Νίκος Γεωργίου ν. PERDIOS POULTRY FARM LIMITED, Αρ. ΓΑ: 126/12, 30/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A186 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. ΓΑ: 126/12 Μεταξύ: Νίκος Γεωργίου, από την Λεμεσό Αιτητής και PERDIOS POULTRY FARM LIMITED, από την Πάφο Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 30.9.14 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Α. Χριστοδούλου για κ. Ν. Τσιαπαλή Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Ηλ. Ηλιάδης κ. Ι. Σκουμπρής, διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση: παρών -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση έρευνας η οποία υπεβλήθη εκ μέρους του Αιτητή στις 9.5.
- Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος μηνιαίων πληρωμών εναντίον της Καθ' ης η αίτηση καθώς και η ακύρωση οποιασδήποτε δωρεάς, παράδοσης, μεταβίβασης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Καθ' ης η αίτηση που είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμποδισθεί ο Αιτητής στην είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Η απόφαση στην βάση της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση εκδόθηκε εναντίον της Καθ' ης η αίτηση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 8.7.11 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 276/
- Με την πιο πάνω απόφαση η Καθ' ης η αίτηση διατάχθηκε να πληρώσει στον Αιτητή το ποσό των Ευρώ 11.772,26 σεντ με νόμιμο τόκο από 28.7.09 πλέον Ευρώ 1.300,00 σεντ δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 28.7.09 πλέον ΦΠΑ. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή και στηρίζεται στα άρθρα 82-87, 90
(1), 91(Α - Γ), (Ε) και (ΣΤ), του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στην Δ.40, Δ.48, θθ.1-7 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στον Περί Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.15. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Καθ' ης η αίτηση διατηρεί φάρμα και πτηνοσφαγείο στην περιοχή Αγίας Βαρβάρας στην Πάφο και έχει αρκετά εισοδήματα ώστε να είναι σε θέση να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις. Στον δικαστικό επιδότη που επιχείρησε να εκτελέσει ένταλμα κινητών εναντίον της Καθ' ης η αίτηση στα προαναφερόμενα υποστατικά λέχθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία σχέση έχει με τα εν λόγω υποστατικά και ότι αυτά ανήκουν στην εταιρεία C & G SKOUMBRIS ESTATES LTD, από τώρα και στο εξής «η τρίτη εταιρεία». Η τρίτη εταιρεία ανήκει σε πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, Ιωάννη Σκουμπρή. Επίσης, ο γραμματέας της Καθ' ης η αίτηση είναι ένας εκ των διευθυντών της τρίτης εταιρείας. Ο ενόρκως δηλών σημειώνει ότι οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν με μοναδικό σκοπό η Καθ' ης η αίτηση να αποφύγει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτόν. Εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε στις 27.11.12 ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ιωάννη Σκουμπρή, ο οποίος είναι διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση. Είναι επιγραμματικά η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν διαθέτει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία και ότι λόγω της οικονομικής κρίσης καταστράφηκε οικονομικά και αδυνατεί να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό με μηνιαίες δόσεις. Η Καθ' ης η αίτηση δεν διεξάγει εργασίες, δεν έχει κύκλο εργασιών και δεν απασχολεί προσωπικό. Δεν προέβη σε δόλιες μεταβιβάσεις και η τρίτη εταιρεία, η