← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χριστάκης Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής: 3035/10, 30/9/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χριστάκης Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής: 3035/10, 30/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A187 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3035/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Πάφο Ενάγοντες και Χριστάκης Θεοφάνους, από την Πάφο Εναγόμενος Ημερομηνία: 30.9.14 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Α. Χαραλάμπους για κκ Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Δημοσθένους) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Πιερή για κκ Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Κλεάνθους) ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου / Αιτητή στις 2.10.13 με την οποία ζητείται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος ετοιμάσουν και επιδώσουν στον Αιτητή περαιτέρω και καλύτερο κατάλογο εγγράφων που έχουν ή είχαν στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία τους και που σχετίζονται με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο θέμα της αγωγής και ιδιαίτερα των εγγράφων που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής ως καθορίζονται στον Πίνακα εγγράφων υπ' αρ. 4 της Ένορκης δήλωσης της Χλόης Στυλιανού ημερ. 10.12.2012 (α) Αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Statement of accounts) από την ημερομηνία συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών και/ή άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος (β) Παραστατικά (χρεώσεις και πιστώσεις) της κάθε δοσοληψίας που αφορά τον επίδικο λογαριασμό». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ 2 και 11 και Δ.48, θθ. 1-4, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Αιτητή. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται η αναγκαιότητα της αποκάλυψης των καταστάσεων λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι σήμερα καθώς και των παραστατικών όλων των δοσοληψιών και πράξεων, χρεώσεων και πιστώσεων, που έγιναν μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση, ώστε να μπορέσει ο Αιτητής να ελέγξει την νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Ο Καθ' ου η αίτηση έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τα πιο πάνω έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διετάχθη αποκάλυψη εγγράφων καθότι αυτά αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση τα οποία ο Αιτητής αμφισβητεί. Ο Καθ' ου η αίτηση διά του δικηγόρου του στις 18.2.14 δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Α(α) της αίτησης οπότε και παρέμεινε για εκδίκαση το αιτητικό υπό παράγραφο Α(β) που αναφέρεται στα παραστατικά. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση διατάγματος υπό παράγραφο Α(β) της υπό κρίση αίτησης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος είναι υπάλληλος του Καθ' ου η αίτηση με γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αποτελούν, μεταξύ άλλων, θέσεις του Αιτητή τα ακόλουθα: η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται η εκμαίευση μαρτυρίας σε σχέση με την απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση η υπό κρίση αίτηση προκαλεί καθυστέρηση στην διαδικασία καθότι κατά την χρήση πιστωτικής κάρτας δεν εκδίδονται παραστατικά συναλλαγών από τον Καθ' ου η αίτηση και ο Αιτητής το γνωρίζει αυτό ο Αιτητής κωλύεται να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση αφού για οποιαδήποτε συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την επίδικη κάρτα ο Αιτητής έχει στην κατοχή του τις σχετικές αποδείξεις συναλλαγών και/ή τα σχετικά παραστατικά η γνωστοποίηση των συναλλαγών προς τον Αιτητή έγινε μέσω παράδοσης σε αυτόν αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού ο Αιτητής κωλύεται να αναφέρει ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν προέβη σε επαρκή αποκάλυψη εγγράφων καθότι από τις 10.12.12 που ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε την ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων μέχρι και τις 2.10.13 που υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ουδέποτε ανέφερε ότι η αποκάλυψη εγγράφων του Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν επαρκής η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και/ή όχι στο κατάλληλο στάδιο και ενώ η αγωγή είχε ήδη ορισθεί για ακρόαση. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να αναφέρω ότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της. Σχετικός είναι ο 9ος λόγος ένστασης και τα όσα σε σχέση με αυτόν αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης παραθέτω σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 10.12.12. Την ημέρα εκείνη εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο οι διάδικοι διατάχθηκαν εντός 20 ημερών να αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα έγγραφα που θα παρουσιάσουν στην δίκη. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 12.2.13. Οι διάδικοι καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και στις 12.2.13 το Δικαστήριο επαναόρισε την αγωγή για οδηγίες στις 20.3.13 κατά παράκληση των δικηγόρων τους. Στην συνέχεια η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες στις 16.4.13 και 31.5.13. Στις 31.5.13 η αγωγή ορίσθηκε κατόπιν παράκλησης των δικηγόρων των διαδίκων για ακρόαση στις 3.10.13. Στις 3.10.13 η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος αναβολής από μέρους του Αιτητή και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 19.3.14. Ο λόγος που ο Αιτητής στις 3.10.13 εξαιτήθηκε αναβολής ήταν, μεταξύ άλλων, η καταχώρηση στις 2.10.13 της υπό κρίση αίτησης. Στις 19.3.14 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και έκτοτε η αγωγή οριζόταν για οδηγίες μέχρι να εκδικασθεί η υπό κρίση αίτηση. Στην υπόθεση Ελευθερία Κουμουλή ν. Michael Yasmingh

(1999)1 ΑΑΔ 323 λίγες μέρες πριν από την ακρόαση αγωγής για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ώστε να προστεθούν οι τριτοδιάδικοι ως εναγόμενοι 2 και 3 επιπρόσθετα του εναγομένου 1. Υπήρξε ένσταση και η αίτηση ορίσθηκε την ημέρα της ακρόασης της αγωγής. Οι δικηγόροι των διαδίκων όπως και το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισαν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου δυνάμει της Δ.10 θ.7
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, όμως, την αίτηση για ένα και μοναδικό λόγο, ήτοι την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απερρίφθη. Παρατίθεται απόσπασμα από την σελίδα 35 της απόφασης του Εφετείου ενδεικτικό της στάσης της Νομολογίας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα: «Η πρωτόδικος δικαστής ... έκανε δε αναφορά και στη σχετική αγγλική νομολογία που άπτεται του ανάλογου διαδικαστικού Κανόνα. Απέρριψε όμως την αίτηση για ένα μόνο λόγο. Έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά και του γενικού κανόνα πως ο διάδικος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια και ταχύτητα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, έτσι που να μην επηρεάζονται δικαιώματα και συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων στη διαφορά. Η δικαστής επισημαίνει πως το δυστύχημα έγινε στις 2.10.94 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.3.95. Η αίτηση για οδηγίες, αναφορικά με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε από τον εναγόμενο στις 10.1.96, ο δε δικηγόρος της εφεσείουσας συγκατατέθηκε στην έκδοση τους. Η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.2.98, δυο χρόνια δηλαδή μετά και ορίστηκε από το πρωτοκολλητείο στις 13.3.98, ημέρα κατά την οποία η αγωγή εκκρεμούσε για ακρόαση, μετά από πολλές αναβολές. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγωγή ήσαν πάντοτε γνωστά στην εφεσείουσα, και τίποτε δεν είχε μεταβληθεί μέχρι της ημέρας που καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των πρωτοδικών Δικαστηρίων, και μόνο όπου τούτο δικαιολογείται, με κυρίαρχο γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στα πλαίσια βέβαια του νόμου, των δικονομικών κανόνων, και του ισοζυγίου των συμφερόντων των διαδίκων. Έχουμε τη γνώμη πως η απόφαση της πρωτόδικης δικαστού είναι απόλυτα ορθή. Η κρίση της λειτούργησε μέσα στο εύρος της διακριτικής της ευχέρειας». Στην Αγγλική υπόθεση Astrovlanis Compania Naviera v. Linard
(1972)2 All E R 647 η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τον μήνα Ιανουάριο και τα δικόγραφα έκλεισαν τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους ορίσθηκε δικάσιμος για τις 28 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Στις 17 Φεβρουαρίου, ήτοι 11 ημέρες πριν την δίκη, οι ενάγοντες αιτήθηκαν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η αίτηση απορρίφθηκε και οι ενάγοντες εφεσίβαλαν την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) απέρριψε την έφεση για τον λόγο ότι η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. Ο Δικαστής Edmund Davies Lord Justice ανέφερε ότι η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί πολύ ενωρίτερα. Συν τοις άλλοις, κανένα λόγο δεν πρόβαλαν οι ενάγοντες που να δικαιολογεί την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της. Υπό το φως των ανωτέρω ο πιο πάνω Δικαστής έκρινε, ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ότι ο παράγοντας αυτός ήταν από μόνος του ικανός για να απορριφθεί η έφεση. Αν επιτρεπόταν η έφεση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ημερομηνία της δίκης με όλες τις συνεπακόλουθες για τους εναγόμενους συνέπειες ως προς τα έξοδα και την ταλαιπωρία. Με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Edmund Davies Lord Justice συμφώνησαν τόσο ο Δικαστής που προέδρευε της σύνθεσης, ήτοι ο Λόρδος Denning, Master of the Rolls, και ο Δικαστής Stephenson Lord Justice. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η έφεση δεν επιτράπηκε παρόλο που κατά πλειοψηφία είχε κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν στις αιτούμενες λεπτομέρειες. Από το ιστορικό της υπόθεσης που πιο πάνω παρατέθηκε προκύπτει ότι μετά την ένορκο αποκάλυψη εγγράφων που έγινε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση στις 12.2.13 παρήλθε ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 8 μηνών για να καταχωρήσει ο Αιτητής την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη δε 4 και πλέον μήνες αφότου η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση με αποτέλεσμα η ακρόαση της αγωγής να μην λάβει χώρα ούτε στις 3.10.13, αλλά ούτε και στις 19.3.14 για να δοθεί η δυνατότητα στην υπό κρίση αίτηση να ακουσθεί. Έκτοτε η αγωγή ορίζεται για οδηγίες. Τα πιο πάνω κρίνονται από μόνα τους αρκετά για να κριθεί ο Αιτητής υπόλογος για μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί για τον πιο πάνω λόγο, αφού συν τοις άλλοις κανένας λόγος δεν προβλήθηκε από τον Αιτητή που να δίδει εξήγηση γι' αυτήν. Από τα πιο πάνω αναδύεται μια στάση κωλυσιεργίας στην υπόθεση από μέρους του Αιτητή. Το ιστορικό της υπόθεσης με προεξάρχοντα το χρονικό σημείο στην διαδικασία κατά το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση τόσο από μόνο του όσο και ιδωμένο μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε η πλευρά του Αιτητή ως προς την προώθηση της υπόθεσης δεν αφήνει άλλα περιθώρια στο Δικαστήριο από του να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εναντίον του Αιτητή. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας. Ο θεσμός 2 της Διαταγής 28 προβλέπει για τον τύπο που πρέπει να έχει η αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Ο θεσμός 11 της Διαταγής 28 επί του οποίου, επίσης, στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have been been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου σε αιτία αγωγής ή ζήτημα καθ' οιονδήποτε χρόνο και είτε ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει ήδη διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα απαιτώντας όπως οποιοσδήποτε άλλος διάδικος αναφέρει ενόρκως αν κατά πόσο συγκεκριμμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του και αν όχι πότε αποχωρίσθηκε της κατοχής, φύλαξης ή εξουσίας τους και τι απέγιναν αυτά. Μια τέτοια αίτηση θα γίνεται με ένορκο δήλωση η οποία θα αναφέρει ότι κατά την πεποίθηση του ομνύοντα ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται έχει ή σε κάποιο χρόνο είχε στην κατοχή, φύλαξη ή εξουσία του το συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ή τάξη ή τάξεις εγγράφων τα οποία αναφέρονται ή συγκεκριμενοποιούνται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα στην αιτία αγωγής ή ζήτημα ή με κάποια ή ένα από αυτά». Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται στην σελίδα 713 υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να ζητήσει από διάδικο μια μόνο ένορκο δήλωση εγγράφων. Δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να ζητήσει και δεύτερη αν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή αν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά έγγραφα. Αυτό μπορεί να προκύψει είτε από τον ίδιο τον κατάλογο εγγράφων που αποκαλύπτεται, είτε από τα ίδια τα έγγραφα που αποκαλύπτονται στον κατάλογο, είτε από παραδοχές οι οποίες γίνονται στα δικόγραφα του διαδίκου που προέβη σε αποκάλυψη. Στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 153 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 158 -159: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ......................................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο θεσμός 11 προνοεί για τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων διαδίκου είναι ελλιπής. Σε μια τέτοια περίπτωση παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τον διάδικο αυτό να προβεί στην καταχώρηση και δεύτερης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Προκύπτει, επίσης, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητή, ότι το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του αντιδίκου του είναι ελλιπής. Και όχι στον Καθ' ου η αίτηση, όπως η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή υποδεικνύει στην αγόρευσή της, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι «ο περαιτέρω και καλύτερος κατάλογος εγγράφων που ζητεί ο Αιτητής δεν είναι αναγκαίος και/ή απαραίτητος». Υπό το φως των πιο πάνω και για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Άγγλου Δικαστή στην υπόθεση Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, που πιο πάνω μνημονεύεται, το βάρος είναι στους ώμους του Αιτητή να κλονίσει τον όρκο του Καθ' ου η αίτηση και να αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα και τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 12.2.
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση ό,τι, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε υποχρέωση να αποκαλύψει τα παραστατικά που αφορούν σε κάθε πράξη που έγινε μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση καθότι αυτά άπτονται ουσιωδών γεγονότων στην υπόθεση τα οποία ο Αιτητής αμφισβητεί. Η πιο πάνω υποχρέωση απορρέει σύμφωνα με τον Αιτητή από διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε να προβεί σε γενική αποκάλυψη εγγράφων, προδήλως, εννοείται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.12.
  2. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι θέση του Αιτητή είναι ότι η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 12.2.13 δεν ήταν επαρκής και, κατά συνέπεια, ήταν ελλιπής. Το ότι ρητά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν κρίνω πως μεταβάλλει την ουσία του αιτήματος που είναι ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε. Κατά τον Αιτητή η ένορκη αποκάλυψη που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση είναι ελλιπής γιατί δεν αποκαλύφθηκαν τα αιτούμενα παραστατικά. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του να διατάξει διάδικο να καταχωρήσει και δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων όταν δεν είναι παράλογο να υποθέσει ή όταν υπάρχει λογική πιθανότητα ή υπόνοια ότι ο διάδικος αυτός έχει στην κατοχή του και άλλα σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα έγγραφα. Σχετικά είναι τα έγγραφα εκείνα που περιέχουν πληροφορίες που μπορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή που εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δυνατόν να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες (Βλ. The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 QBD 55). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ένα έγγραφο είναι σχετικό αν υπάρχει πιθανότητα να ρίξει φως στην υπόθεση (Βλ. Merchants and Manufacturers Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 All E R 767). Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον συγκεκριμένο διάδικο, γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της υπόθεσής του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν υπάρχουν σχετικά έγγραφα προς αποκάλυψη εξετάζει τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας που έγινε στην υπόθεση (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 713 υπό τον τίτλο: «Refuse, adjourn . not necessary . limited to certain classes of documents»). Μου προξενεί εντύπωση γιατί ο Αιτητής ζητά παραστατικά των διαφόρων χρεοπιστώσεων που έγιναν με την χρήση της επίδικης πιστωτικής κάρτας. Αφού αυτές αποτελούν δοσοληψίες που έγιναν μεταξύ του Αιτητή και άλλων προσώπων και όχι μεταξύ αυτού και του Καθ' ου η αίτηση. Συνεπώς, ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να έχει στην κατοχή του τα ούτω καλούμενα παραστατικά, ισχυρισμό τον οποίο πρόβαλε και ο ίδιος ο κύριος Σταυρινού στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση χωρίς να αμφισβητηθεί από την πλευρά του Αιτητή. Υπό το φως των πιο πάνω το αίτημα δεν μπορεί να τύχει έγκρισης από το Δικαστήριο. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δεν μπορεί να διαταχθεί αποκάλυψη όταν τα έγγραφα που ζητούνται δεν βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου. Ακόμα δε πιο παράδοξος είναι ο λόγος στον οποίο ο Αιτητής βασίζει το αίτημά του. Σύμφωνα με τον ίδιο η αιτούμενη αποκάλυψη ζητείται για να ελεχθεί από τον Αιτητή η νομιμότητα και η εγκυρότητα των δοσοληψιών και πράξεων που έχουν γίνει. Ποιων δοσοληψιών; Αυτών που έκανε ο Αιτητής με τους διάφορους κατ' επιλογή του Αιτητή που αποδέχονταν την χρήση της πιστωτικής κάρτας ως μέσο πληρωμής; Πώς μπορεί ο Καθ' ου η αίτηση να θεωρείται υπόλογος γι' αυτό; Διερωτώμαι, επίσης, γιατί ο Αιτητής ζητά την αποκάλυψη των διαφόρων χρεοπιστώσεων που έγιναν με την χρήση της επίδικης πιστωτικής κάρτας αφού οι δοσοληψίες αυτές θα πρέπει να είναι γνωστές σε αυτόν. Διάδικος δεν δικαιούται σε αποκάλυψη όταν τα έγγραφα την αποκάλυψη των οποίων ζητά από τον αντίδικο βρίσκονται στην κατοχή του. Συναφώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την κατεύθυνση ότι τα ζητηθέντα παραστατικά δεν βρίσκονται στην κατοχή του Αιτητή ή ότι αντίγραφα αυτών δεν παραδίδονταν σε αυτόν κάθε φορά που γινόταν κάποια δοσοληψία. Συν τοις άλλοις, και αφού εξέτασα με πολλή προσοχή την Υπεράσπιση του Αιτητή και διαφωνώντας με την αντίθετη θέση που διατυπώνεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κρίνω ότι η νομιμότητα και εγκυρότητα των δοσοληψιών που έγιναν με την επίδικη πιστωτική κάρτα δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Ό,τι με την Υπεράσπιση αμφισβητείται είναι, μεταξύ άλλων, η νομιμότητα και/ή η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας για τους ποικίλους λόγους που σε αυτήν εκτίθενται. Και όχι οι διάφορες δοσοληψίες και/ή οι πράξεις που έγιναν μεταξύ του Αιτητή και των διάφορων τρίτων με την χρήση της επίδικης πιστωτικής κάρτας. Υπό το φως των πιο πάνω δεν βλέπω πώς θα έριχνε φως στην υπόθεση η αποκάλυψη των ζητηθέντων «παραστατικών». Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι η αποκάλυψη των ζητηθέντων εγγράφων θα ρίξει φως στην υπόθεση. Ή ότι αυτή θα βοηθήσει τον Αιτητή είτε να προωθήσει την δική του υπόθεση είτε να βλάψει εκείνη του αντιδίκου του ή ότι θα οδηγήσει σε έρευνα η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο αυτές συνέπειες. Καταλήγω στο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 12.2.13 δεν είναι ελλιπής. Και ότι η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Τέλος, με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών κρίνει επιλήψιμη την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευσή του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με αυτή την εισήγηση. Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην παράγραφο 1 αυτής εκτός από το ότι είναι υπάλληλος του Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη των σχετικών φακέλων του αρχείου του Καθ' ου η αίτηση καθώς και από ιδία πληροφόρηση και πείρα. Επομένως, το ότι είναι υπάλληλος στον Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ό,τι μόνο ο ομνύων αναφέρει στην ένορκο του δήλωση ως η υπό συζήτηση θέση υποδεικνύει. Υπό το φως των πιο πάνω δεν διακρίνω οτιδήποτε το επιλήψιμο στην ένορκό του δήλωση. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείων, ακολούθως, με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Κρίνω δε πως σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτεινόταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω το αίτημα δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη, η δε εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Εν' όψει του ότι η υπό κρίση αίτηση πέτυχε ως προς το ένα μέρος και απέτυχε ως προς το άλλο κρίνω ορθό και δίκαιο να διατάξω και διατάζω όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποκάλυψη εγγράφων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.