← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του Petrov Yury, Αίτηση Έκδοσης αρ.: 1/13, 7/7/2014

Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του Petrov Yury, Αίτηση Έκδοσης αρ.: 1/13, 7/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης αρ.: 1/13 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, Ν.97/70 και Αναφορικά με την αίτηση για έκδοση του Petrov Yury -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 07/07/

  1. Εμφανίσεις: Για την Αιτούσα Αρχή: κα Ε. Λοϊζίδου Για τον καθ' ού η αίτηση: κ. Ε. Ευσταθίου με κα Ματθαίου. Καθ' ού η Αίτηση: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ρώσικη Ομοσπονδία, με αίτημα της το οποίο διαβιβάστηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία, ζητά την έκδοση του PETROV YURY ALBERTOVICH κατόχου του ρωσικού διαβατηρίου με αρ. 716558613 ο οποίος γεννήθηκε στην πόλη Donetsk της Ουκρανίας την 22α Μαϊου 1958 και ο οποίος κατηγορείται ότι ενώ ήταν Πρόεδρος της Τράπεζας Kommerchesky Bank "Kamchatka" LLC και ενεργώντας με σκοπό το προσωπικό κέρδος και όφελος, εξαπάτησε με πρόθεση και ψευδείς παραστάσεις τις εταιρείες "Kontinent" LLC και "Ost - Oil Company" LLC, αποσπώντας από αυτές το ποσό των 16,000,000 ρουβλιών (ευρώ 41 021.74) και 14,000,000 ρουβλιών (ευρώ 35 894.02) αντίστοιχα, τα οποία οι εταιρείες είχαν καταβάλει σε αυτόν προς εξόφληση του δανείου που έκαστη εταιρεία είχε συνομολογήσει με την Τράπεζα χωρίς να έχει καταθέσει τα εν λόγω ποσά στην Τράπεζα προκαλώντας της αντίστοιχη ζημιά. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατέθεσαν εκ μέρους της αιτούσας αρχής δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο κ. Ανδρέας Κυριακίδης (Μ. Αιτ.1) και ο Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής (Μ. Αιτ. 2). Από την πλευρά του καθ' ού η αίτηση, κατέθεσε ο ίδιος. Επίσης, κάλεσε και δύο μάρτυρες, την κα Άντρη Νεοφύτου (Μ. Καθ' ου η Αίτηση 1) και τον κ. Dmitry Pschelen (Μ. Καθ' ού η Αίτηση 2). Ο Μ. Αιτ. 1 κατέθεσε ως ο προϊστάμενος του τμήματος Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανέφερε ότι στις 25/09/2013 παρέλαβε επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών στην οποία επισυνάπτεται ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσίας στη Λευκωσία προς το Υπ. Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και επισυνημμένα σχετικά έγγραφα για περαιτέρω διαβίβαση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Η επιστολή αυτή του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία αποτελεί μέρος όλων των σχετικών εγγράφων που παραλήφθηκαν και επισυνάπτονται σε αυτήν, έχει κατατεθεί και σημειωθεί ως τεκμήριο 1α). Η ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσίας κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 1β) και επισυναπτόμενη επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρώσικης Δημοκρατίας ημερομηνίας 20/09/2013, η οποία αποτελεί το αίτημα για την έκδοση του καθ΄ ού η αίτηση, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 1γ)1) και η μετάφραση στα Αγγλικά 1γ)2). Πέραν των πιο πάνω, τα πιο πάνω έγγραφα συνοδεύουν άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν το αίτημα μαζί με σχετικές μεταφράσεις από τα Ρώσικα στα Αγγλικά και τα έγγραφα αυτά σημειώθηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1δ) - 1λ). Ο μάρτυρας, αφού εξήγησε τα εν λόγω έγγραφα, ανέφερε ότι μετά την παραλαβή τους και αφού τα μελέτησαν διαπίστωσαν ότι οι μεταφράσεις δεν ήταν πάρα πολύ καλές και ζητήθηκαν να τους αποσταλούν βελτιωμένες μεταφράσεις. Στις 10/10/2013 παραλήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιστολή από το Υπουργείο Εξωτερικών στην οποία επισυνάπτονταν ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσίας, επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας και συνημμένα σε αυτά καινούργιες μεταφράσεις. Η δέσμη εγγράφων αυτή κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 2 και ακολούθως αριθμήθηκαν ξεχωριστά όλα τα έγγραφα από 2 Α - 2 Η
  2. Ο μάρτυρας, συνεχίζοντας, ανέφερε ότι μετά την παραλαβή των πιο πάνω εγγράφων δια της διπλωματικής οδού, ζητήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών πιστοποίηση ότι η Ρώσικη Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στη σύμβαση έκδοσης φυγοδίκων και τα πρόσθετα σε αυτή πρωτόκολλα. Η εν λόγω πιστοποίηση παραλήφθηκε στις 26/09/2013 με σχετική επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Τα έγγραφα αυτά, δηλαδή η πιστοποίηση και η επιστολή του πιο πάνω Υπουργείου κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως τεκμήριο
  3. Ακολούθως, ο μάρτυρας είπε ότι το τμήμα του σε συνεργασία με τη νομική υπηρεσία μελέτησαν τα έγγραφα και ετοίμασαν την εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης την οποία υπέγραψε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στις 17/10/2013 και η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί των εγγράφων που κατέθεσε στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα επί των τεκμηρίων 1 και 2 και κατά πόσο το αίτημα βασίστηκε στο τεκμήριο 1 ή 2 και γιατί ζητήθηκε και το τεκμήριο
  5. Επίσης, αντεξετάστηκε επί των εγγράφων που συνοδεύουν και περιλαμβάνονται τόσο στο τεκμήριο 1 όσο και στο τεκμήριο 2 και ζητήθηκαν επεξηγήσεις για κάθε ένα από αυτά. Επίσης, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν ζήτησε άλλα έγγραφα από τη Ρώσικη Ομοσπονδία ή διευκρινήσεις για να πει ότι δεν το έχει πράξει διότι δεν το έκρινε αναγκαίο. Είπε στο σημείο αυτό, ότι τα απαιτούμενα έγγραφα με βάση τη σύμβαση για έκδοση φυγοδίκων είναι η έκθεση γεγονότων, το ένταλμα σύλληψης, δήλωση για την εφαρμογή της σύμβασης και έγγραφα για την ταυτότητα. Εφόσον διαπίστωσε ότι υπήρχαν αυτά δεν έκρινε απαραίτητο να ζητήσει περισσότερα έγγραφα ή άλλες διευκρινήσεις κάτι το οποίο και για λόγους αβρότητας δεν ενδείκνυται. Ουσιαστικά η αντεξέταση του στο σημείο αυτό επικεντρώθηκε στο κατά πόσο ζητήθηκαν άλλα έγγραφα ή διευκρινήσεις σε σχέση με την καταγγελία εναντίον του καθ' ού η αίτηση και κατά πόσο εν τέλει διαπράχθηκε ή ήταν δυνατό να διαπραχθεί το κατ' ισχυρισμό αδίκημα από αυτόν κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο. Ως Μ.Αιτ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου και ότι εμπλάκηκε στην υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, είπε ότι λήφθηκε αλληλογραφία από την Ιντερπόλ στις 09/09/2013 η οποία ζητούσε την έκδοση εντάλματος σύλληψης του καθ' ού η αίτηση. Ακολούθως, ετοίμασε σχετικό όρκο και αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και πέτυχε την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6 τον σχετικό όρκο και ως τεκμήριο 7 του ένταλμα σύλληψης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκτέλεσε το εν λόγω ένταλμα στις 10/09/
  6. Πέραν των πιο πάνω, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το διαβατήριο του καθ' ού η αίτηση το οποίο σημειώθηκε ως τεκμήριο
  7. Ο μάρτυρας αυτός επίσης, ρωτήθηκε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση περισσότερο κατά πόσο υπάρχουν σφραγίδες στο διαβατήριο που δείχνουν ότι ο καθ' ού η αίτηση ταξίδεψε σε κάποιες άλλες χώρες. Ουσιαστικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 18/07/2012 υπάρχει σφραγίδα αναχώρησης από το αεροδρόμιο Ben Gurion του αεροδρομίου του Ισραήλ και σφραγίδα της ίδιας ημέρας ότι έφτασε στο αεροδρόμιο Sheremetyevo της Μόσχας στη Ρωσία. Από την αντίπερα όχθη, ο καθ' ού η αίτηση κατέθεσε ενόρκως και προσπάθησε μέσα από την μαρτυρία του να καταδείξει ότι στις 20/07/2012 που κατηγορείται ότι διέπραξε τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα δεν βρισκόταν στο Βλαδιβοστόκ και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να πάρει τα χρήματα που τον κατηγορούν ότι πήρε από τις συγκεκριμένες εταιρείες. Για σκοπούς υποστήριξης της θέσης του αυτής, ανέφερε λεπτομερώς τις κινήσεις του την περίοδο εκείνη και κατέθεσε στο Δικαστήριο δηλώσεις τρίτων προσώπων προς το σκοπό επιβεβαίωσης και ενίσχυσης των όσων ισχυρίστηκε. Περιληπτικά, αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήταν Πρόεδρος της τράπεζας Kamchatka η έδρα της οποίας βρισκόταν στην πόλη Petropavlosk - Kamchatsky η οποία απέχει 2,5 χιλιάδες χιλιόμετρα από το Vladivostok όπου υπήρχε υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας. Το δε Vladivostok από τη Μόσχα απέχει 9 χιλιάδες χιλιόμετρα είπε και χρειάζεσαι οκτώ ώρες συνεχόμενης πτήσης με το αεροπλάνο για να μεταβείς εκεί. Ο ίδιος πήρε άδεια από την εργασία του στις 20/06/2012 και η οποία θα έληγε στις 19/10/2012 αλλά λόγω διαφορών που είχε με τον κύριο μέτοχο της τράπεζας, αυτός αρνήθηκε να του ανανεώσει το συμβόλαιο του. Είπε επίσης, ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την έγκριση δανείων των αναφερόμενων εταιρειών και ότι για να εγκριθεί ένα δάνειο χρειαζόταν η έγκριση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η οικογένεια του από το δεύτερο γάμο του διέμενε στη Μόσχα όπου μετέβηκε στις 28/06/2012 και παρέμεινε εκεί μέχρι τις 12/07/2012 οπόταν αναχώρησε για το Τελ Αβίβ του Ισραήλ. Από το Τελ Αβίβ επέστρεψε πίσω στη Μόσχα στις 18/07/2012 και ώρα 20:
  8. Ακολούθως, μετέβηκε στο σπίτι του όπου παρέμεινε εκεί συνεχώς μέχρι την επομένη. Στις 19/07/2012 και ώρα 11:00 πήγε στο δικηγόρο του στη Μόσχα για να διευθετήσει κάποια θέματα του γάμου του και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική δήλωση του εν λόγω δικηγόρου του (βλ. τεκμήριο 10). Ακολούθως, επέστρεψε στο σπίτι του και το βράδυ τους επισκέφθηκαν δύο φίλες της γυναίκας του και δείπνησαν και προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές δηλώσεις των εν λόγω προσώπων (βλ. τεκμήρια 11Α και Β και 12Α και Β). Στη συνέχεια, ανέφερε ότι στις 20/07/2012 πήγε στον πιστοποιών υπάλληλο για να δώσει τη συγκατάθεση του έτσι ώστε η ανήλικη κόρη του να μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Κατατέθηκαν επί τούτου το τεκμήριο 13 (απόσπασμα από μητρώο) και τεκμήριο 14 (Συγκατάθεση). Πέραν από τα πιο πάνω, ανέφερε ότι στις 21/07/2012 αναχώρησαν με το αυτοκίνητο προς Λευκορωσία όπου εξήγησε τις κινήσεις τους, ακολούθως στην Πολωνία και Αυστρία και από εκεί με αεροπλάνο στην Κύπρο. Επίσης, κατατέθηκε έγγραφο από την Αστυνομία της Kamchanka στο οποίο γίνονται αναφορές για τις κινήσεις του (βλ. τεκμήριο 15) και τις πτήσεις που έκανε. Με βάση το εν λόγω έγγραφo φαίνονται οι πτήσεις που ο καθ' ού η αίτηση έκανε από τις 23/01/2012 μέχρι τις 18/07/
  9. Η τελευταία πτήση που φαίνεται στον πίνακα αφορά την πτήση από Τελ Αβιβ προς Μόσχα. Αντεξεταζόμενος ο καθ' ού η αίτηση, ανέφερε ότι δεν πήρε τα χρήματα που τον κατηγορούν ούτε σύναψε τα εν λόγω δάνεια στις συγκεκριμένες εταιρείες καθότι δεν είχε εξουσιοδότηση να το κάνει και μόνο οι διευθυντές και μέτοχοι της τράπεζας μπορούσαν να εγκρίνουν ένα τέτοιο δάνειο. Επίσης, είπε ότι από τις 21/07/2012 που αναχώρησε με το αυτοκίνητο του από την Μόσχα, δεν επέστρεψε πίσω στη Ρωσία χωρίς όπως διαφάνηκε να μπορεί να δώσει ικανοποιητική εξήγηση. Επίσης, είπε ότι μέχρι τη σύλληψη του στην Κύπρο δεν γνώριζε ότι καταζητείτο. Πέραν των πιο πάνω, όταν του υποβλήθηκε η θέση της αιτούσας αρχής ότι υπάρχουν αποδείξεις με την υπογραφή του πάνω για την παραλαβή των εν λόγω χρημάτων, ο ίδιος αρνήθηκε ότι παράλαβε τα εν λόγω χρήματα από τις συγκεκριμένες εταιρείες και ζήτησε να παρουσιαστούν σχετικά έγγραφα αν υπάρχουν. Στην πορεία ανάφερε ότι υπήρχαν κόλλες λευκές με την υπογραφή του πάνω, τις οποίες μπορεί να συμπλήρωσαν άλλοι και να πήραν τα χρήματα. Πιο κάτω και αντεξεταζόμενος να αναφέρει το λόγο που μπορεί να ζητείται από τις Ρώσικες Αρχές και κατά πόσο υπάρχουν οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα, δεν μπορούσε να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση λέγοντας ότι μπορεί αυτοί που πήραν τα χρήματα να θέλουν να ενοχοποιήσουν τον ίδιο και προέβηκαν σε καταθέσεις εναντίον του. Επίσης, είπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας δεν ξέρει ποιος είναι αυτός δηλαδή ο καθ' ού η αίτηση αλλά οι υπάλληλοι του που υπογράφουν για αυτή την υπόθεση μπορεί να κάνουν λάθος. Η Ρωσία, συνέχισε, δεν έχει κανένα λόγο να ζητά την έκδοση του και επίσης ο ίδιος είπε ότι δεν μπορεί να πει ότι είναι για πολιτικούς λόγους που αιτούνται την έκδοση του. Η Μ. Καθού η Αίτηση 1, κατέθεσε ως η διερμηνέας που μετάφρασε από τα Ρώσικα στα Ελληνικά το τεκμήριο 15 που αφόρα τις αεροπορικές διακινήσεις του καθ' ού η αίτηση. Ο Μ. Καθ' ού η Αίτηση 2, κατέθεσε ως ο δικήγορος του καθ' ού η αίτηση, στο γραφείο του οποίου σύμφωνα με τη θέση του καθ' ού η αίτηση βρισκόταν στις 19/07/
  10. Ο μάρτυρας αυτός, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 και είπε ότι το ετοίμασε ο ίδιος και πιστοποιήθηκε η υπογραφή του σε αυτό από πιστοποιών υπάλληλο. Το εν λόγω τεκμήριο αναφέρει ότι στις 19/07/2012 ο καθ' ού η αίτηση βρισκόταν στο γραφείου του μάρτυρα από η ώρα 11:30 - 13:30 για σκοπούς νομικών συμβουλών σε σχέση με περιουσιακά ζητήματα που αφορούσαν το γάμο του. Το έγγραφο αυτό είπε ζητήθηκε από τον καθ' ού η αίτηση, το ετοίμασε και του το έστειλε. Επίσης, είπε ότι θυμήθηκε την ημερομηνία αφού άνοιξε το ημερολόγιο του, το οποίο δεν είχε μαζί του για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, του ζητήθηκε και επεξήγησε το τεκμήριο 13, λέγοντας ότι αυτό είναι απόσπασμα από το μητρώο πιστοποιούντος υπαλλήλου το οποίο τηρείται από αυτόν. Ανάφερε ότι σε αυτό περιλαμβάνεται η καταχώρηση της εξουσιοδότησης - συγκατάθεσης που δόθηκε από τον καθ' ού η αίτηση έτσι ώστε η ανήλικη θυγατέρα του να μπορεί να ταξιδέψει με την μητέρα της από τις 21/07/2012 μέχρι 31/12/2013 προς την Ιταλία και άλλες χώρες της ζώνης του Σέγκεν. Επίσης, αναγνώρισε την εν λόγω συγκατάθεση ως το τεκμήριο 14 που του υποδείχθηκε. Εξηγώντας το τεκμήριο 13 ανέφερε τη διαδικασία που προβαίνει ο πιστοποιών υπάλληλος στην καταγραφή της πράξης της συγκατάθεσης και ότι απαγορεύεται να γίνει η πράξη την μια μέρα και αυτή να περαστεί στο μητρώο το οποίο τηρεί ο ίδιος άλλη μέρα. Επίσης, είπε ότι η εν λόγω πράξη παίρνει και αύξων αριθμό και δεν θα μπορεί να μην περαστεί καθότι άλλη πράξη που θα την ακολουθεί θα έχει άλλο αριθμό δηλαδή τον επόμενο. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε και στο τεκμήριο 15 για να πει ότι είναι το μητρώο που τηρεί για κάθε πολίτη η Ρωσία και όταν εκδώσει αεροπορικό εισιτήριο για να ταξιδέψει καταγράφεται στην Αστυνομία για λόγους ασφαλείας. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το απόσπασμα από το μητρώο του πιστοποιούντος υπαλλήλου είναι ο ίδιος που το πήρε κατόπιν εντολής του καθ' ού η αίτηση. NOΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Ο Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικός) Νόμος του 1970 Ν. 95/70 καθορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στη Σύμβαση ενώ ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος Ν. 97/70 όπως τροποποιήθηκε ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων. Το άρθρο 12.2 του Νόμου 95/70 προνοεί τα ακόλουθα: «
  11. Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή έτερας τινός πράξεως, έχουσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδόμενης κατά τας τύπους και καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τα νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δεον να εμφαίνωνται κατά το δυνατό ακριβέστερον (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρμογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 της Σύμβασης έχει αντικατασταθεί δυνάμει του Κεφαλαίου V, άρθρο 5, του Δευτέρου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων που κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία από τον Νόμο 17/84 και έχει ως εξής: «Η αίτηση θα διατυπώνεται γραπτώς και θα απευθύνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του αιτούντος Μέρους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση∙ παραταύτα, η χρησιμοποίηση της διπλωματικής οδού δεν αποκλείεται. Άλλα μέσα επικοινωνίας μπορούν να συμφωνηθούν απ' ευθείας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών.» Το άρθρο 2 της Σύμβασης καθιερώνει τον κανόνα της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality) και αναφέρει ότι η έκδοση διατάσσεται για πράξεις οι οποίες ορίζονται και τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα τόσο από τους Νόμους της αιτούσας χώρας όσο και από τους Νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Στην Victor Nicolaevich Makushin, Πολ. Έφεση Αρ. 370/2011, Ημερ. 29/03/2012, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγοδίκου, όπως περιγράφεται στην Έκθεση Γεγονότων καθώς και στα όποια άλλα δικαιολογητικά έγγραφα κ.λ.π., αναλόγως συνιστά παρόμοιο ποινικό αδίκημα με βάση τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Ο απλός χαρακτηρισμός των αδικημάτων στα έγγραφα της αιτούσας χώρας δεν έχει καθοριστική σημασία. Αυτό που απαιτείται είναι η πραγματική περιγραφή των πράξεων, των γεγονότων και γενικά της επιλήψιμης συμπεριφοράς ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναγνωρίσεως τους ως ουσιωδώς παρόμοιων και στις δύο χώρες. (βλ. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov

(2001)1 A.A.Δ. 1109, Mechanov (Aρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228 και Δημοκρατία v. Κοlesnikov
(2008)1 A.A.Δ. 594.) Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου συνιστά πολιτική διαδικασία και είναι ιδιότυπη (sui generis). Στην Μελάς v. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, λέχθηκε ότι πρόκειται για μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. (βλ. επίσης Dmitry Kotlyarenko v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 269). Κύριος σκοπός είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία αιτήματος έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου 97/70, ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία όπως ο Δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγοδίκου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να οδηγεί είτε στην έκδοση του φυγοδίκου είτε στην απόρριψη του αιτήματος. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 136. Επίσης, σε σχέση με την μαρτυρία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την εξέταση έκδοσης ή όχι ενός φυγοδίκου, αυτή αποτελείται από τα έγγραφα που παρουσιάζονται και όλη την υπόλοιπη αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και αυτής που παρουσιάζει ο καθ' ού η αίτηση για να διαπιστωθεί η γνησιότητα του αιτήματος. Ο τρόπος αντιμετώπισης της προσαχθείσας μαρτυρίας στα πλαίσιο της διαδικασίας αυτής έχει αναφερθεί στην Αναφορικά με την Αίτηση του Serge Efimov
(2009)1Α Α.Α.∆ 326, όπου λέχθηκε ότι ορθώς το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν αξιολόγησε σε βάθος τη µαρτυρία, ούτε προέβηκε σε ευρήµατα, αλλά απλώς τη σχολίασε εφόσον δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου που εξετάζει ζήτηµα έκδοσης να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του ατόµου. Με βάση τα άρθρο 9
(5)α) του Νόμου 97/70, προϋπόθεση για την έκδοση ενός φυγοδίκου αποτελεί, στην περίπτωση προσώπου που διώκεται για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, ότι τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία να είναι επαρκή έτσι ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή αυτού σε δίκη για το εν λόγω αδίκημα, αν τούτο διαπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην Charles Altieri v. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών
(1993)1 Α.Α.Δ.576,586 υπογραμμίζεται ότι η παράγραφος (α) του εδαφίου
(5)του Άρθρου 9 του Ν. 97/70 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης δυνάμει της Σύμβασης. Τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 12 της Σύμβασης είναι ικανοποιητικά (βλ. άρθρο 13 του Ν.97/70). Απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό σύμφωνα με το Νόμο 97/70 είναι η έκθεση γεγονότων από το αιτούν κράτος για χώρες που υπογράφουν τη σύμβαση. Κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου δεν είναι κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγοδίκου αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής (βλ. In Re El - Bustani
(1991)1 A.A.Δ. 736. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1109 και Ιn Re Hatchem
(1991)1 AΑ.Δ. 723). Επίσης, ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Στην Mechanov (Aρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228, 1234 λέχθηκε ότι δεν υπάρχει καμία νομοθετική πρόνοια που να απαιτεί ότι η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας θα πρέπει να περιέχει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία επιζητείται η έκδοση όπως ο ακριβής αριθμός του άρθρου του κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση το άρθρο 3 της Σύμβασης δεν διατάσσεται η έκδοση προσώπου αν οι πράξεις που αποδίδονται σε αυτό είναι πολιτικής φύσης ή αν η έκδοση επιδιώκεται με σκοπό τη δίωξη ατόμου για τα πολιτικά, θρησκευτικά ή φυλετικά και εθνικά του φρονήματα. Επίσης, παραπέμπω στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. Soering v United Kingdom (App. No. 4038/88 Ημερ. 7/7/1989) όπου νομολογήθηκε ότι η έκδοση φυγοδίκου σε περιπτώσεις που υπάρχει βάσιμος λόγος ότι κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη συμπεριφορά θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς και το πνεύμα της Σύμβασης και σε τέτοια περίπτωση δεν θα πρέπει να διατάσσεται. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, θα προχωρήσω να σχολιάσω και να ασχοληθώ με την μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου, τόσο από πλευράς της αιτούσας αρχής όσο και από πλευράς του καθ' ού η αίτηση με απώτερο σκοπό να αποφασίσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Σύμβασης για την έκδοση του καθ' ού η αίτηση καθώς επίσης και ειδικότερα το γνήσιο του αιτήματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας αφού όπως διαφάνηκε κατά την διαδικασία αλλά και με την αγόρευση του συνηγόρου του καθ' ού η αίτηση, η βασική και ουσιαστική του θέση είναι ότι η έκδοση του ζητείται για αλλότριους σκοπούς. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας των μαρτύρων της Αιτούσας Αρχής και ειδικότερα αυτής του Μ. Αιτ. 1, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις ενέργειες που έπραξαν με σκοπό την υλοποίηση των συμβατικών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως εκ της θέσεως τους. Ουσιαστικά οι μάρτυρες αυτοί και ο Μ. Αιτ. 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα απαιτούμενα κατά τη θέση του έγγραφα τα οποία απαιτούνται με βάση τη Σύμβαση για σκοπούς έκδοσης του καθ' ού η αίτηση. Tα κύρια έγγραφα είναι τα τεκμήρια 1 και 2 όπως έχουν αριθμηθεί λεπτομερώς από το Δικαστήριο μετά και από αίτημα του συνηγόρου του καθ' ού η αίτηση για σκοπούς ευκολίας στην αναφορά τους. Ουσιαστικά, το τεκμήριο 2 περιλαμβάνει έγγραφα τα οποία περιλαμβάνονται και στο τεκμήριο 1 και ο λόγος που ζητήθηκε είναι διότι διαπιστώθηκε ότι οι μεταφράσεις του τεκμηρίου 1 δεν ήταν και τόσο καλές. Ο μάρτυρας όμως, ήταν ξεκάθαρος ότι το αίτημα του βασίζεται και στα δύο έγγραφα. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί μελετώντας τα δύο πιο πάνω τεκμήρια είναι ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί και στα δύο αφού όλα τα έγγραφα συνοδεύονται από μεταφράσεις στα Αγγλικά. Δεν έχει αναφερθεί και δεν έχει προκύψει ότι οι μεταφράσεις του τεκμηρίου 1 είναι λανθασμένες ή ότι δεν ανταποκρίνονται προς τα ρώσικα κείμενα. Εκείνο το οποίο προέκυψε είναι ότι ζητήθηκαν και παρασχέθηκαν με το τεκμήριο 2 βελτιωμένες μεταφράσεις. Επίσης, σε κανένα σημείο η πλευρά του καθ' ού η αίτηση ισχυρίστηκε λανθασμένη μετάφραση είτε του τεκμηρίου 1 είτε του τεκμηρίου 2 ούτε προσκόμισε μαρτυρία που να καταδείξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, υπάρχουν οι επίσημες σφραγίδες του αιτούντος κράτους και στα Ρώσικα έγγραφα και στις μεταφράσεις ότι αυτές είναι πιστές. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει διαφανεί ότι υπήρξε παρανόηση ή μη αντίληψη από πλευράς του καθ' ού η αίτηση του περιεχομένου τους. Άλλωστε ο συνήγορος του κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ. Αιτ. 1 αναφέρθηκε επί μακρόν στο περιεχόμενο πλείστων εγγράφων προερχόμενων τόσο από το τεκμήριο 1 όσο και από το τεκμήριο 2 και βασιζόμενος στο περιεχόμενο αυτών ζήτησε διάφορες διευκρινήσεις επί του περιεχομένου τους. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τα έγγραφα αυτά δηλαδή το τεκμήριο 1 και το τεκμήριο 2 ως μέρος της μαρτυρίας που θα ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί το αίτημα της αιτούσας αρχής ότι τα ρώσικα κείμενα συνοδεύονται από πιστές μεταφράσεις στα Αγγλικά (βλ. επίσης επί τούτου Αναφορικά με την Αίτηση του Serge Efimov (ανωτέρω). Προτού προχωρήσω να εξετάσω λεπτομερώς τα πιο πάνω έγγραφα και όλη την μαρτυρία που προσκόμισε η αιτούσα αρχή και να αποφασίσω κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης με βάση τη σύμβαση, θα αναφερθώ στο στάδιο αυτό στην εισήγηση της πλευράς του καθ' ού η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατάξει την κράτηση του με σκοπό την έκδοση του, διότι ο σκοπός της αίτησης διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα. Έχω λάβει υπόψη μου όλο το αποδεικτικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου τόσο από την αιτούσα αρχή όσο και από τον καθ' ού η αίτηση. Ουσιαστικά με βάση τα τεκμήρια 1ε) και 2 ε), που αποτελούν την έκθεση γεγονότων από την αιτούσα χώρα περιγράφεται η εγκληματική συμπεριφορά που του καταλογίζεται ως αυτά που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, αναφέρονται οι αριθμοί των δανείων που κάποια κα Potechina O.N. ολοκλήρωσε κατόπιν οδηγιών του καθ΄ ού η αίτηση με τις συγκεκριμένες εταιρείες. Επίσης, αναφέρεται ότι στις 20/07/2012 ο καθ' ού η αίτηση κατόπιν αποδείξεων που εξέδωσε προς τις συγκεκριμένες εταιρείες εισέπραξε για λογαριασμό του τα ποσά που αναφέρονται. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι στις 05/01/2013 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η ποινική υπόθεση Νο. 530015 εναντίον του καθ' ού η αίτηση από το τμήμα ανιχνεύσεως και ερευνών του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας και κατά τη διάρκεια των ερευνών που διεξήχθηκαν, διαπιστώθηκαν τα πιο πάνω γεγονότα που αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια. Πέραν των πιο πάνω, με τα τεκμήρια 1στ) και 2στ) περιγράφεται η διαδικασία που ακολουθήθηκε και ότι στις 30/01/2013 ο καθ' ού η αίτηση κηρύχτηκε καταζητούμενος και την ίδια μέρα η υπόθεση αναζήτησης του Νο. 23010 ανοίχθηκε. Μετά από την αποτυχία ανεύρεσης του, όπως προκύπτει, στις 28/05/2013 προσάφθηκαν εναντίον του κατηγορίες στην απουσία του και κηρύχτηκε ως διεθνώς καταζητούμενος. Επίσης, στις 29/05/2013 αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η κράτηση του για περίοδο 2 μηνών αφού μεταξύ άλλων το υλικό που προσάφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αρκετό για να ενοχοποιεί τον καθ' ού η αίτηση. Επίσης, παραπέμπω, στα τεκμήρια 1 η) και 2 ζ) όπου ουσιαστικά αποφασίστηκε η διεθνής αναζήτηση του καθ' ού η αίτηση. Από την αντίπερα όχθη, ο καθ' ού η αίτηση αμφισβήτησε όλα τα πιο πάνω που του καταλογίζονται παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα αλλά και μάρτυρες με σκοπό να καταδείξει ότι δεν θα μπορούσε να βρισκόταν στο Βλαδιβοστόκ στις 20/07/2012 και κατ' επέκταση είναι αδύνατο να έχει διαπράξει αυτά που του καταλογίζονται. Εν όψει τούτου όπως προέκυψε, ήταν η θέση του ότι η αίτηση δεν είναι γνήσια και ότι θα πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ζητείται για κάποιους άλλους λόγους ή ότι διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα και στις οποίες έκανα αναφορά επίσης ανωτέρω, εκείνο το οποίο θα πρέπει να κρίνει στο Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής είναι η επάρκεια της μαρτυρίας και το γνήσιο του αιτήματος της αιτούσας αρχής. Δεν είναι επί του παρόντος το Δικαστήριο να κρίνει ζητήματα ενοχής ή αθωότητας του κατηγορούμενου, ούτε θεωρώ θα ήταν ορθό να υπεισέλθει σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας τόσο του ιδίου αλλά και των μαρτύρων του σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, αν δηλαδή διέπραξε ή όχι τα αδικήματα για τα οποία καταζητείται, καθότι αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Από την έκθεση γεγονότων που παρουσίασε η αιτούσα αρχή αλλά και από τα υπόλοιπα έγγραφα και μαρτυρία όπως την έχω περιγράψει ανωτέρω, σε αντιπαραβολή με την εκδοχή του καθ' ού η αίτηση, δεν έχω διαπιστώσει ότι η παρούσα αίτηση διαπνέεται από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Πέραν του ότι το Δικαστήριο κρίνει ικανοποιητική τη μαρτυρία που προσάχθηκε από την αιτούσα αρχή για σκοπούς της διαδικασίας αυτής, δεν έχει διαφανεί και από την εκδοχή του καθ' ού η αίτηση όπως την έχει προβάλει ότι η διαδικασία αυτή εμφορείται από αλλότρια κίνητρα. Ο ίδιος είπε ότι δεν νομίζει αλλά ούτε και πιστεύει ότι η έκδοση του ζητείται από τη ρωσική ομοσπονδία ένεκα των πολιτικών του πεποιθήσεων. Άλλωστε δεν υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου μια τέτοια γραμμή υπεράσπισης. Ούτε ο ίδιος έχει αναφερθεί σε οποιονδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο ζητείται η έκδοση του ο οποίος να συνιστά αλλότριο κίνητρο, ούτε αναφύεται ένα τέτοιο κίνητρο από την όλη τεθείσα μαρτυρία. Ουσιαστικά η γραμμή υπεράσπισης του περιορίστηκε στο να καταδείξει ότι δεν έχει διαρπάξει το αδίκημα για το οποίο τον κατηγορούν. Δεν μπορεί και ούτε πρέπει το παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει σε αυτό το ζήτημα στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής. Ούτε έχει ούτε θα έπρεπε να έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που κατέχει η χώρα που επιζητεί την έκδοση του καθ΄ού η αίτηση. Για παράδειγμα υπάρχει αναφορά στην έκθεση γεγονότων και στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε η αιτούσα αρχή ότι ο καθ' ού η αίτηση υπέγραψε και παρέδωσε αποδείξεις στα συγκεκριμένα πρόσωπα από τα οποία εισέπραξε τα χρηματικά ποσά για τα οποία τον κατηγορούν. Ο ίδιος αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι μπορεί να υπάρχουν σε κόλλες οι υπογραφές του καθότι υπέγραφε λευκές κόλλες και ότι κάποιος άλλος μπορεί να τις συμπλήρωσε. Η πιο πάνω θέση και εκδοχή δεν θα ήταν ορθό αλλά ούτε και επιτρεπτό να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής. Διαφορετικά το Δικαστήριο που θα εξετάζει ζητήματα έκδοσης θα μετατρεπόταν σε εκδικάζον Δικαστήριο το οποίο θα αποφάσιζε επί συγκεκριμένων γεγονότων που αφορούν τη διάπραξη ή όχι του αδικήματος και μετά να αποφασίσει την έκδοση. Αυτός, θεωρώ δεν είναι ο σκοπός της σύμβασης. Περαιτέρω, ο καθ' ού η αίτηση ισχυρίζεται, παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα σε σχέση με τις κινήσεις του αλλά και άλλη μαρτυρία, ότι ήταν αδύνατο να βρίσκεται στο Βλαδιβοστόκ στις 20/07/2012. Η πλευρά της αιτούσας αρχής αμφισβητεί την εν λόγω θέση. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο υπεισερχόταν στην αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας, ουσιαστικά θα κατέληγε στο να αποφασίσει κατά πόσο ο καθ΄ού η αίτηση διέπραξε ή όχι τα αδικήματα που του αποδίδονται. Επίσης, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί έστω και με το τεκμήριο 15 που φαίνεται να παρουσιάζει τις αεροπορικές του διακινήσεις να καταλήξει ότι αυτός δεν βρισκόταν στο Βλαδιβοστόκ στις 20/07/2012. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν από το εκδικάζον Δικαστήριο το οποίο θα έχει ενώπιον του όλη τη μαρτυρία και θα μπορεί να αξιολογήσει δεόντως τέτοιου είδους έγγραφα. Ούτε θεωρώ ότι η αιτούσα αρχή έπρεπε να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία, πέραν από αυτή που απαιτείται από τη Σύμβαση με σκοπό ουσιαστικά να καταρρίψει τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι δεν έχει διαπράξει το αδίκημα. Δεν παραγνωρίζω τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ού η αίτηση ανέφερε καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής αλλά και κατά την αγόρευση του και συγκεκριμένα τις αναφορές του για το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας του ατόμου και ότι αυτό κατοχυρώνεται και από τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Δικαστήριο έχει καθήκον να το προστατέψει. Προχωρώ περαιτέρω και αναφέρω ότι οι πρόνοιες της εν λόγω Σύμβασης σε σχέση με την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας ενσωματώθηκαν και στο Σύνταγμα μας και περιλαμβάνονται στο άρθρο 11 όπου απαριθμούνται οι περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα της ελευθερίας και καλύπτει τις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται σε διεθνείς υποχρεώσεις αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ διαφόρων χωρών. Στην προκειμένη, η διαδικασία ρυθμίζεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων και τα δύο πρωτόκολλα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 344). Οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός ατόμου με σκοπό την έκδοση του περιλαμβάνονται στην εν λόγω Σύμβαση, η ερμηνεία της οποίας θα πρέπει να γίνεται φιλελεύθερα με σκοπό να επιτελείται ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Αlexandra Atarina
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1509). Με βάση τη Σύμβαση, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός ανθρώπου, μια τέτοια έκδοση δεν διενεργείται αν υπό το μανδύα του ποινικού αδικήματος ζητείται η έκδοση για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή φυλετικούς λόγους (βλ. άρθρο 3 της Σύμβασης). Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί ότι οι λόγοι που ζητείται η έκδοση είναι πολιτικοί ή οποιοιδήποτε άλλοι που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο. Ούτε υπήρχε μια τέτοια αναφορά ή μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Η θέση ήταν ότι με όλα τα προσκομισθείσα στοιχεία από την υπεράσπιση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η διάπραξη του αδικήματος από τον καθ' ού η αίτηση στις 20/07/2012 ήταν αδύνατη και ως εκ τούτου η έκδοση ζητείται για αλλότρια κίνητρα ή ότι το αίτημα δεν είναι γνήσιο. Βάσισε τη θέση της αυτή η πλευρά του καθ' ού η αίτηση στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση GUSINSKIΥ v. RUSSIA, Appl. No. 70276/01, Hμερ. 10/11/2004, αντίγραφο της οποίας είχε τη καλοσύνη να εφοδιάσει το Δικαστήριο. Έχω μελετήσει την εν λόγω απόφαση και θεωρώ ότι οι περιστάσεις στην εκεί υπόθεση, όπως αποτέλεσαν κοινό έδαφος από αμφότερα τα μέρη δικαιολογούσαν το συμπέρασμα ότι η κράτηση του αιτητή ήταν καταπιεστική καθότι πέραν από το ότι αυτή έλαβε χώρα με σκοπό να προσκομιστεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής στη βάση της εύλογης υποψίας για τη διάπραξη αδικήματος, ζητείτο και για άλλους λόγους οι οποίοι εξάγονταν από τα γεγονότα και στους οποίους το Δικαστήριο έκανε αναφορά. Εκεί είχαν προσαφθεί κατηγορίες εναντίον του αιτητή, ο ίδιος ειδοποιήθηκε από τις αρχές, έλαβε μέρος σε όλες τις διαδικασίες και έδωσε τις δικές του θέσεις. Στην πορεία επήλθε συμφωνία γραπτή και όλες οι κατηγορίες εναντίον του απορρίφθηκαν και τα περιοριστικά μέτρα που του είχαν επιβληθεί άρθηκαν. Ακολούθως, όταν ο αιτητής έφυγε από τη χώρα επανανοίχθηκε η υπόθεση και αποφασίστηκε η διεθνής αναζήτηση και ζητήθηκε η έκδοση του. Να σημειωθεί ότι όλα τα περιβάλλονταν γεγονότα σχετικά με τη διαδικασία που προηγήθηκε στη Ρωσία σε σχέση με την υπόθεση για την οποία διατάχθηκε η κράτηση του, ήταν παραδεκτά και τα οποία οδηγούσαν και στο συμπέρασμα ότι η κράτηση του είχε και άλλο σκοπό. Παραπέμπω στις παραγράφους 75 και 76 της εν λόγω απόφασης. Στην παρούσα υπόθεση, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση της αιτούσας αρχής ότι ο καθ' ού η αίτηση ζητείται για να δικαστεί για τα αδικήματα που αναφέρθηκαν με βάση τα γεγονότα όπως φαίνονται από την Έκθεση γεγονότων που αποστάληκε και από τα υπόλοιπα έγγραφα και έρευνες που έγιναν στη Ρωσία. Ο καθ' ού η αίτηση διαφωνεί με τα γεγονότα αυτά και παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και διάφορα έγγραφα για να καταδείξει ότι ο ίδιος δεν διέπραξε το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση. Από όλα αυτά όμως, τα οποία αμφισβητούνται από την αιτούσα αρχή, δεν προκύπτει ούτε αναφύεται οποιοδήποτε άλλο κίνητρο πέραν από το ότι ζητείται για να δικαστεί για το εν λόγω αδίκημα. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι ο καθ' ού η αίτηση αφίχθηκε στη Μόσχα στις 18/07/2012 όπως φαίνεται από τη σφραγίδα στο διαβατήριο του, από εκεί και πέρα και μέχρι τις 20/07/2012 που κατ' ισχυρισμό διέπραξε το αδίκημα η μαρτυρία που προσκόμισε για να καταδείξει τις κινήσεις και ενέργειες του χρήζει αξιολόγησης και ουσιαστικά για να γίνει αυτό, η κατάληξη του Δικαστηρίου θα είναι ότι διέπραξε ή όχι το αδίκημα. Αυτό όμως εκφεύγει από τους σκοπούς της διαδικασίας αυτή. Ο καθ' ού η αίτηση θα μπορεί να θέσει όλα τα κατ' αυτόν στοιχεία ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου, αν τελικά αποφασιστεί η έκδοση του, το οποίο θα είναι και το αρμόδιο να αποφασίσει για την ενοχή ή την αθωότητα του. Θεωρώ ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα και οφθαλμοφανή γεγονότα που να καταδεικνύουν παντελή αδυναμία διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ' ού η αίτηση. Ούτε τα γεγονότα είναι τέτοια από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αίτηση εμφορείται από αλλότρια κίνητρα, έστω και κατά γενικό τρόπο. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω, η κατάληξη μου είναι ότι δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή σκοπό για τον οποίο ζητείται η έκδοση του καθ' ού η αίτηση. Το κατά πόσο αυτός τελικά είναι ένοχος ή αθώος είναι κάτι που εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που απαιτεί η Σύμβαση για σκοπούς εκδόσεως του καθ' ού η αίτηση. Από την μαρτυρία της αιτούσας αρχής και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, προκύπτει ότι η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ημερομηνίας 17/10/2013 (βλ. τεκμήριο 4) η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η εξουσιοδότηση αυτή δόθηκε κατόπιν μελέτης των τεκμηρίων 1 και 2 καθώς και όλων των υπόλοιπων στοιχείων που στηρίζουν το αίτημα. Επίσης, προκύπτει ότι η Ρώσικη Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, η οποία μαζί με τα Πρωτόκολλα της ισχύει καθόσον αφορά τη Ρωσία από τις 09/03/2000 (βλ. τεκμήριο 3). Nα σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 3 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν επισυνημμένα σε αυτό παραρτήματα σε σχέση με τις επιφυλάξεις, δηλώσεις ή ενστάσεις της Ρώσικης Ομοσπονδίας. Μεταξύ αυτών, υπάρχει και η επιφύλαξη του δικαιώματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας όπως μη εφαρμόσει το Κεφάλαιο V του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της 17ης Μαρτίου 1978 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων της 13ης Δεκεμβρίου 1957. Το τεκμήριο 3 και όλα τα παραρτήματα και επισυναπτόμενα σε αυτό έγγραφα, δεν έτυχε αμφισβήτησης αλλά αντιθέτως ήταν παραδεκτό. Εν όψει των πιο πάνω και της επιφύλαξης η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως παράρτημα στο τεκμήριο 3, η εξέταση του τρόπου που υποβλήθηκε το αίτημα για έκδοση του καθ' ού η αίτηση θα πρέπει να γίνει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(1)της Σύμβαση και ουσιαστικά κατά πόσο έγινε μέσω της διπλωματικής οδού. Με βάση το τεκμήριο 1β) και 1γ) το αίτημα για έκδοση του καθ' ού η αίτηση υποβλήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο διαβιβάστηκε μέσω της Ρωσικής Πρεσβείας προς στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου. Επίσης, με βάση τη μαρτυρία του Μ. Αιτ. 1 όλα τα έγγραφα παραλήφθηκαν από το Υπουργείο Εξωτερικών. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το αίτημα υποβλήθηκε εγγράφως και μέσω της διπλωματικής οδού. Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι αυτό υποβλήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 12
(1)της Σύμβασης καθότι αυτό δεν καθορίζει την αρμόδια αρχή που θα πρέπει να υποβάλλει ένα τέτοιο αίτημα. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι το αίτημα έγινε ορθά και νομότυπα και πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 12
(1)της Σύμβασης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Alexandra Atarina
(2002)1B A.A.Δ. 1208. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)της Σύμβασης η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες τόσο από τους Νόμους του αιτούντος μέρους όσο και του μέρους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση. Δηλαδή, αποτελεί προϋπόθεση να πληρείται ο κανόνας της διπλής ή αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας. Με βάση την έκθεση γεγονότων ή σχετικό πιστοποιητικό ή ενημερωτικό σημείωμα επί των γεγονότων της ποινικής υπόθεσης αρ. 530015, όπως τιτλοφορείται (βλ. τεκμήρια 1(ε) και 2 (ε)) ο καθ' ου η αίτηση ήταν διευθυντής της τράπεζας «Κamchatka» και από τις 22/06/2012, όταν αποφασίστηκε ότι από τις 25/06/2012 θα ήταν σε άδεια, ανάλαβε πρόεδρος κάποια Potekhina O.N. Στις 10/07/2012 το εν λόγο πρόσωπο, σύμφωνα με προφορικές οδηγίες του καθ' ού η αίτηση, ολοκλήρωσε συμφωνίες δανείων για 16,000,000 ρουβλιών με την εταιρεία «Kontinent» και για 14,000,000 ρουβλιών με την εταιρεία «Ost-Oil Company», ποσά τα οποία μεταφέρθηκαν ως δάνεια σε λογαριασμούς των πιο πάνω εταιρειών που ανοίχθηκαν στην τράπεζα τα οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από αυτές. Στις 20/07/2012, κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καθ' ού η αίτηση ενώ ήταν στο ταμείο αρ. 6 της τράπεζας «Κamchatka» στο Βλαδιβοστόκ, επικοινώνησε με τους γενικούς διευθυντές των εταιρειών «Kontinent» και «Ost-Oil Company» V. G. Timofeeva και A.A. Statsenko ζητώντας τους την γρήγορη εξόφληση του δανείου τους στην τράπεζα σύμφωνα με τις συμφωνίες δανείων με την πρόφαση ότι η τράπεζα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και ζήτησε από τους πιο πάνω διευθυντές την αποπληρωμή των εν λόγω δανείων στο ταμείο αρ. 6, το οποίο βρισκόταν ο ίδιος. Τα εν λόγω πρόσωπα, εις ανταπόκριση της παράκλησης του καθ' ού η αίτηση και αφού βρήκαν τα χρήματα, ο V. G. Timofeeva έφθασε στην τράπεζα στο ταμείο αρ. 6 περί ώρα 11.00.π.μ. και ο A.A. Statsenko στο δεύτερο μισό της ημέρας όπου ο καθ' ού η αίτηση εισέπραξε 16,000,000 ρούβλια από τον V. G. Timofeeva και 14,000,000 ρούβλια από τον A.A. Statsenko. Με σκοπό ο καθ' ού η αίτηση να νομιμοποιήσει την πράξη του εξέδωσε προς τα εν λόγω πρόσωπα για πλήρη διευθέτηση των υποχρεώσεων τους με την τράπεζα δύο αποδείξεις χωρίς αριθμό ημερομηνίας 20/07/2012 όπου τοποθέτησε την υπογραφή του. Ο καθ' ού η αίτηση ενώ εισέπραξε τα 30,000,000 ρούβλια δεν τα κατέθεσε στο ταμείο της τράπεζας αλλά τα οικειοποιήθηκε δηλαδή τα έκλεψε με απάτη προκαλώντας στην τράπεζα ζημιά σε μεγάλη κλίμακα. Η εν λόγω ενέργεια του καθ' ού η αίτηση παραβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 159
(4)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας το οποίο προνοεί για την απάτη δηλαδή την κλοπή περιουσίας άλλων ατόμων με εξαπάτηση η οποία διαπράττεται σε μεγάλη κλίμακα διότι το ποσό είναι πάνω από ένα εκατομμύριο ρούβλια. Αντίγραφα των σχετικών προνοιών του εν λόγω ποινικού κώδικα και των πιο πάνω προνοιών βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 1κ) και 2η) ). Από αυτά επίσης, προκύπτει ότι το αδίκημα δεν έχει παραγραφεί. Οι πιο πάνω πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ού η αίτηση είναι ποινικά κολάσιμες και στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να προσαφθούν κατηγορίες για απάτη κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, για Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, για Κλοπή από διευθυντή κατά παράβαση του άρθρου 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, για Απόσπαση Χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και για Εξασφάλιση Πίστωσης με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 301(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, το άρθρο 2
(1)της Σύμβασης προνοεί ότι το αδίκημα ή αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση θα πρέπει να επισύρουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ή αυστηρότερης ποινής. Οι πρόνοιες του άρθρου 159
(4)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προβλέπουν ποινή φυλάκισης που να μην υπερβαίνει τα δέκα χρόνια ενώ τα σχετικά άρθρα του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρι 5, 3, 14, 5 και 3 χρόνια αντίστοιχα. Επομένως, προκύπτει ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση και πρόκειται περί αδικημάτων για τα οποία χωρεί η έκδοση. Επιπρόσθετα, με βάση το άρθρο 12
(2)α) της Σύμβασης προς υποστήριξη της αίτησης θα πρέπει να προσαγάγεται, ένταλμα σύλληψης ή άλλη πράξη η οποία να έχει την ίδια ισχύ. Με βάση τα δικαιολογητικά έγγραφα τα οποία συνοδεύουν το αίτημα και συγκεκριμένα με βάση τα τεκμήρια 1στ) και 2στ) τα οποία αφορούν απόφαση του Δικαστηρίου της πόλης Petropavlovsk - Kamchatsky ημερομηνίας 29/05/2013, εναντίον του καθ' ού η αίτηση αποφασίστηκε η λήψη περιοριστικών μέτρων στη μορφή της κράτησης του για περίοδο δύο μηνών με σκοπό την προσαγωγή και συμμετοχή του στην Ποινική Υπόθεση αρ. 530015 η οποία άρχισε στις 05/01/2013 σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 159
(4)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Προηγήθηκαν διάφορες άλλες ενέργειες με σκοπό τον εντοπισμό του καθ' ού η αίτηση χωρίς αποτέλεσμα όπως καταγράφονται στα έγγραφα αυτά. Επίσης, με βάση τα τεκμήρια 1ζ) και 2ζ) αποφασίστηκε η διεθνής αναζήτηση του καθ' ού η αίτηση και κηρύχτηκε ως καταζητούμενο πρόσωπο. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω έγγραφα ικανοποιούν την προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(α) της Σύμβασης. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αμφιβολία ούτε και έχει αμφισβητηθεί ότι το πρόσωπο το οποίο αναζητείται από τις Ρωσικές Αρχές είναι ο καθ' ού η αίτηση με ρώσικο διαβατήριο αρ. 71 6558613 το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 8. Επίσης, τα έγγραφα τα οποία αποτελούν τεκμήρια 1θ) ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύουν ότι ο καθ' ού η αίτηση είναι το πρόσωπο που αναζητείται. Εν όψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσει η Σύμβαση για έκδοση του καθ' ού η αίτηση. Επίσης, όπως έχει προκύψει το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας είναι γνήσιο και δεν διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα ως ήταν η θέση του καθ' ού η αίτηση. Το κατά πόσο αυτός είναι ένοχος ή αθώος για τα αδικήματα που ζητείται η έκδοση του είναι κάτι που θα αποφασιστεί από το δικάζον Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα για την προφυλάκιση (κράτηση) του καθ' ού η αίτηση και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εν λόγω προφυλάκιση (κράτηση) του καθ' ού η αίτηση μέχρις ότου χωρήσει η έκδοση του στις Ρώσικες Αρχές για να δικαστεί για τα προαναφερόμενα αδικήματα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση του. Το Δικαστήριο εξηγεί στον καθ' ού η αίτηση σε απλή και καταληπτή από αυτόν γλώσσα το δικαίωμα που του παρέχει ο Νόμος στο άρθρο 10
(1)να υποβάλει αίτηση για Ηabeas Corpus. H απόφαση αυτή να κοινοποιηθεί αμελλητί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.