οποία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και ουδεμία σχέση έχει με την Καθ' ης η αίτηση, ενοικίασε την προαναφερόμενη φάρμα από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών εντός της οποίας και διεξάγει νέες επιχειρήσεις. Τα υποστατικά και η γη στην οποία η Καθ' ης η αίτηση δραστηριοποιόταν στο παρελθόν δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία της αλλά περιουσία που ενοικίαζε. Τόσο η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση όσο και αυτή που υποστηρίζει την ένσταση συνοδεύονται από έγγραφα που σημειώνονται ως τεκμήρια. Μαρτυρία στην υπόθεση έδωσαν ο Ιωάννης Σκουμπρής, διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση, ο Κωνσταντίνος Σκουμπρής, διευθυντής και γραμματέας της τρίτης εταιρείας, η Βάνα Παπαδοπούλου, λειτουργός διαχείρισης στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, και ο ίδιος ο Αιτητής. Από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα αναντίλεκτα γεγονότα. Η Καθ' ης η αίτηση δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης (Τεκμήρια 1 και 2) με τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, από τώρα και στο εξής «ο Κηδεμόνας», ενοικίαζε από το 1998 Τουρκοκυπριακή γη επί της οποίας ανεγέρθηκαν υποστατικά τα οποία χρησιμοποιούσε ως πτηνοτροφείο για σκοπούς διεξαγωγής της επιχείρησής της. Με επιστολή της ημερομηνίας 1.12.09 (Τεκμήριο 4) αιτήθηκε όπως η εν λόγω σύμβαση μίσθωσης μεταβιβασθεί από την ίδια στην τρίτη εταιρεία. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η αίτηση ανήκει στην εταιρεία Ι. Κ. Σκουμπρής Λτδ μέτοχοι της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνος Σκουμπρής και ο Γιώργος Σκουμπρής, οι οποίοι είναι οι διευθυντές της τρίτης εταιρείας. Στην εν λόγω επιστολή επισημαίνεται, επίσης, ότι η τρίτη εταιρεία ανήκει στα ίδια πρόσωπα στα οποία ανήκει και η Καθ' ης η αίτηση. Η νέα συμφωνία μίσθωσης μεταξύ του Κηδεμόνα και της τρίτης εταιρείας συνομολογήθηκε στις 12.5.10 με ημερομηνία έναρξης την 1.3.10 και ημερομηνία λήξης την 28.2.13 (Τεκμήριο 3). Με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει εναντίον της Καθ' ης η αίτηση διάταγμα μηνιαίων πληρωμών στην βάση του ότι η Καθ' ης η αίτηση λειτουργεί υπό τον μανδύα της τρίτης εταιρείας. Την πιο πάνω θέση της η πλευρά του Αιτητή στηρίζει στο ότι η τρίτη εταιρεία ανήκει σε πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, ήτοι οι διευθυντές της είναι οι υιοί του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, τα ενοικιαζόμενα υποστατικά παραχωρήθηκαν στην τρίτη εταιρεία από την Καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα να συνομολογηθεί νέα συμφωνία μίσθωσης μεταξύ της τρίτης εταιρείας και του Κηδεμόνα και η τρίτη εταιρεία χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό που παλαιότερα χρησιμοποιούσε η Καθ' ης η αίτηση κατόπιν παραχώρησής του από την τελευταία προς την τρίτη εταιρεία και, μάλιστα, χωρίς αντάλλαγμα. Αναφορικά με το ζήτημα τούτο διαφωτιστική είναι η υπόθεση Σοφούλα Ιωάννου κ.α. ν. Polly-Frocks Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 398. Στην εν λόγω υπόθεση οι αιτήτριες / εφεσείουσες καταχώρησαν αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν όπως διαταχθεί η καθ' ης η αίτηση / εφεσίβλητη να καταβάλει σε καθεμιά από αυτές μηνιαίες δόσεις προς εκτέλεση των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί προς όφελος τους από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η εφεσίβλητη αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε περιουσία ή εισοδήματα και, επομένως, δεν ήταν σε θέση να ξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά με μηνιαίες δόσεις. Οι εφεσείουσες προσκόμισαν μαρτυρία ότι η εφεσίβλητη, που λειτουργούσε εργοστάσιο ειδών ένδυσης, και της οποίας διευθυντές και μόνοι μέτοχοι ήταν κάποιο ανδρόγυνο, δεν είχε διαλυθεί ούτε πτωχεύσει, αλλά λειτουργούσε υπό τον μανδύα άλλης εταιρείας, στο όνομα της οποίας και είχε μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις, μεταξύ άλλων, για τους ακόλουθους λόγους: (α) η προσπάθεια των εφεσειουσών να αποδείξουν ότι η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό τον μανδύα της τρίτης εταιρείας ξέφευγε των αιτούμενων θεραπειών για τον λόγο ότι με τις αιτήσεις ζητείτο να εξετασθεί η οικονομική ικανότητα της εφεσίβλητης να εξοφλήσει τα χρέη της και όχι εκείνη της τρίτης εταιρείας που δεν ήταν διάδικος και (β) δεν υπήρχε μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική ικανότητα της τρίτης εταιρείας ώστε να μπορεί να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της. Στην σελίδα 403 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη ότι και οι τρεις λόγοι έφεσης ευσταθούν. Η προσπάθεια των εφεσειουσών να αποδείξουν ότι η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό το μανδύα της Paulisa δεν ξέφευγε των αιτουμένων, κατά της εφεσίβλητης, θεραπειών. Ούτε απέβλεπε στο να διαπιστωθεί η οικονομική ικανότητα της Paulisa να εξοφλήσει τα εξ αποφάσεως χρέη της εφεσίβλητης με απώτερο στόχο να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εις βάρος της δικαστική απόφαση και χωρίς να είναι διάδικος στις αιτήσεις. Η προσπάθεια των εφεσειουσών ήταν να αποδείξουν ότι η εφεσίβλητη, με σκοπό να αποφύγει την εξόφληση των εξ αποφάσεως χρεών της, δημιούργησε την Paulisa και, στην πραγματικότητα, εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό την κάλυψή της. Και ότι, επομένως, η οικονομική ικανότητα της Paulisa ήταν, στην πραγματικότητα, οικονομική ικανότητα της εφεσίβλητης, και, άρα, αυτή η ικανότητα έπρεπε να διερευνηθεί με σκοπό, αφού εξακριβωθεί, να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων, όχι εναντίον της Paulisa, που ούτε εξ αποφάσεως χρεώστης ούτε διάδικος στις αιτήσεις ήταν, αλλά εναντίον της εφεσίβλητης. Οι εφεσείουσες, με τη μαρτυρία που προσκόμισαν, και στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, απέδειξαν ικανοποιητικά, κατά την κρίση μας, ότι η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό το μανδύα της Paulisa. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να προχωρήσει και, αφού διερευνούσε και διαπίστωνε την οικονομική ικανότητα της Paulisa, να καθορίσει το ποσό των μηνιαίων δόσεων που θα έπρεπε να καταβάλλει, όχι η Paulisa, αλλά η εφεσίβλητη, προς εξόφληση των εξ αποφάσεως χρεών της έναντι των εφεσειουσών». Από το πιο πάνω απόσπασμα καθίσταται έκδηλο ότι όταν σε αίτηση έρευνας ο αιτητής παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι η καθ' ης η αίτηση λειτουργεί υπό τον μανδύα άλλης εταιρείας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει εξέταση της οικονομικής ικανότητας της εταιρείας αυτής και αν στο τέλος καταλήξει ότι η εταιρεία αυτή έχει οικονομική δυνατότητα, τότε, θα πρέπει να εκδώσει εναντίον της καθ' ης η αίτηση διάταγμα μηνιαίων πληρωμών. Στην υπό εξέταση περίπτωση κλήθηκε και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ένας εκ των διευθυντών της τρίτης εταιρείας, ο Κωνσταντίνος Σκουμπρής. Η ευπαίδευτη, όμως, συνήγορος του Αιτητή δεν υπέβαλε τον μάρτυρα αυτό σε οποιαδήποτε εξέταση αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της τρίτης εταιρείας με αποτέλεσμα ενώπιον του Δικαστηρίου να μην υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία για το ζήτημα τούτο. Κατά την εξέταση δε του Κωνσταντίνου Σκουμπρή η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή αναλώθηκε σε θέματα που έχουν να κάνουν με τον εξοπλισμό που σύμφωνα με την πλευρά του Αιτητή διέθετε η Καθ' ης η αίτηση και που σήμερα διαθέτει η τρίτη εταιρεία και αν κατά πόσο αυτός αποτελεί περιουσία συνδεδεμένη με την γη ή όχι παρόλο που στην αγόρευσή της αναφέρει ότι αυτό είναι άνευ σημασίας για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης με προεξάρχουσα την θέση ότι ο εξοπλισμός αυτός παλαιότερα χρησιμοποιείτο από την Καθ' ης η αίτηση και σήμερα από την τρίτη εταιρεία κατόπιν παραχώρησης του από την πρώτη στην τελευταία και, μάλιστα, χωρίς αντάλλαγμα. Το μόνο που προέκυψε σε σχέση με το εισόδημα της τρίτης εταιρείας από την εξέταση του Κωνσταντίνου Σκουμπρή είναι ότι από την χρήση φωτοβολταϊκού πάρκου που έκανε η τρίτη εταιρεία και την πώληση ηλεκτρικού ρεύματος στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου αυτή έχει εισόδημα. Μόνο που ο μάρτυρας δεν εξετάσθηκε επί του θέματος τούτου και, κατ' επέκταση, καμία μαρτυρία δεν δόθηκε για το εισόδημα που η τρίτη εταιρεία κερδίζει από την πιο πάνω δραστηριότητα. Ο μάρτυρας δεν εξετάσθηκε, επίσης, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της τρίτης εταιρείας, τα έσοδα ή τα έξοδά της, τις ανάγκες και υποχρεώσεις της προς τρίτους. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η οικονομική κατάσταση της τρίτης εταιρείας δεν καταδείχθηκε. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ούτε από την εξέταση του Ιωάννη Σκουμπρή προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι είτε η Καθ' ης η αίτηση είτε η τρίτη εταιρεία διαθέτουν οποιαδήποτε εισοδήματα. Ό,τι ο Ιωάννης Σκουμπρής υποστήριξε σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση εξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση σήμερα είναι ανενεργή. Έχει από το 2010 αναστείλει τις εργασίες της, δεν έχει ούτε έσοδα ούτε έξοδα, δεν διαθέτει εισοδήματα από άλλους πόρους και δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Επίσης, η Καθ' ης η αίτηση είχε τεράστιες ζημιές, γι' αυτό και έκλεισε. Δεν μου διαφεύγει το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αναφέρεται ότι το πιο πάνω έγγραφο καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η αίτηση κατά τον Απρίλιο του 2011 εργοδοτούσε έξι υπαλλήλους στα υποστατικά που πιο πάνω αναφέρονται. Το Τεκμήριο Α είναι φωτοαντίγραφο και φέρει τίτλο «Κατάσταση Αποδοχών Εργοδοτουμένων για την περίοδο: ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011». Σε αυτό δε φαίνεται σφραγίδα της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Επαρχιακού Γραφείου Πάφου. Στην ένορκο, όμως, δήλωση του Αιτητή δεν επεξηγείται πώς το πιο πάνω έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του. Επίσης, καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γιατί παρουσιάσθηκε φωτοαντίγραφο και όχι το πρωτότυπο. Τα πιο πάνω αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 34, για να μπορεί το πιο πάνω έγγραφο να θεωρείται αποδεκτή μαρτυρία. Παρατίθενται πιο κάτω οι πρόνοιες από το εν λόγω άρθρο που ενδιαφέρουν: «
(1)Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της— (α) Με την προσαγωγή του πρωτότυπου εγγράφου, ή (β) ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου. ..........................................................................................................................
(5)Έγγραφο αποδεκτό ως μαρτυρία δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να κατατεθεί από οποιοδήποτε που το έχει στην κατοχή του». Υπό το φως των πιο πάνω το Τεκμήριο Α δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Σημειώνεται, επίσης, και το εξής σημαντικό. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή κατά την εξέταση του Ιωάννη Σκουμπρή δεν εξέτασε τον εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με τον εν γένει ισχυρισμό του Αιτητή που απαντάται στην παράγραφο 5 της ένορκής του δήλωσης ότι κατά τον Απρίλιο του 2011 η Καθ' ης η αίτηση εργοδοτούσε έξι εργάτες, που είναι ό,τι από το εν λόγω έγγραφο κατά τον Αιτητή αναδύεται. Κρίνω πως η στάση αυτή αποδυναμώνει την αλήθεια του πιο πάνω ισχυρισμού. Ως εκ τούτου καμία βαρύτητα δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω σε αυτόν. Ούτε και η μαρτυρία του Αιτητή καθ' ον μέρος αυτής αφορά στην οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση είναι βοηθητική. Ό,τι ο Αιτητής ανέφερε επί του προκειμένου είναι ότι κατά την διάρκεια της εργοδότησής του στην Καθ' ης η αίτηση η τελευταία βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση αφού απασχολούσε, μεταξύ άλλων, 16 αλλοδαπούς εργάτες. Το γεγονός και μόνο ότι η Καθ' ης η αίτηση το έτος 2007 απασχολούσε 16 αλλοδαπούς εργάτες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν είναι απαραίτητα και δίχως άλλο καθοριστικό της οικονομικής ευρωστίας της Καθ' ης η αίτηση κατά τον εν λόγω χρόνο. Επίσης, η πιο πάνω θέση προβλήθηκε μόνο κατά την αντεξέταση και χωρίς ο Αιτητής να αναφέρει πού την βασίζει. Πρόκειται περί ενός ισχυρισμού ο οποίος προβλήθηκε γενικόλογα και αόριστα και ποσώς τεκμηριώθηκε. Επίσης, και αν ακόμα τα όσα πιο πάνω ο Αιτητής ανέφερε ήθελαν κριθεί αντιπροσωπευτικά της οικονομικής κατάστασης της Καθ' ης η αίτηση κατά το έτος 2007, δεν μπορούν να εκληφθούν αντιπροσωπευτικά της σημερινής οικονομικής κατάστασης της Καθ' ης η αίτηση αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις ο Αιτητής με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι από την Καθ' ης η αίτηση απελύθη τον Οκτώβριο του 2007 και, επομένως, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν τα όσα πιο πάνω ανέφερε ισχύουν και σήμερα. Μάλιστα, σε ερωτήσεις που άπτονταν του παρόντος ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι σήμερα δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του ότι ο αδελφός του περί τον Νοέμβριο, Δεκέμβριο του 2013 αγόρασε από την Καθ' ης η αίτηση κοτόπουλα έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίφθηκε από τον ίδιο κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα ο Αιτητής κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο αδελφός του αγοράζει κοτόπουλα από την τρίτη εταιρεία και όχι από την Καθ' ης η αίτηση τα οποία και μεταπωλεί σε υπεραγορές στην Λεμεσό. Αλλά και αν ακόμα ο Αιτητής δεν αναιρούσε με την μετέπειτα μαρτυρία του τον αρχικά προβληθέντα ισχυρισμό του αυτός δεν θα γινόταν αποδεκτός για τους εξής λόγους. Η μαρτυρία αυτή προβλήθηκε προς απόδειξη της αλήθειας της με σκοπό να καταδειχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να διεξάγει εργασίες σε αντίθεση με την επί του προκειμένου θέση του Ιωάννη Σκουμπρή. Ως τέτοια αποτελεί, επομένως, εξ' ακοής μαρτυρία. Σημειώνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Επαφίεται στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα σε αυτήν που ήθελε κρίνει ορθή και σκόπιμη. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 27 κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην υπό εξέταση περίπτωση κανένας λόγος δεν καταδείχθηκε γιατί η πλευρά του Αιτητή δεν κάλεσε τον αδελφό του Αιτητή για να καταθέσει ο ίδιος αυτό που ο Αιτητής ισχυρίσθηκε ότι του είπε ο αδελφός του ώστε και η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να μπορεί να τον αντεξετάσει. Ούτε και παρουσιάσθηκαν τα τιμολόγια που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή εκδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στον υπό συζήτηση ισχυρισμό του Αιτητή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και δη του ότι η οικονομική κατάσταση της τρίτης εταιρείας δεν καταδείχθηκε κρίνω πως καθίσταται αχρείαστο να αποφασίσω αν η Καθ' ης η αίτηση λειτουργεί υπό τον μανδύα της τρίτης εταιρείας. Την ίδια στιγμή κρίνω ότι για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω δεν παρέχεται περιθώριο έκδοσης διατάγματος μηνιαίων πληρωμών εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή πρόβαλε, επίσης, την θέση ότι η προσαχθείσα στην υπόθεση μαρτυρία δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει καταδολιευτικές μεταβιβάσεις. Είναι η θέση της ότι αυτή κατέδειξε ότι ο εξοπλισμός που κατείχε η Καθ' ης η αίτηση του πτηνοτροφείου περιήλθε με την νέα συμφωνία ενοικίασης μεταξύ του Κηδεμόνα και της τρίτης εταιρείας στην κατοχή της τελευταίας διά μεταβίβασης και/ή παραχώρησής του από την Καθ' ης η αίτηση στην τρίτη εταιρεία χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ανέφερε το μέρος του εξοπλισμού που κατά την κρίση της η μαρτυρία κατέδειξε ότι σήμερα βρίσκεται στην κατοχή της τρίτης εταιρείας και που προηγουμένως βρισκόταν στην κατοχή της Καθ' ης η αίτηση. Εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει την μεταβίβαση και να διατάξει όπως τα περιουσιακά στοιχεία της τρίτης εταιρείας κατασχεθούν και πωληθούν προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Επί του θέματος τούτου διαφωτιστική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χριστοφόρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1 ΑΑΔ 708. Στην πιο πάνω υπόθεση οι εφεσίβλητοι / αιτητές καταχώρησαν αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούσαν όπως ο ένας εκ των τριών καθ' ων η αίτηση, ο εφεσείων, εξετασθεί αναφορικά με την ικανότητά του να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του προς τους εφεσίβλητους. Στην ίδια αίτηση ζητούσαν όπως «ακυρωθεί οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση ή επιβάρυνση» στην οποία προέβη ο εφεσείων. Οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία και η διαδικασία περατώθηκε με την εξέταση του εφεσείοντος. Ο εφεσείων, συνταξιούχος ηλικίας 72 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, έδωσε μαρτυρία ως προς τα εισοδήματά του. Σε απάντηση προς ερώτηση που του υπέβαλε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων απάντησε πως 5 με 6 χρόνια πριν την δημιουργία του χρέους είχε μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία του στα δύο του παιδιά. Το Δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα πως η μεταβίβαση των ακινήτων στα παιδιά του από τον εφεσείοντα είχε γίνει 5 με 6 χρόνια πριν την δημιουργία του χρέους. Στην συνέχεια το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι μεταβιβάσεις είχαν γίνει καταδολιευτικά και για τον λόγο αυτό τις κήρυξε άκυρες. Επίσης, πως δεν επιβάλλετο να δοθεί ειδοποίηση προς τα πρόσωπα που είχαν συμφέρον επί των περιουσιακών του στοιχείων, δηλαδή, τα παιδιά του εφεσείοντος. Το Δικαστήριο αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση Νίκος Λουγκρίδης v. Eurolife Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 886 προχώρησε στην έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με τα οποία τα ακίνητα τα οποία ο εφεσείων είχε μεταβιβάσει στα παιδιά του θα έπρεπε να επανεγγραφούν στο όνομα του εφεσείοντος με ταυτόχρονη εγγραφή επιβάρυνσης σ' αυτά προς όφελος των εφεσίβλητων και, επιπλέον, διατάγματος πώλησης τους προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την απόφαση. Το τριμελές Εφετείο ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπόθεση θεώρησε ότι η ερμηνεία του επίμαχου άρθρου, 91(Γ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, ήταν σημαντική ώστε κρίθηκε ορθό όπως αυτό διευρυνθεί. Η Ολομέλεια του Εφετείου ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 712-715: «Η διαδικασία που αφορούσε στην επίμαχη αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου προβλέπεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 1999, Ν.134(Ι)/99. Ο σκοπός του Νόμου, κρίνοντας από τις διατάξεις του, είναι η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ύψιστο βέβαια ζήτημα που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης γιατί αν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω. Το Άρθρο 82 του Νόμου προβλέπει πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη αναφορικά: (α) με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό να εκδοθούν τα διατάγματα που αναφέρονται στο μέρος ΙΧ του Νόμου, και (β) αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή με οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού. Προνοείται περαιτέρω πως στην αίτηση του ο πιστωτής, η οποία ονομάζεται «αίτηση έρευνας», μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας για τις πιο πάνω δύο περιπτώσεις. Στη διαδικασία αυτή ο εξ αποφάσεως οφειλέτης εξετάζεται ενόρκως αναφορικά με την ικανότητα του να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, την ύπαρξη και αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων που μπορεί να διατεθούν για την πληρωμή του χρέους και την ενδεχόμενη διάθεση περιουσιακών στοιχείων στην οποία προέβη μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης. Στο Άρθρο 91Α του Νόμου καθορίζονται οι πράξεις καταδολίευσης των εξ αποφάσεως πιστωτών, σ' αυτές δε περιλαμβάνονται οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη ή οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη. Ερχόμαστε στο επίμαχο Άρθρο, 91Γ του Νόμου, η ερμηνεία των διατάξεων του οποίου κρίθηκε σημαντική ώστε το τριμελές Εφετείο, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπόθεση, να θεωρήσει ορθό να διευρυνθεί. Η υπόθεση ήχθη ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας. Ολόκληρο το άρθρο έχει ως εξής: 91Γ.-
(1)Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σ' οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται, εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως- (α) Το περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, ή (β) εάν το περιουσιακό στοιχείο υπόκειται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε εγγραφή ή επιβάρυνση, ακυρωθεί η εν λόγω εγγραφή ή επιβάρυνση και επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη, ή (γ) εάν το περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητη περιουσία, η ακύρωση της εγγραφής και επανεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη συνοδεύεται ταυτόχρονα με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επί της εν λόγω ακίνητης περιουσίας με τις ίδιες συνέπειες ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δυνάμει των Άρθρων 53 μέχρι 62 (υπογραμμίζουμε την κρίσιμη φράση, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα). Στην υπό κρίση έφεση εγείρονται διάφοροι λόγοι. Θα μας απασχολήσει όμως μόνο ένας, γιατί η κρίση μας επ' αυτού οδηγεί στο τελικό αποτέλεσμα. Η υπό συζήτηση αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν επιδόθηκε στα δύο πρόσωπα, τα παιδιά δηλαδή του εφεσείοντος στο όνομα των οποίων ο τελευταίος μεταβίβασε τα ακίνητα. Όπως είπαμε πιο πριν ο Δικαστής έκρινε εφαρμόζοντας, καθώς ο ίδιος ερμήνευσε τις διατάξεις του Άρθρου 91Γ, και ειδικότερα της παρα.
(1), πως δεν χρειαζόταν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παρουσίας των δύο αυτών προσώπων στη διαδικασία της αίτησης. Στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν τα λεχθέντα από το Εφετείο στην υπόθεση Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 886. Στην πιο πάνω υπόθεση, με παρόμοια περίπου γεγονότα, το Δικαστήριο είπε τα εξής: «όσον αφορά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του όλα τα πρόσωπα τα οποία είχαν συμφέρον στο διαμέρισμα, παρατηρούμε ότι η απουσία τους από τη διαδικασία δεν επηρεάζει, μεταξύ των διαδίκων, το κύρος του διατάγματος ακύρωσης της μεταβίβασης και εγγραφής του διαμερίσματος.» Στη συζήτηση που διεξήχθη εδώ μας δόθηκε η ευκαιρία να εξετάσουμε σε βάθος τη σοβαρή πτυχή της υπόθεσης, η οποία βασίζεται στην ορθή ερμηνεία του Άρθρου 91Γ του Νόμου. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις γενικές πρόνοιες του Νόμου, όπως τις συνοψίσαμε πιο πάνω, κρίνουμε πως η συμπερίληψη αιτήματος σε αίτηση για εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε αυτός να εξεταστεί αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου [Άρθρο 82(β)], εξυπακούει τον ακριβή καθορισμό του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που έχει με οποιοδήποτε τρόπο μεταβιβαστεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, με σκοπό βέβαια να καταδολιεύσει τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η φράση στο Άρθρο 91Γ «δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη», οδηγεί στην ορθή εφαρμογή της πρόνοιας αυτής του Νόμου η οποία άπτεται του σταδίου της διαδικασίας που αφορά, καθώς και ο πλαγιότιτλος λέγει: «σε διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, επιβαρύνσεων». Προσθέτουμε και το Άρθρο 87
(2)σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα, μεταξύ άλλων, για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων «το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.» Στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή δεν καθορίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα ακίνητα για τα οποία και ζητείτο διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης τους. Με την αίτηση επιδιωκόταν η εξέταση του εφεσείοντος αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου κ.λπ. Εφόσον, και όταν αποκαλύφθηκε από τον εφεσείοντα στο Δικαστήριο πως είχε μεταβιβάσει στα παιδιά του τα ακίνητα, θα έπρεπε να ακολουθήσει ειδική αίτηση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 91Γ του Νόμου, για να κριθεί κατά πόσο οι μεταβιβάσεις ήσαν καταδολιευτικές. Τέτοιο αίτημα μπορεί βεβαίως να συμπεριληφθεί και στην αίτηση έρευνας, στην οποία όμως πρέπει να καθορίζεται το περιουσιακό στοιχείο, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός πως μεταβιβάστηκε για να καταδολιευθεί ο πιστωτής, μαζί βεβαίως με το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ώστε και αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται υπό συζήτηση. Και ενώ δεν είναι η πρόθεση μας να επεκταθούμε τώρα σε θέματα που δεν εγείρονται αφού η μη υποβολή αίτησης καθορίζει το αποτέλεσμα, είναι ορθό να καταγράψουμε όσα θεωρούμε ότι προκύπτουν από την υπόθεση Λουγκρίδης. Παρατηρούμε κατ' αρχάς πως εκεί δεν είχε εγερθεί και δεν εξετάστηκε ζήτημα σε σχέση με την ανάγκη υποβολής αίτησης συγκεκριμένης, όπως ήδη υποδείξαμε. Περαιτέρω πως η κρίση, σύμφωνα με την οποία η απουσία των προσώπων στα οποία είχε μεταβιβαστεί η περιουσία «δεν επηρεάζει, μεταξύ των διαδίκων, το κύρος του διατάγματος ακύρωσης ......» δεν ήταν ερμηνευτική του Άρθρου 91Γ, αλλά αφορούσε στη δυνατότητα να συζητηθεί το θέμα από τέτοια άποψη μεταξύ των διαδίκων χωρίς δηλαδή να το έχει εγείρει ο τρίτος που επηρεαζόταν από το διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση η τρίτη εταιρεία έλαβε μέρος στην διαδικασία διά της παρουσίας και ενεργούς συμμετοχής του διευθυντή της Κωνσταντίνου Σκουμπρή. Εκεί που το αίτημα χωλαίνει είναι στο ότι στην υπό κρίση αίτηση δεν προσδιορίζεται, ούτε και καθορίζεται κανένα περιουσιακό στοιχείο για το οποίο και να ζητείται διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασής του. Ούτε και υποβλήθηκε ειδική αίτηση όπως προβλέπεται στο Άρθρο 91(Γ) του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, για να κριθεί κατά πόσο οποιαδήποτε μεταβίβαση ήταν καταδολιευτική. Τα πιο πάνω κρίνονται καταλυτικά για την τύχη και του δεύτερου αιτήματος. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Εν' όψει του ότι η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε μιαν αίτηση η οποία, ως εκ των ανωτέρω αναφέρθηκαν προκύπτει, δεν προωθήθηκε επαρκώς κρίνω ορθό και σκόπιμο να επιδικάσω τα έξοδα εις βάρος της. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αίτηση έρευνας Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο