Ανδρέας Χαραλαμπίδης, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χαραλαμπίδη ν. Κυριάκος Παντέλα, Αρ. Αγωγής 2049/2010, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2049/2010 Μεταξύ: Ανδρέας Χαραλαμπίδης, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χαραλαμπίδη, τέως από την Θελέτρα. Ενάγοντα Και Κυριάκος Παντέλα, από την Πάφο Εναγόμενου -------------------------- Ημερομηνία: 12.9.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Χ. Καλογήρου (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Νεοφύτου) Για τον εναγόμενο: κ. Γ. Χ¨Παρασκευάς για κ.κ. Κούσιος & Κορφιώτης (για να ακούσει απόφαση κα Ν. Δημητριάδη) Α Π Ο Φ Α Σ H Στις 19.8.2008 περί ώρα 02:45 στον κύριο δρόμο Σίμου - Γιόλους της Επαρχίας Πάφου επισυνέβη τροχαίο ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο εικοσάχρονος τότε Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης. Ο θάνατος του Χαραλαμπίδη, σύμφωνα με την μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 4) επήλθε συνεπεία βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ότι προκλήθηκε από το πιο πάνω τροχαίο ατύχημα. Ο ενάγοντας με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας που αποβιώσαντα ζητά αποζημιώσεις προς όφελος της μητέρας του αποβιώσαντα λόγω απώλειας (bereavement) και προς όφελος της περιουσίας ποσό €3200 ως έξοδα κηδείας και διαχείρισης, τόκους και έξοδα. Το δυστύχημα προκλήθηκε, όταν ο εναγόμενος που ήταν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΒΒC036, σε ένα σημείο του δρόμου σε μια αριστερή στροφή, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να εκτραπεί από την πορεία του προς τα δεξιά και να προσκρούσει στο ακραίο κιγκλίδωμα του δρόμου. Μετά την πιο πάνω σύγκρουση, το όχημα επανήλθε στον δρόμο όπου και ανατράπηκε. Ο δρόμος στο σημείο που έγινε το επίδικο δυστύχημα ήταν κατηγορικός σύμφωνα με την κατεύθυνση του οχήματος, με κλειστή αριστερή στροφή, η περιοχή ήταν κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 χιλ την ώρα και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο Χαραλαμπίδης μετά την σύγκρουση του οχήματος απεγκλωβίστηκε από το όχημα, το οποίο βρισκόταν αναποδογυρισμένο στον δρόμο και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Ο εναγόμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε για περίθαλψη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Για να γίνει κατορθωτός ο απεγκλωβισμός του θύματος από το όχημα μετά την σύγκρουση, το όχημα μετακινήθηκε από την τελική του θέση πριν την άφιξη της αστυνομίας, με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί εξεταστές του δυστυχήματος όταν επισκέφθηκαν την σκηνή, να το βρουν στην θέση που τοποθετήθηκε μετά τον απεγκλωβισμό του Χαραλαμπίδη. Η πρόκληση σοβαρών ζημιών στο μεταλλικό κιγκλίδωμα του δρόμου όπου το όχημα προσέκρουσε αρχικά το οποίο και απεκόπη και οι σοβαρές ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα από το δυστύχημα καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη σύμφωνα με τους μάρτυρες αστυνομικούς. Επίσης, και πάλι σύμφωνα με τους μάρτυρες αστυνομικούς, το γεγονός ότι το όχημα μετά την σύγκρουση του στο μεταλλικό κιγκλίδωμα δεν ακινητοποιήθηκε αλλά επανήλθε στον δρόμο όπου και ανατράπηκε καταδεικνύουν ότι το όχημα οδηγείτο, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές ύψος αυτής, με αυξημένη ταχύτητα. Επίσης, σύμφωνα με τον Μ.Ε. 2 το γεγονός ότι στον δρόμο που επισυνέβη το δυστύχημα δεν ανεβρέθηκαν, κατά τις εξετάσεις, ίχνη τροχοπέδησης αλλά μόνο ίχνη πλάγιας ολίσθησης, καταδεικνύουν ότι ο οδηγός του οχήματος δεν αντέδρασε σε κάποιο κίνδυνο που παρουσιάστηκε στον δρόμο αλλά ότι έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να ξεφύγει προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία και να κινηθεί ανεξέλεγκτο. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία και παραδεκτά γεγονότα εντός του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος πριν από την πρόκληση του δυστυχήματος βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού και ο Άδωνης Παντέλας πατέρας του εναγόμενου, ο οποίος όμως σε κάποιο σημείο του δρόμου σε μικρή απόσταση από το σημείο που έγινε το δυστύχημα εξήλθε του οχήματος. Κατά τον χρόνο που το όχημα σταμάτησε για να εξέλθει ο πατέρας του εναγόμενου, ο οδηγός του οχήματος ήταν ο εναγόμενος και ο Χαραλαμπίδης ήταν συνεπιβάτης στο πίσω κάθισμα του οχήματος. Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των Μ.Ε 2 και 3 (ειδικότερα του M.K.3) τέθηκαν ερωτήσεις που έτειναν να αμφισβητήσουν την ακριβή θέση του θύματος εντός του οχήματος και ερωτήσεις που έτειναν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς το οποίος ήταν ο οδηγός του οχήματος πριν και κατά την στιγμή της σύγκρουσης και συγκεκριμένα από την ώρα που ο πατέρας του εναγόμενου εξήλθε του οχήματος και μέχρι την σύγκρουση του οχήματος. Θέση η οποία έρχεται σε αντίφαση και αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου. Στην παρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης του εναγόμενου όπου καταγράφονται οι λεπτομέρειες αμελείας του Χαραλαμπίδη υπάρχει παραδοχή ότι ο εναγόμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, επίσης η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του εναγόμενου. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ο εναγόμενος μαζί με τον Χαραλαμπίδη, οι οποίοι φαίνεται να είχαν φιλικές σχέσεις, εκείνο το μοιραίο βράδυ πριν από το δυστύχημα, βρίσκονται στο φεστιβάλ του χωριού Σίμου, όπου περί ώρα 02:00 αποχώρησαν μαζί με το όχημα του εναγόμενου και με τον πατέρα του εναγόμενου. Ο εναγόμενος, εκείνο το βράδυ είχε καταναλώσει αλκοόλ. Οι εξετάσεις που έγιναν αφού λήφθηκε δείγμα αίματος από τον εναγόμενο μετά από το δυστύχημα κατέδειξαν ότι η αναλογία της αλκοόλης στο αίμα του ήταν 157mg. Σε ότι αφορά την κατάσταση του αποβιώσαντα και ειδικότερα εάν εκείνο το βράδυ είχε καταναλώσει αλκοόλ και ο ίδιος δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία. Για τον ενάγοντα κατάθεσαν 3 μάρτυρες, ο ενάγοντας Ανδρέας Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1) και δύο αστυνομικοί οι οποίοι συμμετείχαν στην διερεύνηση του δυστυχήματος, ο Αστ.4337 Όθωνας Ιγνατίου (Μ.Ε.2) και ο Λοχίας 1289 Πάμπος Αναστάση (Μ.Ε.3). Για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο Ανδρέας Διονυσίου (Μ.Υ.1). Ο Μ.Ε. 3 ήταν ο επικεφαλής εξεταστής του δυστυχήματος όπου μαζί με τον Μ.Ε.2 μετέβηκαν στην σκηνή περί ώρα 03:20 της 19.8.
- Ο Μ.Ε. 2 έλαβε διάφορες μετρήσεις με την βοήθεια του Μ.Ε3 όπου με βάση αυτές και τα ευρήματα στην σκηνή του δυστυχήματος ετοίμασε αρχικά το Τεκμήριο 7 και στην συνέχεια το Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.3, περισυνέλεξε μαρτυρία, καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, διενήργησε μηχανικό έλεγχο στο όχημα του εναγόμενου, παρέλαβε και παρέδωσε το δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον εναγόμενο για την διενέργεια εξετάσεων αλκοόλης και γενικά προέβηκε σε διάφορες ενέργειες σχετικές με την διερεύνηση του δυστυχήματος. Οι Μ.Ε. 2 και 3 θεωρώ ότι διερεύνησαν το δυστύχημα με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Οι μάρτυρες αυτοί δεν πρόσθεσαν τίποτε πέραν των δικών τους ενεργειών και διαπιστώσεων που έκαναν στην σκηνή και σχετίζονταν με την διερεύνηση του δυστυχήματος ενώ η γνώμη που ο καθένας διατύπωσε και εξέφρασε σχετικά με τα αίτια του δυστυχήματος στηρίχθηκε αποκλειστικά στα ευρήματα επί της σκηνής του δυστυχήματος, γνώμη την οποία και δικαιολόγησαν. Έχω ικανοποιηθεί ότι οι μάρτυρες στο δικαστήριο είπαν την αλήθεια, ήταν αντικειμενικοί και ανεξάρτητοι, κρίνονται αξιόπιστοι και δέχομαι εξ΄ολοκλήρου την μαρτυρία τους. Επίσης, η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης αφού τα πλείστα από αυτά που ανάφεραν δεν έχουν αμφισβητηθεί. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, βρίσκω ότι τα όσα έχουν καταγραφεί από τον Μ.Ε. 2 στα τεκμήρια 3 και 7, αποτυπώνουν και δείχνουν την σκηνή του δυστυχήματος τα οποία και αποτελούν και την πραγματική μαρτυρία. Αποδέχομαι επίσης, λόγω και της ιδιότητας και των προσόντων των Μ.Ε. 2 και 3, την γνώμη που εξέφρασαν σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος (σχετική αναφορά γίνεται πιο πάνω), γνώμη η οποία βασίστηκε αλλά και επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα στην σκηνή του δυστυχήματος και την πραγματική μαρτυρία. Επίσης αποδέχομαι, λόγω και της ιδιότητας και των προσόντων του Μ.Ε.3, το αποτέλεσμα της εξέτασης του οχήματος του εναγόμενου και την γνώμη του ότι αυτό δεν είχε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Ο Μ.Ε.1, επίσης κατάθεσε με ειλικρίνεια. Ο Μ.Ε.1 είναι ετεροθαλής αδελφός του θύματος και διαχειριστής της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος ημερ. 25.5.2010 στην αίτηση 46/2010 (Τεκμήριο 2). Τα όσα κατάθεσε σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος προέρχονται από πληροφόρηση που έχει λάβει από τρίτα πρόσωπα και από τις μαρτυρίες που δόθηκαν κατά την ακρόαση ποινικής διαδικασίας αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών και συνεπώς σε θέση να γνωρίζει προσωπικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το δυστύχημα. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την κατάσταση τόσο του θύματος όσο και του εναγόμενου κατά τον χρόνο που αυτοί παρευρίσκονταν στο φεστιβάλ, πράγμα που του ζητήθηκε να πράξει κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, αφού δεν ήταν παρών στο φεστιβάλ και δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με τα πιο πάνω πρόσωπα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να γίνει αποδεκτό. Σε ότι αφορά τα έξοδα κηδείας (Τεκμήριο 5) και τα έξοδα διαχείρισης ως λογικό ποσό και δαπάνες αυτά γίνονται αποδεκτά. Επίσης, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του σε ότι αφορά την σχέση του αδελφού του και της μητέρας του, της οποίας ήταν το μοναδικό παιδί αφού αυτός και το θύμα είναι ετεροθαλή αδέλφια από πατέρα. Βασική υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ότι ο αποβιώσαντας εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο (volenti non fit injuria), μπαίνοντας στο όχημα του εναγόμενου ενώ γνώριζε ότι αυτός είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης και ήταν μεθυσμένος και ότι δεν εξήλθε του οχήματος όταν ο εναγόμενος σταμάτησε στην διαδρομή και εξήλθε από αυτό ο Άδωνης Παντέλας, πατέρας του εναγόμενου. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα και προς απόδειξη της κατάστασης που βρισκόταν ο εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η πλευρά του εναγόμενου κάλεσε ως μάρτυρα της τον Ανδρέα Διονυσίου (Μ.Υ.1). Μαρτυρία αναφορικά με την ποσότητα αλκοόλης που ανεβρέθηκε στο αίμα του εναγόμενου μετά το δυστύχημα παρουσιάστηκε από την πλευρά του ενάγοντα και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο εναγόμενος εκείνο το βράδυ πριν το δυστύχημα είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλης αφού το ποσοστό της αλκοόλης που ανεβρέθηκε στο αίμα του, (157 mg), μετά το δυστύχημα, υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπτό με βάση τον νόμο όριο (50 mg). Ο Μ.Υ.1, ο οποίος έδωσε κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 12) στις 12.11.2008, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, στις 19.8.2008 βρισκόταν στο φεστιβάλ στο χωρίο Σίμου με τον ανηψιό του και δύο φίλους του όπου κατά η ώρα 01:50 τον πλησίασε στο τραπέζι που καθόταν ο εναγόμενος και του είπε να καθίσει μαζί του να πιεί καμιά μπύρα και ο εναγόμενος του απάντησε, «οι ρε φίλε ήπια κάμποσες εν θωρείς το τραπέζι πων γεμάτο και εν να φύω». Σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12) αυτός πρόσεξε ότι ο εναγόμενος φαινόταν μεθυσμένος γιατί παραπατούσε και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Όταν κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Υ.1, του υποδείχτηκε η κατάθεση του (τεκμήριο 12) αυτός την αναγνώρισε και ερωτηθείς αν συμφωνεί με αυτή είπε ότι δεν θυμάται καλά γιατί ήταν 16 χρονών τότε, γιατί πέρασαν πολλά χρόνια και ότι δεν μπορεί να κρίνει αυτός εάν ήταν μεθυσμένος ο εναγόμενος, με κόκκινα μάτια ή αν παραπατούσε. Ο Μ.Υ.1, ο οποίος έχει συγγένεια με το θύμα (ξάδελφος του πατέρα του) και ο οποίος δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα, έκανε εμφανή την προσπάθεια του να μην εκφέρει άποψη για την κατάσταση και την εικόνα του που παρουσίαζε ο εναγόμενος όταν τον συνάντησε εκείνο το βράδυ, επικαλούμενος τον χρόνο που διέρρευσε και την ηλικία του. Το αν παραπατούσε ο εναγόμενος και αν τα μάτια του ήταν εκείνο το βράδυ κόκκινα, δεν πρόκειται για άποψη, όπως ο μάρτυρας ανάφερε αλλά για περιγραφή μιας κατάστασης όπως το ίδιος την αντιλήφθηκε. Το αν όμως ο εναγόμενος ήταν μεθυσμένος ή όχι πρόκειται για άποψη την οποία φαίνεται ο Μ.Υ.1 εξέφρασε και καταγράφηκε τότε στην κατάθεση του έχοντος την υπόψη του την εικόνα του εναγόμενου όπως ο ίδιος τον είδε, συνεπώς πιστεύω ότι η αλήθεια ανταποκρίνεται στα όσα ο ίδιος κατάθεσε και είπε στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 12) ημερομηνίας 12.11.
- Συνεπώς πέραν των πιο πάνω ευρημάτων, στην βάση της μαρτυρίας που έχω αποδεχτεί, αποτελεί περαιτέρω εύρημα του δικαστηρίου ότι, ο εναγόμενος, εκείνο το βράδυ είχε καταναλώσει μπύρες, ήταν σε κατάσταση μέθης και τούτο όχι μόνο από την μαρτυρία του Μ.Υ.1 αλλά και λόγω του ποσοστού της αλκοόλης που ανεβρέθηκε στο αίμα του, επίσης ότι, κατά την ώρα της αποχώρησης του εναγόμενου από το φεστιβάλ τα μάτια του ήταν κόκκινα και παραπατούσε δηλαδή παρουσίαζε συμπτώματα που έδειχναν ότι περιήλθε στην πιο πάνω κατάσταση. Θα πρέπει να σημειωθεί επί αυτού του σημείου ότι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν έχουν καταθέσει τα πρόσωπα των οποίων οι καταθέσεις που λήφθηκαν από την αστυνομία και φαίνεται να γνώριζαν κάποια γεγονότα και ζητήθηκε και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 9, 10, 11, 13, 15) από τον Μ.Κ.2 κατά την διάρκεια της αντεξέταση του αλλά ούτε και ο εναγόμενος έχει δώσει μαρτυρία. Συνεπώς κάποια κενά έχουν δημιουργηθεί στην υπόθεση και τούτο γιατί δεν έχει δοθεί εξήγηση υπό μορφή μαρτυρίας γιατί αυτά τα πρόσωπα δεν προσήλθαν ως μάρτυρες ενώπιον στο δικαστηρίου ούτως ώστε αρχικά το δικαστήριο να κρίνει εάν υφίστανται οι προϋποθέσεις αποδοχής της μαρτυρίας ως ετέθη και αναλόγως να την αξιολογήσει. Ο συνήγορος του ενάγοντα εισηγείται στην γραπτή του αγόρευση με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε, ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποδείξει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του για ενδεχόμενη ευθύνη του αποβιώσαντα και εισηγείται ότι με την ρητή επιφύλαξη του άρθρου 59 του Κεφ. 149 η ειδική υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος δεν εφαρμόζεται σε αγωγή που εγείρεται σε αστικό αδίκημα, αν αυτό οφειλόταν στη μη εκπλήρωση υποχρεώσεως που επιβάλλεται στον εναγόμενο. Σε σχέση με την κατάσταση του εναγόμενου αναφέρει ο κ. Χ. Καλογήρου ότι, παρά το ότι ο έχει αποδειχτεί ότι ο εναγόμενος είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλης, δεν γνωρίζει κανένας όμως κατά πόσο ο αποβιώσαντας μπορούσε να αντιληφθεί ότι ο εναγόμενος ήταν όντως μεθυσμένος και σε ποίο βαθμό, ή να αντιληφθεί κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν σε θέση να οδηγήσει ή όχι. Επίσης αναφέρει, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την κατάσταση του αποβιώσαντα εάν δηλαδή ο αποβιώσαντας ήταν ανάλογα σε θέση να αντιληφθεί ή να γνωρίζει την κατάσταση του εναγόμενου ή τους ενδεχόμενου κινδύνους. Εισηγείται επίσης ότι, αναφορικά με την δεύτερη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου, ότι δηλαδή ο αποβιώσαντας δεν εξήλθε του οχήματος όταν αυτό σταμάτησε, ισχύουν τα πιο πάνω ερωτήματα που έχουν παραμείνει αναπάντητα, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία μόλις εξήλθε του οχήματος ο πατέρας του, ο εναγόμενος αμέσως ανάπτυξε ταχύτητα και για αυτό ενδεχομένως να μην υπήρχε καν ο χρόνος ή η δυνατότητα από μέρους του αποβιώσαντα να εξέλθει και αυτός από το όχημα εάν όντως είχε τέτοια πρόθεση. Όλα τα πιο πάνω ερωτήματα και προβληματισμοί, παραμένουν αναπάντητα και συνεπώς εισηγείται ο συνήγορος του εναγόμενου, εφόσον το βάρος απόδειξης της ειδικής υπεράσπισης που προβάλει ο εναγόμενος ή ενδεχόμενης αμέλειας του αποβιώσαντα βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου, αναμφισβήτητα απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε αμέλεια του αποβιώσαντα καθώς και την εδική υπεράσπιση που προβάλει και γενικά τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του εναγόμενου όπως εκτίθενται στην έκθεση υπεράσπισης του. Ο συνήγορος του εναγόμενου, στην γραπτή αγόρευση του με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, αποδέχεται (βλέπε σελ 10) ότι από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία η ευθύνη του εναγόμενου για το δυστύχημα είναι δεδομένη, προσθέτει δε, ότι αυτό το οποίο απομένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον ισχύουν οι λεπτομέρειες ευθύνης και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του αποβιώσαντα και/ή οποιαδήποτε από αυτές που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης ώστε ο εναγόμενος να απαλλάσσεται της ευθύνης. Υποστηρίζει η πλευρά του εναγομένου ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε εύρημα ότι κατά τον χρόνο που ο αποβιώσαντας εισήλθε στο όχημα του εναγόμενου γνώριζε και αποδέχτηκε το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήταν μεθυσμένος και ότι λόγω της μέθης η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν μειωμένη. Συνεπώς, ο αποβιώσαντας γνώριζε την έκταση του κινδύνου που διέτρεχε, τον ακριβή κίνδυνο που διέτρεχε και τις συνέπειες που αυτό ενείχε και εφόσον εκούσα εξέθεσε τον εαυτό του στον κίνδυνο και/ή συγκατατέθηκε σε αυτόν και/ή αποδέχτηκε αυτόν το δικαστήριο δύναται να απαλλάξει τον εναγόμενο από την ευθύνη. Περαιτέρω είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να μπορεί να καταλήξει το δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ο αποβιώσαντας φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά τον επίδικο δυστύχημα. Το βάρος απόδειξης ότι ο αποβιώσαντας φορούσε ζώνη ασφαλείας εντός του αυτοκινήτου του εναγόμενου βρισκόταν στους ώμους του ενάγοντα πλην όμως, δεν το απέσεισε. Το ότι ο αποβιώσαντας δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας προκύπτει από τα γεγονότα, αναφέρουν οι συνήγορο του εναγόμενου, αφού ο εναγόμενος από το επίδικο δυστύχημα τραυματίστηκε ελαφρά, ενώ ο συνεπιβάτης του απεβίωσε έτσι που υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο αποβιώσαντας να μην είχε αποβιώσει από το επίδικο δυστύχημα αν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Η υπεράσπιση του Volenti non fit injuria, εισηγούνται οι δικηγόροι του εναγόμενου θα πρέπει να επιτύχει αφού: (α) Ο αποβιώσας καθόταν στην ίδια παρέα με τον εναγόμενο στο φεστιβάλ όπου ο εναγόμενος έπινε μπύρες. (β) Ο εναγόμενος λίγο πριν αποχωρήσουν ήταν εμφανώς μεθυσμένος. (γ) Η εξετάσεις κατέδειξαν ότι η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του εναγόμενου ήταν 157mg αντί 50mg. (δ) Όλοι οι παρόντες στο φεστιβάλ αντιλήφθηκαν ότι ο εναγόμενός ήταν μεθυσμένος γεγονός που καταδεικνύει και το ότι αυτό ήταν προφανές στον αποβιώσαντα. (ε) Ο αποβιώσαντας δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να επιβιβαστεί στο όχημα του εναγόμενου αφού γνώριζε και αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν μεθυσμένος και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι εξαναγκάστηκε ή είχε οποιοδήποτε δισταγμό να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητου του εναγόμενου. (στ) Ο αποβιώσαντας γνώριζε ότι ο εναγόμενος ήταν σε τέτοια κατάσταση που στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να ασκήσει καθήκον επιμέλειας. (ζ) Ο αποβιώσαντας γνώριζε ότι ο εναγόμενος, όπως και οποιοσδήποτε οδηγός που έχει καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης και είναι φανερό ότι είναι μεθυσμένος, ότι είχε ελαττωμένη ικανότητα για ασφαλή οδήγηση και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ορθά ως μέσος συνετός οδηγός τους πιθανούς κινδύνους που ενδεχομένως να παρουσιάζονταν μπροστά του. (η) Ο αποβιώσαντας είχε την ευκαιρία να κατεβεί από το όχημα του εναγόμενου όταν σταμάτησε να κατεβεί ο πατέρας του. (θ) Ο αποβιώσαντας δεν έφερε ζώνη ασφαλείας κατά την επιβίβαση του στο όχημα του εναγόμενου και ιδιαίτερα, πέραν των πιο πάνω, και εν όψει της κατάστασης μέθης την οποία γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε περιέλθει. Είναι επίσης εισήγηση της υπεράσπισης ότι διαζευκτικά με την υπεράσπιση του Volenti non fit injuria στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής τα δόγματα Ex turpi causa non oritur action και ex dolo malo non aritum action υπό την έννοια ότι ο αποβιώσαντας και ο εναγόμενος στα πλαίσια της οδήγησης του αυτοκινήτου είχαν κοινό σκοπό σε παράνομη πράξη ώστε ο ενάγων να μην δικαιούται να ζητήσει θεραπεία από το δικαστήριο. Είναι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι στην υπό κρίση περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Pitts v. Hunt
(1991)1 Q.B.24. Η συμμετοχή του αποβιώσαντα στις πράξεις και τις ενέργειες του εναγόμενου από τη στιγμή που έπιναν μπύρες το φεστιβάλ και όταν αυτός εισήλθε σο αυτοκίνητο εν γνώση του ότι ο εναγόμενος είχε καταναλώσει υπερβολική ποσότητα αλκοόλ, μέχρι και την ώρα του δυστυχήματος αυτό αποδεικνύει. Διαζευκτικά με τις πιο πάνω υπερασπίσεις που προβάλλει ο εναγόμενος, εισηγούνται οι συνήγοροι του, ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να αποδώσει στον αποβιώσαντα συντρέχουσα αμέλεια. Με αναφορά σε νομολογία επί του θέματος εισηγούνται ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που θα πρέπει να αποδοθεί στον αποβιώσαντα ποσοστό ευθύνης κατά 2/3 και τούτο λόγο του ότι να επιβιβαστεί στο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος εμφανώς μεθυσμένος, ενείχε σοβαρούς κινδύνους και συνάμα προφανείς κινδύνους τους οποίους αψήφησε και αποδέχτηκε συμμετέχοντας σε αυτή την επικίνδυνη ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του. Ο αποβιώσαντας ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ο εναγόμενος ήταν μεθυσμένος και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον του δικαστηρίου που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο μεθυσμένος εναγόμενος θα ήταν σε θέση να επιδείξει την δέουσα επιμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος του. Περαιτέρω, δεν ήταν προσδεδεμένος με την ζώνη ασφαλείας του εντός του οχήματος και όλα τα πιο πάνω είναι στοιχεία καθοριστικά για σκοπούς καταμερισμού της ευθύνης. H υπεράσπιση του Volenti non fit injuri: Ο ορισμός της υπεράσπισης του Volenti non fit injuria αποδίδεται στη σελίδα 233 του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts (20η έκδοση, Sweet & Maxwell) ως εξής: «Volenti non fit injuria is a voluntary agreement by the claimant to absolve the defendant from the legal consequences of an unreasonable risk of harm created by the defendant, where the claimant has full knowledge of both the nature and extent of the risk. When it applies it is a complete defence; the claimant recovers nothing.» Σύμφωνα δε με το ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 234, ο εναγόμενος που εγείρει αυτή την υπεράσπιση απαιτείται να αποδείξει τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: «
(1)agreement by the claimant to absolve the defendant from legal responsibility for his conduct
(2)this agreement must be voluntary, not due to compulsion by the defendant or external circumstances, and
(3)the claimant should have full knowledge of the nature and extent of the risk it is alleged that he has assumed.» Στις σελίδες 235-237 του πιο πάνω συγγράμματος, αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνεται ότι η συμφωνία του ενάγοντα να απαλλάξει τον εναγόμενο από τις νομικές υποχρεώσεις των πράξεων του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη και να συμπεραίνεται από τη συμπεριφορά του, υποδεικνύοντας, παράλληλα, ότι παρόλο που μπορεί να είναι λογικό να εντοπιστεί εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ των μερών όπου υπήρξε κάποιου είδους διένεξη μεταξύ τους, όπως π.χ. όταν οι διάδικοι ήταν σε ξεφάντωμα ποτού και μετά προχώρησαν στη διενέργεια μιας επικίνδυνης πράξης, εντούτοις δεν θα υπήρχε σταθερή βάση για τεκμηρίωση ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας εκεί όπου ο ενάγοντας απλά συμμετέχει και μετά προχωρεί στο να πάρει το ρίσκο. Αναφορικά με την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας, στην υπόθεση Nettleship v. Weston
(1971)2 Q.B. 691, επισημαίνονται τα ακόλουθα από τον Lord Denning στη σελίδα 701: «Now that contributory negligence is not a complete defence, but only a ground for reducing the damages, the defence of volenti non fit injuria has been closely considered and in consequence, it has been severely limited. Knowledge of the risk of injury is not enough. Nor is a willingness to take the risk of injury. Nothing will suffice short of an agreement to waive any claim for negligence. The [claimant] must agree, expressly or impliedly to waive any claim for any injury that may befall him due to the lack of reasonable care by the defendant.» Στην υπό αναφορά υπόθεση η εναγόμενη ήταν μαθητευόμενη οδηγός και ελάμβανε οδηγίες από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν φίλος της και ο οποίος προτού ξεκινήσουν τα μαθήματα την είχε ερωτήσει συγκεκριμένα αναφορικά με την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης. Στο τρίτο μάθημα, ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα λόγω αμελείας της εναγομένης και ο ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες. Η υπεράσπιση του volenti που προέβαλε η Εναγόμενη απέτυχε αφού κρίθηκε ότι δεν υπήρχε καμιά απόδειξη ότι ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει να την απαλλάξει από τις νομικές υποχρεώσεις των πράξεων της, τουναντίον προτού να εισέλθει στο αυτοκίνητο την είχε ερωτήσει αναφορικά με το θέμα της ασφάλισής της. Σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση, η συμφωνία του ενάγοντα πρέπει να είναι οικειοθελής, και όπως έχει λεχθεί από τον Scott L.J. στην υπόθεση Bowater v. Rowley Regis BC [1944] K.B. 476, στη σελίδα 479: «..cannot be said to be truly 'willing' unless he is in a position to choose freely, and freedom of choice predicates, not only full knowledge of the circumstances on which the exercise of choice is conditional, so that he may be able to choose wisely, but the absence of any feeling of constraint so that nothing shall interfere with the freedom of his will.» Περαιτέρω, ο γενικός κανόνας είναι ότι για να αποδειχθεί η υπεράσπιση του Volenti, ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει, ως τρίτη πλέον προϋπόθεση ότι ο ενάγοντας είχε πλήρη γνώση της φύσης και της έκτασης του κινδύνου που θεωρείται ότι αποδέχθηκε. Επί τούτου, δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος ήταν εμφανής ή ότι σε γενικές γραμμές ο ενάγοντας ήταν γνώστης του κινδύνου (Βλ. Clerk & Lindsell (πιο πάνω), παράγραφος 3-101). Στην υπόθεση Morris v. Murray [1991] 2 Q.B. 6 CA, ο ενάγοντας συμφώνησε να πάει σε μια πτήση αναψυχής με ένα φίλο του, ο οποίος γνώριζε ότι εκείνο το απόγευμα είχε καταναλώσει μισό μπουκάλι ουίσκι. Ο ενάγοντας είχε επίσης πιει αρκετά. Οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ θα μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Το Εφετείο ομόφωνα έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις ο ενάγοντας γνώριζε τον κίνδυνο, αφού ακόμα και κάτω από το συγκεκριμένο καθεστώς, όφειλε να αντιληφθεί αυτό τον εξαιρετικό κίνδυνο. Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort (17η έκδοση, 2006, Sweet & Maxwell), στη σελίδα 1071 (παράγραφος 25-11) σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας γνωρίζει ότι η ενέργεια στην οποία συμμετέχει ενέχει κινδύνους δεν ισοδυναμεί με εξουσιοδότηση του εναγομένου να είναι αμελής. Στην υπόθεση Slater v. Clay Cross Co. Ltd. [1956] 2 Q.B. 264 όπου η ενάγουσα ενόσω περπατούσε νομίμως σε μια στενή σήραγγα μιας σιδηροδρομικής γραμμής που ανήκε και κατείχετο από τους εναγομένους, κτυπήθηκε από διερχόμενο τρένο συνεπεία της αμέλειας του οδηγού, η υπεράσπιση του Volenti απέτυχε, και ο Denning L.J. ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 271: «It seems to me that when this lady walked in the tunnel, though it may be said that she voluntarily took the risk of danger from the running of the railway in the ordinary and accustomed way, nevertheless she did not take the risk of negligence by the driver.» Προκύπτει, επομένως, ότι στα πλαίσια εξέτασης της πιο πάνω προϋπόθεσης η γνώση του κινδύνου δεν είναι αρκετή· το γεγονός ότι ο ενάγοντας γνώριζε τον κίνδυνο και συμμετείχε σε αυτό δεν μπορεί από μόνο του να τεκμηριώσει την υπεράσπιση του Volenti, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ήταν εύλογο από αυτόν να το πράξει (βλ. Clayards v. Dethick
(1848)12 Q.B. 439). Στην υπόθεση Dann v. Hamilton
(1939)1 K.B. 509, όπου η ενάγουσα επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο που οδηγούσε κάποιος που ήταν μεθυσμένος και σε αγωγή που ήγειρε εναντίον του για σωματικές βλάβες που υπέστηκε σε ατύχημα που προκλήθηκε από την αμέλεια του, η υπεράσπιση του volenti απέτυχε. Ο Asquith J., όμως, υπέδειξε ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα εισήλθε στο αυτοκίνητο του μεθυσμένου οδηγού εν γνώσει του ότι οι ικανότητες του για οδήγηση ήταν περιορισμένες δεν ισοδυναμούσε με συγκατάθεση της για απαλλαγή του σε περίπτωση ατυχήματος αλλά μπορούσε να προσμετρήσει ως συντρέχουσα αμέλεια. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία, κρίνεται ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούν κατάληξη σε σχέση με την εφαρμογή της υπεράσπισης του volenti non fit injuria για τους ακόλουθους λόγους: Από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί να συναχθεί οποιασδήποτε μορφή συμφωνίας του αποβιώσαντα, είτε ρητής ή εξυπακουόμενης, ώστε ο Εναγόμενος να απαλλαχθεί από την ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος. Μαρτυρία για ρητή συναίνεση του αποβιώσαντα προς τον εναγόμενο δεν υπάρχει αφού ούτε ο εναγόμενος ούτε ο πατέρας του, ο οποίος φαίνεται να τους συνόδεψε και βρισκόταν εντός του οχήματος μέχρι κάποιο σημείου, δεν κατάθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου. Από μόνο του το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας εισήλθε στο όχημα για να τον μεταφέρει ο εναγόμενος δεν εισακούει και οποιαδήποτε συμφωνία για απαλλαγή. Είναι επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης ότι δεν έχει αποδειχτεί και η δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται, δηλαδή ότι η συμφωνία ήταν οικειοθελής, και τούτο γιατί δεν έχει αποδειχτεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία. Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι ο αποβιώσαντας είχε πλήρη γνώση της φύσης και έκτασης του κινδύνου που θα διέτρεχε, κρίνω ότι ούτε αυτή αποδείχθηκε αφού: Έστω και εάν ο αποβιώσαντας γνώριζε ότι ελάμβανε κάποιο ρίσκο με το να εισέλθει στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος δεν είναι αρκετό για να τεκμηριώσει την υπεράσπιση του volenti. Ούτε το γεγονός ότι η επιβίβαση του στο όχημα του εναγόμενου ενείχε υπό τις περιστάσεις κάποιους κίνδυνους μπορεί να δικαιολογήσει εφαρμογή των αρχών του volenti και να απαλλάξει τον Εναγόμενο από την ευθύνη. Ο αποβιώσαντας και εναγόμενος εκείνο το βράδυ αποχώρησαν μαζί από το φεστιβάλ καθώς και με τον πατέρα του εναγόμενου, ο οποίος αν και εξήλθε του οχήματος σε κάποιο σημείο, το να εισέλθει αρχικά σε αυτό και να επιτραπεί από τον πατέρα του εναγόμενου να το οδηγήσει ο εναγόμενος οδηγεί σε κάποιου είδους συμπέρασμα ότι είχε δημιουργηθεί εμπιστοσύνη περισσότερο και όχι συνειδητοποίηση της φύσης και της έκτασης του κινδύνου. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία την οποία έκρινα αξιόπιστη, στην πρόκληση του δυστυχήματος συνέτεινε και αποτέλεσε αιτία πρόκλησης του η υπερβολική ταχύτητα με την οποία ο εναγόμενος οδήγησε το όχημα του. Το όχημα του εναγόμενου, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οδηγείται από την αρχή, δηλαδή από την ώρα της αποχώρηση τους από το φεστιβάλ μέχρι το σημείο που εξήλθε από αυτό ο πατέρας του, με ταχύτητα και με τρόπο επικίνδυνο ώστε ο αποβιώσαντας να μην εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία όταν αυτό σταμάτησε να εξέλθει ο πατέρας του εναγόμενου να εξέλθει και αυτός. Αυτό θα μπορούσε να θα οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ενώ γνώριζε ο αποβιώσαντας την κατάσταση του εναγόμενου και το επικίνδυνο της οδήγησης του να συνέχισε αδιαφορώντας για τις συνέπειες να εκθέτει τον εαυτό του στον κίνδυνο. Επίσης είναι παραδεκτό ότι η σύγκρουση έγινε σε μικρή απόσταση από το σημείο που κατέβηκε ο πατέρας του εναγόμενου από το όχημα που τούτο δείχνει ότι ο εναγόμενος άρχισε να οδηγά με υπερβολική ταχύτητα μετά την αποβίβαση του πατέρα του από το όχημα. Υπό τις περιστάσεις δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας γνώριζε ότι ο εναγόμενος θα οδηγούσε το όχημα του με τόση ταχύτητα αλλά ούτε και δεν μπορώ να καταλήξω ότι εισερχόμενος στο αυτοκίνητο, γνώριζε τη φύση και την έκταση του κινδύνου που διέτρεχε καθοδόν για την επιστροφή. Η ικανότητα οδήγησης του οχήματος από τον εναγόμενο, έχοντας πάντα υπόψη μου και το ποσοστό της αλκοόλης που αναβρέθηκε στο σώμα του μετά από εξέταση για ανίχνευση της αλκοόλης, δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα με την επιλογή του εναγόμενου να οδηγήσει το όχημα του μετά που κατέβασε τον πατέρα του με υπερβολική ταχύτητα και κατά τρόπο που ο αποβιώσαντας γνώριζε τον ακριβή κίνδυνο και την έκταση του. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Winfield & Jolowitz (πιο πάνω) στις σελίδες 240 και 241, για να αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση δεν είναι αρκετό να καταδειχθεί ότι ο κίνδυνος ήταν εμφανής αλλά. ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ενάγοντας γνώριζε τον ακριβή κίνδυνο που θα διέτρεχε και τις συνέπειες που αυτός ενείχε. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω η υπεράσπιση του volenti non fit injuria δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Το δόγμα του ex turpi causa non oritum action: Το δόγμα του ex turpi causa non oritum action, σύμφωνα με την νομολογία, δημιουργεί εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας εάν αυτό είναι αντίθετο με το περί δικαίου κοινό αίσθημα (public conscience). Οι αρχές αναφορικά με την εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa αναλύονται εκτενώς στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω) στις σελίδες 172-204. Σύμφωνα με την υπόθεση Grey v. Thames Trades Ltd
(2009)1 Α.C. 1359, το δόγμα αυτό εφαρμόζεται είτε στην περίπτωση που με την καταχώριση της αγωγής επιθυμείται να περιοριστεί η ποινή η οποία επιβλήθηκε από ποινικό δικαστήριο είτε εκεί όπου η απόδοση αποζημίωσης για ζημιά η οποία προκλήθηκε από την ποινική πράξη του απαιτητή θα ήταν αντίθετη με το περί δικαίου αίσθημα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω) σελ. 192, για να στοιχειοθετηθεί αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει να αποδειχθούν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: Οι ενέργειες και οι πράξεις του ενάγοντα να είναι τόσο ξεκάθαρα συνδεδεμένες με την πράξη του εναγόμενου ώστε να δικαιολογείται η απαξίωση του από το Δικαστήριο, Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των πράξεων και ενεργειών αυτών και της ζημιάς που υπέστηκε ο Ενάγοντας, και Να υπάρχει κάποια αντιστοιχία μεταξύ των πράξεων του ενάγοντα και αυτών του εναγόμενου. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση έχουν λεχθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Hewison v. Meridian Shipping Pte Ltd
(2002)EWCA Civ 1821, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «There is no doubt in my judgment that the claimant's conduct must be shown to be so clearly reprehensible as to justify the condemnation of the court. where to draw the line between what is serious and what is trivial is not always easy.» Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση υποδεικνύεται στη σελίδα 195 του πιο πάνω συγγράμματος ότι η ενέργεια του ενάγοντα θα πρέπει να έχει επαρκή σύνδεση με τη ζημιά σε σχέση με την οποία παραπονείται. Στην υπόθεση Jackson v. Harrison
(1978)19 ALR 129 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος που γνώριζαν πολύ καλά ότι αποστερήθηκαν και οι δύο του δικαιώματος να κατέχουν άδεια οδήγησης, χρησιμοποίησαν το αυτοκίνητο του εναγόμενου και ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα το οποίο προκλήθηκε από την αμέλεια του εναγόμενου και είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντα. Η υπεράσπιση του ex turpi causa απέτυχε καθότι οι βλάβες που υπέστηκε ο ενάγοντας δεν συνδέονταν με οποιοδήποτε τρόπο με την αξιόποινη πράξη και των δύο προσώπων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση υποδεικνύεται στη σελίδα 196 του πιο πάνω συγγράμματος ότι απόδειξη κάποιου βαθμού συμμετοχής δεν οδηγεί απαραίτητα σε άρνηση απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας εκεί όπου οι πράξεις και οι ενέργειες του εναγόμενου ήταν κατά πολύ σοβαρότερες. Κρίνω ότι το δόγμα του ex turpi causa non oritum actio στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Η υπόθεση Pitts v. Hunt
(1991)1 Q.B. 24 στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο οι συνήγορο του εναγόμενου διακρίνεται από την παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση ο ενάγοντας ήταν ηλικίας 18 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Ήταν ιδιοκτήτης μοτοποδηλάτου και είχε άδεια οδήγησης σε σχέση με αυτό. Ο αποβιώσαντας Mark Hunt ο οποίος εναγόταν στην αγωγή δια τον προσωπικών του αντιπροσώπων ήταν τότε ηλικίας 16 ετών. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μοτοποδηλάτου όμως δεν είχε άδεια οδήγησης ούτε και ήταν ασφαλισμένος σε σχέση με τη χρήση του εν λόγω μοτοποδηλάτου στο δρόμο. Ο ενάγοντας και ο αποβιώσαντας εναγόμενος ήταν φίλοι και ο ενάγοντας γνώριζε ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης ούτε ήταν ασφαλισμένος σε σχέση με τη χρήση του μοτοποδηλάτου του. Είχαν μεταβεί μαζί σε νυκτερινό κέντρο όπου και παρέμειναν για τέσσερις περίπου ώρες κατά τις οποίες κατανάλωσαν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ενώ τα δείγματα που είχαν ληφθεί μετά από το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν κατέδειξαν ότι η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα του αποβιώσαντα ήταν η διπλάσια από το επιτρεπόμενο όριο. Παρόλα αυτά ξεκίνησαν με το μοτοποδήλατο του αποβιώσαντα το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία ότι αφού ξεκίνησαν οδηγούσαν στη μέση του δρόμου, με ταχύτητα 50 μίλια την ώρα και με τρόπο ώστε να αλλάζουν συνεχώς τη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινούνταν. Υπήρχε επίσης μαρτυρία ότι ενώ επέβαιναν στο μοτοποδήλατο φωνασκούσαν και προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες και χειρονομίες, με τρόπο ώστε να ήταν ξεκάθαρο στα πρόσωπα που τους είδαν ότι απολάμβαναν αυτή την εμπειρία. Σε κάποια στιγμή, όχημα το οποίο ερχόταν από εξ αντιθέτου ρεύμα κυκλοφορίας παρά την προσπάθεια του για αποφυγή της σύγκρουσης αυτό δεν κατέστη δυνατό με αποτέλεσμα να συγκρουστούν και ο αποβιώσαντας να τραυματιστεί θανάσιμα και ο ενάγοντας να υποστεί σωματικές βλάβες και ζημιές σε σχέση με τις οποίες αξίωνε αποζημιώσεις τόσο εναντίον του αποβιώσαντα όσο και εναντίον του οδηγού του άλλου ενεχόμενου αυτοκινήτου. Η αγωγή εναντίον του τελευταίου απορρίφθηκε καθότι δεν είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε ευθύνη με το δυστύχημα ενώ σε σχέση με τον αποβιώσαντα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ετύχαινε εφαρμογής το δόγμα του ex turpi causa υπό την έννοια ότι ο ενάγοντας ήταν εξίσου υπεύθυνος για ό,τι είχε συμβεί και ήταν συνεργός του αποβιώσαντα σε αυτή την ενέργεια με τρόπο ώστε να ήταν παράλογο να μην κριθεί εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για τα τραύματα που υπέστηκε. Επισημαίνεται στην εν λόγω απόφαση ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αποδόθηκε οποιαδήποτε θεραπεία στον ενάγοντα ήταν ο πλήρης και ενεργός ρόλος του στο να ενθαρρύνει και να προτρέπει τον αποβιώσαντα να διαπράξει όλα αυτά τα αδικήματα που εάν οδηγούσαν σε θάνατο οποιουδήποτε άλλου προσώπου θα ισοδυναμούσαν με ανθρωποκτονία. Στην παράγραφο 3-31 του πιο πάνω συγγράμματος Clerk and Lindsell (πιο πάνω), επισημαίνεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pitts v. Hunt (πιο πάνω), βασίστηκε στις ενέργειες του ενάγοντα προτρέποντας τον αποβιώσαντα να οδηγεί αμελώς εν γνώσει του ότι είχε καταναλώσει υπερβολική ποσότητα αλκοόλ και ότι αυτή του η πράξη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το ατύχημα το οποίο προκλήθηκε και που είχε σαν συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντα. Αναφέρεται επίσης στην ίδια παράγραφο του πιο πάνω συγγράμματος ότι η απόφαση στην υπόθεση Pitts v. Hunt δεν καθιερώνει ως νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου ο επιβάτης ο οποίος εισέρχεται σε ένα αυτοκίνητο εν γνώσει του ότι ο οδηγός είναι ανασφάλιστος ή έχει καταναλώσει αλκοόλ ή εκεί όπου προτρέπει τον οδηγό να οδηγεί αμελώς θα εφαρμόζεται απαραίτητα η υπεράσπιση του ex turpi causa. Γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι οι υποθέσεις στις οποίες δεν αποδόθηκε θεραπεία στον Ενάγοντα στη βάση του δόγματος του ex turpi causa αφορούσαν περιπτώσεις όπου οι διάδικοι συμμετείχαν σε παρόμοιο βαθμό στη διενέργεια της παράνομης πράξης. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Ashton v. Turner
(1981)Q.B. 187 οι διάδικοι ήταν μεθυσμένοι διαρρήκτες οι οποίοι προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη σκηνή του εγκλήματος (τον χώρο της διάρρηξης) με το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης του εναγόμενου και η απαίτηση του απορρίφθηκε ως αντίθετη με το περί δικαίου αίσθημα καθότι η ενέργεια του ενάγοντα και η συμμετοχή του στην διάρρηξη ήταν ουσιώδης σε σχέση με τις πράξεις του εναγόμενου για τις οποίες παραπονείτο. Επομένως, η απόδοση θεραπείας σε αυτόν θα ισοδυναμούσε με αποζημίωση του σε σχέση με τη δική του συμμετοχή στο αδίκημα και για το λόγο αυτό η αγωγή απορρίφθηκε. Από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία δεν προκύπτει η διενέργεια κοινής παράνομης πράξης αποβιώσαντα και του εναγόμενου ούτως ώστε να καθοριστεί και η συμμετοχή του αποβιώσαντα. Το να εισέλθει ο αποβιώσαντας εντός του οχήματος του εναγόμενου ενώ αυτός είχε προηγουμένως καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ δεν πρόκειται για παράνομη πράξη. Η πιο πάνω ενέργεια του αποβιώσαντα δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος κατά παράβαση του νόμου οδήγησε το αυτοκίνητο υπό την επήρεια αλκοόλ και αμελώς και με τρόπο ώστε να προκληθεί το επίδικο δυστύχημα. Ο αποβιώσαντας εισήλθε ως επιβάτης στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου, που δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ενώ από την άλλη ο Εναγόμενος προέβηκε στις προαναφερόμενες ενέργειες και οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να επισυμβεί το επίδικο δυστύχημα. Ενώ δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο αποβιώσαντας προέτρεψε τον εναγόμενο να οδηγήσει επικίνδυνα ή με υπερβολική ταχύτητα το όχημα του ή ότι υπήρχε οποιουδήποτε είδους ενθάρρυνση από την πλευρά του αποβιώσαντα προκειμένου το αυτοκίνητο να κινηθεί με τον τρόπο που κινήθηκε. Επίσης δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας ενθάρρυνε τον εναγόμενο να καταναλώσει αλκοόλ και μετά να οδηγήσει. Επομένως, ουδεμία συμμετοχή του αποβιώσαντα αποδεικνύεται ότι υπήρχε στις πράξεις και τις ενέργειες του εναγόμενου από τη στιγμή που αυτός εισήλθε στο αυτοκίνητο μέχρι την ώρα του δυστυχήματος αλλά ούτε και προηγουμένως. Τούτο που στη συνέχεια απομένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο θα αποδοθεί στον αποβιώσαντα συντρέχουσα αμέλεια. Η συντρέχουσα αμέλεια έχει ως λόγο της συμβολή του αποβιώσαντα, με πράξει ή παραλείψεις του ίδιου, στην πρόκληση του θανάτου του. Εφόσον αποδεικνύεται συντρέχουσα αμέλεια, επιμερίζεται η ευθύνη μεταξύ του ενάγοντα και του αμελούς εναγόμενου, ανάλογα με την υπαιτιότητα ενός εκάστου και στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των υπαίτιων πράξεων ή παραλείψεων τους και της επελθούσης βλάβης (βλ. μεταξύ άλλων, Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 178, Άδωνης Αλεξάνδρου ν. Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη Π.Ε 8452 και 8463 - (24/4/1996), Ειρήνη Ιορδάνου και Άλλες ν. Γιάγκου Κυριάκου και Άλλων - (Π.Ε. 9081 - (20/12/1996). Στην πράξη η συντρέχουσα αμέλεια επενεργεί ως παράγοντας μετριασμού των αποζημιώσεων, τις οποίες μπορεί να καταβάλει το πρόσωπο το οποίο ευθύνεται για αμελή πράξη ή παράλειψη. Αντίθετα με την υπεράσπιση volenti non fit injuria , η οποία απαλλάσσει τον προκαλέσαντα τη ζημιά από ευθύνη. Στην υπόθεση Sterner v. Lawson [1977] S W. W. R. 628, o εναγόμενος δάνεισε την μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα του στον 17χρονο ενάγοντα και του έδωσε περιληπτικές οδηγίες ως προς τον τρόπο χειρισμού της. Λόγω της απειρίας του ενάγοντα προκλήθηκε το ατύχημα, συνεπεία του οποίου ο ενάγοντας υπέστηκε ζημιές. Το Supreme Court of British Columbia απέρριψε την υπεράσπιση του Volenti που προέβαλε ο εναγόμενος, υποδεικνύοντας ότι ο ενάγοντας δεν ήταν γνώστης των επακριβών συνεπειών της μοτοσικλέτας, αφού απλά γνώριζε ότι προέβαινε σε μια επικίνδυνη ενέργεια - βρέθηκε, όμως, ότι ήταν υπεύθυνος κατά 50% ως συντρέχουσα αμέλεια. Στην υπόθεση Dann v. Hamilton (πιο πάνω), όπου η ενάγουσα επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο που οδηγούσε κάποιος που ήταν μεθυσμένος και σε αγωγή που ήγειρε εναντίον του για σωματικές βλάβες που υπέστηκε σε ατύχημα που προκλήθηκε από την αμέλεια του, η υπεράσπιση του volenti απέτυχε. Ο Asquith J., όμως, υπέδειξε ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα εισήλθε στο αυτοκίνητο του μεθυσμένου οδηγού εν γνώσει του ότι οι ικανότητες του για οδήγηση ήταν περιορισμένες δεν ισοδυναμούσε με συγκατάθεση της για απαλλαγή του σε περίπτωση ατυχήματος αλλά μπορούσε να προσμετρήσει ως συντρέχουσα αμέλεια. Σε ότι αφορά την θέση των συνηγόρων του εναγόμενου ότι ο εναγόμενος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας εντός του οχήματος δεν υπάρχει μαρτυρία ούτε που να το επιβεβαιώνει ούτε και να το απορρίπτει. Εισηγούνται οι συνήγοροι του εναγόμενου, πως το ότι ο εναγόμενος από το επίδικο δυστύχημα τραυματίστηκε ελαφρά, ενώ ο συνεπιβάτης του απεβίωσε και ότι από αυτό υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο αποβιώσαντας να μην είχε αποβιώσει από το επίδικο δυστύχημα αν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο υποστηριχθεί με μαρτυρία και πρόκειται για εικασία Στην υπόθεση Χρήστου Χ¨Θεοδοσίου ν. Κώστας Στυλιανού Διονυσίου
(2007)1 ΑΑΔ 1121, που επικαλούνται οι συνήγοροι του εναγόμενου λέχθηκαν τα εξής: «Σε κάθε υπόθεση βεβαίως το ζήτημα ανάγεται στα ιδιαιτέρα περιστατικά της, γι΄ αυτό και μόνο η μαρτυρία εμπειρογνώμονα μπορεί να βοηθήσει το δικαστήριο να κρίνει τι ρόλο έπαιξε η πρόσδεση ή μη της ζώνης ασφαλείας.» Στην προκειμένη καμία μαρτυρία του είδους δεν παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει την συμβολή της μη πρόσδεσης του αποβιώσαντα στην θέση που ήταν με ζώνη ασφαλείας στην περίπτωση δηλαδή που αποδεικνυόταν ότι αυτός δεν έφερε ζώνη ασφαλείας την ώστ του δυστυχήματος. Σε ότι φορά το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας εισήλθε στο όχημα του εναγόμενου ενώ ο τελευταίος είχε καταναλώσει αλκοόλ πράγμα το οποίο με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία έγινε αντιληπτό ακόμα και από ένα 16 χρόνο, τον Μ.Υ.1, αποτελεί στοιχείο που μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του δικαστηρίου ώστε να αποδώσει ποσοστό ευθύνης στον αποβιώσαντα. Το δε ποσοστό αλκοόλης που ανευρέθηκε στο αίμα του αποβιώσαντα δεν ήταν αμελητέα ποσότητα που σε συνδυασμό με το ότι αυτός παρουσίαζε συμπτώματα μέθης σε προηγούμενο στάδιο και κατά τον χρόνο της αποχώρησης του καθιστούν αποδεχτή την θέση ότι η κατάσταση του ήταν εμφανής προς τον αποβιώσαντα και σε κάθε λογικό πρόσωπο ώστε να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι η οδήγηση του οχήματος από τον εναγόμενο ενδέχετο9 να μην ήταν ασφαλής. Υπό τις περιστάσεις και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης το ποσοστό αυτό θα καθοριστεί και καθορίζεται με δεδομένο ότι η ευθύνη του εναγόμενου ήταν υπέρμετρα μεγαλύτερη για το ατύχημα από αυτή που αποβιώσαντα. Το ποσοστό αμέλειας που καταλογίζεται στον αποβιώσαντα δεν μπορεί κατά την άποψη μου σε αναλογία να ξεπερνά το 1/6. Με βάση τις νομολογημένες αρχές που διέπουν το ζήτημα και τα γεγονότα που έχουν γίνει αποδεκτά επιδικάζεται προς όφελος της μητέρας που αποβιώσαντα το ποσό των €14.238.35.- για απώλεια οικείου (bereavement) και ποσό €2415.- για έξοδα κηδείας και διαχείρισης προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα πλέον τόκους σύμφωνα με το άρθρο 58 Α του Κεφ. 148 από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης ήτοι από 29.9.2011 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο