← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Φροσούλα Πρέστου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-130/2006, 30/9/2014

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Φροσούλα Πρέστου κ.α., Αριθμός Αγωγής :-130/2006, 30/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A185 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :-130/2006 Alpha Bank Cyprus Ltd και

  1. Φροσούλα Πρέστου
  2. Διά του Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της Περιουσίας της Πτωχεύσασας Θεμούλλας Πρέστου
  3. Χρυστάλλας Πρέστου
  4. Ανδρούλλας Χατζιαλεξάνδρου
  5. Ελένης Γεωργίου Ημερομηνία :- Τρίτη 30η Σεπτεμβρίου 2014 Για την Ενάγουσα :- κα. Χρυσταλλένη Μαυρικίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Καμία Εμφάνιση Για τις Εναγόμενες 1 έως και 5 :- κος. Μάριος Σάββα Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μάριος Σάββα Εναγόμενη 3 παρούσα Τελικη Αποφαση Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  6. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η επίδικη διαφορά προκύπτει από συμβατική σχέση μεταξύ της ως εταιρεία η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και της εναγομένης 1 η οποία διατηρούσε λογαριασμό μαζί της ενώ οι υπόλοιπες εναγόμενες ήταν εγγυήτριες της.
  7. Οι εναγόμενες αμφισβήτησαν με το δικόγραφο τους γενικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Ακόμη και την ίδια την ύπαρξη και ιδιότητα της ως εταιρεία η οποία διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες αλλά και την ονομασία ή μετονομασία της ή σε σχέση με το κατά πόσο η εναγόμενη είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την ενάγουσα καθότι ως εταιρεία αρχικά είχε άλλη ονομασία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αντεξέτασε τον Μ.Ε. 1 γενικά αναφορικά τόσο με το θέμα της ιδιότητας της ενάγουσας όσο και της ονομασίας της.
  8. Ουσιαστικά προς έκδοση αυτής της απόφασης πέραν από τα κύρια βασικά θέματα (παραδείγματος χάριν, κατά πόσο η εγγύηση η οποία αρχικά δόθηκε ήταν μία συνεχής εγγύηση) προκύπτουν και διάφορα άλλα εξειδικευμένα θέματα προς εξέταση. Κυρίως εξαιτίας του δικογράφου των εναγομένων με το οποίο αντί να περιορίζονται τα επίδικα θέματα εγείρονται διάφορα επιπρόσθετα θέματα. Τα οποία ενδεχομένως να μην αναμενόταν καν όπως εγερθούν. Εάν δηλαδή καταβαλλόταν προσπάθεια από τον δικηγόρο των εναγομένων κατά την ετοιμασία του δικογράφου τους προς ένα όσο το δυνατό καλύτερο προσδιορισμό των σημείων επί των οποίων πραγματικά εστιαζόταν τόσο η υπεράσπιση όλων των εναγομένων όσο και η ανταπαίτηση όλων των εναγομένων πλην της εναγομένης
  9. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε επιτευχθεί με το να είχαν προηγουμένως ζητηθεί λεπτομέρειες από την ενάγουσα. Περιορίστηκαν οι εναγόμενες προ της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε ειδοποίηση επιθεώρησης εγγράφων ημερομηνίας 28/3/
  10. Βεβαίως δεν αποκλείεται αρχικά ούτε και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων να ήταν βέβαιος για τη πραγματική βάση της υπεράσπισης των εναγομένων εξαιτίας της ίδιας της φύσης του δικογράφου της ενάγουσας. Το οποίο όπως ήταν διατυπωμένο εάν οι εναγόμενες δεν καταχωρούσαν το δικό τους δικόγραφο δεν παρείχε καν ικανοποιητική βάση επί της οποίας η ενάγουσα να μπορούσε να παρουσίαζε όλη την απαραίτητη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης της.
  11. Βοηθήθηκε δηλαδή η ενάγουσα σε σχέση με την παρατηρούμενη αδυναμία στη διατύπωση της υπόθεσης της από την ευρύτητα των ισχυρισμών των εναγομένων εντός του δικού τους δικογράφου. Ευρύτητα η οποία της παρείχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει μαρτυρία την οποία διαφορετικά θα εμποδιζόταν να παρουσιάσει δίχως προηγουμένως να είχε προηγηθεί τροποποίηση του δικού της δικογράφου.
  12. Τονίζεται το εξής. Τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της εισαγωγής αναφέρονται έχοντας ως σκοπό την ανάδειξη θεμάτων τα οποία κατ΄ επανάληψη απασχόλησαν και το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και τα οποία δεν είναι δυνατό να μην απασχολήσουν με παρόμοιο τρόπο και κατά την συγγραφή αυτής της απόφασης.
  13. Απόφαση της οποίας η έκταση ασφαλώς θα μπορούσε να ήταν μικρότερη εάν είχαν καθορίστει με σαφήνεια εντός των δικογράφων οι ισχυρισμοί των διαδίκων έτσι ώστε με λογικά παράγωγο τρόπο να είχαν περιοριστεί τα επίδικα θέματα τα οποία αναπόφευκτα προέκυπταν προς εξέταση κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και τα οποία βεβαίως πλέον προκύπτουν προς εξέταση ακόμη και κατά τη συγγραφή αυτής της απόφασης. Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  14. Προς απόδειξη της αξίωσης η ενάγουσα παρουσίασε συνολικά τρεις μάρτυρες ενώ οι εναγόμενες προς υποστήριξη της υπεράσπισης και απόδειξη της ανταπαίτησης των παρουσίασαν τέσσερις μάρτυρες, εκ των οποίων τρεις ήταν οι ίδιες οι εναγόμενες 2, 3 και
  15. Ως Μ. Ε. 1 κατέθεσε ο Σάββας Άδωνη, ως Μ. Ε. 2 η Αντιγόνη Πέτρου και ως Μ. Ε. 3 η Μαρία Γεωργίου.
  16. Ως Μ. Υ. 1, 2 και 3 κατέθεσαν αντίστοιχα οι εναγόμενες 3, 4 και 2 ενώ ως Μ. Υ. 4 κατέθεσε ο Ιωάννης Χατζηπαναγιώτου. Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ
  17. Παρατίθεται πιο κάτω περίληψη της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της και προς υποστήριξη της υπεράσπισης της εναντίον της ανταπαίτησης των εναγομένων 2, 3, 4 και
  18. Γ.1 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ. Ε. 1
  19. Η προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 1, Σάββα Άδωνη, διήρκεσε περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα της ενάγουσας[1] καθότι η αντεξέταση του υπήρξε μακρά τόσο λόγω του αριθμού των ερωτήσεων και υποβολών του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων όσο και των ενστάσεων της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας αλλά επιπλέον και της ίδιας της έκτασης ή σχολαστικότητας των απαντήσεων του ίδιου του μάρτυρα.
  20. Ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά κατέθεσε επί όλων των επίδικων θεμάτων. Η ιδιότητα υπό την οποία κατέθετε αυτός ο μάρτυρας ήταν αυτή του υπαλλήλου της ενάγουσας ενώ όπως ισχυρίστηκε σε κάθε σημαντικό χρόνο για την αγωγή ήταν στην υπηρεσία της ενάγουσας στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών στην Λευκωσία.
  21. Αρχικά η προσπάθεια παρουσίασης της γραπτής δήλωσης αυτού του μάρτυρα ως μέρος της κύριας εξέτασης του αντιμετώπισε την ένσταση του κου. Σάββα. Ένσταση η οποία οδήγησε στην έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/10/
  22. Το περιεχόμενο αυτής της δωδεκασέλιδης ενδιάμεσης απόφασης δεν χρήζει επανάληψης εντός αυτής της απόφασης. Αποτελεί ασφαλώς μέρος του όλου σκεπτικού του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αγωγής και βεβαίως λαμβάνεται υπόψη και σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης.
  23. Επιπλέον, αναδρομικά, μετά και από την εκδίκαση της αγωγής, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο το εξής. Παρά και την ιδιαίτερη προσοχή με την οποία εκδόθηκε η συγκεκριμένη ενδιάμεση απόφαση (έτσι ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία καν της εντύπωσης τελικής κατάληξης του Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα) σε ένα πολύ προκαταρκτικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας - δηλαδή προτού καν κατατεθεί η γραπτή δήλωση του πρώτου μάρτυρα της ενάγουσας - εντούτοις τα όσα αναφέρονται εντός αυτής εξακολουθούν να κρίνονται ορθά. Παρά δηλαδή και την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
  24. Με αποτέλεσμα βεβαίως αυτά να ισχύουν και σε σχέση με την έκδοση αυτής της τελικής απόφασης. Ιδιαίτερα δε σε σχέση και με τη πραγματική σημασία του δικογράφου της ενάγουσας. Ανεξάρτητα και από το δεδομένο πως η διατύπωση του δικογράφου των εναγομένων ουσιαστικά άνοιξε τις πύλες προς την ενάγουσα έτσι ώστε να καθίστατο επιτρεπτή η παρουσίαση μαρτυρίας η οποία διαφορετικά δεν θα ήταν επιτρεπτό όπως παρουσιαστεί, καθότι θα κρινόταν εκτός δικογράφων με αναφορά βεβαίως αποκλειστικά στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης.
  25. Ο μάρτυρας αυτός ήταν σαφής ως προς το εξής. Όπως δήλωσε ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τις εναγόμενες "...κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εξέλιξης του πελάτη, η οποία είχε να κάνει με το κεντρικό κατάστημα της Πάφου...". Πρόσθεσε δε πως η ανάμειξη του ίδιου με τις εναγόμενες ξεκινά από την ημερομηνία τερματισμού του λογαριασμού ο οποίος διατηρείτο στο κατάστημα της Πάφου. Εξήγησε πως όλη η διεκπεραίωση της δουλειάς, δηλαδή το άνοιγμα του λογαριασμού, η διατήρηση, ο έλεγχος και η ετοιμασία των εγγράφων γινόταν από το κεντρικό κατάστημα της Πάφου.
  26. Τόνισε δηλαδή πως εφόσον ο ίδιος ανήκει στην υπηρεσία τερματισμού και προβληματικών λογαριασμών οι αρμοδιότητες του ήταν συγκεκριμένες. Διευκρινίζοντας πως όλες οι αρμοδιότητες χειρισμού του συγκεκριμένου λογαριασμού ανήκαν στους συναδέλφους του στο κεντρικό κατάστημα της Πάφου. Ενώ μετά από τις 29/8/2005 (δηλαδή, την κατ' ισχυρισμό ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού) πλέον ο λογαριασμός δεν θεωρείτο κανονικός και είχε μεταφερθεί στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών.
  27. Βεβαίως ισχυρίζεται ο Μ. Ε. 1 στη γραπτή του δήλωση πως είχε ανατεθεί στον ίδιο η παρακολούθηση του λογαριασμού της εναγομένης 1 τα έγγραφα του οποίου είχε στην κατοχή του ενώ επιπλέον ισχυρίζεται πως είχε πολύ καλή γνώση των γεγονότων της αγωγής από μελέτη του φακέλου και των πληροφοριών οι οποίες υπάρχουν μέσα σε αυτόν.
  28. Θεωρώ πως υπάρχει τόση εκτενής αναφορά στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στο μέρος της απόφασης όπου αυτή αξιολογείται έτσι ώστε να μην χρειάζεται η οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε αυτό το μέρος της απόφασης. Γ.2 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Ε. 2
  29. Η Μ. Ε. 2, Αντιγόνη Πέτρου κλήθηκε ουσιαστικά ως μάρτυρας της υπογραφής του τεκμηρίου 4, δηλαδή της εγγύησης του 1998, από τις εναγόμενες 2 έως και
  30. Αναφέρεται εντός της γραπτής δήλωσης της ο ισχυρισμός της ως προς την αναγνώριση της υπογραφής της επί του τεκμηρίου 4 ενώ προφορικά κατέθεσε πως δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για την αγωγή πέραν από τα όσα αναφέρει εντός της γραπτής δήλωσης της. Κατέθεσε υπό την ιδιότητα της ως υπάλληλος της ενάγουσας τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής όσο και κατά την ημερομηνία της κατάθεσης της.
  31. Η ουσία της μαρτυρίας της Μ. Ε. 2 εμπεριέχεται στη παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσης της, το περιεχόμενο της οποίας κρίνω άσκοπο όπως επαναλάβω εντός αυτής της απόφασης. Περιγράφεται εντός της συγκεκριμένης παραγράφου η διαδικασία υπογραφής εγγράφων εγγύησης στην τράπεζα και συγκεκριμένα του τεκμηρίου
  32. Προέκυψε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της το εξής παράδοξο. Ενώ είχε κληθεί έτσι ώστε να αναγνωρίσει την υπογραφή της επί του τεκμηρίου 4, έγινε αντιληπτό - μετά από επισήμανση του Δικαστηρίου - πως το σημείο δίπλα από το όνομα της ίδιας της μάρτυρος ήταν κενό. Δηλαδή, παρά και το γεγονός πως όντως υπήρχε δακτυλογραφημένο το όνομα της Μ. Ε. 2 στο τέλος του τεκμηρίου 4, στο σημείο όπου τίθενται οι υπογραφές των μαρτύρων, εντούτοις ο χώρος δίπλα από αυτό ήταν κενός. Η υπογραφή της Μ. Ε. 2 δεν υπήρχε επί του τεκμηρίου το οποίο είχε κατατεθεί από τον Μ. Ε.
  33. Σαφώς επίσης ισχυρίστηκε αυτή η μάρτυρας πως οι εναγόμενες 2 έως και 5 είχαν έλθει στο κατάστημα για να υπογράψουν την εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 ενώ διαφώνησε με την υποβολή πως η εναγόμενη 5 δεν υπέγραψε το ίδιο έγγραφο ως εγγυήτρια.
  34. Διατηρώντας υπόψη τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής η μαρτυρία της Μ. Ε. 2 έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το εξής. Όλες οι εναγόμενες οι οποίες κατέθεσαν ως μάρτυρες με αναφορά στην εγγύηση του 1998 ισχυρίστηκαν πως είχαν ερωτήσει αναφορικά με τον σκοπό υπογραφής της συγκεκριμένης εγγύησης. Ως επίσης ότι η απάντηση η οποία είχε δοθεί ήταν ότι ότι αυτή διδόταν ως εξασφάλιση για τον τρεχούμενο λογαριασμό του 1998 η λειτουργία του οποίου άρχισε μόλις πριν μερικές μέρες. Η Μ. Ε. 2 είναι η μοναδική μάρτυρας η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής της εγγύησης του
  35. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί με προσοχή κατά πόσο η Μ. Ε. 2 προέβαλε οποιουσδήποτε σχετικούς ισχυρισμούς τους οποίους το Δικαστήριο θα μπορούσε να αντιπαραβάλλει με τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλλαν οι εναγόμενες. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως η μάρτυρας αυτή δήλωσε αδυναμία να προβάλει οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό πέραν του απλού ισχυρισμού πως ο ρόλος της ήταν να υπογράψει ως μάρτυρας υπογραφής μετά από την υπογραφή της εγγύησης του 1998 από τις εναγόμενες.
  36. Χαρακτηριστικά κατά την αντεξέταση της ανέφερε τα ακόλουθα. Αφού δήλωσε τη παρουσία της στο κατάστημα της τράπεζας όπου υπογράφηκε από τις εναγόμενες η εγγύηση του 1998, δήλωσε ότι δεν ήταν "officer" αλλά απλός υπάλληλος και δεν είχε διαβουλεύσεις με άτομα που έρχονταν να ζητήσουν κάποια διευκόλυνση. Εξήγησε πως οι πελάτες έρχονται στο κατάστημα για να υπογράψουν και ότι αυτή ήταν η δουλειά που έκανε. Επιπλέον παρά το γεγονός πως δήλωσε ότι έπρεπε να ενημερώσουν για ποιό σκοπό ήταν ένα έγγραφο, αφού πρώτα είχε ισχυριστεί ότι η δουλειά της ήταν να "περαστούν" τα έγγραφα μπροστά τους και να "μπουν" μονογραφές και υπογραφές, εντούτοις στη συνέχεια αναίρεσε τον εαυτό της ως προς το μέρος του ισχυρισμού της σύμφωνα με το οποίο η ίδια ενημέρωνε για τον σκοπό ενός εγγράφου. Ισχυρίστηκε πως το μόνο πράγμα που έκανε ήταν να "παίρνει" τις υπογραφές στα έγγραφα ως απλός υπάλληλος που δεν είχε διαβουλεύσεις με τους πελάτες ή οποιαδήποτε ευθύνη. Όταν ερωτήθηκε εάν εκτός από αυτή την υπηρεσία, δηλαδή του να "παίρνονται" υπογραφές στα έγγραφα, γνώριζε οτιδήποτε άλλο και απάντησε πως η υποχρέωση της στη τράπεζα τη δεδομένη χρονική περίοδο ήταν να παίρνει τις υπογραφές στα έγγραφα. Ερωτήθηκε εάν ήξερε γιατί είχε δοθεί η εγγύηση. Επανέλαβε τα όσα ήδη είχε αναφέρει ως προς το ότι δεν ήταν "officer" ο οποίος κάνει διαβουλεύσεις με τους πελάτες. Δήλωσε ευθέως πως δεν γνώριζε τι εξασφάλιζε το συγκεκριμένο έγγραφο (δηλαδή, η εγγύηση του 1998). Πρόσθεσε πως απλά ήταν μάρτυρας και ότι "πήρε" τις υπογραφές στο συγκεκριμένο έγγραφο. Πρόσθεσε, υποθετικά ουσιαστικά, πως το μόνο που γνωρίζει, δίχως να ξέρει κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, είναι ότι σίγουρα δεν ετοιμάζουν ένα έγγραφο χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος. Σαφώς όμως η θέση της ήταν ότι δεν γνώριζε τι εξασφάλιζε το συγκεκριμένο έγγραφο. Διευκρίνισε πως δεν γνώριζε ποιά ήταν η διευκόλυνση η οποία είχε δοθεί έτσι ώστε να ζητηθεί να υπογραφεί το συγκεκριμένο έγγραφο. Βεβαίως σε κάποιο σημείο ανέφερε, επίσης γενικά, πως από ότι γνωρίζει τα έγγραφα εξασφάλισης υπογράφονται για να καλύψουν είτε παρούσες είτε μελλοντικές διευκολύνσεις. Κάτι το οποίο προσπάθησε να τονίσει στη συνέχεια. Δίχως όμως παράλληλα να ισχυρίζεται οτιδήποτε αναφορικά με το να είχε λεχθεί οτιδήποτε κατά την υπογραφή της εγγύησης του
  37. Γ.3 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Ε.3
  38. Η μαρτυρία της Μ. Ε. 3, Μαρία Γεωργίου, επίσης υπαλλήλου της ενάγουσας, παρουσιάστηκε σε σχέση με την υπογραφή των τεκμηρίων 2 και 3 επί των οποίων η ίδια η μάρτυρας ισχυρίζεται πως έθεσε την υπογραφή της εκ μέρους της ενάγουσας. Επίσης δια μέσω αυτής της μάρτυρος παρουσιάστηκε και το τεκμήριο 22 δηλαδή άλλο φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 4 ενώ η μάρτυρας περιέγραψε τη διαδικασία με την οποία εκτυπώνεται οι χαρακτήρες επί του πρωτότυπου (με γραφομηχανή) και του διπλότυπου (με καρμπόν ή μίας ούτω καλούμενης λαδόκολλας).
  39. Ερωτήθηκε εκτενώς η Μ. Ε. 3 κατά την πρώτη δικάσιμο όπου αντεξεταζόταν αναφορικά τόσο με τη περιγραφή την οποία έδιδε στο τεκμήριο 2 όσο και σε σχέση με τη σημασία του συγκεκριμένου εγγράφου. Παρέχοντας βεβαίως με αυτό τον τρόπο αντεξέτασης περιθώριο αντιπαραβολής της μαρτυρίας με αυτή η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε. 1 επί του ιδίου θέματος.
  40. Κατά την επόμενη δικάσιμο αντεξετάστηκε αναφορικά με τη προετοιμασία του τεκμηρίου 5 και σε σχέση με το κατά πόσο η σύνταξη του ήταν παρόμοια με αυτή του τεκμηρίου 4, δηλαδή εάν υπήρχε πρωτότυπο και διπλότυπο. Παρέχοντας αυτή τη φορά περιθώριο για αντιπαραβολή με τη μαρτυρία της Μ. Ε.
  41. Ενώ ερωτήθηκε σε σχέση με τη χρονική πτυχή ετοιμασίας και υπογραφή των τεκμηρίων 2, 3 και
  42. Αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση της Μ.Ε. 3 ως ιδιαίτερα σημαντικό πως σε κανένα σημείο της δεν ισχυρίστηκε πως η ίδια ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 5, δηλαδή την εγγύηση την οποία οι εναγόμενες 3 και 4 υπέγραψαν στις 26/7/
  43. Μάλιστα επί του τεκμηρίου 5 οι υπογραφές των μαρτύρων προέρχονται από άλλα άτομα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται επί του τεκμηρίου 5, τα ονόματα των ατόμων τα οποία υπογράφουν είναι Γ. Αθανασίου και Ε. Στυλιανίδου. Κανένα άτομο με αυτά τα ονόματα δεν κατέθεσε ως μάρτυρας της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε βεβαίως και θα ήταν εφικτό να της είχε συνεπώς υποβληθεί ενόψει της απουσίας ενός τέτοιου ισχυρισμού ότι είτε η ίδια είτε οποιοσδήποτε άλλος ή άλλη συνάδελφος της είχε αναφέρει οτιδήποτε στις εναγόμενες 3 και 4 κατά την υπογραφή του τεκμηρίου
  44. Μάλιστα η ίδια η Μ.Ε. 3 δεν προέβαλε καν οποιοδήποτε ισχυρισμό ως προς το ότι η ίδια είχε συνομιλήσει αναφορικά με την υπογραφή του τεκμηρίου 5 είτε με την εναγόμενη 3 είτε με την εναγόμενη
  45. Η Μ. Ε. 3 υποστήριξε με παρόμοιο τρόπο όπως και ο Μ. Ε. 1 πως η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 δεν είχε ανακληθεί και εξακολουθούσε να ισχύει.
  46. Αναλώθηκε ολόκληρη η δικάσιμος στις 25/11/2013 σε αντεξέταση της Μ. Ε. 2 σε σχέση με τη χρονική πτυχή της έγκρισης της αίτησης της εναγομένης
  47. Αναφορικά δηλαδή με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 και πως αυτό ήταν δυνατό να ιδωθεί σε σχέση τα όσα είναι δυνατό λογικά να εξαχθούν από αυτό για τα τρία ουσιαστικά στάδια της διαδικασίας. Δηλαδή, υποβολή της αίτησης, έγκριση της αίτησης με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής και ετοιμασία των τεκμηρίων 3 και 5, δηλαδή τη συμφωνία παραχώρησης του τρεχούμενου λογαριασμού και τη νέα εγγύηση από τις εναγόμενες 3 και
  48. Ουσιαστικά η θέση του κου. Σάββα με την οποία η Μ. Ε. 2 δεν συμφωνούσε ήταν πως δεν ήταν λογικό όλα αυτά να είχαν γίνει κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 26/7/
  49. Ξεκαθάρισε ουσιαστικά η Μ. Ε. 3 πρώτο, πως το τεκμήριο 2 δεν είναι η απόφαση της επιτροπής και δεύτερο, πως η ίδια δεν γνώριζε την ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση της επιτροπής. Ενέμεινε η Μ. Ε. 3 πως τα έγγραφα ετοιμάστηκαν στο Τμήμα Εγγραφών το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν είτε στη Λεμεσό ή στη Λευκωσία, κάτι για το οποίο η ίδια η μάρτυρας δεν ήταν σίγουρη.
  50. Προέκυψε και το εξής στοιχείο κατά τη δικάσιμο αυτή. Αναφορικά με τις αποφάσεις της επιτροπής που εγκρίνει αιτήσεις. Ότι δηλαδή τηρείται σχετικό αρχείο αυτών των αποφάσεων στο κατάστημα. Χωρίς αυτή η αναφορά της Μ. Ε. 3 να την βοηθά καθόλου ως προς το να θυμηθεί την ημερομηνία κατά την οποία είχε ληφθεί η σχετική απόφαση έγκρισης από την επιτροπή. Καθότι δεν είχε στη κατοχή της το συγκεκριμένο αρχείο αλλά ούτε και αποπειράθηκε στη συνέχεια η μάρτυρας αυτή να παρουσιάσει έστω και αντίγραφο αυτού του αρχείου παρά και το γεγονός πως η αντεξέταση της δεν ολοκληρώθηκε στις 25/11/2013 αλλά κατά την επόμενη δικάσιμο στις 27/11/
  51. Κατά τη δικάσιμο στις 27/11/2013 αρκετός χρόνος αναλώθηκε αρχικά με παρεμβάσεις του Δικαστηρίου με απώτερο στόχο την εξοικονόμηση χρόνου καταβάλλοντας μία συνεχή προσπάθεια να μην επαναλαμβάνεται η αντεξέταση της Μ. Ε. 3 σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 σε συνάρτηση και με την απόφαση της επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της αντεξέτασης της Μ. Ε. 3 ερωτήθηκε σχετικά με την αναφορά εντός του τεκμηρίου 2 του ορίου των £8.000 και τη σημασία αυτού σε συνάρτηση και με το τεκμήριο 3, δηλαδή τη συμφωνία παραχώρησης του τρεχούμενου λογαριασμού. Αξίζει να σημειωθεί πως η Μ.Ε. 3 ανέφερε χαρακτηριστικά πως το όριο των £8.000,00 το οποίο καταχωρήθηκε στο σύστημα δεν αλλάζει προσθέτοντας πως αυτό το οποίο αλλάζει είναι η τράπεζα να αφήσει το λογαριασμό να λειτουργήσει με χρεωστικό όριο πέραν του ορίου. Δ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
  52. Παρατίθεται πιο κάτω περίληψη της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από τις εναγόμενες προς υποστήριξη της υπεράσπισης τους και προς απόδειξη της ανταπαίτησης των εναγομένων 2, 3, 4 και
  53. Δ.1 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Υ. 1
  54. Ως Μ. Υ. 1 κατέθεσε η εναγόμενη
  55. Η αντεξέταση της Μ. Υ. 1 διήρκεσε περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα των εναγομένων. Αυτό οφειλόταν μερικώς στον τρόπο αντεξέτασης αλλά μερικώς επίσης και στην κατ΄ επανάληψη έγερση ενστάσεων. Ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η μάρτυρας όχι μόνο απαντούσε εκτενώς αλλά και επαναλαμβάνοντας τον εαυτό της κάτι το οποίο όμως, με ανάλογες προτροπές του Δικαστηρίου, σταδιακά στην όλη πορεία της αντεξέτασης της πλέον η ίδια απέφευγε.
  56. Παρά και την έκταση της προφορικής κατάθεσης της τα όσα η Μ. Υ. 1 κατέθεσε βασίζονταν, όπως και δικονομικά προβλέπεται, στα όσα και η ίδια, ως διάδικος, προέβαλε εντός του δικογράφου των εναγομένων. Βεβαίως αναφορικά με αυτό το θέμα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας προέβαλε σχετική θέση κατά την τελική αγόρευση της η οποία εξετάζεται πιο κάτω σε ξεχωριστό μέρος αυτής της απόφασης. Διευκρινίζω απλά πως η θέση αυτή προβλήθηκε επίσης και σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Υ. 2 και
  57. Συνοπτικά η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στα γεγονότα, όπως αυτά προβληθήκαν πλέον ως μαρτυρία και όχι απλά ως ισχυρισμοί εντός ενός δικογράφου. Προσθέτοντας δηλαδή λεπτομέρειες οι οποίες, ως μαρτυρία, δεν θα πρέπει να καταγράφονται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Όπως, παραδείγματος χάριν, αναφορά στο πρόσφατο θάνατο του πατέρα των εναγομένων στις 27/7/1998 ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οδήγησε στο άνοιγμα του λογαριασμού του 1998 στις 7/8/
  58. Καθότι ο αποβιωσάσας μεριμνούσε κατά τη διάρκεια της ζωής του για τις οικονομικές συναλλαγές της οικογένειας του ενώ η εναγόμενη 1, δηλαδή η σύζυγος του, δεν ασχολείτο με αυτό τον τομέα καθόλου. Ως αποτέλεσμα ανοίχτηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός για τις ανάγκες τόσο της μητέρας της όσο και των υπολοίπων εναγομένων.
  59. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενες 2 έως και 5 είναι θυγατέρες της εναγομένης
  60. Κλήθηκαν δε, όπως ισχυρίστηκε η Μ.Υ. 1, οι υπόλοιπες εναγόμενες όπως εγγυηθούν τη μητέρα τους, δηλαδή την εναγόμενη 1, στις 11/8/1998 για το λογαριασμό ο οποίος ανοίχτηκε στις 7/8/
  61. Ισχυρίστηκε επίσης η Μ. Υ. 1 πως η μητέρα τους δεν ήθελε να ήταν εγγυήτριες του λογαριασμού αυτού, για τους λόγους που ανέφερε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στις 14/1/1999 ο λογαριασμός αυτός εξοφλήθηκε.
  62. Όλα αυτά τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα οδήγησαν - σύμφωνα με μία από τις πιο βασικές θέσεις των εναγομένων - στην απαλλαγή όλων των εναγομένων 2 έως και 5 από την εγγύηση την οποία είχαν δώσει (δηλαδή, υπογράψει) στις 11/8/
  63. Ενώ στη συνέχεια, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, "ανοίχτηκε" νέος λογαριασμός στις 26/7/2000, αν και στη πορεία της αντεξέτασης της αναγνώρισε, σύμφωνα και με τα στοιχεία τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον της (παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 6) πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός άρχισε να λειτουργά από τις 3/5/
  64. Όμως ενέμεινε μέχρι και το τέλος της προφορικής κατάθεσης της πως η ίδια και η αδελφή της, εναγόμενη 4, είχαν υπογράψει νέα εγγύηση για εξασφάλιση αυτού του νέου λογαριασμού στις 26/7/2000 καθότι η εγγύηση του 1998 έπαυσε να ισχύει.
  65. Επίσης μέρος της όλης εκδοχής την οποία προέβαλε ήταν και η θέση πως, μετά από τον τερματισμό της λειτουργίας του νέου τρεχούμενου λογαριασμού, η ίδια δεν ειδοποιήθηκε κανονικά, όπως θα έπρεπε να είχε ειδοποιηθεί ως εγγυήτρια βάσει της εγγύησης ημερομηνίας 26/7/2000, έτσι ώστε η ειδοποίηση αυτή να ήταν έγκυρη.
  66. Βασικό επίσης στοιχείο της όλης εκδοχής η οποία προβλήθηκε από την Μ. Υ. 1 είναι η εξής θέση. Πως σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 στις 26/7/2000 ο τρεχούμενος λογαριασμός θα είχε όριο £8.000 ως επίσης ότι το γεγονός πως η ενάγουσα είχε επιτρέψει στην εναγόμενη 1 να κάνει χρήση πέραν αυτού του ορίου δεν καθιστούσε την ίδια υπολογή ως εγγυήτρια για οποιοδήποτε ποσό πέραν από αυτό το όριο.
  67. Ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά την όλη εκδοχή της Μ. Υ. 1 δίχως παράλληλα το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε επανάληψη οποιωνδήποτε λεπτομερειών οι οποίες δόθηκαν έτσι ώστε να ενισχύσουν και υποστηρίξουν αυτή την εκδοχή. Δ.2 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Υ.2
  68. Ουσιαστικά η Μ. Υ. 2 έδωσε μία εκδοχή παρόμοια με αυτή την οποία προέβαλε η Μ. Υ. 1 προσθέτοντας κάποιες λεπτομέρειες οι οποίες προέκυπταν εξαιτίας της δικής της άμεσης συμμετοχής στα όσα είχαν κατ' ισχυρισμό συμβεί κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της εναγομένης 1 με την ενάγουσα. Κυρίως η κατ' ισχυρισμό εξόφληση, σύμφωνα δηλαδή με την εκδοχή των εναγομένων, του λογαριασμού του 1998, η οποία διενεργήθηκε από την ίδια. Ή, παραδείγματος χάριν, αναφορές σε σχέση με τα όσα είχαν λεχθεί κατά την υπογραφή της εγγύησης του 2000 ή η υπόδειξη προς αυτήν του τεκμηρίου 2 κατά την ημερομηνία υπογραφής του.
  69. Η Μ. Υ. 2 ήταν ιδιαίτερα σαφής ως προς το ότι είχε γνώση του περιεχομένου του τεκμηρίου 2 προτού υπογράψει την εγγύηση ημερομηνίας 26/7/
  70. Εξέφρασε βεβαίως, στη ροή του λόγου καθώς απαντούσε, και ορισμένες δικές της απόψεις, υπό μορφή ουσιαστικά συμπερασμάτων σε σχέση με τη νομική πτυχή της αγωγής. Συμπεράσματα τα οποία βεβαίως δεν έχουν οποιαδήποτε νομική σημασία ως προς την ερμηνεία του οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο σε σχέση με τη συνεργασία της ενάγουσας με την εναγόμενη 1 ή την οποιαδήποτε εγγύηση δόθηκε από τις υπόλοιπες εναγόμενες αναφορικά με αυτή τη συνεργασία. Αναφέρθηκε επίσης και στα όσα της είχαν λεχθεί από τραπεζικούς υπαλλήλους καθώς υπέγραφε τόσο την εγγύηση του 1998 όσο και αυτή του
  71. Δ.3 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Υ.3
  72. Η μαρτυρία της Μ. Υ. 3 δεν διέφερε ιδιαίτερα από τα όσα κατέθεσαν αντίστοιχα οι εναγόμενες 3 και 4 έτσι ώστε να χρήζει οποιασδήποτε ιδιαίτερης περίληψης ή επανάληψης. Αναφορικά με αυτούς τους ισχυρισμούς ή ουσιαστικά τη φύση αυτών των ισχυρισμών οι οποίοι προκύπτουν και από τη μαρτυρία της Μ. Υ. 3 υπάρχουν σχετικές αναφορές του Δικαστηρίου πιο κάτω στην αξιολόγηση της όλης μαρτυρίας η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση της.
  73. Μάλιστα αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με τη μαρτυρία όλων των εναγομένων είναι πως ουσιαστικά αυτή βασίζεται σε ένα πολύ παρόμοιο και στη μεγαλύτερη του έκταση πανομοιότυπο κείμενο της γραπτής δήλωσης της κάθε μάρτυρος. Βεβαίως δεν υπάρχει οτιδήποτε στο άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου το οποίο να μην επιτρέπει αυτή τη πιθανή εφαρμογή του. Όπως αναφέρεται σχετικά οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής γραπτής δήλωσής του η οποία κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του ή μέρος αυτής. Αυτό ακριβώς συνέβη και στη περίπτωση των εναγομένων 2, 3 και
  74. Βασική διαφορά της μαρτυρίας της Μ. Υ. 3 από αυτή των υπολοίπων εναγομένων είναι το γεγονός πως η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπογραφή της εγγύησης του
  75. Δ.4 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ. Υ.4
  76. Ως τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Ιωάννης Χατζηπαναγιώτου. Ανέφερε πως είναι εσωτερικός ελεγκτής στο Δήμο Πάφου και μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Ζητήθηκε από τον ίδιο, τρία χρόνια πριν από την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του[2], από την εναγόμενη 1, όπως ετοιμάσει μία ανάλυση του λογαριασμού ο οποίος απεικονίζεται στο τεκμήριο
  77. Κατέθεσε επίσης σχετικό τεκμήριο, δηλαδή το τεκμήριο 22[3], η δε υιοθέτηση του περιεχομένου του αποτελεί βασικό μέρος της όλης προφορικής κατάθεσης του.
  78. Εξήγησε πως σύμφωνα με τις οδηγίες οι οποίες του είχαν δοθεί θα έπρεπε πρώτα να ελέγξει από την 1/1/2000 μέχρι τον τερματισμό στον Αύγουστο του 2005 με πόση συχνότητα η τράπεζα τόκιζε το λογαριασμό και κατά πόσο χρησιμοποιούσε επιτόκιο 8% και σε δεύτερο στάδιο αν τοκιζόταν ο λογαριασμός 8% πόσο θα ήταν το υπόλοιπο. Έδωσε δε διάφορες διευκρινιστικές απαντήσεις κατά την αντεξέταση του ως προς τη μέθοδο την οποία χρησιμοποίησε ως επίσης κατά πόσο έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενο, δηλαδή τους όρους, του τεκμηρίου
  79. Έγιναν επίσης διάφορες υποβολές στο Μ. Υ. 4 ως προς τη μέθοδο υπολογισμού του επιτοκίου την οποία θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει αντί αυτή την οποία όντως χρησιμοποίησε. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  80. Παρατίθεται πιο κάτω αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο από την ενάγουσα όσο και από τις εναγόμενες. Ε.1 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ Μ. Ε. 1
  81. Αναμφίβολα ο Μ. Ε. 1, Σάββας Άδωνή, ήταν ο πιο βασικός μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Όπως ανέφερε ως προς τη σχέση του με την αγωγή ο ίδιος ήταν στην υπηρεσία παρακολούθησης προβληματικών λογαριασμών προσθέτοντας πως είχε στη κατοχή του όλους τους φακέλους που αφορούν την αγωγή, ότι ήταν υπό την ευθύνη του και πως ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένος να είχε παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να παρουσιάσει την υπόθεση της ενάγουσας.
  82. Κατ΄ αρχάς οφείλω να παρατηρήσω - παρά και τη ξεκάθαρη δήλωση του μάρτυρα αυτού ως προς το ότι η ανάμειξη του ίδιου με τις εναγόμενες ξεκινά από την ημερομηνία τερματισμού του λογαριασμού ο οποίος διατηρείτο στο κατάστημα της Πάφου - πως λογικά θα αναμενόταν από το Δικαστήριο ότι τουλάχιστον ο μάρτυρας αυτός θα ήταν γνώστης του ιστορικού όχι του οποιουδήποτε λογαριασμού αλλά του ιστορικού της εναγομένης 1 ως πελάτισσας της ενάγουσας. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τη γνώση του ιδίου ως προς την ύπαρξη της εγγύησης του
  83. Ως επίσης πως γνώση αυτού του ιστορικού θα τον καθιστούσε και γνώστη ως προς την ύπαρξη του οποιουδήποτε λογαριασμού της εναγομένης 1 με την ενάγουσα. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως σε καμία περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη 1 να διατηρούσε πέραν των δύο τρεχούμενων λογαριασμών με την ενάγουσα από το έτος 1998 έως και το έτος 2005 αναφορικά με τους οποίους βεβαίως δόθηκε σχετική μαρτυρία.
  84. Ο ίδιος ο μάρτυρας, στις 29/10/2013, καθώς έκανε υποθέσεις αναφορικά με τα όσα είχαν συμβεί, απέρριψε υποβολή πως εφόσον δεν έκανε τα έγγραφα δεν μπορούσε να ξέρει τι έγινε δηλώνοντας πως γνωρίζει πολύ καλά το περιεχόμενο της όλης υπόθεσης και πως αυτός ήταν και ο λόγος που βρισκόταν στο Δικαστήριο έτσι ώστε να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Τόνισε και πάλι αμέσως μετά πως είχε στη κατοχή του τα τεκμήρια και τον φάκελο της υπόθεσης ο οποίος από την ημερομηνία τερματισμού ήταν υπό την ευθύνη του και πως γνώριζε όλο το περιεχόμενο της υπόθεσης που αφορά τον επίδικο λογαριασμό.
  85. Προκάλεσε εντύπωση στο Δικαστήριο το γεγονός πως ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με ένα ιδιαίτερα σχολαστικό τρόπο προσπαθώντας μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις να προβλέψει και την επόμενη ερώτηση ή τις επόμενες ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Αυτή η παρατηρούμενη σχολαστικότητα καθώς κατέθετε φαίνεται να προέκυπτε κυρίως από την ευθύνη την οποία ο ίδιος αισθανόταν σε σχέση με τα καθήκοντα του ως υπάλληλος της ενάγουσας ο οποίος έδιδε μαρτυρία σε Δικαστήριο έχοντας ως στόχο τη διεκδίκηση - κατά τον ίδιο βεβαίως - των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Δεν αντανακλά αυτή η σχολαστικότητα από μόνη της με οποιοδήποτε αρνητικό τρόπο στην αξιοπιστία του ως μάρτυρας ή τουλάχιστον δεν θα αντανακλούσε αρνητικά εάν αυτή δεν συνδυαζόταν και με άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός κατέθετε και στα οποία αναφέρεται το Δικαστήριο πιο κάτω.
  86. Σημασία σε σχέση με την αξιοπιστία του έχει περισσότερο το περιεχόμενο των απαντήσεων του παρά η σχολαστικότητα στον τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Δίχως όμως παράλληλα να αγνοείται και η διαπίστωση πως το περιεχόμενο αυτό καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό και από τον οποιοδήποτε σκοπό είχε υπόψη του ο μάρτυρας αυτός αναφορικά με την εκδίκαση της αγωγής. Σκοπός ο οποίος βεβαίως καθόριζε σε μεγάλο βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Συνεπώς σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε στο βαθμό στον οποίο αυτός προκαθόριζε και το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Ελέγχεται δηλαδή η αξιοπιστία αυτού του μάρτυρα, στο βαθμό στον οποίο αυτή ελέγχεται, από εξέταση κατά πόσο αυτή συνάδει καν με τα ίδια τα τεκμήρια τα οποία ο ίδιος κατέθεσε αλλά και κατά πόσο αυτή ενισχύεται από την ύπαρξη συνοχής μεταξύ των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του και των όσων ισχυρισμών προέβαλλαν και οι υπόλοιποι δύο μάρτυρες της ενάγουσας αλλά και της όσης μαρτυρίας υπό μορφή εγγράφων τέθηκε υπόψη του από τον κο. Σάββα (δηλαδή, τα τεκμήρια 20 και 21).
  87. Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το γεγονός πως η σχολαστικότητα αυτού του μάρτυρα δεν αποκλείεται να προέκυπτε σε μεγάλο βαθμό και από τη συνεχή αμφισβήτηση όχι μόνο των ισχυρισμών τους οποίους προέβαλε κατά την αντεξέταση του αλλά ακόμη και λεπτομερειών σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς. Παραδείγματος χάριν, η όση αντεξέταση προέκυψε (στις 10 και 18/10/2013) ως αποτέλεσμα της κατάθεσης του τεκμηρίου 12 σε σχέση με τη κατ' ισχυρισμό αποστολή των επιστολών τερματισμού προς τις εναγόμενες. Καθώς, για διάφορους λόγους ο κος. Σάββα του υπέβαλε πως δεν στάλθηκαν καθόλου επιστολές τερματισμού προς τις εναγόμενες και κατ΄ επέκταση πως "δεν έγινε η δέουσα ειδοποίηση".
  88. Ούτε και είναι δυνατό να αγνοηθεί η εύλογα πιθανή αντίδραση του Μ. Ε. 1 ως προς τον τρόπο με τον οποίο, παρά και τις παρεμβάσεις του Δικαστηρίου, αρκετός δικαστικός χρόνος αναλωνόταν σε μία προσπάθεια προώθησης ερωτήσεων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων αναφορικά με θέματα για τα οποία ο ίδιος ο μάρτυρας δεν κρινόταν ως αρμόδιος από το Δικαστήριο. Παραδείγματος χάριν, σχεδόν ολόκληρη η δικάσιμος ημερομηνίας 18/10/
  89. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο συγκεκριμένος τρόπος αντεξέτασης να καθιστούσε τον μάρτυρα αυτό ακόμη πιο προσεχτικό και επιφυλακτικό σε σχέση με τις απαντήσεις του. Εντούτοις ο βασικότερος λόγος ως προς την οποιαδήποτε επιφυλακτικότητα του μάρτυρα αυτού διαπιστώνεται να ήταν η ίδια η προσέγγιση του ως προς τον ρόλο του ως μάρτυρας σε μία ακροαματική διαδικασία όπου εμφανώς ο ίδιος θεωρούσε πως το κύριο καθήκον του ήταν η προώθηση και απόδειξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας, όπως βεβαίως ο ίδιος τα αντιλαμβανόταν.
  90. Καθότι η οποιαδήποτε εύλογα αναμενόμενη στάση επιφύλαξης από αυτό τον μάρτυρα αναφορικά με το περιεχόμενο των απαντήσεων του δεν δικαιολογεί την οποιαδήποτε υπεκφυγή στις απαντήσεις του όπως αυτή διαπιστώνεται να υπήρχε σε σχέση με ορισμένα θέματα. Υπεκφυγή η οποία μάλιστα χαρακτηριζόταν και από ένα εντυπωσιακά αυθαίρετα ανεπίτρεπτο καθορισμό από τον ίδιο τον μάρτυρα ως προς το τι ήταν και τι δεν ήταν σχετικό σε σχέση με την εκδίκαση της αγωγής.
  91. Παραδείγματος χάριν, στις 22/10/2013, ερωτήθηκε εάν πριν από τις 26/7/2000 και συγκεκριμένα κατά το έτος 1998 υπήρχε τρεχούμενος λογαριασμός. Απάντησε ως εξής. Πως υπήρχαν άλλοι λογαριασμοί ανοικτοί οι οποίοι δεν έχουν σχέση με την παρούσα διαδικασία. Μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου και νέα ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων δέχτηκε πως υπήρχε τρεχούμενος λογαριασμός το
  92. Εντούτοις και πάλι όταν του υποδείχτηκαν κάποια έγγραφα τα οποία στη συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήρια προώθησε τη θέση πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε σχέση με τον αριθμό του λογαριασμού για τον οποίο διεξαγόταν η δίκη. Ουσιαστικά ο όλος τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός αντιμετώπισε το όλο θέμα, εμμένοντας στη θέση πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν αφορούσε τη παρούσα διαδικασία, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό το οποίο επεδίωκε με τις απαντήσεις του ή ουσιαστικά τις τοποθετήσεις του ως προς το ότι ο λογαριασμός του 1998 δεν είχε σχέση με την αγωγή.
  93. Βεβαίως, όπως θα φανεί και πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης, κάθε άλλο παρά είναι δυνατό να κριθεί πως ο λογαριασμός του 1998 δεν έχει σχέση με την αγωγή. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και την επιδίωξη της ίδιας της ενάγουσας να βασίσει την αξίωση της και σε έγγραφο εγγύησης του ίδιου έτους (τεκμήριο 4). Εκτός από την αναφορά και στο δικόγραφο των εναγομένων έχει παρουσιαστεί βεβαίως και μαρτυρία σε σχέση με τον λογαριασμό του
  94. Πέραν και του αυτονόητου δεδομένου πως τα επίδικα θέματα δεν καθορίζονται από τους μάρτυρες αλλά από τα δικόγραφα μία επιπρόσθετη παρατήρηση αναφορικά με την όλη προσέγγιση του Μ. Ε. 1 ως προς το ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν αφορούσε τη παρούσα διαδικασία είναι πως αυτή βασιζόταν σε μία εκ πρώτης όψεως λανθασμένη αντίληψη. Ότι δηλαδή επίδικο θέμα ήταν ο λογαριασμός και όχι γενικά η συμβατική σχέση μεταξύ της εναγομένης 1 και της ενάγουσας και κατ΄ επέκταση βεβαίως και με τις υπόλοιπες εναγόμενες ως εγγυήτριες για την πίστωση την οποία η ενάγουσα παρείχε προς την εναγόμενη
  95. Βεβαίως όπως εν τέλει διαπιστώνεται από το Δικαστήριο αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα η αντίληψη αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα μίας λάνθασμένης προσέγγισης του μάρτυρα αλλά μίας σκοπίμως επιλεγμένης τακτικής προς προώθηση της αξίωσης της ενάγουσας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντοπίζεται εντός διαφόρων απαντήσεων του Μ. Ε.
  96. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση η οποία δόθηκε στις 22/10/2013 όταν μετά που ερωτήθηκε εάν συμφωνούσε ότι όταν οι εγγυήτριες κλήθηκαν να υπογράψουν την εγγύηση του 1998 (τεκμήριο 4) εγγυήθηκαν τον υφιστάμενο τότε λογαριασμό του 1998 και στη συνέχεια ερωτήθηκε κατά πόσο υπήρξε κάποια αίτηση για να ανοιχτεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός. Δήλωσε τότε πως ο κος. Σάββα τον ερωτούσε "...για κάποια πράγματα τα οποία έχω δηλώσει από την αρχή για να είμαι σωστός στο Δικαστήριο δεν μπορώ να τα απαντήσω δεν αφορούν την παρούσα και ως εκ τούτου προτιμώ να μην πω κάτι το οποίο να μην είναι και σωστό".
  97. Λογικά όμως θα αναμενόταν από το Δικαστήριο πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας, κατά την ετοιμασία της παρουσίασης του ως ο πιο βασικός μάρτυρας για την απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας και αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε είχε μελετήσει και τον φάκελο της αγωγής, θα έπρεπε να ήταν έτοιμος να αναφερθεί όχι αποκλειστικά και μόνο σε ένα από τους λογαριασμούς της εναγομένης 1 αλλά γενικότερα στην όλη συμβατική σχέση τόσο της εναγομένης 1 όσο και των υπολοίπων εναγομένων με την ενάγουσα αναμφίβολα λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως και τους ισχυρισμούς εντός του δικογράφου των εναγομένων.
  98. Επιπλέον οι αναφορές του Μ. Ε. 1 ως προς το ότι ο ίδιος πρώτη φορά έβλεπε την κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως μέρος του τεκμηρίου 20 κάθε άλλο παρά πείθουν το Δικαστήριο ως ειλικρινείς, διατηρώντας υπόψη τα όσα ο ίδιος είχε προηγουμένως αναφέρει, στις 3/10/2013, σε σχέση με την ενημέρωση της οποίας είχε τύχει αναφορικά με την υπόθεση. Ότι δηλαδή είχε στη κατοχή του όλους τους φακέλους οι οποίοι αφορούσαν την αγωγή και πως ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να παρουσιάσει την υπόθεση της ενάγουσας. Μάλιστα στη γραπτή δήλωση του (παράγραφος 1) ισχυρίζεται πως είναι "...ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της εναγομένης 1..." και πως στον ίδιο είχε "...ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού της εναγομένης 1 τα έγγραφα του οποίου έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου..." ενώ στη παράγραφο 3 ισχυρίζεται πως ο "...τρεχούμενος λογαριασμός της εναγομένης 1 προϋπήρχε της εγγράφου συμφωνίας ημερ.26.7.2000..." και πως συγκεκριμένα "...ανοίχθηκε περί τα μέσα του έτους 1999 όπου η εναγόμενη 1 δεν είχε όριο στον τρεχούμενο λογ/μο της..." ο οποίος "...εξασφαλίζετο από την προσωπική απεριόριστη εγγύηση των εναγομένων 2, 3, 4 και 5..." οι οποίες "...υπέγραψαν στις 11.8.1998 έγγραφο εγγύησης...".
  99. Διατηρώντας υπόψη αυτούς τους ισχυρισμούς του ίδιου του μάρτυρα στο σύνολο τους , ανεξάρτητα και από το κατά πόσο όντως ευσταθούν, τότε εύλογα θα αναμενόταν όπως ο Μ. Ε. 1 να γνώριζε και την ύπαρξη του λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε το 1998 και όχι να προσπαθούσε να καταφύγει σε δηλώσεις άγνοιας αναφορικά με οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό από αυτόν τον οποίο η αγωγή - σύμφωνα με τη δική του θέση - αφορούσε. Δεν πείθεται δηλαδή το Δικαστήριο πως ένας μάρτυρας όπως ο Μ. Ε. 1 με το εμφανώς ψηλό επίπεδο ευφυϊας και τη μακρόχρονη πείρα του ως τραπεζικός υπάλληλος δεν διερωτήθηκε πως είναι δυνατό να υπήρχε η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 δίχως αυτή να συνδέεται με κάποιας μορφής τραπεζική διευκόλυνση η οποία να είχε δοθεί κατά την ίδια χρονική περίοδο. Μάλιστα η πρώτη αναφορά εντός του τεκμηρίου 4 ως προς τη συμφωνία παροχής στην εναγόμενη 1 είναι για "...δάνεια σε Τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό..." με αναφορά βεβαίως στη συνέχεια και σε παροχή άλλης μορφής τραπεζικών διευκολύνσεων. Αλλά βεβαίως αυτό είναι ένα θέμα, η μορφή δηλαδή της συγκεκριμένης τραπεζικής διευκόλυνσης η οποία είχε παρασχεθεί προς την εναγόμενη 1, το οποίο εύλογα θα ανέμενε το Δικαστήριο ο Μ. Ε. 1 να διερευνούσε και αντιλαμβανόταν δίχως οποιαδήποτε ιδιαίτερη δυσκολία.
  100. Ασφαλώς δεν αποτελεί ρόλο του οποιουδήποτε μάρτυρα ο καθορισμός των επίδικων θεμάτων όσο ευφυής και δυναμικός αυτός να είναι ως μάρτυρας. Όπως και στη περίπτωση του Μ. Ε.
  101. Ανεξάρτητα και από την δεκαετή πείρα του συγκεκριμένου ατόμου ως μάρτυρας σε Δικαστήρια. Πείρα στην οποία ο ίδιος αναφέρθηκε στις 10/10/2013[4]. Επαναλαμβάνω πως τα επίδικα θέματα σε μία δίκη καθορίζονται από τα δικόγραφα και όχι από τους μάρτυρες.
  102. Σαφώς ο μάρτυρας αυτός ήταν προκατειλημμένος όταν κατέθετε σε σχέση με οτιδήποτε το οποίο - όπως ο ίδιος έκρινε βάσει της δικής του εμφανώς υπαλληλικής λογικής - θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να παραβλάψει τα συμφέροντα της εργοδότριας του υπό την έννοια βεβαίως η αγωγή να μην είχε μία όσο το δυνατό πιο επιτυχή κατάληξη για την ενάγουσα.
  103. Παραδείγματος χάριν, όταν τέθηκε ενώπιον του το τεκμήριο 21, στις 22/10/2013, ερωτήθηκε εάν εντός αυτού αναφέρεται πως ο λογαριασμός έκλεισε. Ομολογουμένως ο μάρτυρας αυτός είχε ερωτηθεί προηγουμένως για το ίδιο θέμα σε σχέση όμως με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  104. Εντούτοις ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε μετά που είχαν τεθεί ενώπιον του και τα δύο αυτά τεκμήρια, σαφώς υποδήλωνε πως προσπαθούσε να μειώσει τη σημασία της αναφοράς η οποία όντως υπάρχει επί του τεκμηρίου 21 (δηλαδή, η φράση "Account Closed"). Ή ακόμη και της λέξης "Close" (εντός της φράσης, "CHARGE INTER-CLOSE") επί του τεκμηρίου 20 (κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 29/1/1999).
  105. Σε σχέση με το τελευταίο απάντησε πως αυτό είναι οι τόκοι από την 1/1/1999 μέχρι 14/1/1999, πως εξοφλήθηκε ένα ποσό και το υπόλοιπο δείχνει μηδέν. Έχοντας υπόψη και την αναφορά στη περιγραφή στο τεκμήριο 20 στη κατάσταση ημερομηνίας 29/1/1999 (δηλαδή, "CHARGE INTER-CLOSE") δεν αποκλείεται η απάντηση να είναι ορθή ως προς τη διασύνδεση του υπολογισμού του τόκου με τη συγκεκριμένη πληρωμή και χρονική περίοδο. Εντούτοις παράλληλα αυτό δεν αποκλείει και μία γενικότερη έννοια ως προς τη χρήση της λέξης "close".
  106. Ιδιαίτερα δε εάν ληφθεί υπόψη ακόμη και αυτό στο οποίο ο ίδιος ο μάρτυρας είχε αναφερθεί. Καθότι προκύπτει το εξής εύλογο ερώτημα. Ποιος διαφορετικά θα ήταν ο λόγος είτε ένας πελάτης της τράπεζας είτε κάποιος ο οποίος εκπροσωπούσε αυτό τον πελάτη να είχε ζητησεί να υπολογιστεί ο τόκος για μία περίοδο 14 ημερών από την έναρξη του ημερολογιακού έτους και στη συνέχεια αυτός να πληρωθεί αυθημερόν; Με το υπόλοιπο πλέον να είναι μηδέν.
  107. Ιδιαίτερα δε εάν ληφθεί υπόψη πως σύμφωνα και με την αμέσως προηγούμενη κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 31/12/1998 υπάρχει μία χρέωση τόκου στις 31/12/1998 για το ποσό των £218,29 η οποία προφανώς θα κάλυπτε μία μεγαλύτερη χρονική περίοδο προς το τέλος του έτους. Δηλαδή, λογικά, ποιος πελάτης θα ζητούσε, είτε ο ίδιος είτε δια μέσω κάποιου εκπροσώπου του, δεκατέσσερις μέρες μετά και από τη λήξη του προηγούμενου έτους να υπολογιστεί ο τόκος των δεκατεσσάρων αυτών ημερών και στη συνέχεια να κατέβαλε ακριβώς και αυτό το ποσό εάν δεν είχε υπόψη του αυτό το οποίο ο κος. Σάββα εισηγήθηκε; Την εξόφληση δηλαδή του οποιουδήποτε υπολοίπου και κατ΄ επέκταση το κλείσιμο ή τουλάχιστον με πρόθεση το κλείσιμο του λογαριασμού. Βεβαίως ως προς το ερώτημα κατά πόσο ο λογαριασμός του 1998 όντως έκλεισε με τη συγκεκριμένη πληρωμή εντοπίζεται και ένα άλλο στοιχείο από το Δικαστήριο το οποίο σχολιάζεται πιο κάτω. Το γεγονός δηλαδή πως αντί να λειτουργήσει και πάλι ο λογαριασμός του 1998 (επισημαίνω πως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την ενάγουσα σύμφωνα με την οποία ο λογαριασμός του 1998 να είχε οποιαδήποτε κίνηση μετά από την 14/1/1999) πλέον λειτουργούσε ένας νέος λογαριασμός της εναγομένης 1 με την ενάγουσα με πρώτη ημερομηνία κίνησης αυτή της 3/5/
  108. Θεωρώ, προς καλύτερη αιτιολόγηση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1, πως αξίζει να αναφερθεί εντός αυτής της απόφασης με περισσότερη λεπτομέρεια ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στις 22/10/2013 όταν υποδείχτηκαν σε αυτόν τα έγγραφα τα οποία στη συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήρια 20 και
  109. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Οι απαντήσεις του μάρτυρα είναι ιδιαίτερα ενδεικτικές ως προς την όλη έλλειψη διάθεσης του να καταθέσει με πλήρη ειλικρίνεια αναφορικά με θέματα τα οποία ο ίδιος - σύμφωνα με τη δική του λογική ή τακτική - έκρινε πως δεν είχαν σχέση με την εκδίκαση της αγωγής. Πραγματικά θεωρώ πως δεν ήταν καθόλου τυχαίος ο καθορισμός από τον συγκεκριμένο μάρτυρα ως προς το τι ήταν ή δεν ήταν σχετικό με την εκδίκαση της αγωγής. Ο μάρτυρας αυτός είχε ως στόχο να δώσει έμφαση σε στοιχεία τα οποία θεωρούσε ευνοϊκά προς προώθηση και απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας ενώ παράλληλα να παρακάμψει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίθετο με την όλη εκδοχή της ενάγουσας.
  110. Αυτό το οποίο χαρακτηρίζει αυτό το μέρος της προφορικής κατάθεσης του είναι η όλη εκπληκτική προσπάθεια του η ακροαματική διαδικασία να περιοριστεί έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα προωθούσαν - σύμφωνα με τη δική του σαφώς εκδηλωμένη αντίληψη των πραγμάτων - την απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Σε μεγάλο βαθμό ο μάρτυρας αυτός κατέθετε ωσάν να μην υπήρχε αντίδικος ενώ μοναδικό του καθήκον και υποχρέωση να ήταν να αποδείξει μία αξίωση ερήμην του αντιδίκου. Ενώ όφειλε να ήταν σε θέση να αντιμετώπιζε όχι μόνο την ύπαρξη αντιδίκου αλλά και το ενδεχόμενο της προβολής μίας διαφορετικής εκδοχής από αυτή της ενάγουσας. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή πως ο μάρτυρας αυτός είχε γνώση του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής και συνεπώς του δικογράφου των εναγομένων.
  111. Χαρακτηριστικά υπενθυμίζω πως στις 22/10/2013 όταν ο μάρτυρας ερωτήθηκε αναφορικά με την ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού το 1998 (βλ. σχετικά τη παράγραφο 62 αυτής της απόφασης) χρειάστηκε κάποια επιμονή του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων έτσι ώστε να δεχτεί πως όντως υπήρχε τέτοιος λογαριασμός ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να υποβαθμίσει την οποιαδήποτε σημασία του υποδεικνύοντας (όταν του επέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων τα έγγραφα τα οποία στη συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήριο 20) πως ο αριθμός του λογαριασμού που αναγράφεται "...δεν έχει καμία σχέση με τον αριθμό τον οποίο επιδικάζουμε σήμερα...". Η όλη στάση του μάρτυρα αποκαλύπτεται από την απάντηση του όταν ερωτήθηκε σε σχέση με τα έγγραφα του λογαριασμού ο οποίος άρχιζε 7/8/1998 και κατέληγε στις 14/1/1999 με παράλληλη αναφορά του κου. Σάββα πως αυτά αφορούσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης
  112. Απάντησε χαρακτηριστικά ως εξής. "Με μία διαφορά ... δεν αφορά την παρούσα διαδικασία και ως εκ τούτου δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω οποιαδήποτε ερώτηση που υποβάλλετε για σχετικά έγγραφα, γιατί δεν είναι της παρούσας διαδικασίας, ούτε έχω στην κατοχή μου τα έντυπα τα οποία κρατάτε εσείς σήμερα ούτε μπορώ να γνωρίζω, το περιεχόμενο είναι εκτός της αγωγής αυτής. Το ότι υπήρχε άλλος λογαριασμός διαφαίνεται από τα έγγραφα τα οποία έχετε εσείς στην κατοχή σας [δηλαδή, αυτά τα οποία του επέδειξε ο κος. Σάββα] αλλά δεν αφορούν στην παρούσα διαδικασία." Ενδιαφέρουν οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν στη συνέχεια, μετά και από απόρριψη ένστασης ως προς τη κατάθεση των συγκεκριμένων τεκμηρίων. Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου σαφώς ήταν να αποδείξει το κλείσιμο του συγκεκριμένου λογαριασμού. Καθότι όπως ο ίδιος θα εισηγείτο στο Δικαστήριο το κλείσιμο του αποδείκνυε και τον τερματισμό της εγγύησης του
  113. Το θέμα αυτό βεβαίως εξετάζεται πιο κάτω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της αγωγής.
  114. Κατ΄ αρχάς ο Μ. Ε. 1 ισχυρίστηκε πως για πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο
  115. Βεβαίως δεν είναι αυτό το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την αξιολόγηση των ισχυρισμών του μάρτυρα αυτού αναφορικά με τα τεκμήρια 20 και
  116. Όμως διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως ήταν δυνατό ο μάρτυρας αυτός να ισχυριζόταν πως είχε τόση επαρκή γνώση του επίδικου έστω λογαριασμού και να μην είχε υπόψη του το γεγονός πως σε σχέση με την εναγόμενη 1 προϋπήρχε αρχικά άλλος λογαριασμός. Ή κατά πόσο ακόμη όντως δεν είχε την ευκαιρία και στο παρελθόν να είχε εξετάσει παρόμοιες καταστάσεις του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ή ακόμη πως ήταν δυνατό να γνωρίζει μεν για την εγγύηση του 1998 και όχι για τον τρεχούμενο λογαριασμό του
  117. Έστω όμως και να θεωρηθεί ως δεδομένο πως ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής πως για πρώτη φορά έβλεπε εκτυπώσεις των καταστάσεων του συγκεκριμένου λογαριασμού. Διερωτάται και πάλι το Δικαστήριο πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ικανοποιητική τότε η έρευνα την οποία ο ίδιος διεξήγαγε αναφορικά με τα επίδικα θέματα κατά την προετοιμασία του να καταθέσει ως μάρτυρας. Έτσι ώστε δηλαδή να ήταν σε θέση πραγματικά να διαφωτίσει ανάλογα το Δικαστήριο με ειλικρίνεια αναφορικά με τη πραγματικότητα σε σχέση με τη γενικότερη συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 ή και των υπολοίπων εναγομένων.
  118. Δηλαδή, όπως και να ιδωθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα αυτού ως προς το ότι για πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο 20, ή έγγραφο με ουσιαστικά παρόμοιο περιεχόμενο, αυτό αντανακλά αρνητικά όχι μόνο στην αναμενόμενη πληρότητα της μαρτυρίας του αλλά και στην αξιοπιστία του ως επίσης βεβαίως στο βαθμό στον οποίο εν τέλει παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής. Έτσι βεβαίως ώστε στη συνέχεια να οδηγηθεί και σε ορθά συμπεράσματα αναφορικά με τη νομική πτυχή της. Τονίζω πως όσο εκτεταμένη και να είναι αυτή η αξιολόγηση της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα αυτό κρίνεται αναγκαίο. Καθότι θεωρώ πως ο Μ. Ε. 1 είναι ο βασικότερος μάρτυρας τον οποίο η ενάγουσα παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της.
  119. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης το εξής. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Μ. Ε. 1 πως για πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο
  120. Υπενθυμίζω πως η εναγόμενη 4 είχε προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 2/11/
  121. Δηλαδή, περίπου 3 χρόνια προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής. Μεταξύ των εγγράφων τα οποία ορκίζεται η εναγόμενη 4 πως ήταν στη κατοχή ή έλεγχο των εναγομένων είναι τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήριο 20 και τεκμήριο
  122. Η περιγραφή δε των συγκεκριμένων τεκμηρίων είναι επαρκώς λεπτομερής έτσι ώστε εύλογα να καθίσταται εφικτή η προτεινόμενη σημασία τους σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς εντός του δικογράφου των εναγομένων στην υφιστάμενη μορφή του κατά την ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων.
  123. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί είτε ως συνειδητή επιλογή είτε ως παράλειψη της ενάγουσας να μην είχε ζητήσει επιθεώρηση των συγκεκριμένων εγγράφων. Έγγραφα βεβαίως τα οποία εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε στη περίπτωση του τεκμηρίου 20 η ίδια να εκτυπώσει (όπως δηλαδή έπραξε με τη κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 6 - βλ. σχετικά τη παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του Μ. Ε. 1) ενώ στη περίπτωση του τεκμηρίου 21 προφανώς το πρωτότυπο του ή τουλάχιστον διπλότυπο αντίγραφο του θα έπρεπε επίσης να βρισκόταν στη κατοχή της. Αυτό το οποίο δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη είναι πως η ενάγουσα αλλά κυρίως ο βασικότερος της μάρτυρας είχε έγκαιρα την ευκαιρία να είχε δει τα συγκεκριμένα έγγραφα προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας αλλά δεν το έπραξε. Παράλληλα δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να είχαν όντως εξεταστεί τα συγκεκριμένα έγγραφα και συνειδητά και πάλι να θεωρήθηκε πως σε περίπτωση παρουσίασης τους κατά την ακροαματική διαδικασία η θέση της ενάγουσας θα ήταν πως αυτά ήταν άσχετα με την αγωγή και δεν θα έπρεπε καν να γίνουν δεκτά ως τεκμήρια. Όπως και να έχει η πραγματικότητα θεωρώ πως και αυτά τα δεδομένα εντάσσονται στην όλη προσπάθεια της ενάγουσας δια μέσω της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 να υποβαθμίσει, κατά την ακροαματική διαδικασία, την οποιαδήποτε πιθανή σημασία των συγκεκριμένων τεκμηρίων.
  124. Μάλιστα αντί να ζητήσει η ενάγουσα επιθεώρηση των εγγράφων δόθηκε κατ΄ αρχάς ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση από τις εναγόμενες ενώ στη συνέχεια στις 16/12/2010 καταχωρήθηκε και αίτηση προφανώς καθότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στην ειδοποίηση. Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτό το δικονομικό διάβημα το εξής. Η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε από τις εναγόμενες συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης επί της οποίας επισυνάπτεται η επίμαχη σελίδα από το τεκμήριο
  125. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Μ. Ε. 1 πως γνώριζε καλά τα γεγονότα "...της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από πληροφοριές που υπάρχουν μέσα σε αυτόν..." (παράγραφος 1 της γραπτής δήλωσης) και παράλληλα να ισχυρίζεται στην ακροαματική διαδικασία πως πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο 20 ή τουλάχιστον τη συγκεκριμένη σελίδα. Έστω και να αναφερόταν σε άλλο φάκελο από αυτό της αγωγής λογικά θα αναμενόταν να είχε ενημερωθεί σχετικά ο Μ. Ε. 1 από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Σε σχέση δηλαδή με τα έγγραφα τα οποία είχαν αποκαλύψει οι εναγόμενες. Ενώ υπενθυμίζω πως κατά τη πρώτη δικάσιμο στις 3/10/2013 ο Μ. Ε. 1 ανέφερε πως είχε στη κατοχή του όλους τους φακέλους που αφορούν τη παρούσα αγωγή. Το γεγονός της απόσυρσης άνευ βλάβης της αίτησης ημερομηνίας 16/12/2010 στις 18/6/2012 δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου.
  126. Επιστρέφοντας στα όσα ανέφερε σχετικά επί του συγκεκριμένου θέματος ο Μ. Ε. 1 παρατηρώ τα ακόλουθα.
  127. Έχοντας ισχυριστεί πως για πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο 20 ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε - όπως ισχυρίστηκε - βάσει της μακρόχρονης του πείρας ως τραπεζικός υπάλληλος, να δώσει μία γενικότερη ερμηνεία του περιεχομένου του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις. Αυτό το οποίο καθίσταται σαφές είναι πως ο μάρτυρας αυτός, βάσει τόσο της εμφανούς ευφυΐας του όσο και της δεκαετούς εμπειρίας του ως μάρτυρας σε Δικαστήρια, σταθερά προσπαθούσε να ανατρέψει τη προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων να αποδείξει πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε κλείσει.
  128. Μάλιστα σε σημείο που να μην αφήνει καν ανοιχτό το ενδεχόμενο όντως ο συγκεκριμένος λογαριασμός να είχε κλείσει. Η θέση του παρέμεινε ανένδοτη ως προς το ότι δεν είχε κλείσει ανεξάρτητα και του γεγονότος πως δεν ισχυριζόταν καν πως είχε άμεση γνώση επί του προκειμένου. Συμπέρασμα δηλαδή στο οποίο κατ' ισχυρισμό κατέληγε έχοντας ως βάση - όπως ο ίδιος ισχυριζόταν - μόνο τα όσα στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του και τα οποία, σύμφωνα και πάλι με τους δικούς του ισχυρισμούς, για πρώτη φορά έβλεπε.
  129. Μάλιστα τα στοιχεία αυτά ακόμη και εκ πρώτης όψεως καταδείκνυαν ακριβώς το αντίθετο. Εντούτοις δίχως παράλληλα να έχει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία υπόψη του και βασιζόμενος στις δικές του υποθέσεις αναφορικά με το όλο θέμα κατέληγε στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε.
  130. Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός πως η αντεξέταση του δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τη δικάσιμο στην οποία προέκυψε το συγκεκριμένο θέμα. Συνεπώς είχε και την ευχέρεια είτε ο ίδιος να είχε παρουσιάσει - είτε η ενάγουσα δια μέσω άλλου μάρτυρα - σε οποιαδήποτε από τις επακόλουθες δικασίμους οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα τα οποία να επιβεβαιώνουν τα δικά του συμπεράσματα. Κάτι το οποίο όμως ούτε έπραξε ούτε και αποπειράθηκε να πράξει. Θεωρώ βάσει τόσο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε όσο και του τρόπου με τον οποίο ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέθετε πως ο πιο πιθανός λόγος γιατί αυτό δεν συνέβη είναι διότι αυτά δεν υπήρχαν έτσι ώστε όντως να είχαν παρουσιαστεί.
  131. Αναφέρεται μεν ο Μ. Ε. 1 στη πίστωση του λογαριασμού στις 14/1/1999 και στο ότι το υπόλοιπο είναι μηδέν όμως επισημαίνει πως δεν γράφει τίποτε πάνω στη κατάσταση πως είναι closed account. Απορρίπτοντας δηλαδή τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων πως ο λογαριασμός έχει κλείσει. Ενέμεινε πως πιο κάτω από το σημείο όπου αναφερόταν το μηδενικό υπόλοιπο δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο να αποδείκνυε πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε κλείσει ή εάν δεν είναι σε λειτουργία.
  132. Μεριμνούσε παράλληλα ο μάρτυρας να τονίζει πως τα όσα έλεγε ήταν εμπειρικά. Δηλαδή, από ότι ήταν σε θέση να καταλάβει από την κατάσταση λογαριασμού εφόσον, όπως ισχυριζόταν, πρώτη φορά την είχε στη κατοχή του και την έβλεπε.
  133. Ερωτήθηκε ευθέως μάλιστα ως προς τη σημασία της λέξης "close" επί του τεκμηρίου
  134. Η υπεκφυγή στην απάντηση του ήταν εμφανής. Απάντησε πως αν ο ίδιος (δηλαδή, εάν αυτός βρισκόταν στη θέση του πελάτη) και ήθελε το υπόλοιπο του να δείχνει μηδέν αυτή ήταν η διαδικασία την οποία θα έπρεπε να κάνει. Δηλαδή, να κατέθετε συγκεκριμένο ποσό. Πρόσθεσε όμως πως αν έκλεισε ο λογαριασμός δεν είχε κάτι (δηλαδή, επί του τεκμηρίου) το οποίο να υποδηλοί ότι έκλεισε ο λογαριασμός. Βεβαίως ανέφερε και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τη σύνδεση της συγκεκριμένης πληρωμής και τον υπολογισμό του τόκου έτσι ώστε το υπόλοιπο να είναι μηδέν.
  135. Ήταν σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης του που ο κος. Σάββα έδειξε στον μάρτυρα το έντυπο της ενάγουσας το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε ως τεκμήριο
  136. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα με την παρουσίαση αυτού του εγγράφου πως αυτό ήταν απόδειξη η οποία αφορούσε την εναγόμενη 1 και πως η σημασία του ποσού το οποίο αναφέρεται στις 14/1/1999 ήταν ότι αυτό πληρώθηκε για να κλείσει ο λογαριασμός.
  137. Αντί να απαντήσει ο μάρτυρας ερώτησε εάν αυτό γραφόταν στο έγγραφο το οποίο είχε μπροστά του. Μετά και από αποδοχή του εγγράφου ως τεκμήριο ο κος. Σάββα επανέλαβε τη θέση του ως προς το ότι το ποσό των £2.770,04 πληρώθηκε έτσι ώστε να κλείσει ο λογαριασμός. Δεν κρίνω σκόπιμο όπως επαναλάβω τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στην απάντηση του ή στις απαντήσεις οι οποίες ακολούθησαν. Σημασία έχει πως ανέφερε αρκετά τα οποία όμως συνοψίζονται ως εξής. Ενέμεινε στη θέση πως στη κατάσταση λογαριασμού δεν υποδεικνύεται πουθενά πως ο λογαριασμός έχει κλείσει. Ότι δηλαδή η όλη διαδικασία χρησιμοποιείται απλά πληροφοριακά της πράξης. Έβλεπε μεν το υπόλοιπο μηδέν αλλά όχι κάτι το οποίο να υποδηλώνει πως ο λογαριασμός είχε κλείσει. Η δε φράση "account closed", σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είχε οποιαδήποτε σημασία καθότι είναι περιγραφή το τι έκανε ο ταμίας. Ως μία πράξη δηλαδή στις 14/1/
  138. Προέβαλε και τη θέση πως ανεξάρτητα από το κατά πόσο η πελάτισσα είχε χρησιμοποιήσει το λογαριασμό η κατάσταση δεν δείχνει κάτι το οποίο να αποκλείει τη δυνατότητα ο λογαριασμός να είχε χρησιμοποιηθεί την αμέσως επόμενη ημερομηνία, δηλαδή στις 15/1/
  139. Βεβαίως ανέφερε σε σχέση με τις απαντήσεις του πως αυτή ήταν η εξήγηση την οποία ο ίδιος έδιδε εμπειρικά ως τραπεζικός υπάλληλος. Ερωτήθηκε ευθέως κατά πόσο ο ταμίας δεν δέσμευσε την τράπεζα πως ο λογαριασμός είχε κλείσει. Αρχικά απέφυγε να απαντήσει παραπέμποντας στα όσα είχε πει προηγουμένως. Εντούτοις, σε παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης του, απάντησε ευθέως πως ο ταμίας δεν δέσμευσε την τράπεζα ότι έκλεισε ο λογαριασμός προσθέτοντας πως απλά ο ταμίας έγραψε μία δικαιολογία εμμένοντας στη θέση ουσιαστικά πως δεν υπήρχε κάτι το οποίο να υποδεικνύει πως στις 15/1/1999 δεν θα μπορούσε να γίνει άλλη πράξη. Εν τέλει απέρριψε σχετική υποβολή ως προς το ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα είχε προηγουμένως αναφέρει.
  140. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του Μ. Ε. 1 επί του συγκεκριμένου σημείου ο μάρτυρας όχι μόνο δεν κρίνεται πειστικός αλλά ούτε και ειλικρινής. Η σαφής εντύπωση η οποία δημιουργείται τόσο από τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε όσο και από το περιεχόμενο των απαντήσεων του είναι πως προσπαθούσε να δώσει μία εξήγηση όσο το δυνατό πιο ευνοϊκή για την όλη υπόθεση της ενάγουσας όπως αυτή παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της. Όπως το Δικαστήριο διαπιστώνει τελικά στα ευρήματα του - λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής - δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση από αυτή την οποία ο κος. Σάββα υπέβαλε στο μάρτυρα. Ότι όντως δηλαδή με τη πληρωμή η οποία έγινε στις 14/1/1999 διενεργήθηκε μία τελική πράξη σκοπός και αποτέλεσμα της οποίας ήταν το κλείσιμο του λογαριασμού και πως ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης όντως ο λογαριασμός είχε κλείσει.
  141. Άλλωστε η ίδια η ενάγουσα είχε άφθονο χρόνο στη διάθεση της - δίχως όμως να το πράξει αυτό - να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία να αποδείκνυε πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός όντως είτε εξακολουθούσε να ήταν ενεργός με τη διενέργεια άλλων πράξεων είτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εάν η εναγόμενη 1 το επεδίωκε.
  142. Αντί αυτού περιορίστηκε στη παρουσίαση της μαρτυρίας σχετικά με τη λειτουργία του λογαριασμού του
  143. Εντούτοις εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Εάν όντως ήταν βάσιμα τα όσα ο Μ. Ε. 1 ισχυρίστηκε ως προς το ότι δεν εντόπιζε οτιδήποτε το οποίο να εμπόδιζε την εναγόμενη 1 από το να χρησιμοποιήσει από τις 15/1/1999 το λογαριασμό του
  144. Τότε γιατί σε χρονικό διάστημα περίπου 4 μηνών, στις 3/5/1999, άνοιξε άλλο λογαριασμό η εναγόμενη 1; Δηλαδή τον "επίδικο λογαριασμό" όπως τον αποκαλούσε ο Μ. Ε.
  145. Αρκεί μία απλή ματιά στη πρώτη κατάσταση λογαριασμού στη κάθε περίπτωση, δηλαδή του λογαριασμού του 1998 και του 1999, για να διαπιστωθεί η ομοιότητα των καταχωρήσεων κατά το άνοιγμα του κάθε λογαριασμού. Όπως η πρώτη καταχώρηση με περιγραφή "BALANCE B/F" και στις δύο περιπτώσεις. Ως επίσης και το υπόλοιπο, δηλαδή μηδέν και στις δύο περιπτώσεις. Ως επίσης επιπλέον και η περιγραφή "COST OF 01 CHQBKS" και η χρέωση στη κάθε περίπτωση του ποσού των £3,
  146. Σαφώς συνεπώς το άνοιγμα νέου λογαριασμού αποτελεί ενισχυτικό στοιχείο της θέσης των εναγομένων πως όντως ο λογαριασμός του 1998 είχε κλείσει και γι΄ αυτό στη συνέχεια ανοίχτηκε άλλος λογαριασμός αντί να συνεχίσει (σύμφωνα με τη θέση του Μ. Ε. 1) η λειτουργία του λογαριασμού του
  147. Αυτό το οποίο όμως χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα εκπληκτικό είναι το γεγονός πως ο ίδιος ο Μ. Ε. 1 κατά τη δικάσιμο της 1/11/2013 αναφέρθηκε στον λογαριασμό η κατάσταση του οποίου απεικονίζεται επί του τεκμηρίου 20 ως ο λογαριασμός "...που έκλεισε το 99...". Απαντούσε σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης του ο Μ. Ε. 1 αφού πρώτα είχε εξηγήσει πως προϋπήρχε η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 ως επίσης ότι προϋπήρχε ο λογαριασμός (δηλαδή, του 1998) ο οποίος δηλαδή έκλεισε μεν το 1999 αλλά συνέχισε η εγγύηση να εξασφαλίζει το νέο λογαριασμό. Περισσότερο εκπληκτικό, διατηρώντας υπόψη και την αντεξέταση η οποία είχε προηγηθεί 10 ημέρες προηγουμένως είναι το γεγονός πως παρά και τη ρητή αυτή - έστω και ενδεχομένως άθελη ή αφηρημένη - παραδοχή ο κος. Σάββα δεν αντέδρασε καθόλου σε σχέση με την απάντηση του μάρτυρα.
  148. Ένα άλλο σημείο το οποίο ο κος. Σάββα επεδίωξε διά μέσω του Μ. Ε. 1 να προωθήσει ήταν η σύνδεση της εγγύησης ημερομηνίας 11/8/1998 (τεκμήριο 4) με τον τρεχούμενο λογαριασμό του
  149. Από άποψης της χρονικής πτυχής της κρίνεται ως λογική η θέση η οποία υποβλήθηκε προς τον Μ. Ε.
  150. Η οποία βασιζόταν στον εξής συλλογισμό. Ο τρεχούμενος λογαριασμός του 1998, σύμφωνα με το τεκμήριο 20, έχει ως πρώτη ημερομηνία λειτουργίας του την 7/8/
  151. Συνεπώς, όπως υποβλήθηκε, η επίδικη εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998, η οποία υπογράφηκε μερικές μέρες αργότερα, σκοπό είχε την εξασφάλιση της πληρωμής του συγκεκριμένου λογαριασμού ο οποίος μόλις είχε ανοιχθεί.
  152. Λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο ο μάρτυρας αρχικά τουλάχιστον να συμφωνούσε με τη θέση η οποία υποβαλλόταν σε αυτόν ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε διευκρίνιση ή εξήγηση την οποία ο ίδιος θα επιθυμούσε στη συνέχεια να προσθέσει. Αντί αυτού όμως ο Μ. Ε. 1 απάντησε ευθέως με απορριπτικό τρόπο. Με αναφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου εγγυήσεως.
  153. Οφείλω να διευκρινίσω επί του συγκεκριμένου σημείου πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το μέρος της απόφασης το κατά πόσο ευσταθούν τα όσα ο Μ. Ε. 1 ανέφερε αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  154. Περισσότερη σημασία έχει η άμεση και αρνητική του τοποθέτηση ως επίσης και η παράλληλη διάθεση και επιδίωξη του να επιχειρηματολογήσει ουσιαστικά με αναφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου.
  155. Κατ΄ αρχάς απέρριψε την υποβολή προσθέτοντας στη συνέχεια πως απλά θα αναφέρει πως το έγγραφο εγγύησης είναι ξεκάθαρο. Μάλιστα αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες παραγράφους του εγγράφου (2 και 3) υποδεικνύοντας πως οι εγγυήσεις είναι για τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης ως η πρωτοφειλέτρια. Επεδείκνυε δηλαδή διάθεση ο μάρτυρας να επιχειρηματολογήσει παρά να απαντήσει μία απλή ερώτηση. Βεβαίως δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα ο οποίος καταθέτει αναφορικά με γεγονότα να εκφράσει την οποιαδήποτε άποψη, πόσο μάλλον μάλιστα να αναπτύσσει μία νομική γνωμάτευση αναφορικά με τους οποιουσδήποτε όρους ενός εγγράφου.
  156. Έχοντας αναφερθεί πρώτα στους συγκεκριμένους όρους του εγγράφου στη συνέχεια ο Μ. Ε. 1 ανέπτυξε τη δική του θεωρία ως προς το ερώτημα το οποίο είχε υποβληθεί στον ίδιο. Χαρακτηριστικά πρόσθεσε πως ως εκ τούτου η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/98 δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο λογαριασμό αλλά όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας προς την τράπεζα. Βεβαίως σε κάποιο βαθμό άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αφορά η εγγύηση και τον λογαριασμό του
  157. Υπενθυμίζω όμως πως η υποβολή η οποία είχε τεθεί στο Μ. Ε. 1 ήταν πολύ πιο απλή. Υποβλήθηκε πως η εγγύηση υπογράφηκε για εξασφάλιση της πληρωμής του λογαριασμού ο οποίος είχε μόλις ανοιχθεί. Ούτε καν είχε υποβληθεί προς τον μάρτυρα πως η εγγύηση αφορούσε αποκλειστικά το συγκεκριμένο λογαριασμό. Ουσιαστικά η υποβολή είχε σχέση με τη χρονική διασύνδεση της υπογραφής της εγγύησης ημερομηνίας 11/8/98 με τον λογαριασμό του
  158. Έσπευσε όμως, με χαρακτηριστικό τρόπο, ο Μ. Ε. 1 όπως απαντήσει ακόμη και σε σχέση με θέση η οποία αν και δεν είχε ακόμη υποβληθεί προς αυτόν, εμπειρικά ο ίδιος προέβλεπε πως θα του υποβαλλόταν. Πραγματικά όσο και να είναι δυνατό να παρέχεται κάποια εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με επιχειρηματολογία και παράλληλα προσπαθώντας να προβλέψει την επόμενη ερώτηση αυτό δεν σημαίνει πως είναι δυνατό να αγνοηθεί η παράλειψη του ουσιαστικά να τοποθετηθεί ευθέως και δίχως περιστροφές ως προς τη συγκεκριμένη απλή υποβολή. Όπως δηλαδή αυτή είχε τεθεί σε αυτόν και όχι όπως αυτός ανέμενε στη συνέχεια να εξελιχθεί. Έχει σημασία δηλαδή η αρνητική αμεσότητα αλλά και η διατήρηση της υπεκφυγής η οποία διαπιστώνεται ως προς τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε.
  159. Βεβαίως στη συνέχεια όταν ερωτήθηκε κατά πόσο η τράπεζα κάλεσε τις εναγόμενες να υπογράψουν χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε προς εγγύηση υποχρεώθηκε ουσιαστικά να παραδεχτεί αυτό το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είχε δεχτεί και στην αμέσως προηγούμενη απάντηση του. Ότι δηλαδή - όπως ο ίδιος ανέφερε - το τεκμήριο 4 ετοιμάστηκε για τη παραχώρηση του τρεχούμενου λογαριασμού με προσωπικές εγγυήσεις προσθέτοντας πως αυτή είναι μία σύνηθης μέθοδος που ακολουθείται από την τράπεζα.
  160. Εντούτοις δεν παρέλειψε να ολοκληρώσει την απάντηση του με την εξής αναφορά. Πως οι προσωπικές εγγυήσεις ημερομηνίας 11/8/98 εγγυούνταν "μάλλον" την τράπεζα για τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης
  161. Στη συνέχεια παρά και τις οποιεσδήποτε απαντήσεις του με τις οποίες δεχόταν ότι ο λογαριασμός ο οποίος υπήρχε κατά την 11/8/98 (ημερομηνία υπογραφής της εγγύησης) ήταν ο λογαριασμός του 1998 εντούτοις ενέμεινε σταθερά στη θέση πως η συγκεκριμένη εγγύηση εξασφάλιζε και τους μελλοντικούς λογαριασμούς της εναγομένης 1 και συγκεκριμένα τον λογαριασμό ο οποίος ανοίχτηκε στις 3/5/
  162. Θεώρησε ως "ξεκάθαρο" πως η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/98 εξασφάλιζε με εγγυήσεις προσωπικές όλους τους λογαριασμούς της εναγομένης 1 για παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις, προσθέτοντας επίσης πως δεν έκαναν έγγραφα εγγύησης ξεχωριστά για τον κάθε λογαριασμό. Περιγράφοντας αυτή τη τακτική ως σύνηθη εφόσον η τράπεζα νοιώθει ότι είναι εξασφαλισμένη με το έγγραφο εγγυήσεως το οποίο έχει στη κατοχή της.
  163. Βεβαίως οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις του μάρτυρα αντανακλούν την όλη επιχειρηματολογία της κας. Μαυρικίου μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Εύλογα προκύπτουν όμως ορισμένα ερωτήματα διατηρώντας υπόψη τα όσα ο Μ. Ε. 1 ανέφερε. Παραδείγματος χάριν, έστω και εάν δεν υπογράφηκε νέα εγγύηση μετά από τη λειτουργία νέου λογαριασμού από τις 3/5/99, τότε γιατί χρειάστηκε η υπογραφή νέας εγγύησης στις 26/7/2000;
  164. Αφήνοντας όμως αυτό το ερώτημα προς το παρόν και επιστρέφοντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 υπενθυμίζω πως, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε την εξής συνήθεια η οποία μάλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως τακτική αυτού του μάρτυρα παρά ως μία τυχαίως επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Προσπαθούσε να προβλέψει την επόμενη ερώτηση ή τις επόμενες ερωτήσεις με τις οποίες υπολόγιζε να βρισκόταν αντιμέτωπος. Προσπαθούσε δηλαδή να προτρέξει ως προς τη συνέχιση της αντεξέτασης του.
  165. Πραγματικά θεωρώ πως αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η πολυετής του πείρα στο να καταθέτει σε δικαστική διαδικασία προφανώς του παρείχε αυτή την ευχέρεια. Όμως εντός του πλαισίου της αξιολόγησης τόσο της βασιμότητας όσο και της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του αυτή η τακτική ελάχιστα εξυπηρετούσε είτε τον ίδιο είτε την ενάγουσα της οποίας την αξίωση προσπαθούσε να προωθήσει. Αντιθέτως δημιουργούσε την εντύπωση ενός μάρτυρα ο οποίος προσπαθούσε όχι να ενταχθεί η μαρτυρία του εντός της υπόλοιπης μαρτυρίας αλλά αντιθέτως να κατευθύνει τη πορεία της όλης ακροαματικής διαδικασίας και να καθορίσει και το περιεχόμενο της μαρτυρίας η οποία θα ακουγόταν από το Δικαστήριο ανεξάρτητα και από τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν σε αυτόν. Υποσκάπτοντας με αυτό τον τρόπο το ενδεχόμενο η μαρτυρία του να γινόταν δεκτή τόσο ως γνήσια όσο και ως πηγαία και βασισμένη κυρίως στη διάθεση του να είναι ειλικρινής αξιοποιώντας τη μακρόχρονη του εμπειρία ως τραπεζικός υπάλληλος προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου παρά προς εξυπηρέτηση μίας τυφλά και ανένδοτα υποτακτικής και υπαλληλικής προώθησης των συμφερόντων της εργοδότριας του, δηλαδή της ενάγουσας.
  166. Παράδειγμα του χαρακτηριστικού αυτού τρόπου με τον οποίο κατέθετε ο Μ. Ε. 1 είναι η πρώτη απάντηση του στις 29/10/
  167. Ερωτήθηκε εάν υφίστατο ο λογαριασμός για τον οποίο υπάρχει ισχυρισμός στην αγωγή ημερομηνίας 26/7/2000 ή κατά πόσο αυτός προϋπήρχε μόνο από το
  168. Απάντησε ως εξής. Ο επίδικος λογαριασμός βάσει του τεκμηρίου 6 φαίνεται να ανοίχτηκε στις 3/5/
  169. Αξίζει να σημειωθεί και πάλι ο χαρακτηρισμός ο οποίος δίδεται από τον μάρτυρα ως προς το ότι αυτός ο λογαριασμός ήταν ο επίδικος ωσάν να απέκλειε δηλαδή τη πιθανότητα ο οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός να ήταν επίσης επίδικος. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λογαριασμός του
  170. Εν πάση περιπτώσει επιστρέφοντας στην απάντηση του Μ. Ε.
  171. Παρά το ότι ουσιαστικά απάντησε την ερώτηση η οποία τέθηκε σε αυτόν δεν παρέμεινε εκεί αλλά αντιθέτως συνέχισε να απαντά προσθέτοντας και τα ακόλουθα. Παρά το ότι δεν ερωτήθηκε σχετικά. Απλά προφανώς ο ίδιος έκρινε ορθό να πρόσθεσει στην απάντηση του. Ανέφερε τα εξής. Όμως δεν σημαίνει ότι μπορούσε να υπήρχε μόνο ένας τρεχούμενος λογαριασμός για τον κάθε πελάτη ενώ, πρόσθεσε, γενικεύοντας το όλο θέμα, ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο πολλές φορές οι πελάτες τους να διατηρούσαν και δύο και τρεις τρεχούμενους λογαριασμούς ή κάποια δάνεια ή οτιδήποτε άλλο.
  172. Αναφέρεται βεβαίως η συγκεκριμένη απάντηση ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο συγκεκριμένος μάρτυρας απαντούσε. Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως πως διαφαίνεται και το στοιχείο της σκοπιμότητας σε απαντήσεις αυτής ή παρόμοιας μορφής. Παραδείγματος χάριν, στο συγκεκριμένο παράδειγμα εμφανώς ο Μ. Ε. 1 προσπαθεί με τα όσα αναφέρει να διατηρήσει εν ζωή τον λογαριασμό του 1998 ως ένα λογαριασμό όπου η δυνατότητα να λειτουργήσει υπήρχε εάν η πελάτισσα το επιθυμούσε.
  173. Μάλιστα αυτό φάνηκε στη συνέχεια στην απάντηση του Μ. Ε. 1 ότι ο λογαριασμός που ανοίχτηκε στις 3/5/1999 δεν ήταν συνέχεια του λογαριασμού ο οποίος ανοίχτηκε στις 7/8/1998 όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούσαν να υπάρχουν μαζί αυτοί οι δύο λογαριασμοί, δηλαδή να ήταν δύο ξεχωριστοί λογαριασμοί "εν ενεργεία". Τόνισε στη συνέχεια πως ένας πελάτης μπορούσε να έχει πέραν και των δύο τρεχούμενων λογαριασμών.
  174. Ενέμεινε ο μάρτυρας αυτός ως προς το ότι η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 (τεκμήριο 4) δεν κάλυπτε μόνο τον τρεχούμενο λογαριασμό του
  175. Παρά και το γεγονός πως αυτή υπογράφηκε μερικές μέρες μετά που είχε ανοίξει ο συγκεκριμένος λογαριασμός. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρεται το Δικαστήριο κατ΄ επανάληψη σε αυτή τη σταθερή θέση του μάρτυρα παρά και την όση αντεξέταση υπέστη επί του προκειμένου. Αξίζει μόνο να σημειωθεί η απάντηση η οποία δόθηκε στις 29/10/2013 με την οποία σαφώς ο Μ. Ε. 1 προβαίνει σε νομική ερμηνεία του τεκμηρίου
  176. Αναφέροντας δηλαδή πως δεν προσδιορίζεται εντός αυτού πως οι εγγυήτριες εγγυούνται μόνο τον λογαριασμό του 1998 και πως η αναφορά εντός αυτού είναι για τις παρούσες (δηλαδή, υποχρεώσεις ) δηλαδή "το συγκεκριμένο" (προφανώς ο λογαριασμός του 1998) αλλά και για όλες τις επόμενες, μελλοντικές υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας.
  177. Μάλιστα είναι σε αυτό το σημείο της διαδικασίας όπου το Δικαστήριο υπέδειξε στον κο. Σάββα πως ότι και να πεί ο μάρτυρας το όλο θέμα είναι θέμα ερμηνείας του εγγράφου. Εντούτοις επιτράπηκε η αντεξέταση του μάρτυρα και σε σχέση με το κατά πόσο οι μελλοντικές υποχρεώσεις οι οποίες αναφέρονται εντός του τεκμηρίου 4 είχαν σχέση αποκλειστικά με τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού (δηλαδή, αυτού του 1998). Έδωσε βεβαίως, σύμφωνα με τα όσα ήδη είχει καταθέσει, μία αναμενόμενη απάντηση ο Μ. Ε. 1 εντούτοις τονίζω και πάλι πως η ερμηνεία ενός εγγράφου αποτελεί αρμοδιότητα και καθήκον του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά τα όσα ανέφερε ο Μ. Ε. 1 δεν προσθέτουν οτιδήποτε αναφορικά με τη πραγματική πτυχή του θέματος ενώ ως έκφραση γνώμης αναφορικά με τη νομική ερμηνεία του εγγράφου αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Υπό την έννοια μαρτυρίας έκφρασης γνώμης επί της οποίας ασφαλώς δεν αναμένεται το Δικαστήριο να βασιστεί έτσι ώστε να ερμηνεύσει το συγκεκριμένο έγγραφο.
  178. Σαφώς η βασική θέση την οποία η ενάγουσα προσπάθησε να προωθήσει δια μέσω της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 ήταν η εξής. Όπως ο ίδιος ανέφερε. Δεν υπογραφόταν ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης για κάθε λογαριασμό. Ούτε υπογραφόταν έγγραφο εγγύησης για κάθε λογαριασμό ή κάθε συνεργασία της πρωτοφειλέτριας με την τράπεζα. Απλά υπήρχε το έγγραφο εγγύησης το οποίο εξασφάλιζε με προσωπικές εγγυήσεις την πρωτοφειλέτρια και η τράπεζα έκανε χρήση αυτής της εγγύησης και για τις επόμενες, μελλοντικές δηλαδή, υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας προς την τράπεζα. Βεβαίως όσο και να αξιολογείται η μαρτυρία του Μ. Ε. 1 γενικότερα επί του συγκεκριμένου θέματος ως επίσης ενδεικτική τόσο του τρόπου με τον οποίο κατέθετε όσο και της οποιασδήποτε σκοπιμότητας στα όσα έλεγε, εν τέλει είναι το Δικαστήριο το οποίο θα προβεί σε νομική ερμηνεία του τεκμηρίου 4 διατηρώντας βεβαίως υπόψη και τα όσα ο συγκεκριμένος μάρτυρας ανέφερε ως προς τη πραγματική πτυχή του θέματος.
  179. Πέραν και από τη θέση πως η εγγύηση του 1998 κάλυπτε τις οποιεσδήποτε μελλοντικές υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας αποτελούσε ασφαλώς μέρος της αποστολής αυτού του μάρτυρα όπως προωθήσει και τη θέση πως η εγγύηση ημερομηνίας 26/7/2000 η οποία δόθηκε από τις εναγόμενες 3 και 4 ήταν επιπρόσθετη.
  180. Βεβαίως προκαλεί απορία πως η συγκεκριμένη εγγύηση θα μπορούσε να προσθέσει οτιδήποτε στην εγγύηση του
  181. Διαπιστώνεται δηλαδή μία έλλειψη λογικής συνοχής στη ταυτόχρονη προβολή της θέσης πως παρά το γεγονός ότι η εγγύηση του 1998 κάλυπτε όλες τις μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης 1, εντούτοις δόθηκε από τις εναγόμενες 3 και 4, δηλαδή δύο από τις τέσσερις εγγυήτριες στο έγγραφο εγγύησης του 1998, άλλη επιπρόσθετη εγγύηση το
  182. Πως είναι όμως λογικά δυνατό να θεωρείται η παραχώρηση άλλης μίας προσωπικής εγγύησης από δύο από τις ίδιες τέσσερεις εγγυήτριες οι οποίες έδωσαν εγγύηση του 1998 ως μία επιπρόσθετη εγγύηση; Ο Μ. Ε. 1 δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο να στοιχειοθετούσε τη λογικότητα αυτής της θέσης. Η απάντηση του επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν απλά πως η επιπρόσθετη εξασφάλιση ήταν επιπρόσθετη. Δηλαδή, απαντούσε κυκλικά το ερώτημα απλά επαναλαμβάνοντας το και υιοθετώντας το με αφαίρεση του ερωτηματικού. Το πως ήταν επιπρόσθετη η εξασφάλιση ήταν επειδή ήταν επιπρόσθετη. Βεβαίως η συγκεκριμένη θέση προωθείτο έτσι ώστε να συνάδει και με τη θέση πως η εγγύηση του 1998 δεν δόθηκε μόνο για τον τρεχούμενο λογαριασμό του
  183. Βασίστηκε ο Μ. Ε. 1 στο εξής επιχείρημα προς προώθηση της θέσης πως η εγγύηση του 1998 κάλυπτε όχι μόνο τον τρεχούμενο λογαριασμό του 1998 αλλά και οποιεσδήποτε μελλοντικές υποχρεώσεις οι οποίες προέκυπταν από άλλες συμφωνίες μεταξύ της πρωτοφειλέτριας και της ενάγουσας. Ο ίδιος το θεωρούσε αδιανόητο η τράπεζα να μην ήταν εξασφαλισμένη μεταξύ της περιόδου 3/5/1999 εώς και τις 26/7/
  184. Να είχε δηλαδή παραχωρήσει τον τρεχούμενο λογαριασμό στις 3/5/1999 και να είχε παραμείνει δίχως εξασφάλιση μέχρι και τις 26/7/
  185. Βεβαίως αυτή η θέση θεωρεί ως δεδομένο πως η ενάγουσα ενεργούσε αλάνθαστα αποκλείοντας το ενδεχόμενο όταν πλέον έγινε αντιληπτό πως όντως ο τρεχούμενος λογαριασμός του 1999 δεν εξασφαλιζόταν από οποιαδήποτε εγγύηση, τότε, κατά τον καθορισμό του ορίου, να εξασφαλιζόταν επιτέλους και μία εγγύηση. Τα όσα ο Μ. Ε. 1 ανέφερε ως επιχείρημα ουσιαστικά, παρά και το γεγονός πως αυτό έχει μία λογικότητα, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει πως όντως αυτό είχε συμβεί στη πραγματικότητα. Θα ήταν πιο πειστικός ο μάρτυρας αναφορικά με αυτό το σημείο εάν η ενάγουσα ήταν σε θέση να παρουσιάσει έγγραφο είτε έγκρισης είτε συμφωνίας για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού του 1999 με ανάλογη αναφορά ως προς την ύπαρξη της οποιασδήποτε ήδη υφιστάμενης εξασφάλισης αναφορικά με τη λειτουργία του.
  186. Θεωρώ πως εάν όντως υπήρχε τέτοιο έγγραφο τότε αυτό θα είχε παρουσιαστεί ως μέρος του μαρτυρικού υλικού προς απόδειξη της αξίωσης. Το γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχεί προσδίδει μία εικόνα προχειρότητας στην όλη δημιουργία αλλά και λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού του
  187. Η οποία προχειρότητα δεν αποκλείεται να συμπεριλαμβάνει ως μέρος της και παράλειψη της ενάγουσας να είχε μεριμνήσει για την εξασφάλιση εγγράφου εγγύησης για τον λογαριασμό του 1999 όπως είχε πράξει και κατά το άνοιγμα του λογαριασμού του 1998 ή κατά την έγκριση ορίου το
  188. Αποκλείει βεβαίως με τη μαρτυρία του ο Μ. Ε. 1 αυτό να ήταν όντως τι είχε συμβεί προωθώντας μία θέση σύμφωνα με την οποία η εγγύηση του 1998 κάλυπτε και τον νέο τρεχούμενο λογαριασμό του
  189. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας υπό μορφή εγγράφων, η μοναδική μαρτυρία η οποία υποστηρίζει αυτή την εκδοχή είναι αυτή του Μ. Ε.
  190. Η οποία όχι μόνο είναι υποθετική από μόνη της αλλά παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η παραδοχή του Μ. Ε. 1 στις 29/10/2013 (όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το κατά πόσο οι εγγυήσεις σε έγγραφο ενοικιαγοράς τοποθετούνται επί του εγγράφου) πως ο ίδιος δεν δούλεψε ποτέ του σε κατάστημα έτσι ώστε να ήταν σε θέση να γνωρίζει "λεπτομερέστατα" έχοντας κάνει παράλληλα και αναφορά σε συμβόλαια ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ή παραχώρησης δανείου.
  191. Όσο δηλαδή και να ενέμεινε ο Μ. Ε. 1 πως δεν θα άνοιγε κανένας λογαριασμός αν δεν ίσχυε η εγγύηση του 1998 πραγματικά το σύνολο της μαρτυρίας το οποίο έχει παρουσιαστεί επί του προκειμένου δεν αποκλείει όντως αυτό να είχε συμβεί. Δεν αρκεί δηλαδή από μόνος του ο ισχυρισμός του Μ. Ε. 1 ως προς το ότι ο "επίδικος" λογαριασμός "ανοίχτηκε" με την εγγύηση του 1998 και "απλά ενισχύθηκε περισσότερο για την τράπεζα" (αντεξέταση κατά την 29/10/2013) με το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 26/7/2000 έτσι ώστε να πείθεται το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα ουσιαστικά μίας συμπερασματικής υπόθεσης στην οποία ο μάρτυρας αυτός είχε προβεί.
  192. Το γεγονός πως ο Μ. Ε. 1 προέβαινε σε υποθέσεις είναι ενδεικτικό και από απάντηση του στην οποία αναφέρει τη θέση του πως ήταν αδιανόητο και δεν υπήρχε περίπτωση η τράπεζα να είχε προχωρήσει στη παραχώρηση νέου τρεχούμενου λογαριασμού από τις 3/5/1999 και να θυμήθηκε στις 26/7/2000 να πάρει εγγύηση μόνο από δύο εγγυητές. Προσθέτοντας πως ο ίδιος διερωτάτο και δεν νόμιζε να υπήρχε συνάδελφος τραπεζικός που να εξασφαλίζετο από τέσσερις εγγυητές και να θέλησε να πάει στους δύο. Ολοκλήρωσε αναφέροντας πως δεν υπάρχει περίπτωση. Προφανώς εννοώντας πως δεν υπήρχε περίπτωση κάτι τέτοιο να είχε συμβεί. Βεβαίως αυτή η επιμονή και απόλυτη υποθετική προσέγγιση του Μ. Ε. 1 από μόνη της δεν αποκλείει και πάλι το ενδεχόμενο όντως αυτό να ήταν τι είχε πράγματι συμβεί. Δηλαδή να είχε ανοιχτεί ο λογαριασμός του 1999 δίχως να είχε γίνει αντιληπτό πως αυτός δεν εξασφαλιζόταν με οποιαδήποτε εγγύηση καθιστόντας αναγκαία την όλη διεργασία εξασφάλισης εγγύησης στις 26/7/
  193. Ουσιαστικά ως μέρος της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το δεδομένο πως ο τρεχούμενος λογαριασμός του 1999 πέραν και από την ύπαρξη του σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 6) δεν συνδέεται με οποιαδήποτε μαρτυρία υπό μορφή εγγράφου μέχρι και τις 26/7/
  194. Ούτε ακόμη και σε σχέση με τη παραχώρηση αυτού του τρεχούμενου λογαριασμού προς την εναγόμενη
  195. Ανεξάρτητα δηλαδή και από την απουσία του οποιουδήποτε εγγράφου εγγύησης το οποίο να συνδέεται είτε αυθημερόν είτε με διαφορά μερικών ημερών με τη δημιουργία και λειτουργία αυτού του λογαριασμού κατά την έναρξη της λειτουργίας του. Μάλιστα η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν αποκλείει και το ενδεχόμενο τα έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν - κατ' ισχυρισμό αναφορικά με το καθορισμό του ορίου του συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού - να ετοιμάστηκαν έτσι ώστε να καλυφθεί αυτό το κενό.
  196. Ουσιαστικά η θέση του Μ. Ε. 1 ήταν πως αν δεν λέει κάπου ρητά (παραδείγματος χάριν, στην εγγύηση ημερομηνίας 26/7/2000) ότι η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 πάυει να ισχύει τότε αυτή εξακολουθεί να ισχύει. Προσδίδει δηλαδή στη συγκεκριμένη εγγύηση μία αόριστη χρονική διάρκεια ισχύος ανεξάρτητα και από το κατά πόσο αυτή συνδέεται με οποιαδήποτε παραχώρηση από την τράπεζα. Εύλογα προκαλεί διάφορα ερωτήματα η συγκεκριμένη θέση. Παραδείγματος χάριν, ποιά θα μπορούσε να ήταν η ισχύ της εγγύησης ημερομηνίας 11/8/1998 μεταξύ της 14/1/1999 και 3/5/1999 εφόσον δεν έχει παρουσιαστεί σαφής μαρτυρία από την ενάγουσα αναφορικά με τη παραχώρηση σε αυτό το χρονικό διάστημα της οποιασδήποτε τραπεζικής διευκόλυνσης προς την εναγόμενη 1; Υπενθυμίζω πως τα τεκμήρια 20 και 21 δεν κατατέθηκαν από την ενάγουσα αλλά κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Ε. 1 ενώ προηγουμένως ήταν στη κατοχή των εναγομένων.
  197. Οφείλω να διευκρινίσω πως παρά και το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει στο σύνολο της τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1 ότι δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλαμβάνεται εντός αυτής της απόφασης οποιοδήποτε μέρος αυτής το οποίο δεν κρίνεται σχετικό με τα επίδικα θέματα. Παραδείγματος χάριν, κατά την δικάσιμο στις 30/10/2013 αναλώθηκε χρόνος είτε με το ίδιο το Δικαστήριο να παρεμβαίνει σε μία προσπάθεια εξοικονόμησης χρόνου είτε εξετάζοντας ενστάσεις με τη διαδικασία να συνεχίζεται μεν αλλά από άποψης ουσίας με πολύ αργό ρυθμό και δίχως αυτή να είναι ιδιαίτερα παραγωγική ως προς τη παρουσίαση μαρτυρίας. Ο λόγος γι΄ αυτό ήταν κυρίως η προσπάθεια του κου. Σάββα να ερωτηθεί ο Μ. Ε. 1 σε σχέση με θέματα αναφορικά με τα οποία είτε είχε ήδη απαντήσει ή τοποθετηθεί ή αν και απάντησε δεν πρόσθεσε οτιδήποτε το νεότερο είτε επειδή δεν κρινόταν αρμόδιος να απαντήσει επί νομικών θεμάτων.
  198. Επίσης, όπως εν τέλει διαπιστώνεται, αναλώθηκε αχρείαστα χρόνος καθότι παρά και τη προβολή θέσεων από τον κο. Σάββα εν τέλει αυτές ουσιαστικά δεν προωθήθηκαν με παρουσίαση στη συνέχεια της αντίστοιχης μαρτυρίας. Παραδείγματος χάριν, η θέση πως η εγγύηση ημερομηνίας 11/8/1998 δεν αποτελούσε συμφωνία διότι δεν υπογράφηκε από την ενάγουσα και κατ΄ επέκταση η θέση ότι οι εναγόμενες δεν υπέγραψαν συμφωνία με την ενάγουσα. Ή ακόμη και η θέση ως προς το κατά πόσο η εναγόμενη 5 υπέγραψε την εγγύηση του 1998 δίχως παράλληλα να αποκλείεται, με δήλωση του κ. Σάββα, και το ενδεχόμενο προσκόμισης μαρτυρίας γραφολόγου. Αξιοσημείωτο με τη προβολή αυτής της θέσης, πέραν και από την απουσία παρουσίασης οποιασδήποτε μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη 5 όντως να μην είχε υπογράψει, είναι βεβαίως το γεγονός πως η ίδια η εναγόμενη 5 δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας. Άλλη θέση ήταν πως δεν έγινε έλεγχος από τους τραπεζικούς υπαλλήλους ως προς την υπογραφή της εγγύησης του 1998 από τις εναγόμενες. Ή ακόμη και η θέση πως το συγκεκριμένο έγγραφο περιφερόταν στο χώρο εργασίας (προφανώς των εναγομένων) την οποία ο Μ. Ε. 1 απέρριψε ισχυριζόμενος πως τα έγγραφα υπογράφονται στην τράπεζα. Έστω και εάν όντως εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός πως όλες οι εναγόμενες δεν υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης (παράγραφος 5). Παράλληλα βεβαίως δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη και η θέση του ίδιου του Μ.Ε. 1 πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με την υπογραφή των επίδικων εγγράφων.
  199. Όφείλω επίσης να παρατηρήσω πως ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί διαφορετικά η μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε. 1 στο βαθμό στον οποίο η αντεξέταση του έστω και εάν αυτή ήταν βασισμένη σε άλλα στοιχεία ουσιαστικά αναφερόταν και πάλι σε θέματα σε σχέση με τα οποία ήδη είχε δώσει απαντήσεις εφόσον βεβαίως αυτές παρέμεναν οι ίδιες ή παρόμοιες σε περιεχόμενο.
  200. Παραδείγματος χάριν, κατά την 1/11/2013 αν και ο μάρτυρας ερωτείτο σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και την απουσία αναφοράς της ημερομηνίας 3/5/1999 εντός αυτής ως η ημερομηνία έναρξης του τρεχούμενου λογαριασμού του 1999 εντούτοις η αντεξέταση εστιαζόταν και πάλι σε υποβολή θέσης ουσιαστικά ως προς την ανυπαρξία εγγύησης μεταξύ αυτής της ημερομηνίας μέχρι και τις 26/7/
  201. Θέτοντας το πολύ απλά, ασφαλώς με αυτά τα δεδομένα η αξιολόγηση του Μ. Ε. 1 παραμένει η ίδια. Ούτε και προέκυψε κάτι το νεότερο αναφορικά με τον τρόπο ανοίγματος του λογαριασμού αυτού από τις απαντήσεις του Μ. Ε. 1 κατά την ημερομηνία αυτή.
  202. Τονίζω και πάλι πως κρίνεται αχρείαστο να παρατίθεται εντός αυτής της απόφασης μαρτυρία η οποία δόθηκε από αυτό τον μάρτυρα εάν εν τέλει αυτή δεν είναι δυνατό να συνδεθεί με τα επίδικα θέματα ή δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από αυτή η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μ. Ε. 1 είτε αρνητικά είτε θετικά. Παραδείγματος χάριν, η συνεννόηση η οποία προηγήθηκε και με ποιό δικηγόρο για την έγερση της αγωγής ή ως προς το κατά πόσο όντως ο Μ. Ε. 1 ετοίμασε ο ίδιος τη γραπτή δήλωση του ή εάν αυτή ετοιμάστηκε από οποιοδήποτε άλλο άτομο.
  203. Βασικά αυτό το οποίο παρατηρείται από το Δικαστήριο είναι το γεγονός πως σε αρκετές περιπτώσεις η αντεξέταση από τον κο. Σάββα αν και γενικά εντός ενός επιτρεπτού πλαισίου, υπό την έννοια είτε αυτή να είχε σχέση με τα επίδικα θέματα είτε να είχε σκοπό τη δοκιμασία της αξιοπιστίας του Μ. Ε. 1, εντούτοις δεν είχε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Έτσι ώστε αυτή εν τέλει να μπορούσε να κριθεί αποτελεσματική ως προς τον επηρεασμό της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσφερόταν από τον Μ. Ε. 1 προς απόδειξη της αξίωσης.
  204. Επιπλέον, ερωτήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο εγγράφων σε σχέση με την ετοιμασία ή υπογραφή των οποίων ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη προσωπικά (παραδείγματος χάριν, το τεκμήριο 2) ουσιαστικά οδηγούσαν σε ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Μ. Ε. 1 και του κου. Σάββα παρά σε απαντήσεις βάσει των οποίων θα μπορούσε να αξιολογηθεί μαρτυρία. Καθώς ουσιαστικά ο Μ. Ε. 1 απαντούσε δίδοντας τα δικά του συμπεράσματα βάσει του περιεχομένου αυτών των εγγράφων. Έγγραφα των οποίων βεβαίως το περιεχόμενο ομιλεί από μόνο του ως έχει έστω και εάν ο συγκεκριμένος μάρτυρας θα μπορούσε να προσφέρει κάποια επεξήγηση ως προς τη πρακτική την οποία η ενάγουσα ως τράπεζα ακολουθούσε γενικά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
  205. Οδηγούσε όμως αυτή η μορφή αντεξέτασης σε απαντήσεις οι οποίες εξυπηρετούσαν ουσιαστικά ήδη διατυπωμένες θέσεις του Μ. Ε. 1 δίχως να προσθέτουν οτιδήποτε διαφορετικό ή ακόμη και να επηρεάζουν διαφορετικά την όλη εικόνα την οποία το Δικαστήριο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας είχε αποκομίσει αναφορικά με τον συγκεκριμένο μάρτυρα. Παραδείγματος χάριν, όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 εάν αυτό είχε τις συγκεκριμένες εξασφαλίσεις οι οποίες αναφέρονται εντός αυτού (δηλαδή των εναγομένων 3 και 4) ο μάρτυρας αυτός τις περιέγραψε ως επιπρόσθετες εξασφαλίσεις προσθέτοντας πως δεν έβλεπε κάτι στο έγγραφο το οποίο να λέει ότι έπαυσαν να ισχύουν οι εγγυήσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν από τις εναγόμενες 2 έως και 5 στις 11/8/
  206. Ουσιαστικά αυτό το οποίο έπραττε ο Μ.Ε. 1 ήταν να προσθέτει κάτι στο έγγραφο με το να εισηγείται πως η ανυπαρξία αντίθετης αναφοράς λογικά οδηγούσε στην ύπαρξη του αντίθετου αποτελέσματος. Δηλαδή εφόσον, όπως πρόσθεσε χαρακτηριστικά, δεν το λέει πουθενά αυτό σημαίνει για την τράπεζα πως συνεχίζουν να υπάρχουν οι εγγυήσεις ημερομηνίας 11/8/1998, περιγράφοντας μάλιστα το συμπέρασμα του αυτό ως "αυτονόητο για την τράπεζα".
  207. Βεβαίως αυτό το οποίο περιγράφει ως αυτονόητο για ένα από τους συμβαλλομένους σε μία συμφωνία βάσει της έγκρισης ημερομηνίας 26/7/2000 (τεκμήριο 2) δεν αποτελεί οτιδήποτε άλλο παρά άποψη του Μ. Ε. 1 και ερμηνεία ενός εγγράφου, δηλαδή ουσιαστικά ανεπίτρεπτη μαρτυρία από ένα μάρτυρα ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει αναφορικά με γεγονότα. Ιδιαίτερα δε δεν σημαίνει πως αυτό ήταν αυτονόητο και για τις εναγόμενες.
  208. Όμως τονίζω και πάλι πως αντεξέταση αυτού του είδους απλά ανασκάλιζε τετριμμένο ήδη έδαφος ως προς τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ουσιαστικά η οποιαδήποτε προσπάθεια του κου. Σάββα να συμφωνήσει μαζί του ο Μ. Ε. 1 ως προς τη σημασία του περιεχομένου του τεκμηρίου 2 ήταν άσκοπη. Καθότι ακόμη και να συμφωνούσε αυτό δεν θα οδηγούσε βεβαίως και σε επιβεβαίωση της ερμηνείας την οποία ο κος. Σάββα επεδίωκε να προωθήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
  209. Γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι τα όσα ο Μ. Ε. 1 ανέφερε, αναφορικά με την ύπαρξη του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό των £8.000,00 και τη πραγματική πτυχή αυτού του θέματος σε σχέση δηλαδή με τη γενική τακτική η οποία ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς την ανοχή της τράπεζας αναφορικά με την ύπαρξη υπολοίπου πέραν του συμφωνημένου ορίου, αντανακλούν γενικά τα όσα ίσχυαν τότε. Τονίζω πως η αποδοχή αυτή έχει σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας αυτός ως προς την ύπαρξη αυτής της πραγματικότητας δίχως παράλληλα το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιοδήποτε νομικό συμπέρασμα αναφορικά με αυτό το θέμα. Καθότι βεβαίως οι εναγόμενες με το δικόγραφο τους προβάλλουν θέση σύμφωνα με την οποία η παραχώρηση πίστωσης προς την εναγόμενη 1 πέραν του ορίου αποτελούσε παράβαση από την ενάγουσα των όσων είχαν συμφωνηθεί.
  210. Οφείλω να παρατηρήσω πως κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ. Ε. 1 αναλώθηκε αχρείαστα αρκετός πολύτιμος δικαστικός χρόνος εξαιτίας κυρίως του είδους των ερωτήσεων ή υποβολών του κου. Σάββα αλλά και του τρόπου με τον οποίο ο Μ. Ε. 1 απαντούσε. Παρά και τις κρινόμενες ως αναγκαίες παρεμβάσεις από το Δικαστήριο σε μία συνεχή προσπάθεια η ακροαματική διαδικασία να είναι όσο το δυνατό πιο παραγωγική και σύντομη.
  211. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τρόπου αντεξέτασης αποτελεί η δικάσιμος ημερομηνίας 6/11/2013 κατά τη διάρκεια της οποίας ερωτήθηκε ο Μ. Ε. 1 αναφορικά με θέματα όπως κατά πόσο ο ίδιος είχε ετοιμάσει τη γραπτή δήλωση του ή την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 26/10/2010 ή τη σημασία των αρχικών γραμμάτων στο τέλος του κάθε εγγράφου. Λανθασμένη εντελώς η εντύπωση την οποία είχε ο κος. Σάββα πως με αυτό τον τρόπο δοκιμαζόταν η αξιοπιστία του Μ. Ε.
  212. Βεβαίως χρόνος αναλωνόταν αχρείαστα και από τον τρόπο με τον οποίο επέλεγε να απαντήσει ο Μ. Ε. 1 όχι μόνο σε σχέση με αυτού του είδους ερωτήσεων ή υποβολών αλλά και άλλων οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως περισσότερο σχετικές με τα επίδικα θέματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, κατά την ίδια δικάσιμο όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων οι οποίες είχαν σταλεί στις εναγόμενες. Ενώ ερωτήθηκε μία πολύ απλή ερώτηση επέλεγε όπως απαντήσει προληπτικά προσπαθώντας ουσιαστικά να προβλέψει τη πορεία της αντεξέτασης και παράλληλα να προωθήσει την αξίωση της ενάγουσας. Καθώς διέβλεπε δηλαδή τον κίνδυνο αμφισβήτησης της αξίωσης εφόσον η εγγύηση ημερομηνίας 26/7/2000 δεν αναφερόταν εντός της έκθεσης απαίτησης ενώ στις συγκεκριμένες ειδοποιήσεις αναφερόταν μόνο η ημερομηνία της εγγύησης ημερομηνίας 11/8/
  213. Θεωρώ πως οφείλει το Δικαστήριο να αναφερθεί στη φύση της διαδικασίας καθότι με την έκδοση αυτής της απόφασης ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί οτιδήποτε έχει προηγηθεί αν και βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως όλη η ακροαματική διαδικασία εν τέλει κρίνεται ως καθοριστική ή ακόμη και απόλυτα σχετική με την έκβαση της εκδίκασης της αγωγής. Αρκεί μία απλή ανάγνωση του πρακτικού το οποίο τηρήθηκε στις 6/11/2013 έτσι ώστε να γίνουν αντιληπτά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω.
  214. Ολόκληρη η δικάσιμος στις 7/11/2013 αναλώθηκε ουσιαστικά και πάλι σε σχέση με το θέμα του ορίου των £8.000,00 δίχως να επηρεάζεται με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο από την αντεξέταση η αξιολόγηση του Μ. Ε.
  215. Ισχύει η ίδια διαπίστωση ως προς το ότι δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 κατά τη δικάσιμο στις 8/11/2013 με την οποία ολοκληρώθηκε η αντεξέταση αυτού του μάρτυρα αγγίζοντας θέματα τερματισμού του τρεχούμενου λογαριασμού, συσχετισμού του τεκμηρίου 2 με τα τεκμήρια 3 και 5 και υπολογισμού τόκου δίχως αυτή να είχε ακολουθηθεί από οποιαδήποτε επανεξέταση.
  216. Είναι επί της βάσης της μαρτυρίας του Μ. Ε. 1 που στη συνέχεια η ενάγουσα επεδίωξε να θεμελιώσει την υπόλοιπη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης της. Επηρεάζεται συνεπώς η αξιολόγηση και της υπόλοιπης μαρτυρίας από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την επάρκεια και ποιότητα της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα.
  217. Σταθερός και μοναδικός γνώμονας επί του οποίου βασιζόταν ο μάρτυρας αυτός κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ενάγουσας. Όπως βεβαίως αυτός ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον καταλληλότερο τρόπο αναφορικά με αυτή τη σταθερή επιδίωξη. Αυτό δεν σημαίνει πως ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν ειλικρινής καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης του. Με στόχο όμως τη προώθηση της αξίωσης της ενάγουσας κατέθετε στοχευμένα επιδιώκοντας να τονίσει ορισμένα στοιχεία και παράλληλα να αποσιωπήσει άλλα, όχι τόσο υπό την έννοια της συγκάλυψης της αλήθειας αλλά της εξουδετέρωσης ή μείωσης τουλάχιστον της σημασίας των στοιχείων αυτών.
  218. Θέτοντας το πολύ απλά ο μάρτυρας αυτός ήταν προσεχτικός κυρίως εναντίον του ενδεχομένου της αποδοχής από τον ίδιο - και ενδεχομένως κατ΄ επέκταση και από το Δικαστήριο - πως η οποιαδήποτε θέση υποβαλλόταν σε αυτόν από τον κο. Σάββα είχε οποιαδήποτε βασιμότητα ή ακόμη και πιθανότητα να γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο ως βάσιμη. Αυτός ήταν και ο λόγος βάσει του οποίου ο ίδιος σε αρκετές περιπτώσεις αντί να απαντά ευθέως σε απλές ερωτήσεις ή υποβολές τις οποίες προφανώς αντιμετώπιζε ως προσπάθειες αμφισβήτησης της βασιμότητας της αξίωσης της ενάγουσας επέλεγε είτε να παραθέτει δικές του απόψεις ή υποθέσεις είτε να προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιζόταν η αντεξέταση και να απαντά ερωτήσεις ή υποβολές οι οποίες δεν είχαν ακόμη υποβληθεί. Ε.2 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Ε.2
  219. Πραγματικά όπως αναφέρεται και πιο πάνω η εμβέλεια της μαρτυρίας της Μ. Ε. 2 ήταν ελάχιστη. Όπως ελάχιστη θα ήταν και η αξιολόγηση της μαρτυρίας της εάν δεν προέκυπτε το θέμα της απουσίας της υπογραφής της από το τεκμήριο
  220. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της ερωτήθηκε ερωτήσεις τις οποίες η ίδια δήλωνε αδυναμία να απαντήσει. Δίχως αυτό βεβαίως να μειώνει την αξιοπιστία της καθότι δεν απέφευγε να απαντήσει καθώς σαφώς δήλωνε πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Πραγματικά έχοντας υπόψη στο σύνολο τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία σε συνδυασμό με τον τρόπο κατάθεσης της όσο και το περιεχόμενο των απαντήσεων της δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου η Μ. Ε. 2 να μην κριθεί αξιόπιστη ως μάρτυρας. Ιδιαίτερα δε ως προς τον ισχυρισμό της ότι υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών των εναγομένων στο έγγραφο αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο
  221. Αναφορικά με την απουσία της υπογραφής της Μ. Ε. 2 από το τεκμήριο 4 διατηρώ υπόψη μου πως η ίδια ισχυρίστηκε πως υπήρχαν δύο αντίγραφα του συγκεκριμένου εγγράφου. Όντως είναι εμφανές πως τα κενά σημεία επί του τεκμηρίου 4 (παραδείγματος χάριν, το όνομα της Φροσούλας Πρέσου ή η διεύθυνση της) έχουν συμπληρωθεί με τη χρήση καρμπόν (ή ούτω καλούμενης "λαδόκολλας") συνεπώς εύλογα είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αναφορικά με την ύπαρξη δύο αντιγράφων καθώς η χρήση αυτή ανάμεσα σε δύο αρχικά κενά έντυπα θα οδηγούσε σε αυτού του είδους εμφάνιση των συμπληρωμένων κενών. Αναφέρθηκε η μάρτυρας ως προς το αντίγραφο το οποίο είχε δοθεί στη δικηγόρο της ενάγουσας.
  222. Προκύπτει όμως και ένα στοιχείο από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής το οποίο ενισχύει σημαντικά τη θέση αυτή της Μ. Ε. 2 καθότι σε ανύποπτο χρόνο η ενάγουσα είχε καταθέσει φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 4 επί του οποίου όντως υπάρχει υπογραφή δίπλα από το όνομα της Μ. Ε.
  223. Το φωτοαντίγραφο αυτό επισυνάφθηκε ως τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μιχαήλ ημερομηνίας 5/11/2012 προς υποστήριξη της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης σε αίτηση τροποποίησης των εναγομένων. Βεβαίως στη συνέχεια στις 21/11/2013 κατατέθηκε και το τεκμήριο 22[5] από τη Μ. Ε. 3, δηλαδή άλλο φωτοαντίγραφο του εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 11/8/1998 στο οποίο επίσης υπάρχει η υπογραφή της Μ. Ε.
  224. Πραγματικά το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αμφισβήτησης της ειλικρίνειας της Μ. Ε. 2 ως προς την ύπαρξη επιπρόσθετου αντιγράφου του συγκεκριμένου εγγράφου επί του οποίου προφανώς για κάποιο λόγο δεν τέθηκε η υπογραφή της. Αυτό το στοιχείο από μόνο του δεν διαψεύδει το βασικό της ισχυρισμό ως προς τη παρουσία της κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου και την εναπόθεση της δικής της υπογραφής ως μάρτυρας επί αυτού του εγγράφου.
  225. Προκύπτουν κάποια στοιχεία ενδεχομένως και αντιφατικότητας με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1 ως προς τη φύση ή σημασία του τεκμηρίου
  226. Κατά πόσο δηλαδή αυτό το έγγραφο αποτελούσε έγκριση ή ενημέρωση. Τα οποία εάν κρινόταν απαραίτητο θα μπορούσαν να εξεταστούν από το Δικαστήριο σε άλλο μέρος της απόφασης. Όμως σε επίπεδο ατομικής αξιολόγησης είτε της Μ. Ε. 2 είτε του Μ. Ε. 1 κρίνω πως αυτά δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία αναφορικά με την αξιοπιστία είτε του ενός είτε του άλλου μάρτυρα. Πρόκειται καθαρά για θέμα διαφορετικής αντίληψης του κάθε μάρτυρα και κατ΄ επέκταση και διαφορετικής περιγραφής του συγκεκριμένου εγγράφου.
  227. Μία τελευταία παρατήρηση σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε.
  228. Σε ένα σημείο της προφορικής κατάθεσης της καθώς το Δικαστήριο κατέβαλε προσπάθεια να διευκρινήσει ο κος. Σάββα ποιά ακριβώς ήταν η ερώτηση προς τη μάρτυρα, η ίδια έδωσε την εξής απάντηση. Από ότι η ίδια γνώριζε τα έγγραφα εξασφάλισης υπογράφονται για να καλύψουν είτε παρούσες είτε μελλοντικές διευκολύνσεις. Διατηρώντας υπόψη το βαθμό άγνοιας τον οποίο γενικότερα προέβαλε η συγκεκριμένη μάρτυρας και τον περιορισμό από την ίδια των καθηκόντων της κατά την ημερομηνία υπογραφής της εγγύησης ημερομηνίας 11/8/1998 είναι πραγματικά αμφίβολο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός όντως προβλήθηκε με αυθόρμητα πηγαίο τρόπο. Αντιθέτως η εικόνα η οποία δημιουργείται είναι πως ζητήθηκε από τη μάρτυρα κατά την προετοιμασία της για τη προφορική κατάθεση (άγνωστο βεβαίως από ποιό άτομο) όπως προβάλει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ο οποίος εν πάση περιπτώσει προβλήθηκε ουσιαστικά ως μία γενική και υποθετική θέση της μάρτυρος. Ανεξάρτητα και από το γεγονός πως υπήρξε η αφορμή για αντεξέταση της επί του προκειμένου. Θεωρώ πως περισσότερη σημασία έχει η παραδοχή από την ίδια τη Μ. Ε. 2 ως προς το περιορισμένο ρόλο της σε σχέση είτε με την εγγύηση του 1998 είτε με την οποιαδήποτε τραπεζική διευκόλυνση με την οποία αυτή συνδεόταν. Η ίδια περιόρισε το ρόλο της σε αυτό μίας απλής τραπεζικής υπαλλήλου, διαχωρίζοντας αυτή τη θέση από αυτή του διευθυντή του καταστήματος ή "officer" ο οποίος κάνει διαβουλεύσεις με τους πελάτες. Ρόλος της ήταν, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, απλά αυτός του μάρτυρα των υπογραφών επί του εγγράφου εγγύησης. Συνεπώς άσκοπα ουσιαστικά επιδιώχτηκε η αμφισβήτηση αυτής της μάρτυρος επί του συγκεκριμένου θέματος κάλυψης παρούσων και μελλοντικών υποχρεώσεων καθότι αυταπόδεικτα η μαρτυρία αυτή δεν προβαλλόταν καν ως μία κατ' ισχυρισμό έγκυρη θέση της μάρτυρος η οποία να προκύπτει από δική της γνώση αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα αλλά ως μία γενική και υποθετική τοποθέτηση. Δίχως παράλληλα να αποκλείεται η αναφορά της να είχε γίνει κατόπιν προτροπής άλλου ατόμου δίχως αυτό το ενδεχόμενο να έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει η εντύπωση η οποία προκαλείται από τη μία η μάρτυρας γενικά να προβάλει άγνοια αναφορικά με όλα τα επίδικα θέματα εκτός από την υπογραφή του τεκμηρίου 4 και από την άλλη να προβάλει μία τόσο εξειδικευμένη θέση η οποία μάλιστα εντάσσεται στη κατηγορία των βασικών θέσεων της ενάγουσας προς απόδειξη της αξίωσης της. Ε.3 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Ε.3
  229. Παρά και την όλη έκταση της αντεξέτασης της Μ. Ε. 3 και της επιμονής του κου. Σάββα ως προς την κατ΄ επανάληψη προώθηση ορισμένων θέσεων των εναγομένων εντούτοις η αξιοπιστία της συγκεκριμένης μάρτυρος καθόλου δεν κλονίστηκε ανεξάρτητα βεβαίως και από το κατά πόσο εν τέλει το Δικαστήριο αποδέχεται ως βάσιμες ή όχι τις οποιεσδήποτε θέσεις η ίδια εξέφρασε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. Κατέθεσε με σταθερότητα η συγκεκριμένη μάρτυρας ενώ η όλη μαρτυρία της διακρίνεται από μία εσωτερική συνοχή (δηλαδή, μετά από εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο οι δικοί της ισχυρισμοί συνάδουν με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της) ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε διαφορετικότητα είναι δυνατό να εντοπιστεί μεταξύ των ισχυρισμών της και αυτών των υπολοίπων δύο μαρτύρων της ενάγουσας. Ε.4 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Υ.1
  230. Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Υ. 1 παρατηρώ τα ακόλουθα. Παρά και την έκταση της αντεξέτασης της η μάρτυρας αυτή παρέμεινε σταθερή στους όσους ισχυρισμούς προέβαλε. Ασφαλώς οι οποιεσδήποτε απόψεις εξεφράστηκαν από αυτή τη μάρτυρα επί νομικών θεμάτων οι οποίες προέκυπταν στη ροή του λόγου ανάμεσα σε άλλους ισχυρισμούς της καθώς προέβαλε τους ισχυρισμούς της επί πραγματικών γενονότων αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Τονίζω ιδιαίτερα αυτή τη διάκριση καθότι η μάρτυρας αυτή αξιολογείται θετικά από το Δικαστήριο ως μάρτυρας η οποία είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Διευκρινίζω δηλαδή πως η δική της αντίληψη των νομικών συνεπειών των όσων γεγονότων είχαν κατ' ισχυρισμό συμβεί δεν έχει σημασία. Κρίνεται όμως πειστική ως μάρτυρας αναφορικά με τα όσα γεγονότα έχει καταθέσει. Ουσιαστικά η αντεξέταση της Μ. Υ. 1 κυμάνθηκε περισσότερο σε αμφισβήτηση της αντίληψης αυτών των νομικών συνεπειών παρά σε μία πιο στοχευμένη αμφισβήτηση ισχυρισμών τους οποίους προέβαλε αυτή η μάρτυρας επί πραγματικών γενονότων. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός της ως προς τι είχε ειπωθεί στην ίδια από τραπεζικούς υπαλλήλους κατά την υπογραφή της εγγύησης του
  231. Έστω και εάν αυτός ο ισχυρισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αόριστος υπό την έννοια να μην κατονομάζεται ο οποιοσδήποτε συγκεκριμένος υπάλληλος ή συγκεκριμένοι υπαλλήλοι, θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω κατά τη γενικότερη αξιολόγηση της εκδοχής των εναγομένων στο σύνολο της. Ο ισχυρισμός αυτός ασφαλώς είχε σχέση με ένα κατ' ισχυρισμό πραγματικό γεγονός. Τέτοιου είδους ισχυρισμοί θα αναμενόταν από το Δικαστήριο να είχαν αμφισβητηθεί κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης όχι μόνο της Μ. Υ. 1 αλλά και των υπολοίπων δύο εναγομένων οι οποίες είχαν καταθέσει ως μάρτυρες.
  232. Βεβαίως αναφορικά με αυτό το θέμα η κα. Μαυρικίου είχε εγείρει ένσταση ως προς τη κατάθεση της γραπτής δήλωσης της Μ. Ε. 1 καθώς εισηγήθηκε πως αυτή περιείχε συμπεράσματα και επιχειρήματα τα οποία δεν πρέπει να περιέχονται σε μαρτυρία. Εντούτοις το Δικαστήριο στις 2/12/2013 έδωσε αιτιολογημένη απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος καταγράφοντας με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το Δικαστήριο αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της Μ. Ε. 1 κυρίως υπό την έννοια του τρόπου διατύπωσης της. Εξηγώντας ουσιαστικά πως η μορφή με την οποία η Μ. Ε. 1 προέβαλε κάποιες θέσεις εντός της γραπτής δήλωσης της όντως είναι συμπερασματική σε ορισμένα σημεία, κρίνοντας όμως πως ο σκοπός της δεν είναι η ανάπτυξη επιχειρηματολογίας αλλά η ενίσχυση της αξιοπιστίας ορισμένων ισχυρισμών της. Θεώρησε δηλαδή το Δικαστήριο, όπως αναφέρεται και στην απόφαση του, πως η Μ. Ε. 1 κατέβαλε μία προσπάθεια ενίσχυσης των ισχυρισμών της με την προσθήκη μίας, κατά την ίδια, λογικής θέσης ως προς τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη απόφαση θα μπορούσε να είχε διαδραματίσει θετικό ρόλο ως προς τη συντόμευση της αντεξέτασης της Μ. Ε. 1 καθώς εντός αυτής υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των ισχυρισμών της Μ. Ε. 1 επί κατ' ισχυρισμό πραγματικών γεγονότων και των όσων παράλληλα ανέφερε προς υποστήριξη της βασιμότητας αυτών των ισχυρισμών.
  233. Πραγματικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο τρόπος με τον οποίο αντεξετάστηκε η Μ. Υ. 1 δεν οδήγησε με οποιοδήποτε τρόπο σε κλονισμό της αξιοπιστίας της επί βασικών ισχυρισμών της ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Απαντούσε η μάρτυρας με περίσκεψη αλλά παράλληλα με ετοιμότητα και όχι δισταγμό. Δηλαδή η περίσκεψη αναδεικνυόταν από τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε. Ενώ παρά και το γεγονός πως η κατ΄ επανάληψη έγερση ενστάσεων οι οποίες εν τέλει δεν γίνονταν δεκτές από το Δικαστήριο θα μπορούσε να επενεργήσει με αρνητικό τρόπο ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της είτε - κυρίως - με τη πρόκληση σύγχυσης και αχρείαστης ανησυχίας στη μάρτυρα ως προς τον τρόπο με τον οποίο στη συνέχεια θα απαντούσε είτε με τη δημιουργία της εντύπωσης ότι η μάρτυρας θα μπορούσε να καθοδηγηθεί από το περιεχόμενο των ενστάσεων, εντούτοις η ίδια κατάφερε να αντεπεξέλθει αμφότερων αυτών των κινδύνων ως προς την κατ΄ επέκταση αρνητική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας της. Καθώς απαντούσε με σταθερότητα ως προς τη προβολή των βασικών ισχυρισμών της ανεξάρτητα είτε από τον αριθμό των ενστάσεων ή ακόμη και του περιεχομένου ορισμένων εξ αυτών. Βασικά με αρκετές από τις ενστάσεις διαφαινόταν μια αδικαιολόγητη από τη μαρτυρία της υποτίμηση από τον κο. Σάββα του επιπέδου τόσο της αντίληψης όσο και της νοημοσύνης της Μ. Υ.
  234. Ε.5 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Υ.2
  235. Αναφέρεται πιο πάνω στη περίληψη της μαρτυρίας της Μ. Υ. 2 πως εξέφραζε στη ροή του λόγου καθώς κατέθετε και ορισμένες απόψεις, υπό μορφή ουσιαστικά συμπερασμάτων σε σχέση με τη νομική πτυχή της αγωγής. Όσο και να μην έχουν οποιαδήποτε νομική σημασία τα συμπεράσματα της Μ. Υ. 2 αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με τον τρόπο σκέψης αλλά και έκφρασης της ως μάρτυρας είναι πως συνέδεε αυτά τα συμπέρασματα με μία λογική η οποία σταθερά βασιζόταν σε αναφορά γεγονότων. Δηλαδή, αυτό το οποίο διευκρινίζεται είναι πως αν και κατέληγε σε κάποια συμπεράσματα η συγκεκριμένη μάρτυρας εντούτοις σε κάθε περίπτωση αναφερόταν πρώτα με σαφείς ισχυρισμούς σε γεγονότα τα οποία σύμφωνα με την ίδια είχαν προηγηθεί. Αυτή η λογικότητα στην όλη μαρτυρία της Μ. Υ. 2 την καθιστά πειστική ως μάρτυρα. Καθότι η αναφορά της στα κατ' ισχυρισμό γεγονότα δεν περιείχε ούτε το στοιχείο είτε της υπερβολής είτε της αντιφατικότητας αλλά ούτε και της αβάσιμης επιμονής σε μία εκδοχή η οποία θα μπορούσε να κριθεί εκτός πραγματικότητας. Αντιθέτως περιέγραψε με πηγαίο και εντυπωσιακά σταθερό τρόπο τα επίδικα γεγονότα πείθοντας το Δικαστήριο πως πράγματι τα όσα ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη της αντανακλούσαν τη πραγματικότητα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Άλλο θετικό στοιχείο της μαρτυρίας της Μ. Υ. 2 είναι το γεγονός πως η ίδια περιοριζόταν στις απαντήσεις της σε σχέση με όσα η ίδια έκρινε πως μπορούσε να απαντήσει βάσει της δικής της γνώσης. Αυτό διαφάνηκε χαρακτηριστικά όταν ερωτήθηκε αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις τόκου ή άλλες χρεώσεις για τον επίδικο λογαριασμό και παρέπεμψε στον λογιστή ο οποίος στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως Μ. Υ.
  236. Ε.6 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ. Υ.3
  237. Αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση όχι μόνο με τη μαρτυρία της Μ. Υ. 3 αλλά με τη μαρτυρία όλων των εναγομένων είναι πως ουσιαστικά αυτή βασίζεται σε ένα πολύ παρόμοιο και στη μεγαλύτερη του έκταση πανομοιότυπο κείμενο στη γραπτή δήλωση της κάθε μάρτυρος. Βεβαίως δεν υπάρχει οτιδήποτε στο άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου το οποίο να μην επιτρέπει τη πιθανότητα τέτοιας εφαρμογής του στη πράξη. Όπως αναφέρεται σχετικά, οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του η οποία κατατίθεται στο Δικαστήριο και αυτή στη συνέχεια θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του ή μέρος αυτής. Αυτό ακριβώς συνέβη και στη περίπτωση των εναγομένων 2, 3 και
  238. Θεωρώ ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αυτό το οποίο στη συνέχεια έχει σημασία είναι ολόκληρο το στάδιο της αντεξέτασης κατά τη διάρκεια του οποίου παρέχεται η ευχέρεια αμφισβήτησης της βασιμότητας των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται σε αυτό το κείμενο και οι οποίοι, όπως στη περίπτωση των εναγομένων 2, 3 και 4 έχουν υιοθετηθεί ως η κύρια εξέταση τους. Αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με την αντεξέταση της Μ. Υ. 3 είναι πως ουσιαστικά, όπως και στη περίπτωση των εναγομένων 3 και 4, σε μεγάλο βαθμό αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν η ερμηνεία την οποία η μάρτυρας έδιδε στη σημασία εγγράφων όπως το τεκμήριο
  239. Αμφισβήτηση αχρείαστη καθότι δεν αναμένει το Δικαστήριο από ένα μάρτυρα να δώσει την οποιαδήποτε, ορθή ή λανθασμένη, ερμηνεία ενός εγγράφου το οποίο έχει κατατεθεί ως τεκμήριο. Πολύ πιο χρήσιμη ήταν η αντεξέταση αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής εγγράφων, όπως παραδείγματος χάριν το τεκμήριο 4, και κατά πόσο είχε λεχθεί οτιδήποτε προηγουμένως ή κατά τη διάρκεια υπογραφής του. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της η Μ. Υ. 3 απαντούσε με σταθερή λογικότητα τόσο ως προς τα όσα είχαν λεχθεί σε σχέση με την υπογραφή της εγγύησης του 1998 όσο και σε σχέση με τη κατ' ισχυρισμό εξόφληση του λογαριασμού και τα όσα η εναγόμενη 1, δηλαδή η μητέρα της, ανέφερε στην ίδια ως προς την επιθυμία της να εξοφληθεί ο λογαριασμός του 1998 έτσι ώστε η ίδια και οι αδελφές της να απαλλαγούν από εγγυήτριες. Διατηρώντας υπόψη τόσο τον τρόπο με τον οποίο η Μ. Υ. 3 κατέθεσε όσο και το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης της (μέρος της οποίας βεβαίως, όπως και στη περίπτωση όλων των μαρτύρων οι οποίοι υιοθετούν γραπτή δήλωση τους, είναι και η γραπτή δήλωση της) αυτή κρίνεται αξιόπιστη ως μάρτυρας. Ε.7 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ Μ. Υ.4
  240. Οφείλω να παρατηρήσω σε σχέση με τη προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 4 πως ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με μετρημένο τρόπο αντιμετωπίζοντας με ηρεμία και λογική την οποιαδήποτε αμφισβήτηση της μαρτυρίας του. Επιπλέον η εμπειρογνωμοσύνη του ως ιδιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τη κα. Μαυρικίου καθώς η αντεξέταση του περιορίστηκε σε στοχευμένη αμφισβήτηση της μεθόδου υπολογισμού την οποία εφάρμοσε με συγκεκριμένες αναφορές τόσο στο περιεχόμενο της σχετικής επί του θέματος συμφωνίας (τεκμήριο 3), της μεθόδου η οποία εφαρμοζόταν από τη τράπεζα και τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος νομοθεσίας. Μάλιστα στην τελική αγόρευση της η κα. Μαυρικίου ανέφερε πως δεν αμφισβητείτο η αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ότι δηλαδή ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και ότι είπε την αλήθεια αναφορικά με τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό βάσει των οδηγιών τις οποίες έλαβε από την εναγόμενη 1, δίχως να αμφισβητεί το αποτέλεσμα του λογαριασμού, εάν βεβαίως λαμβανόταν υπόψη η μέθοδος την οποία ακολουθούσε η ενάγουσα. Ανεξάρτητα όμως και από τη θετική εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Μ. Υ. 4 κατέθεσε ασφαλώς η ορθότητα της μαρτυρίας του αναφορικά με τους υπολογισμούς του εξετάζεται στο μέρος της απόφασης όπου εξετάζεται η νομική πτυχή της αγωγής. ΣΤ. ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
  241. Θεωρώ πως αναμφίβολα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω και από τη παράθεση των ευρημάτων του Δικαστηρίου στο επόμενο μέρος της απόφασης αναδεικνύεται επαρκώς η επιλογή του Δικαστηρίου - και οι λόγοι οι οποίοι το οδήγησαν σε αυτή την επιλογή - ως προς το ποιά από τις δύο εκδοχές των διαδίκων, στο βαθμό στον οποίο υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο, κρίνεται ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο ή ακόμη και σε ποιό βαθμό αυτή όντως κρίνεται αξιόπιστη. Θεωρώ όμως πως θα ήταν χρήσιμο αναφορικά με αυτή την επιλογή σε αυτό το μέρος της απόφασης να υπάρχει μία επιπρόσθετη μερική αναφορά ορισμένων λόγων οι οποίοι οδήγησαν το Δικαστήριο στην επιλογή του μεταξύ των δύο εκδοχών των διαδίκων.
  242. Κατ΄ αρχάς αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε η εγγύηση του 1998 θεωρώ πραγματικά πως οι εναγόμενες 2, 3, 4 και 5 όταν υπέγραφαν το συγκεκριμένο έγγραφο στις 11/8/1998 δεν το έπρατταν στα "τυφλά" αλλά έχοντας υπόψη τους το σκοπό για τον οποίο αυτό ήταν αναγκαίο, όπως λογικά θα αναμενόταν να τους είχε επεξηγηθεί, έστω και στοιχειωδώς, από τους υπαλλήλους της Lombard Natwest Bank Limited οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι γι΄ αυτό τον σκοπό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δηλαδή, ως μία εγγύηση ή μορφή εξασφάλισης για τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος μόλις πριν από λίγες μέρες είχε παραχωρηθεί στη μητέρα τους, δηλαδή την εναγόμενη 1 και ο οποίος είχε αρχίσει να λειτουργά στις 7/8/
  243. Η οποία συνεργασία μεταξύ της εναγομένης 1 και της Lombard Natwest Bank Limited είχε αρχίσει εξ ανάγκης λίγες μέρες μετά από το θάνατο του συζύγου της στις 27/7/1998 ο οποίος μέχρι τότε χειριζόταν τα οικονομικά δρώμενα της οικογένειας Πρέστου. Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως η όλη αυτή εκδοχή δεν κρίνεται μετέωρα αλλά μερικώς και επί τη βάσει μίας κοινής αντίληψης της γενικότερης πραγματικότητας της κυπριακής κοινωνίας όπου συνήθως ο πατέρας κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής είχε προεξάρχοντα ρόλο στην οικογένεια γενικά αλλά κυρίως και στα οικονομικά. Ενώ ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός πως ούτε έχει αμφισβητηθεί από την ενάγουσα αλλά ούτε και η ίδια έχει παρουσιάσει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία να αποδεικνύεται πως η εναγόμενη 1 είχε οποιαδήποτε συνεργασία είτε με την Lombard Natwest Bank Limited είτε με οποιαδήποτε άλλη τράπεζα πριν από τη έναρξη λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού του
  244. Ούτε βεβαίως και αμφισβητήθηκε η εκδοχή γενικά των εναγομένων ως προς τα όσα είχαν συμβεί στη προσωπική ζωή της εναγομένης 1 (δηλαδή, είτε ο θάνατος του συζύγου της είτε ακόμη και η εκδοχή πως αυτός αποκλειστικά χειριζόταν τα οικονομικά της οικογένειας Πρέστου) και τα οποία ως αποτέλεσμα οδήγησαν στην έναρξη της συνεργασίας της με τη Lombard Natwest Bank Limited και κατ΄ επέκταση στη συνέχεια με την ενάγουσα.
  245. Με παρόμοιο τρόπο ως λογική και αξιόπιστη κρίνεται η θέση η οποία προβλήθηκε γενικά από τις εναγόμενες οι οποίες κατέθεσαν ως προς το ότι η εναγόμενη 1, δηλαδή η μητέρα τους, επιθυμούσε να τις απαλλάξει από εγγυήτριες. Διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία στο σύνολο της ως επίσης ιδιαίτερα και το στάδιο της ζωής τους στο οποίο βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παραδείγματος χάριν, η εναγόμενη 3 εξήγησε πως η ίδια τότε μόλις είχε τελειώσει τις πανεπιστημιακές της σπουδές και δεν είχε εισοδήματα. Ο ίδιος παράγοντας της ανυπαρξίας εισοδημάτων, όπως ισχυρίστηκε, ίσχυε σε σχέση και με τις αδελφές της. Δίχως να αμφισβητηθεί επί του προκειμένου κατά την αντεξέταση της. Η δε εναγόμενη 2 ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν φοιτήτρια ακόμη. Επίσης θεωρώ πως συνάδει και αυτή η θέση σε μία γενικά αποδεκτή κατά τον ουσιώδη χρόνο πραγματικότητα της Κυπριακής κοινωνίας βάσει της οποίας οι γονείς αναμένεται να επεδίωκαν αποκατάσταση των παιδιών τους, ιδιαίτερα δε των θυγατέρων τους, και όχι δέσμευση τους με δικές τους υποχρεώσεις. Έστω βεβαίως και εάν θεωρηθεί πως ουσιαστικά όπως προωθήθηκε και από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τις εναγόμενες, ο συγκεκριμένος τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχτηκε μεν στο όνομα της εναγομένης 1 αλλά στόχο είχε την κάλυψη των άμεσων αναγκών ολόκληρης της οικογένειας. Χαρακτηριστικά όπως ανέφερε η εναγόμενη 3 λίγες μέρες μετά που είχε πεθάνει ο πατέρας της δεν είχαν λεφτά ούτε για γάλα ούτε για ψωμί. Όσο και να μπορεί να θεωρηθεί πως ο ισχυρισμός αυτός εμπεριέχει και το στοιχείο της υπερβολής αντικατοπρίζει χαρακτηριστικά αυτό το οποίο είχε αμέσως προηγουμένως ισχυριστεί η εναγόμενη
  246. Ότι δηλαδή τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για την οικογένεια ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε πως τα οικονομικά τα χειριζόταν εξ ολοκλήρου ο πατέρας της και ότι η μητέρα της, εναγόμενη 1, δεν είχε κανένα λογαριασμό. Ζ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
  247. Διατηρώντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της και τις εκδοχές των διαδίκων ως προς τα πραγματικά γεγονότα, στο βαθμό στον οποίο αυτές διαφέρουν, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής.
  248. Στις 14/10/1983 χορηγήθηκε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στη Lombard Banking (Cyprus) Ltd να ασκεί τραπεζικές εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  249. Με την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στις 25/8/1998 ποσοστό 75% του μετοχικού κεφαλαίου της Lombard Banking (Cyprus) Ltd εξαγοράστηκε από την Alpha Bank Α. Ε. και η Lombard Banking (Cyprus) Ltd η οποία από τις 22/10/1987 είχε την ονομασία Lombard Natwest Bank Limited πλέον στις 30/9/1998 μετονομάστηκε σε Alpha Bank Ltd.
  250. Η ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία εντός της οποίας είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη βάσει σχετικής άδειας να ασκεί τραπεζικές εργασίες και η οποία συνέχισε να ασκεί τις τραπεζικές εργασίες τις οποίες ασκούσε μέχρι τις 30/9/1998 η Lombard Natwest Bank Limited.
  251. Η Alpha Bank Ltd από τις 20/12/2006 άλλαξε το όνομα της σε Alpha Bank Cyprus Ltd.
  252. Η εναγόμενη 1 είναι η μητέρα των εναγομένων 2, 3, 4 και
  253. Στις 7/8/1998 η εναγόμενη 1 άρχισε τη συνεργασία της με την Lombard Natwest Bank Limited με τη παραχώρηση προς την ίδια και την έναρξη λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού άνευ συμφωνημένου ορίου με αριθμό λογαριασμού 145/09639/2001/2 (στο εξής θα καλείται ο "τρεχούμενος λογαριασμός του 1998") .
  254. Αναφορικά με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού του 1998 δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ της εναγομένης 1 και της Lombard Natwest Bank Limited.
  255. Τέσσερις ημέρες αργότερα στις 11/8/1998 υπογράφηκε το "Έγγραφον Εγγυήσεως" (τεκμήριο 4) από τις εναγόμενες 2, 3, 4 και 5 (στο εξής θα καλείται η "εγγύηση του 1998").
  256. Η Μ.Ε. 2, Αντιγόνη Πέτρου υπέγραψε το έγγραφο της εγγύησης του 1998 ως μάρτυρας των υπογραφών των εναγομένων 2, 3, 4 και
  257. Ο ρόλος της Μ.Ε. 2 περιοριζόταν απλώς στο να ελέγχει την υπογραφή από τις εναγόμενες του εγγράφου της εγγύησης του 1998 και στη συνέχεια να υπογράφει ως μάρτυρας αυτών των υπογραφών, όπως και έπραξε σε σχέση τόσο με τον έλεγχο όσο και την υπογραφή της ιδίας ως μάρτυρας.
  258. Κατά την υπογραφή της εγγύησης του 1998 οι εναγόμενες 2, 3 και 4 είχαν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.