VESTA HOLIDAYS LTD κ.α. ν. Ελένη Γεωργίου, Aρ. Αγωγής: 2257/2011, 26/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 2257/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LTD, από την Πάφο Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος BASILICA CENTER Εναγόντων - και - Ελένη Γεωργίου, από την Λευκωσία Εναγομένης -------------------------------- Ημερομηνία: 26.8.2014 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε (Για να ακούσει απόφαση κα Π.Πέτρου) Για τους ενάγοντες 2 - καθ΄ων η αίτηση: κα. Ε. Μιχαήλ για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε (Για να ακούσει απόφαση κα Πατσαλίδου ) -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28.5.2013 -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, καταχωρίστηκε την 25.8.2011 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 31.8.
- Η εναγόμενη δεν καταχώρησε εμφάνιση και οι ενάγοντες στις 3.8.2012 προχώρησαν με την καταχώρηση μονομερούς αιτήσεως για απόφαση και στις 26.9.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και υπέρ των εναγόντων 2 για το ποσό των €1.301,02 πλέον τόκο προς 5,5% τον χρόνο από 25.8.2011 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα. Το ως άνω ποσό της απόφασης, αφορά, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ποσό κοινοχρήστων εξόδων για την περίοδο 1.1.2007 μέχρι 30.9.2010 που αναλογούν στην εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια και/ή ως πρόσωπο που είχε δικαίωμα κατοχής στο κατάστημα 5 στο κτιριακό συγκρότημα BASILICA CENTRE στην Πάφο, του οποίου διαχειριστική επιτροπή είναι οι ενάγοντες
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη, η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου της υπόθεσης και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α στις 26.9.2012 (όταν επιλήφθηκε της μονομερούς αιτήσεως για απόφαση), το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον σύζυγο της εναγόμενης στις 31.8.2011 ο οποίος το παρέλαβε χωρίς να θέσει την υπογραφή του. Η εναγόμενη, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Θ.10, Δ.5 Θ.1-7, Δ.5Β, Δ.16 Θ.9 και στην 48 Θ.1 - 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ζητά τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση της εναγόμενης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του συζύγου της Γεώργιου Γεωργίου, ο οποίος ορκίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη σύζυγο του να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, ότι η αγωγή με την πιο πάνω τίτλο και αριθμό ουδέποτε του επιδόθηκε, ότι ο ιδιώτης επιδότης Δημήτρης Α. Τσολιάς ψευδώς ορκίζεται στην ένορκη δήλωση του ότι του επέδωσε την πιο πάνω αγωγή στην Λευκωσία στις 31.8.2011 και ότι από τον Νοέμβριο του 2009 αυτός και η σύζυγος του έχουν εγκαταλείψει την διεύθυνση τους στην Λευκωσία και διαμένουν μόνιμα στην Λεμεσό. Υποστηρίζει επίσης, ότι γνώση της αγωγής και της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης έλαβαν μετά από τηλεφώνημα από κάποιο δικαστικό υπάλληλο/επιδότη κατά τον Απρίλιο 2013 προς την εναγόμενη, όπου μετά την πιο πάνω πληροφόρηση, επισκέφθηκαν τους δικηγόρους τους, στους οποίους εξήγησαν τα γεγονότα αναφέροντας τους επίσης ότι το ακίνητο δεν είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγόμενης αλλά μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο πριν από περίπου 8 χρόνια. Υποστηρίζει ότι η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν από αυτήν ποσό ως κοινόχρηστα έξοδα. Πιστεύει ότι η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη είναι ψευδής και ότι η παράληψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση είναι πλήρως δικαιολογημένη εφόσον ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αφού ουδέποτε επιδόθηκε είτε σε αυτή είτε στο ίδιο. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1.Η ένορκη δήλωση του Γεώργιου Γεωργίου ημερ. 28.5.2013 που συνοδεύει την αίτηση της εναγόμενης - αιτήτριας δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. 2.Θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να παραμεριστεί η απόφαση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση του Γεώργιου Γεωργίου και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για παραμερισμό.
- Η εναγόμενη δεν έχει καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή.
- Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης.
- Η αίτηση γίνεται σε πολύ αργοπορημένο στάδιο και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου η εναγόμενη έλαβε γνώση για την έκδοσης της απόφασης. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις της Χρύσως Καδή υπαλλήλου των εναγόντων και του ιδιώτη δικαστικού επιδότη Δημήτρη Τσιολά. Η ενόρκως δηλούσα, όπως αναφέρει γνωρίσει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί σε ένορκη δήλωση. Μεταξύ άλλων υποστηρίζει τα ακόλουθα:
- Στις 18/12/2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν στο Δικαστήριο Ένταλμα Εκποίησης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης.
- Η εναγόμενη έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής αυτής πριν από τις 26/9/2012 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφανίσεως και/ή να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την υπεράσπιση της ή παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε. Προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης παραμερισμού 5 μήνες μετά την καταχώρηση εντάλματος εκποίησης της κινητής περιουσίας της. Δεν δίδονται επαρκείς και/ή λογικοί και/ή νόμιμοι λόγοι ούτε για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως έγκαιρα, ούτε για την καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης για ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου.
- Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον Γεώργιο Γεωργίου στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Η εναγόμενη όταν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στον σύζυγο της επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και με παρακάλεσε να μην προχωρήσουμε με την έκδοση απόφασης εναντίον της γιατί περίμενε από την ενοικιάστρια του επίδικου ακινήτου να πληρώσει τα οφειλόμενα ενοίκια. Η εναγόμενη είχε συχνή επικοινωνία μαζί μου για να ενημερώνεται για την πορεία της αγωγής. Η εναγόμενη με διαβεβαίωνε ότι θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα κοινόχρηστα και για αυτό οι ενάγοντας καταχώρησαν την μονομερή αίτηση για απόφαση εναντίον της στις 3.8.2012, σχεδόν έναν χρόνο μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος.
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Γεώργιου Γεωργίου στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του, ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγόμενης αλλά έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο εδώ και οχτώ χρόνια είναι αβάσιμοι καθότι η εναγόμενη ενεργούσε ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και πλήρωνε κοινόχρηστα. Ουδέποτε η εναγόμενη δεν ενημέρωσε εμένα προσωπικά ή τους ενάγοντες ότι δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
- Από τα γεγονότα που γνωρίζω, τα έγγραφα που έχω στα χέρια μου και από όσα με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόντων, η εναγόμενη δεν έχει καμία υπεράσπιση και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο καταχώρησε η εναγόμενη την αίτηση παραμερισμού είναι για σκοπούς καθυστέρησης και/ή αποφυγής πληρωμής των οφειλόμενων ποσών στους ενάγοντες.
- Πιστεύω ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε και να στερηθούν οι ενάγοντες τους καρπούς της επιτυχίας τους. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που υποστηρίζει την ένσταση, στις 29.8.2011 του δόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή από τους δικηγόρους των εναγόντων για επίδοση στην εναγόμενη στην διεύθυνση Οδός Θεσσαλονίκης 9, Άγιος Παύλος, Λευκωσία. Στις 31.8.2011 μετέβηκε στην πιο πάνω διεύθυνση για επίδοση του κλητήριου στην εναγόμενη και εκεί συνάντησε τον σύζυγο της Γεώργιο Γεωργίου και αφού του εξήγησε ποιος είναι και πως ψάχνει την εναγόμενη αυτός του ανέφερε το όνομα του και ότι είναι ο σύζυγος της εναγόμενης, στον οποίo και επέδωσε το κλητήριο αλλά αυτός αρνήθηκε να υπογράψει ενώ ουδέποτε του ανάφερε ότι δεν διαμένει πλέον στην Λευκωσία. Κατά την ακρόαση της αίτησης κλήθηκαν και αντεξετάστηκαν από τους δικηγόρους της εναγόμενης οι ενόρκως δηλούντες στην ένσταση. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 (B) ΑΑΔ 1044 τονίστηκε το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας και κατ΄ έφεση λέχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την οποία υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Balm Maritime Company Limited v. Biochemie R.O.S.E. Limited
(1990)1 ΑΑΔ 602, την οποία επικαλούνται και οι δικηγόροι της εναγόμενης - αιτήτριας, που αφορούσε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε νομική οντότητα, κρίθηκε ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης, ο εναγόμενος δικαιούται ex debito justitiae στην ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση κρίσιμο είναι το κατά πόσο η εναγόμενη έχει λάβει γνώση της δικαστική διαδικασίας, που αν διαπιστωθεί ότι αυτό δεν έγινε το δικαίωμα της για παραμερισμό είναι καθαρό για να προβάλει την οποία υπεράσπιση επιθυμεί. Δηλαδή από την στιγμή που διαπιστωθεί ότι η εναγόμενη δεν έχει λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας το αν έχει πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της δεν θα πρέπει να απασχολήσει το δικαστήριο ως προϋπόθεση για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί την εναντίον της αγωγή. Παρά ταύτα κρίνω όμως ορθό, όπως και οι δύο προϋποθέσεις που αφορούν τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, εξεταστούν και αποφασιστούν ώστε να υπάρχει πληρότητα στην κατάληξη ειδικότερα στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η επίδοση ως έγινε ήταν ορθή. Οι συνήγοροι της εναγόμενης στην γραπτή τους αγόρευση παραπέμποντας στην Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρουν ότι, ο εν λόγω κανονισμός δεν επιτρέπει, σε περίπτωση που δεν ανευρίσκεται ο εναγόμενος στην κατοικία του, την επίδοση σε πρόσωπο που εμφανίζεται ως μέλος της οικογένειας του (άνω των 16 ετών) αλλά σε μέλος της οικογένειας του. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρουν ότι ο επιδότης υποστήριξε ότι επέδωσε σε κάποιο πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως σύζυγος της εναγόμενης, δεν υποστήριξε ότι επέδωσε στον σύζυγο της, επίδοση η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονική καθότι αντιστρατεύεται τις διατάξεις του πιο πάνω κανονισμού. Υποστηρίζουν ότι εάν ο επιδότης ανάφερε στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι επέδωσε το κλητήριο σε κάποιο πρόσωπο το οποίο του ανέφερε ότι ήταν ο σύζυγος της εναγόμενης και ονομαζόταν Γεώργιος Γεωργίου, το Δικαστήριο δεν θα θεωρούσε ή δεν θα έπρεπε να θεωρήσει τέτοια επίδοση ως καλή επίδοση στη εναγόμενη. Υπό τις περιστάσεις, εισηγούνται οι συνήγοροι της εναγόμενης, διαπιστώνεται τουλάχιστον κακή επίδοση. Αναφορικά με το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, υποστηρίζουν ότι, η άρνηση με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, του ισχυρισμού που προβάλλεται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι δηλαδή η εναγόμενη δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ιδιοκτήτρια του ακινήτου και άρα οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να αξιώσουν από αυτήν οποιοδήποτε ποσό ως κοινόχρηστα έξοδα, δεν είναι ικανή να αντικρούσει την υπεράσπιση της εναγόμενης καθότι θα «ήταν αντινομικό εκ μέρους του Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιονδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης.» Σε ότι αφορά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, υποστηρίζουν ότι η εναγόμενη ενήργησε τάχιστα μετά την πληροφόρηση που έλαβε κατά τον Απρίλιο του 2013 όταν έλαβε τηλεφωνική κλήση από δικαστικό επιδότη. Οι συνήγοροι των εναγόντων 2 καθ΄ων η αίτηση, στην γραπτή τους αγόρευση, με αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης και σε νομολογία επί του θέματος, υποστηρίζουν, αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, ότι αυτό το στοιχείο δεν έχει ικανοποιηθεί αφού με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν δίδονται λεπτομέρειες για την μεταβίβαση, όπως πότε μεταβιβάστηκε το ακίνητο, σε ποιόν κ.ά ενώ δεν έχουν παρουσιαστεί με την ένορκη δήλωση αποδεικτικά στοιχεία ήτοι τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σε σχέση με το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, με αναφορά στην Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη εισηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός περί κακής επίδοσης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Επίσης εισηγούνται ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 (σελ 1345 - 1346) ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut fit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχτηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ( βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για τη ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης του ( βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί από τον Δικαστή Νικήτα (όπως ήταν τότε) στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου), «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην ίδια υπόθεση επίσης λέχθηκε ότι, όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ( βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204) Η παράλειψη της εναγόμενης να εμφανιστεί στην προκειμένη περίπτωση σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα της επίδοσης. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση ότι τον Απρίλιο του 2013 δικαστικός επιδότης επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς εάν κριθεί ότι αυτό είναι και το στάδιο που λαμβάνει γνώση η εναγόμενη για την αγωγή εναντίο της και την έκδοση της επίδικης απόφασης, αφού κριθεί επίσης ότι δεν έγινε ορθή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, τότε η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε τον Μάιο το 2013 δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση ή με τόση καθυστέρηση που δεικνύει αδιαφορία. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). H Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με το επίδοση κλητηρίου εντάλματος προβλέπει τα ακόλουθα: 1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι Γεώργιος Γεωργίου είναι ο σύζυγος της εναγόμενης. Περαιτέρω και με βάση αυτά που υποβλήθηκαν στον ιδιώτη επιδότη κατά την αντεξέταση του, προκύπτει παραδοχή ότι στην διεύθυνση που επιτεύχθηκε η επίδοση διέμενε ο σύζυγος της εναγομένης. Συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του ιδιώτη επιδότη του λέχθηκαν τα ακόλουθα: «διότι εκεί που διέμενε ο κ. Γεωργίου ήταν στον 1ο όροφο της 3όροφης οικοδομής που υπήρχε σε εκείνη την διεύθυνση που η είσοδος τούτης της κατοικίας δεν είναι από την πόρτα που περιγράφεις διότι εκεί διαμένει άλλος, τι λες;» Αν η θέση είναι ότι ο επιδότης ψευδώς ορκίστηκε ως προς την επίδοση στο συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν ερωτήθηκε από πού γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο το όνομα του συζύγου της εναγόμενης. Ο ίδιος ανάφερε και επέμενε ότι του λέχθηκε από το πρόσωπο που άνοιξε την πόρτα, ότι είναι ο σύζυγος της εναγόμενης αναφέροντας το όνομα του, το οποίο όπως πιο πάνω αναφέρω είναι το ίδιο με αυτό του συζύγου της εναγόμενης. Το ότι ο επιδότης δεν ήταν σε θέση να θυμάται και να περιγράψει στοιχεία της οικίας και της οικοδομής, αν χτύπησε πόρτα ή κουδούνι, τον αριθμό των κουδουνιών και το που στεκόταν κατά τον χρόνο της επίδοσης δικαιολογούνται από τον χρόνο που παρήλθε από τον χρόνο της επίδοσης και δεν ανέμενα να μπορεί με ακρίβεια να απαντήσει σε όλα τα πιο πάνω. Επίσης, δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί ένα πρόσωπο, στην ίδια διεύθυνση, να δήλωσε στον επιδότη ότι είναι ο σύζυγος της εναγόμενης, να δήλωσε το όνομα του συζύγου της εναγόμενης και να παράλαβε το κλητήριο για την εναγόμενη. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν δέχεται την θέση της αιτήτριας ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση της αγωγής. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην σύζυγο της εναγόμενης ο οποίος εμφανίστηκε στον επιδότη, δήλωσε ότι είναι ο σύζυγος της εναγόμενης, δήλωσε το όνομα του και παρέλαβε το κλητήριο. Όπως πιο πάνω αναφέρω η θέση της υπεράσπισης ότι ο σύζυγος της εναγόμενης διάμενε στην διεύθυνση που έγινε η επίδοση, έρχεται σε αντίθεση με την θέση του ενόρκως δηλούντα έχει μετακομίσει και διαμένει μόνιμα με την σύζυγο του στην Λεμεσό. Περαιτέρω, δεν έχει προσκομιστεί στοιχείο που να δεικνύει ότι η εναγόμενη διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο την κατοικία και διαμονής της σε άλλη διεύθυνση. Στοιχεία που θα ενίσχυαν την θέση του ενόρκως δηλούντα συζύγου της και ομιλώ για στοιχεία που θα μπορούσε μόνο η αιτήτρια να παρουσιάσει π.χ διάφορους λογαριασμούς που να αφορούν άλλη διεύθυνση διαμονής. Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση Χρύσω Καδή, η οποία επίσης αντεξέτασε, μεταξύ άλλων αναφορικά και με την γνώση της για ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε πριν από 9 χρόνια σε άλλο πρόσωπο, επέμενε ότι η ίδια δεν έχει λάβει ποτέ τέτοια πληροφόρηση και ότι η εναγόμενη μετά την επίδοση της αγωγής επικοινώνησε μαζί της και της ζητούσε χρόνο για να πληρώσει τα κοινόχρηστα αφού λάβει το ποσό από το πρόσωπο που ενοικίαζε το κατάστημα της. Η μαρτυρία της δεν έχει κλονιστεί και την αποδέχομαι συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι η εναγόμενη μετά την επίδοση επικοινώνησε προσωπικά μαζί της και της ζητούσε χρόνο για διευθέτηση και της δόθηκε χρόνος, που σε αυτό συνηγορεί και ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώρησης της αίτησης για απόφαση. Σε ότι αφορά το σκέλος της μαρτυρίας της που σχετίζεται με την υπεράσπιση που προβάλλει η εναγόμενη, το θέμα της αποκάλυψης καλόπιστης υπεράσπισης είναι ζήτημα που αφορά την εναγόμενη και είναι δική της υποχρέωση να αποκαλύψει στοιχεία που να πείθουν ως προς την ύπαρξη της. Δηλαδή η απλή άρνηση των ισχυρισμών της εναγόμενης δεν προσθέτει οτιδήποτε αφού το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας απορρίπτοντας δηλαδή την εκδοχή της εναγόμενης αντιπαραβάλλοντας την με την θέση των εναγόντων. Συνεπώς σε ότι αφορά την επίδοση εφόσον έχω αποδεχτεί ότι αυτή έχει γίνει νομότυπα διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει δικαιολογία για την μη εμφάνιση της εναγόμενης. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει την ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση και καταλήγω ότι η εναγόμενη δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της καθότι δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Η θέση ότι το ακίνητο που αφορούν τα κοινόχρηστα έχει μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο και ότι η εναγόμενη δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι κενή από στοιχεία που να την υποστηρίζουν. Η εναγόμενη θα ήταν το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να γνωρίζει και σε ποιον ανήκει η οικοδομή, σε ποιο πρόσωπο μεταβιβάστηκε, ποτέ, πως κτλ. Επίσης το γεγονός ότι δεν έχει καταθέσει με την αίτηση της κανένα πιστοποιητικό που να ενισχύει τον ισχυρισμό της, βρίσκω ότι δεν έχει πείσει στον απαραίτητο βαθμό το δικαστήριο κατά τρόπο που να ικανοποιείται η πιο πάνω προϋπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης της εναγόμενης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας 2 - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο προς έγκριση. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο