υπό αναφορά τεμάχιο, το οποίο εμπίπτει σε γεωργική ζώνη, βάσει της Δήλωσης Πολιτικής του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου ξανά, επιτρέπεται σε περιπτώσεις γεωργικής γης η ανάπτυξη μιας κατοικίας, εφόσον αναλογούν σε αυτή τέσσερις χιλιάδες τ.μ γης. Και εφόσον ικανοποιούνται κάποιες άλλες προϋποθέσεις, πολεοδομικές προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα η ύπαρξη ικανοποιητικής προσπέλασης. Ικανοποιητική προσπέλαση μπορεί να θεωρηθεί δημόσιος δρόμος ή δικαίωμα διάβασης, το οποίο δικαίωμα καταλήγει πάλι σε δημόσιο δρόμο. Υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης δεύτερης κατοικίας, όταν και εφόσον υπάρχουν περισσότεροι του ενός συνιδιοκτήτες και εφόσον ικανοποιούνται πάλι επιπρόσθετες τέσσερις χιλιάδες μέτρα γης για τη δεύτερη κατοικία. Στην προκειμένη περίπτωση το τεμάχιο 117 έχει εμβαδόν 5 χιλιάδες και 17 τ.μ. που σημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πολεοδομική άδεια για ανέγερση δεύτερης κατοικίας. Με αυτό το σκεπτικό, ακόμα και εάν το δικαίωμα διόδου, το οποίο έχει εγγραφεί, έχει παραχωρηθεί στο τεμάχιο 117, εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος, δεν θα μπορούσε να ανεγείρει περισσότερο της μιας κατοικίας. Με λίγα λόγια, με το δικαίωμα διάβασης με το οποίο απέκτησε, έχει εξαντλήσει πλήρως τις δυνατότητες ανάπτυξης του. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιζήμια επίδραση λόγω του ότι δεν έχει εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος το μέρος αυτό, το οποίο έχει παραχωρηθεί σαν δικαίωμα διόδου στο τεμάχιο 117.» Κατόπιν ερωτήσεων παρέπεμψε στη σελίδα 3 της έκθεσης του (Τεκμήριο 27) όπου αναφέρει ότι κατά την ημέρα της επιθεώρησης είχαν ανεγερθεί 5 κατοικίες ωσάν το ακίνητο να ενέπιπτε σε ζώνη ανάπτυξης αλλά ισχυρίστηκε ότι τούτο δεν επηρεάζει τις θέσεις του. Πρόσθεσε ότι στην έκθεση του (Τεκμήριο 27) δεν προβαίνει σε αναφορά για την αξία του τεμαχίου 117, καθότι έχει θεωρήσει ότι από τη στιγμή που ενεγράφη το δικαίωμα διόδου, έχει εξοφληθεί η υποχρέωση και δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα απέναντι στον αγοραστή του δικαιώματος διόδου. Υποστήριξε επίσης ότι η εκτίμηση του κ. Φιντικλή (Μ.Ε.4) για τη σχετική αγοραία αξία (€90/μ²) είναι λανθασμένη και αναιτιολόγητη. Σε σχέση με τούτο, επεσήμανε ότι ο κ. Φιντικλής χρησιμοποίησε τέσσερα συγκριτικά εκ των οποίων τα τρία εφάπτονται δημόσιου δρόμου δηλαδή πλεονεκτούν έναντι του υπό εκτίμηση και ως εκ τούτου η αγοραία αξία τους είναι πιο ψηλή. Επίσης δεν φαίνεται σε οποιοδήποτε σημείο στο σχετικό πίνακα να κάνει αναπροσαρμογές προς τούτο. Αναφέρεται απλά σε μια αναπροσαρμογή για σκοπούς ετήσιας φυσικής αύξησης του ακινήτου από το 2007 και 2008 (την οποία ο Μ.Υ.3 θεωρεί λογική) αλλά απουσιάζει η αναπροσαρμογή λόγω ποιότητας. (Σύμφωνα με το Μ.Υ.3 η ύπαρξη δρόμου αντί δικαιώματος διόδου είναι πλεονέκτημα για ένα ακίνητο. Ένα από τα πλεονεκτήματα είναι ότι ο δρόμος παρέχει τη δυνατότητα είτε στο διαχωρισμό ενός ακινήτου και ίσως τη μεγαλύτερη δυνατότητα ανάπτυξης. Σε αντίθεση με ένα ακίνητο το οποίο διαθέτει δικαίωμα διαβάσεως που έχει περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης.) Ο Μ.Υ.3 παρατήρησε επίσης ότι δύο από τα τέσσερα συγκριτικά που έχει χρησιμοποιήσει ο κ. Φιντικλής έχουν τιμή πώλησης €36 και €19 ανά τετραγωνικό ενώ χρησιμοποίησε €90 ως την αγοραία αξία για το υπό εξέταση ακίνητο χωρίς να δικαιολογεί αυτή του τη σκέψη τη στιγμή μάλιστα που ένα από τα πιο πάνω ακίνητα υπερτερούν λόγω του ότι εφάπτονται σε δημόσιο δρόμο. Κατά την αντεξέταση, του επισημάνθηκε η κριτική του ότι ο κ. Φιντικλής χρησιμοποίησε για συγκριτικά ανόμοια κτήματα τα οποία εφάπτονται σε δημόσιο δρόμο και τα οποία έχουν μεγαλύτερη αξία από το τεμάχιο 117 που παρέμεινε μόνο με δίοδο. Του επισημάνθηκε ότι ακριβώς αυτό το επιχείρημα δείχνει την επιζήμια επίδραση στο τεμάχιο 117 με τη μη υλοποίηση της συμφωνίας Τεκμήριο 11 αφού λόγω της παράβασης των Εναγομένων το τεμάχιο 117 παρέμεινε μόνο με δίοδο αντί με εγγεγραμμένο δρόμο. Ο Μ.Υ.3 επέμενε ότι ουδεμία αξία θα επέφερε στο τεμάχιο 117, αν προσαρτείτο σ' αυτό η λωρίδα των 747 τ.μ. και εφάπτετο σε δημόσιο δρόμο: Καθότι δεν θα πρόσφερε επιπλέον συντελεστή δόμησης ενόψει της Δήλωσης Πολιτικής που περιορίζει το μέγιστο εμβαδόν κατοικίας σ' αυτή τη ζώνη σε 240 τ.μ., κάτι που ήδη είναι δυνατό για το τεμάχιο 117 και χωρίς την προσάρτηση των 747 τ.μ. Έχουν δηλαδή εξαντληθεί οι πιθανότητες ανάπτυξης με την παραχώρηση της διόδου. Πρόσθεσε ότι η οποιαδήποτε αξία πιθανό να δημιουργείται λόγω των επιπλέον 747 τ.μ. θα ήταν ίσως μια αξία ανέσεως αλλά και πάλι θα είχε μειωμένη αξία γιατί πρόκειται για μια στενή λωρίδα γης που καμία άλλη χρήση δεν έχει πέραν της εισόδου - εξόδου προς το τεμάχιο
  4. Άρα θεωρεί την αξία της μόνο για το σκοπό για τον οποίο έχει παραχωρηθεί, δηλαδή για δίοδο και για κανένα άλλο λόγο. Π.χ. δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν κήπος ή χώρος αποθήκευσης. Αντεξεταζόμενος κατά πόσο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για φύτευση δέντρων, επεσήμανε ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα χρησιμοποιείτο ως δίοδος, οπότε θα μειώνετο η αξία του τεμαχίου
  5. Όμως επισημάνθηκε ότι το πλάτος ενός αυτοκινήτου είναι περίπου δυο μέτρα ενώ της λωρίδας έξι μέτρα. Οπότε επέμενε ότι πέραν της αξίας που έχει σαν δικαίωμα διόδου δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη αξία αυτά τα 747 τ.μ. Επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι δεν ετοίμασε μελέτη για την αγοραία αξία αυτών των 747 τ.μ. Κατόπιν άλλων ερωτήσεων απάντησε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο μελλοντικά το τεμάχιο 117 να αλλάξει ζώνη. Δεν αγνοεί την προοπτική αυτή. Ήταν η θέση του ότι εφόσον η πολεοδομική ζώνη του τεμαχίου 117 ήταν γεωργική, η αναπροσαρμογή συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 δεν θα αναβάθμιζε την αξία του τεμαχίου
  6. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 29 τη Δήλωση Πολιτικής και επέμενε ότι βάσει της εν λόγω Δήλωσης Πολιτικής, στο τεμάχιο 117 μπορεί να ανεγερθεί ούτως ή άλλως μια κατοικία. Ήταν η θέση του ότι η παραχώρηση δικαιώματος ανέγερσης μεμονωμένης κατοικίας ως η παράγραφος 9 της Δήλωσης δεν είναι κεκτημένο δικαίωμα, αλλά η Αρμόδια Αρχή έχει διακριτική ευχέρεια για να εγκρίνει ή να απορρίψει μια αίτηση. Διευκρίνισε ότι το μέγιστο εμβαδόν των 240 τ.μ., το οποίο αναφέρει στην έκθεση του Τεκμήριο 27, δεν καθορίζεται στην ίδια τη Δήλωση Πολιτικής αλλά καθορίζεται με εσωτερικές οδηγίες από το αρμόδιο Υπουργείο. (Σύμφωνα με το Μ.Υ.3 η Νομοθεσία είναι ελλιπής γι' αυτό κρίθηκε αναγκαίος ο καθορισμός κάποιων σημείων.) Πρόσθεσε ότι είναι πολύ σπάνιο να δοθεί άδεια η οποία να χρησιμοποιεί όλο το συντελεστή δόμησης για σκοπούς μεμονωμένης κατοικίας. Κατόπιν ερωτήσεων εξήγησε και την τελευταία του αναφορά της σελίδας 6 της έκθεσης του: «δεν δύναται να αναπτυχθεί σε περισσότερες από μια κατοικία ακόμα και εάν το δικαίωμα διόδου παραχωρείτο στο δημόσιο για εγγραφή του σαν δημόσιος δρόμος.» Ήθελε να δείξει ότι ακόμα και αν το ακίνητο δεν εξυπηρετείται από δικαίωμα διάβασης και αντί αυτού εξυπηρετείται από δημόσιο δρόμο, και πάλι δεν θα άλλαζαν τα δεδομένα στις δυνατότητες ανάπτυξης του, ακόμα και αν εγγράφετο σαν δρόμος. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Υ.3 ότι ο κ. Φιντικλής χρησιμοποίησε συγκριτικά χωρίς αναπροσαρμογές. Πιο συγκεκριμένα, του υποβλήθηκε μεταξύ άλλων ότι ενώ ο μέσος όρος ήταν €120, ο κ. Φιντικλής έκανε αναπροσαρμογή στα €
  7. Ο Μ.Υ.3 απάντησε ότι στην αναπροσαρμογή πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα το σκεπτικό του εκτιμητή και σ' αυτή την περίπτωση είναι άγνωστα τα επί μέρους ποσοστά της αναπροσαρμογής, οπότε θεωρεί ότι ο πίνακας συγκριτικών είναι ελλιπής. Ο Μ.Υ.3 εξήγησε επίσης γιατί θεωρεί τα συγκριτικά του κ. Φιντικλή άσχετα: α) Τα τρία είναι μικρής έκτασης και άρα πλεονεκτούν έναντι του τεμαχίου 117 (εξήγησε ότι στην περίπτωση της γεωργικής γης τα μικρά τεμάχια έχουν ψηλότερη αξία). β) Επίσης το πρώτο συγκριτικό αφορά μερίδιο, και άλλα εφάπτονται σε δημόσιο δρόμο. Κατόπιν ερωτήσεων ο Μ.Υ.3 πρόσθεσε ότι μεταξύ της τιμής πώλησης και της εκτίμησης του Κτηματολογίου δεν είναι ορθό να βασίζεται κάποιος στην εκτίμηση του Κτηματολογίου. Σύμφωνα με το Μ.Υ.3 ορθό είναι να λαμβάνεται υπόψη η τιμή πώλησης. Γενικά επέμενε ότι ο κ. Φιντικλής παραφούσκωσε τις τιμές χρησιμοποιώντας τα καλύτερα συγκριτικά. Πρόσθεσε ότι τις οδηγίες για την ετοιμασία της έκθεσης του τις έλαβε την 04.09.
  8. Τόνισε ότι στην έκθεση του δεν ασχολήθηκε με το θέμα της αγοραίας αξίας. Επίσης ανέφερε ότι τα δεδομένα που ίσχυαν το 2007 για το τεμάχιο 117, ως προς το αν και τι μπορούσε να κτιστεί, είναι τα ίδια τόσο και το 2007 όσο και κατά το
  9. Κατά την επανεξέταση ανάφερε μεταξύ άλλων ότι η προοπτική ένταξης σε ζώνη ανάπτυξης λαμβάνεται υπόψη γενικά ως προς το πού βρίσκεται το κτήμα, ποιες προοπτικές έχει επειδή βρίσκεται εκεί, αλλά δεν αποτελεί βαρόμετρο στον υπολογισμό της αξίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι (δεν υπάρχει πραγματική έλλειψη διαθέσιμης γης προς ανάπτυξη) για να ενταχθεί σε ζώνη ανάπτυξης. Αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.4 και Μ.Υ.3 Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι τόσο ο Μ.Ε.4 όσο και ο Μ.Υ.3 είναι εκτιμητές, έχουν τα προσόντα και πείρα στην οποία έχουν αναφερθεί και έχουν προβεί στις εργασίες στις οποίες επίσης έχουν αναφερθεί και έχουν επίσης πληρωθεί για την εργασία τους. Έχουν αξιολογηθεί έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές αναφορικά με μαρτυρία εμπειρογνώμονα (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Ειδικότερα σε σχέση με τους εκτιμητές σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Rashid Ali & Other v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1971)1 C.L.R 146, Attorney-General v. Charalambous
(1983)1 C.L.R. 431, Δήμου Αγλαντζιάς v. Μαρίας Γεωργίου συζύγου Ναπολέοντος Αντωνίου κ.α., Π.Ε. 10535, 10540 ημερ. 23.01.2001 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγίας Νάπας v. ALEXIA & POLIS ESTATES LTD, Π.Ε. 10418 ημερ. 26.06.2000. Η αγοραία αξία του τεμαχίου 117 την 30.08.2007 Το Δικαστήριο θα προβεί σε ευρήματα σε σχέση με αυτή την πτυχή για ότι μπορεί να χρησιμεύσει. Αν και, υπήρχε περιθώριο να ήταν πιο λεπτομερής η επεξήγηση του Μ.Ε.4 ως προς το θέμα αυτό, εντούτοις έχουν δοθεί οι ελάχιστες ικανοποιητικές εξηγήσεις. Να επισημανθεί ότι η αντεξέταση του σε σχέση με τα συγκριτικά για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας του τεμαχίου 117, ήταν περιορισμένη. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκε μαρτυρία από τον εκτιμητή των Εναγομένων ως προς το ποια ήταν η θέση του ως προς την αγοραία αξία του τεμαχίου 117 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε η κριτική στην οποία προέβη ο Μ.Υ.3 για την εκτίμηση του Μ.Ε.4 για τη συγκεκριμένη πτυχή ήταν τέτοια ώστε να κλονίσει τη συγκεκριμένη θέση του Μ.Ε.4. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι την 30.08.2007 η αγοραία αξία του τεμαχίου 117 ήταν €90 το τ.μ. Αγοραία αξία των 747 τ.μ.; Εδώ το αντικείμενο της εκτίμησης είναι πολύ διαφορετικό από την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του τεμαχίου 117. Σ' αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί η τελευταία παράγραφος του Τεκμηρίου 11: «Το πιο πάνω μερίδιο το οποίο θα αποκοπεί από το τεμάχιο 217 και θα προσαρμοστεί στο 117 θα αποτελεί δικαίωμα διόδου για το 217 τεμάχιο. Το οποίο μετά την αναπροσαρμογή θα εγγραφεί προς όφελος του 217.» Αυτό σημαίνει ότι με την προσάρτηση στο τεμάχιο 117 της σχετικής έκτασης των 747 τ.μ., η έκταση αυτή, θα αποτελεί μεν μέρος του τεμαχίου 117, όμως ταυτόχρονα ολόκληρη η έκταση αυτή (747 τ.μ.) θα αποτελεί δίοδο για το τεμάχιο των Εναγομένων 573 (πρώην 217) και μάλιστα εγγεγραμμένη δίοδο. Είναι εξόφθαλμο ότι τα συγκριτικά τα οποία χρησιμοποίησε ο Μ.Ε.4 για να εκτιμήσει την αγοραία αξία των 747 τ.μ. είναι ανόμοια μεταξύ άλλων λόγω του σχήματος της συγκεκριμένης λωρίδας γης. Ο Μ.Ε.4 δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση του ότι στην ελεύθερη αγορά εύλογα η αγοραία αξία της συγκεκριμένης λωρίδας θα ήταν €90 ανά τ.μ. Από όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η οποιαδήποτε χρησιμότητα της συγκεκριμένης λωρίδας αφορά μόνο τη χρησιμότητα της προς τα γειτονικά της λωρίδας τεμάχια και εφόσον οι ιδιοκτήτες τους ενδιαφερθούν. Έχοντας μάλιστα κατά νου ότι η εν λόγω λωρίδα θα αποτελεί δίοδο (όπως συμβατικά ήδη έχει συμφωνηθεί με το Τεκμήριο 11) για το τεμάχιο 573, δεν είναι ούτε λογικό ότι θα υπάρχει ζήτηση στην ελεύθερη αγορά για τα συγκεκριμένα 747 τ.μ. μεμονωμένα. Συνεπώς η θέση του Μ.Ε.4 ότι η αγοραία αξία των 747 τ.μ. ήταν την 30.08.2007 €90/μ², απορρίπτεται. Κατά πόσο η μη αναπροσαρμογή των συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 έχει επιζήμια επίδραση στο τεμάχιο 117 Αν και το Δικαστήριο για λόγους που εξηγούνται θα διατάξει την ειδική εκτέλεση σε σχέση με την αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118, εντούτοις είναι ορθό να εξεταστεί κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει επιζήμια επίδραση από τη μη υλοποίηση της σχετικής αναπροσαρμογής. α) Κατ' αρχήν η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά δημιουργείτο από τη μη υλοποίηση αυτής της συμφωνίας δεν αφορά τους Εναγόμενους 1, 2, 3 αφού αυτοί ουδέποτε ήσαν οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 118. β) Η θέση του κ. Φιντικλή (Μ.Ε.4) ότι το τεμάχιο 117 έχει επιζήμια επίδραση «λόγω του υποδιαίστερου σχήματος του από τη μη προσάρτηση σ' αυτό του σχετικού τεμαχίου από το τεμάχιο 118» παρέμεινε ατεκμηρίωτη ως εξής: Πράγματι αν υλοποιείτο η εν λόγω αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118, το τεμάχιο 117 εξόφθαλμα θα είχε λιγότερο ακανόνιστο σχήμα. Όμως δεν εδόθη η ελάχιστη μαρτυρία ή επεξήγηση πόσο για παράδειγμα η αγοραία αξία του τεμαχίου 117 θα αυξάνετο αν υλοποιείτο η αναπροσαρμογή μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118 και συνεπώς ότι με τη μη υλοποίηση της αναπροσαρμογής χάθηκε αυτό το όφελος. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή επεξήγηση π.χ. ότι το συγκεκριμένο μέρος από το τεμάχιο 118 θα ήταν για οποιοδήποτε ειδικό λόγο χρήσιμο στο τεμάχιο 117, ούτως ώστε με τη μη υλοποίηση εκείνης της αναπροσαρμογής το τεμάχιο 117 να στερήθηκε αυτής της χρησιμότητας. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι π.χ. οι Ενάγοντες στηριζόμενη στην εν λόγω συμφωνία αναπροσαρμογής ήδη χρησιμοποίησαν το εν λόγω τμήμα από το τεμάχιο 118. Ανεξαρτήτως και επιπροσθέτως των πιο πάνω υπενθυμίζεται ότι όπως ο ίδιος ο κ. Φιντικλής αναγνωρίζει «τα τμήματα τα οποία βάσει της αίτησης αναπροσαρμογής επρόκειτο να αποκοπούν και να προσαρτηθούν από το τεμάχιο 117 και 118 αντίστοιχα θεωρούνται ισάξια.». γ) Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ο κ. Φιντικλής δεν ξεκαθάρισε τελικά τη δική του θέση ως προς το πόση περίπου είναι η ισχυριζόμενη επιζήμια επίδραση στο τεμάχιο 117 λόγω της μη υλοποίησης της αναπροσαρμογής μεταξύ του τεμαχίου 117 και 118. Ο ίδιος επισημαίνει στη σελίδα 5 παράγραφος 10 της έκθεσης του επιζήμια επίδραση της τάξης του 15% για δύο λόγους:
  1. i)Και για τη μη προσάρτηση στο τεμάχιο 117 με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 11 και
  2. ii)Λόγω της μη υλοποίησης της αναπροσαρμογής μεταξύ των τεμαχίων 117 και 118. Πιο συγκεκριμένα δεν ξεκαθάρισε έστω κατά προσέγγιση πόσο από το ποσοστό 15% της ισχυριζόμενης επιζήμιας επίδρασης οφείλεται στη μη υλοποίηση της αναπροσαρμογής συνόρων μεταξύ του τεμαχίου 117 και 118. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για το λόγο ότι συμβατικά οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ουδεμία σχέση έχουν με την αναπροσαρμογή συνόρων με το τεμάχιο 118. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν σε ποιο βαθμό η μη υλοποίηση της συμφωνίας που αφορά το τεμάχιο 118 θα είχε οποιαδήποτε επιζήμια επίδραση στο τεμάχιο 117. Στο εν λόγω συμπέρασμα έχει καταλήξει το Δικαστήριο χωρίς να αγνοείται ότι για την απόδειξη επιζήμιας επίδρασης συχνά τα Δικαστήρια ικανοποιούνται με προσκόμιση πιο γενικών στοιχείων παρά σε περιπτώσεις απόδειξης υπεραξίας. Πώς ενδεχομένως να επηρέαζε τη δυνατότητα ανέγερσης στο τεμάχιο 117 αν το σχετικό τμήμα από το τεμάχιο 573, έκτασης 747 τ.μ. αποκόπτετο και προσαρτείτο σ' αυτό Ο ίδιος ο μάρτυρας των Εναγόντων (Μ.Ε.4) οριοθέτησε τη δυνατότητα αυτή κατά την αντεξέταση του: Θα μπορούσε να ανεγερθεί περί τα 74 τ.μ. κατοικίας περισσότερο απ' όσα τώρα. Η αναφορά του αυτή αποδείχθηκε ορθή (έχοντας κατά νου το 10% συντελεστή δόμησης). Όσον αφορά την αναφορά του Μ.Υ.3 ότι δεν έχει εφαρμογή ο επιπλέον συντελεστής δόμησης που θα αναλογούσε αν τα εν λόγω 747 τ.μ. προσαρτώνταν στο 117, λόγω του περιορισμού των 240 τ.μ. στο εμβαδόν της κατοικίας, με βάση τη Δήλωση Πολιτικής: Αυτή κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ως εξής: Ο ίδιος ο Μ.Υ.3 παραδέχθηκε ότι στη Δήλωση Πολιτικής δεν προνοείται ο περιορισμός των 240 τ.μ. Εκείνο που ανάφερε από την αντεξέταση του ο Μ.Υ.3 είναι ότι, με βάση τη διακριτική ευχέρεια και τις εσωτερικές οδηγίες από την Αρμόδια Αρχή, ο μέγιστος συντελεστής δόμησης 10% συνήθως στην πράξη περιορίζεται σε παραχώρηση άδειας για μέγιστο εμβαδόν καλυμμένου χώρου κατοικίας 240 τ.μ. και τούτο, λόγω εσωτερικών οδηγιών και όχι με βάση τη Δήλωση Πολιτικής. Η θέση αυτή όμως δεν τέθηκε στον Μ.Ε.4 κ. Φιντικλή για να σχολιάσει κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς συμπερασματικά: Έχει τεκμηριωθεί ότι με την προσάρτηση θα υπήρχε η δυνατότητα ανέγερσης στο τεμάχιο 117 ως έχει στη γεωργική ζώνη, κατά 74.7 (εβδομήντα τέσσερα και επτά) τ.μ. κατοικίας περισσότερα από τώρα. Εδώ επισημαίνεται ότι η ανάγνωση της Δήλωσης Πολιτικής Τεκμήριο 29, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είτε με είτε χωρίς την εν λόγω προσαρμογή οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 117, θα μπορούσαν να ανεγείρουν μια κατοικία. Η διαφορά με την προσάρτηση έγκειται στα περισσότερα 74.7 τ.μ. Ζημιά επί του τεμαχίου 117; Στο ερώτημα τι έχασαν οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 117 από τη μη προσάρτηση σ' αυτό των 747 τ.μ., η απάντηση έχει ως εξής: Έχασαν τα συγκεκριμένα τετραγωνικά γης που θα αφομοιώνονταν ιδιοκτησιακά στο τεμάχιο 117 οπότε και θα εφαπτόταν σε δημόσιο δρόμο, κάτι που θα έδιδε στους ιδιοκτήτες του τεμαχίου 117 δυνατότητα ανέγερσης κατά περίπου 74 τ.μ. μεγαλύτερης κατοικίας. Επίσης σε περίπτωση αλλαγής ζώνης, σε οικιστική, η έκταση αυτή των 747 τ.μ. θα είχε την περαιτέρω σημασία της για σκοπούς ανάπτυξης του τεμαχίου 117. Όμως παρά το ότι πέρασαν αρκετά χρόνια από την ημέρα της παράβασης, εντούτοις δεν τέθηκε μαρτυρία ότι το τεμάχιο 117 άλλαξε ζώνη. Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στα εξής: 1. Σ' αυτή την ιδιάζουσα περίπτωση η ζημιά των Εναγόντων δεν συνίσταται στην απώλεια της αγοραίας αξίας των συγκεκριμένων 747 τ.μ. Ούτως ή άλλως έχει ήδη επισημανθεί ότι η εκτίμηση του Μ.Ε.4 περί αγοραίας αξίας στην ελεύθερη αγορά του συγκεκριμένου τμήματος παρέμεινε ατεκμηρίωτη. 2. Η ζημιά των Εναγόντων συνίσταται στην απώλεια του οποιουδήποτε οφέλους που θα είχε το τεμάχιο 117 από τη μη προσάρτηση των 747 τ.μ. σ' αυτό. Το βάρος για να δίδονταν τα απαραίτητα στοιχεία ήταν στους ώμους των Εναγόντων και ο Μ.Ε.4 δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικός. Π.χ. για σκοπούς αιτιολόγησης της ισχυριζόμενης επιζήμιας επίδρασης κατά 15% είπε ότι υπολόγισε την αξία του τεμαχίου 117 αν υλοποιούνταν και οι δυο συμφωνίες: (α) της αναπροσαρμογής με το τεμάχιο 118 και της συμφωνίας Τεκμήριο 11. Υπολόγισε επίσης την αξία του τεμαχίου 117 χωρίς την υλοποίηση των εν λόγω συμφωνιών και η διαφορά ήταν 15%. Δεν έδωσε όμως ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το σκεπτικό του για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου 117 αν υλοποιούνταν οι δυο συμφωνίες. Αν ο Μ.Ε.4 πρόσθεσε στην αξία του τεμαχίου 117 και την αγοραία αξία των 747 τ.μ., έχει ήδη επισημανθεί ότι ο υπολογισμός του για την αγοραία αξία των 747 τ.μ. δεν είναι ορθός. Αν δηλαδή θεωρεί ότι η αξία του τεμαχίου 117 θα αυξανόταν κατά την αξία των 747 τ.μ., δεν θα συμφωνήσω με αυτό το σκεπτικό για το λόγο ότι για λόγους που επεξηγήθηκαν δεν μπορεί η εν λόγω λωρίδα των 747 τ.μ. να έχει την ίδια αγοραία αξία ανά τ.μ. με το τεμάχιο 117. Με βάση τα πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Μ.Ε.4 δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες και εξηγήσεις ως προς το πόση θα ήταν η αξία του τεμαχίου 117 κατά το χρόνο της παράβασης, αν υλοποιούνταν οι συμφωνίες και ακριβέστερα η κάθε συμφωνία ξεχωριστά. Αλλά ούτε επεξήγησε επαρκώς πόσο ποσοστό από την ισχυριζόμενη επιζήμια επίδραση του 15% αφορά τη μη προσάρτηση των 747 τ.μ. Όμως με βάση το Τεκμήριο 11 η τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 117 πλήρωσε τίμημα με σκοπό τη συγκεκριμένη προσάρτηση στο 117 των 747 τ.μ. Εφόσον με το Τεκμήριο 11 έχει πληρωθεί από την Ενάγουσα αρ. 1 στους Εναγόμενους τίμημα για την προσάρτηση των 747 τ.μ., κάτι που δεν υλοποιήθηκε, είναι δίκαιο η Ενάγουσα αρ. 1 η οποία πλήρωσε το τίμημα να αποζημιωθεί. Μια σκέψη είναι να αποζημιωθεί με το ποσό που πληρώθηκε για την εν λόγω προσάρτηση η οποία δεν υλοποιήθηκε. Και πάλι εδώ υπάρχει δυσκολία αφού στο Τεκμήριο 11 δεν καθορίζεται ποιο ποσό από τις £8.000 αφορά την πώληση και ποιο τη δίοδο. Το λεκτικό του Τεκμηρίου 11 αφήνει να νοηθεί ότι ολόκληρο το ποσό των £8.000 αφορά την πώληση των 747 τ.μ. Εντούτοις, επειδή η παροχή διόδου είχε κάποιο αντάλλαγμα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τουλάχιστο το ποσό των £7.500 αντιστοιχεί στην αγορά των 747 τ.μ. Συνεπώς εκείνο που σίγουρα έχει αποδειχθεί είναι ότι κατά το χρόνο της παράβασης η Ενάγουσα αρ. 1 απώλεσε το ποσό των £7.500, πλέον τους τόκους από την ημέρα της καταβολής τους. Υπολογίζοντας τον τόκο στο 8% (που ήταν ο ισχύον νόμιμος τόκος, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα αρ. 1 την ημέρα της παράβασης του Τεκμηρίου 11 30.08.2007 υπέστη την απώλεια των €19.990.62. (£7.500=€12.814.50 επί 8% τόκο για επτά έτη από το 2000 μέχρι το 2007 (έτος παράβασης).) Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Τα αιτητικά της Ανταπαίτησης έχουν καταγραφεί πιο πάνω σε άλλο σημείο της απόφασης. Όλα περιστρέφονται γύρω από τη θέση των Εναγομένων ότι η συμφωνία ημερομηνίας 06.12.2000 (Τεκμήριο 11) περιοριζόταν στην παραχώρηση διόδου θέση η οποία δεν ευσταθεί. Τα ευρήματα και συμπεράσματα που ήδη εμπεριέχονται πιο πάνω στην απόφαση οδηγούν στην απόρριψη της ανταξίωσης. Συνεπώς όσον αφορά την Αγωγή:
(1)Η παράγραφος (γ) του Αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης πετυχαίνει ως εξής: Εκδίδεται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας αναπροσαρμογής συνόρων μεταξύ του τεμαχίου 117 Φύλλο/Σχέδιο 45/25 Δήμου Πέγειας της επαρχίας Πάφου, και του τεμαχίου 118 του ιδίου Φύλλου/Σχεδίου όπως η συμφωνία αυτή σε σχέση με τα συγκεκριμένα τεμάχια αποτυπώνεται στην εν λόγω αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων ημερ. 14.05.2001 (Τεκμήριο 3) και στα επισυναπτόμενα σ' αυτό σχέδια.
(2)Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας αρ. 1 και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €19.990.62, πλέον νόμιμο τόκο.
(3)Τα έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Μ.Ι./Α.Μ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.