Bank of Cyprus Public Co. Ltd. ν. Foy Sean Patrick κ.α., Αρ. Αγωγής :- 232/10, 14/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A193 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 232/10 Bank of Cyprus Public Co. Ltd. (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd.) Ενάγουσα Και
- Foy Sean Patrick
- Foy Fiona Jane
- Pafilia Property Developers Ltd. Εναγόμενοι Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης Ημερομηνίας 11/11/2013 Ημερομηνία :- Τρίτη 14η Οκτωβρίου 2014 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Χρίστια Μίτλεττον για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χρίστια Μίτλεττον Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αίτητες :- κος. Μενέλαος Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Γιολάντα Ζυμπουλάκη Απόφαση
- Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι") διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο «. να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την απόφαση που εκδόθηκε την 15/11/2012 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Επισυνάπτεται προς υποστήριξη της αίτησης ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χρυστάλλας Φιλίππου, η οποία συνεργάζεται με τους δικηγόρους των εναγόμενων (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Φιλίππου»).
- Η καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (στο εξής θα καλείται η «ειδοποίηση») με 18 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Χατζηχριστοδούλου, λειτουργού στην υπηρεσία της ενάγουσας (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Χατζηχριστοδούλου»).
- Μετά και από απόρριψη αιτήματος των εναγόμενων για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης σε γραπτές αγορεύσεις.
- Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και των γραπτών αγορεύσεων δίχως παράλληλα να παραγνωρίζεται και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής το οποίο συνήθως σε περιπτώσεις εξέτασης αίτησης παραμερισμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο το περιεχόμενο του φακέλου έχει κατ΄ επανάληψη επισημανθεί στη νομολογία μας (βλ., παραδείγματος χάριν, τη σελίδα 729 της Astor Manufacturing & Exporting Co κ. ά. v. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd. κ. ά.
(1993)1 Α. Α. Δ. 726 ή τη σελίδα 836 της Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν. Χαρίδη
(2011)1Β Α. Α. Δ. 825).
- Όπως αναφέρει σχετικά η ενόρκως δηλούσα στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της λόγω του ότι οι αιτητές είναι Βρετανοί υπήκοοι οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό και λόγω της επείγουσας φύσης της αίτησης δεν ήταν δυνατό για τους ίδιους να έλθουν στην Κύπρο για να προβούν οι ίδιοι σε ένορκη δήλωση. Η καθ΄ ης η αίτηση δια μέσω του ενόρκως δηλούντος (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του) αποδέχεται ότι οι αιτητές βρίσκονται εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι θα ήταν όντως δυσχερές να έλθουν προσωπικά στην Κύπρο με μόνο σκοπό να ορκιστούν κάποια ένορκη δήλωση και ότι η διαδικασία της αίτησης είναι όντως επείγουσας φύσης.
- Παρά και την αποδοχή αυτή δικαιωματικά η καθ΄ ης η αίτηση εγείρει σχετικό λόγο ένστασης καθώς η έγερση του δεν εμποδίζεται από την αποδοχή των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας επί του θέματος. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο τον λόγο ένστασης 13 καθότι στη συνέχεια προτίθεμαι να προβώ σε μία γενική επισήμανση αναφορικά με τον τρόπο διατύπωσης των λόγων ένστασης σε μία ειδοποίηση με ιδιαίτερη βεβαίως αναφορά στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. "
- Η αίτηση των Αιτητών υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χρυστάλλας Φιλίππου ημερομηνίας 11/11/2013 η οποία δεν γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και/ή η αποκαλυπτόμενη πηγή πληροφόρησης της, ως προς τα γεγονότα, δεν είναι οι ίδιοι οι Αιτητές αλλά οι δικηγόροι των Αιτητών στην Αγγλία και/ή προσάγει πέραν του πρώτου βαθμού εξ΄ ακοής μαρτυρία και/ή δεν έχει στην κατοχή της πλήρη και επαρκή έγγραφα και/ή αποστερεί από τους Ενάγοντες το δικαίωμα να αντεξετάσουν τους Αιτητές.» Η πολλαπλότητα η οποία παρατηρείται στη διατύπωση αυτού του λόγου ένστασης είναι εμφανέστατη. Προσομοιάζει περισσότερο με παράγραφο από δικόγραφο παρά με λόγο ένστασης. Η συγκεκριμένη παράγραφος αναλύεται πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης.
- Η πολλαπλότητα αυτή επενεργεί με αρνητικό τρόπο ως πρός τη σαφή διατύπωση του λόγου ένστασης. Η προσπάθεια σύμπτυξης όσο το δυνατό περισσότερων λόγων εντός μίας πρότασης δημιουργεί ένα μόρφωμα το οποίο στερείται απλότητας. Απλότητα η οποία στη περίπτωση σύνταξης λόγων ένστασης επιτυγχάνεται με εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση του κάθε λόγου ένστασης και όχι με τη συσσώρευση όσο το δυνατό περισσότερο παραλλαγών ουσιαστικά του ένος και ίδιου λόγου ένστασης.
- Του ιδίου υπό την έννοια δηλαδή του θέματος το οποίο καλύπτεται εντός του λόγου ένστασης. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως, υπό αυτή τη μορφή, απαιτείται προσπάθεια θεματοποίησης των διαφόρων μερών από τα οποία αποτελείται ένας λόγος ένστασης. Η προσπάθεια αυτή κρίνεται αναγκαία προς όσο το δυνατό μία καλύτερη αντίληψη αλλά και στη συνέχεια αποτελεσματική εξέταση του κάθε λόγου ένστασης.
- Θα εξηγήσω ακριβώς τι εννοώ με αναφορά στο λόγο ένστασης 13 έτσι ώστε να καθίσταται και σαφέστερος ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο στη συνέχεια προτίθεται να εξετάσει τους λόγους ένστασης καταβάλλοντας μία προσπάθεια κατηγοριοποίησης των λόγων ένστασης. Προσπάθεια η οποία θα ήταν αχρείαστη εάν οι λόγοι ένστασης είχαν διατυπωθεί σύμφωνα με τα όσα το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται να προνοούνται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
- Υπενθυμίζω πως με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 καταργήθηκε ο κανονισμός 4 της Διαταγής 48 και αντικαταστάθηκε με νέο κανονισμό. Μεταξύ άλλων σύμφωνα με τον νέο κανονισμό η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης «...θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Ο νέος τύπος 47 διαμορφώνεται ανάλογα με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον νέο κανονισμό.
- Διατηρώ υπόψη μου δύο βασικά στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη φράση «...θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Το πρώτο είναι αυτό της εξειδίκευσης και το δεύτερο αυτό της συγκεκριμενοποίησης. Θα πρέπει στη διατύπωση των λόγων ένστασης εντός μίας ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης αυτά τα δύο στοιχεία να συνυπάρχουν. Βεβαίως εύλογα θα μπορούσε να λεχθεί πως η μία λέξη δεν προσθέτει οτιδήποτε στην άλλη αλλά απλά επαναλαμβάνει την άλλη. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη το γεγονός πως συνήθως το να εξειδικεύσει κάποιος κάτι επιτυγχάνεται με το να καθίσταται αυτό πιο συγκεκριμένο.
- Παράλληλα όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η χρήση και των δύο λέξεων προσθέτει έμφαση σε αμφότερες τις έννοιες. Η ίδια η χρήση της λέξης «συγκεκριμένος» δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με έννοιες σαφήνειας και ακρίβειας. Συγκεκριμένος είναι αυτός ο οποίος είναι σαφής και ακριβής ή σαφώς ορισμένος και ειδικός. Αντίθετη έννοια της λέξης «συγκεκριμένος» θα μπορούσε να ήταν αυτή της γενικότητας ή της αοριστίας και ασάφειας.
- Επομένως, το ελάχιστο το οποίο εύλογα θα μπορούσε να αναμένει ένα Δικαστήριο σε σχέση με τη διατύπωση των λόγων ένστασης σε μία ειδοποίηση είναι όπως αυτή να είναι σαφής και ακριβής. Όχι μόνο γενικά υπό την έννοια της γενικότερης εικόνας την οποία συνήθως αναμένεται όπως στοιχειοθετούν στο σύνολο τους όλοι οι λόγοι ένστασης μαζί αλλά και στην ατομική περίπτωση του κάθε λόγου ένστασης.
- Θεωρώ επίσης πως η προσπάθεια για εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση επιτυγχάνεται όχι μόνο με τη σαφή και ακριβή διατύπωση ενός λόγου ένστασης αλλά παράλληλα με το περιορισμό του αριθμού των λόγων ένστασης στο σύνολο τους. Μάλιστα εάν το περιεχόμενο των λόγων ένστασης είναι σαφές και ακριβές όχι μόνο ο αριθμός αυτών θα μπορούσε να περιοριστεί αλλά ακόμη και η έκταση αυτών θα είναι πιο συνοπτική. Σημασία έχει η διατύπωση στη κάθε περίπτωση.
- Εάν, παραδείγματος χάριν, ένας λόγος ένστασης εμπεριέχει επιχειρηματολογία τότε πολύ δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καν ως λόγος ένστασης. Η δε διατύπωση από τον ενιστάμενο διάδικο ενός λόγου ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι ένας ορθά διατυπωμένος λόγος ένστασης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην όσο το δυνατό καλύτερη μετάδοση προς το Δικαστήριο των λόγων επί των οποίων πραγματικά στηρίζεται μία ένσταση στο αίτημα του αντιδίκου του.
- Υπάρχει νομολογία από την οποία παρέχεται η δυνατότητα άντλησης καθοδήγησης αναφορικά με την ενδεδειγμένη διατύπωση των λόγων ένστασης σε μία ειδοποίηση. Παραδείγματος χάριν, στη σελίδα 837 της απόφασης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν. Χαρίδη (βλ. πιο πάνω) όπου με αναφορά στην επιτακτική εξειδίκευση των λόγων ένστασης αναφέρεται επίσης πως οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή στο φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις. Τονίζοντας όμως ταυτόχρονα πως άλλο είναι οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα στα οποία αυτοί στηρίζονται. Επίσης υπάρχει αναφορά στην Χαρίδη στην Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ. α.
(2002)1Α Α. Α. Δ. 92, όπου στη σελίδα 97 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα,:- «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτκό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο Δικαστήριο.»
- Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σε σχέση με την ενδεδειγμένη διατύπωση των λόγων ένστασης σε μία ειδοποίηση οφείλω να παραθέσω ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με τη διατύπωση των λόγων ένστασης στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Η διατύπωση των λόγων ένστασης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως λαβυρινθώδης και όχι ιδιαίτερα βοηθητική ως πρός τον εύκολο εντοπισμό και ακριβή απαρίθμηση των όσων λόγων ένστασης πραγματικά προβάλει η ενάγουσα.
- Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τον λόγο ένστασης 13 ως έχει αυτό το οποίο διαπιστώνεται ευθύς εξ αρχής είναι η χρήση συζευκτικών και διαζευκτικών συνδέσμων εντός του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Η χρήση τέτοιων συνδέσμων είναι βεβαίως επιτρεπτή για τη σύνταξη δικογράφων. Στη περίπτωση όμως υπό εξέταση αναπόφευκτα η χρήση αυτή οδηγεί σε πολλαπλασιασμό του λόγου ένστασης. Καθότι με τη χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου προσφέρεται στη κάθε περίπτωση μία εναλλακτική διατύπωση. Διαχωρίζεται ένα μέρος του λόγου ένστασης από τα υπόλοιπα μέρη από τα οποία αυτός αποτελείται.
- Βεβαίως με τον πολλαπλασιασμό ενός λόγου ένστασης παράλληλα αυξάνονται οι λόγοι ένστασης στο σύνολο τους. Η αύξηση αυτή βεβαίως δεν αντανακλάται στον αριθμό των λόγων ένστασης σύμφωνα με την αρίθμηση τους.
- Παραδείγματος χάριν, ο λόγος ένστασης 13 ουσιαστικά αποτελείται από πέντε ξεχωριστούς λόγους ένστασης, ως ακολούθως. 20.
- Η ενόρκως δηλούσα δεν γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά. 20.
- Η αποκαλυπτόμενη πηγή πληροφόρησης της ενόρκως δηλούσας δεν είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι αλλά οι δικηγόροι τους στην Αγγλία. 20.
- Η ενόρκως δηλούσα προσάγει πέραν του πρώτου βαθμού εξακοής μαρτυρία. 20.
- Η ενόρκως δηλούσα δεν έχει στη κατοχή της πλήρη και επαρκή έγγραφα. 20.
- Η ενόρκως δηλούσα αποστερεί την ενάγουσα το δικαίωμα να αντεξετάσει τους εναγόμενους.
- Βεβαίως εάν δεν γινόταν χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή» και η σύνταξη των λόγων ένστασης είτε περιοριζόταν στη χρήση του συζευκτικού συνδέσμου «και» είτε ακόμη και εάν υπήρχε διαχωρισμός με σημεία στίξης (δηλαδή κόμματα) ουσιαστικά και πάλι θα υπήρχαν πέντε ξεχωριστά μέρη εντός του ίδιου λόγου ένστασης. Δηλαδή, ως λόγος ένστασης η ενάγουσα θα προέβαλε και πάλι πέντε ξεχωριστές θέσεις προς εξέταση από το Δικαστήριο.
- Πραγματικά θεωρώ πως η τροποποίηση της Δ.48 θ. 4 και η προσθήκη της πρόνοιας συμπερίληψης λόγων ένστασης στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης δεν έγινε με σκοπό να καθίσταται περισσότερο πολύπλοκη η διαδικασία αλλά αντιθέτως έτσι ώστε να απλοποιείται και να καθίσταται πιο απλή και εύκολα κατανοητή η βάση επί της οποίας στηρίζεται μία ένσταση.
- Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσε κάλλιστα ο λόγος ένστασης 13 στο σύνολο του να περιοριζόταν σε αναφορά ως πρός την ανεπάρκεια της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης και τη στέρηση της δυνατότητας αντεξέτασης των εναγομένων. Στη συνέχεια, εάν και εφόσον η αίτηση οδηγείτο σε ακρόαση, τότε κάλλιστα θα μπορούσε να αναπτυσσόταν υπό μορφή επιχειρηματολογίας ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης, σε μία προσπάθεια ανάδειξης της βασιμότητας του με αναφορά στα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Δηλαδή, στα πέντε στοιχεία από τα οποία αποτελείται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης.
- Αναδεικνύεται και από την αναφορά πιο πάνω στη δυνατότητα ανάπτυξης επιχειρηματολογίας βασισμένη επί των ίδιων στοιχείων από τα οποία αποτελείται ο λόγος ένστασης 13 και το γεγονός πως ουσιαστικά εντός του συγκεκριμένου λόγου ένστασης ήδη εμπεριέχεται και αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία προς προώθηση του.
- Πραγματικά, με όλο το σεβασμό προς την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας, θεωρώ ότι γενικά η παράθεση των λόγων ένστασης δεν προσφέρεται για ανάπτυξη επιχειρηματολογίας δια μέσω της διατύπωσης των σε ένα προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας. Καθότι αυτό στο οποίο θα πρέπει να στοχεύει ο συντάκτης των λόγων ένστασης είναι απλά η κοινοποίηση από ένα διάδικο προς το άλλο μέρος των λόγων βάσει των οποίων ο διάδικος ενίσταται στην αποδοχή από το Δικαστήριο της αίτησης του αντιδίκου του.
- Θέτοντας το πολύ απλά ένας λόγος ένστασης αποτελεί μία ένδειξη. Μία σαφή και απλή ένδειξη της βάσης επί της οποίας αυτός στηρίζεται. Η επεξήγηση αυτής της ένδειξης και της βάσης της επιτυγχάνεται με την επιχειρηματολογία η οποία στη συνέχεια θα αναπτυχθεί κατά την ακρόαση της αίτησης προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Δίχως παράλληλα να αποκλείεται και η επεξήγηση ή ουσιαστικά προώθηση του λόγου ένστασης δια μέσω της μαρτυρίας η οποία θα προσφερθεί προς υποστήριξη του, όπου βεβαίως αυτή η δυνατότητα υπάρχει.
- Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, διευκρινίζω απλά πως πρόθεση του Δικαστηρίου εντός αυτής της απόφασης είναι η εξέταση της ουσίας των λόγων ένστασης ανεξάρτητα και από τη διατύπωση τους.
- Ουσιαστικά η προσπάθεια η οποία κρίνεται αναγκαίο όπως καταβληθεί από το Δικαστήριο είναι η κατηγηριοποίηση των λόγων ένστασης σε ανάλογες θεματικές κατηγορίες. Κάθε άλλο παρά πρακτική θα ήταν η προσπάθεια εξέτασης των λόγων ένστασης όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί εμπεριέχοντας δηλαδή, στους περισσότερους από αυτούς, πέραν του ενός λόγου ένστασης στη κάθε περίπτωση και είτε οδηγώντας ουσιαστικά σε επιφανειακή εξέταση τους από το Δικαστήριο εντός του πλαισίου μίας ενδιάμεσης απόφασης ενόψει και της ακαδημαϊκής γενικότητας τους[1] είτε απαιτόντας αχρείαστα λεπτομερούς εμβάθυνσης επί θεμάτων τα οποία είναι εφικτό όπως εξεταστούν κατά την εξέταση μίας κατηγορίας στην οποία να κρίνεται ότι αυτά ανήκουν. Η οποία κατηγορία θα άπτεται περισσότερο με το βασικό θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Έχοντας επισημάνει τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θα προχωρήσω σε εξέταση του αιτήματος των εναγομένων.
- Κατ΄αρχάς, προτού προχωρήσω σε κατηγοριοποίηση των λόγων ένστασης, οφείλω να παρατηρήσω πως η ενόρκως δηλούσα στη παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της προβάλει ως θέση των εναγομένων ότι το διάταγμα επίδοσης ημερομηνίας 7/5/2012 θα πρέπει να ακυρωθεί για τους λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια εντός της ένορκης δήλωσης. Ουσιαστικά προσφέρεται μαρτυρία προς υποστήριξη ενός αιτήματος το οποίο δεν έχει καν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθότι με την αίτηση τους οι εναγόμενοι το μόνο που ζητούν από το Δικαστήριο είναι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στη παράγραφο 1 αυτής της απόφασης δίχως παράλληλα ή διαζευκτικά να ζητείται και ακύρωση του διατάγματος επίδοσης. Εξαιτίας της εφαρμογής του οποίου στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση της οποίας τον παραμερισμό ζητούν οι εναγόμενοι με αυτή την αίτηση τους.
- Βεβαίως οφείλω να διευκρινίσω πως θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται εντός της παραγράφου 8 (Α) έως και (Δ) και της παραγράφου 9 είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη ως κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι προβάλουν γενικότερα προς υποστήριξη του πραγματικού αιτήματος τους. Έστω δηλαδή και εάν δεν είναι δυνατό να εξεταστεί αίτημα για ακύρωση του διατάγματος επίδοσης, εντούτοις διαπιστώνω πως και αυτά τα γεγονότα εντάσσονται εντός του γενικότερου πλαίσιου γεγονότων με τα οποία οι εναγόμενοι υποστηρίζουν το αίτημα τους για παραμερισμό της απόφασης. Ιδωμένα ως μέρος του συνόλου των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού της απόφασης.
- Διατηρώντας υπόψη πως - όπως διαπιστώνεται πιο πάνω - οι εναγόμενοι δεν αιτούνται ακύρωση του διατάγματος επίδοσης ασφαλώς το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει αυτό το θέμα ως μέρος του αιτήματος των εναγομένων. Συνεπώς καθίσταται αχρείαστο να εξεταστεί και ο οποιοσδήποτε λόγος ένστασης ή επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας αναφορικά με αυτό το θέμα, η οποία σημειωτέον καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της γραπτής αγόρευσης της[2]. Παραδείγματος χάριν, ο λόγος ένστασης 2 ως προς το ότι το διάταγμα επίδοσης ήταν νομότυπα εκδοθέν διάταγμα, το οποίο βασίστηκε σε «επαρκές αιτητικό» και σε πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία η οποία στοιχειοθετούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του ασφαλώς δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Επιπλέον, λόγοι ένστασης όπως οι λόγοι ένστασης αριθμημένοι ως 3, 4, 5, 6 και 7 είναι σαφές πως έχουν συμπεριληφθεί στην ειδοποίηση κυρίως με σκοπό να προβληθεί ένσταση προς αντιμετώπιση ενός αιτήματος το οποίο όμως ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια εξέτασης του.
- Συνεπώς το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει αυτούς τους λόγους ένστασης στο βαθμό στον οποίο αυτοί σχετίζονται με ένα αίτημα των εναγομένων το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ως μή υπαρκτό. Δεν νοείται δηλαδή εξέταση λόγων ένστασης σε σχέση με ένα αίτημα των εναγομένων το οποίο δεν έχει υποβληθεί σύμφωνα με τον δικονομικά προβλεπόμενο τρόπο. Παράλληλα όμως στο βαθμό στον οποίο οι λόγοι αυτοί εγείρουν οποιαδήποτε ζητήματα τα οποία είναι δυνατό να κριθεί πως έχουν σχέση με το αίτημα το οποίο όντως έχει υποβληθεί ή τα γεγονότα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση τότε βεβαίως και θα εξεταστούν αυτά τα ζητήματα, όχι όμως και οι ίδιοι οι λόγοι ένστασης. Παραδείγματος χάριν, με τον λόγο ένστασης 3 προβάλλονται ισχυρισμοί ως πρός την αδυναμία προσωπικής επίδοσης προς τους εναγόμενους. Θέμα το οποίο όντως εξετάζεται από το Δικαστήριο. Ο ίδιος όμως ο λόγος ένστασης δεν εξετάζεται ως λόγος ένστασης προς ένα αίτημα το οποίο θεωρείται ως ανύπαρκτο από το Δικαστήριο στο βαθμό βεβαίως στον οποίο είναι δυνατό να θεωρηθεί πως προβάλλεται σε σχέση με αυτό το αίτημα.
- Ανεξάρτητα δηλαδή (ενόψει της ανυπαρξίας αιτήματος για την ακύρωση του διατάγματος επίδοσης) της διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως πρός την απουσία της οποιασδήποτε αναγκαιότητας προβολής λόγων ένστασης εναντίον ενός ανύπαρκτου αιτήματος. Περιορίζοντας δηλαδή τέτοια εξέταση ως πρός το βαθμό στον οποίο αυτοί οι λόγοι ένστασης σχετίζονται με το αίτημα των εναγομένων όπως αυτό όντως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο ο οποίος προβλέπεται σύμφωνα με τη Δ.48 θ.
- Θέτοντας το πολύ απλά το αίτημα είναι για παραμερισμό της απόφασης και όχι για ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επιτεύχθηκε η επίδοση η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης.
- Επιπλέον, οφείλει επίσης το Δικαστήριο να διευκρινίσει το εξής. Διατηρώντας υπόψη το γεγονός πως δεν εξετάζεται αίτημα για ακύρωση του διατάγματος επίδοσης. Θεωρώ ως δεδομένο πως το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε νομότυπα. Διευκρινίζω δηλαδή πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο σε εξέταση της εγκυρότητας της διαδικασίας με την οποία εκδόθηκε το συγκεκριμένο διάταγμα. Παραδείγματος χάριν, δεν εξετάζεται το κατά πόσο ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης ήταν συμφωνημένος βάσει της συμφωνίας δανείου (λόγος ένστασης 4). Τουλάχιστον όχι σε συνάρτηση με το ερώτημα κατά πόσο εκδόθηκε νόμιμα το διάταγμα επίδοσης. Το ίδιο όμως το γεγονός πως η επίδοση προς τους εναγόμενους επιτεύχθηκε με αυτό τον τρόπο εξετάζεται. Σε σχέση βεβαίως με το ερώτημα κατά πόσο όντως οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους.
- Μάλιστα, όπως στη συνέχεια κρίνεται, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πως η επίδοση έγινε προς τον Ηλία Ηλιάδη ανεξάρτητα και από το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε βάσει του συμφωνημένου τρόπου επίδοσης. Εξετάζεται δηλαδή όχι κατά πόσο νομότυπα η επίδοση έγινε με το συμφωνημένο αυτό τρόπο αλλά κατά πόσο οι εναγόμενοι όντως έλαβαν γνώση εξαιτίας αυτού του συγκεκριμένου τρόπου επίδοσης.
- Βεβαίως υπάρχουν και λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν αμεσότερη σχέση με το νομότυπο ή τη δικονομική ορθότητα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγόμενους. Παραδείγματος χάριν, ο λόγος ένστασης
- Εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης, όπως αυτή έχει υποβληθεί βεβαίως, δεν εξετάζεται κατά πόσο η επίδοση διενεργήθηκε σύμφωνα με το διάταγμα επίδοσης ή σε πρόσωπο και τόπο που συμφωνήθηκε από τους εναγόμενους σύμφωνα με τη Δ.6 θ. 2 ή κατά πόσο υπήρξε «νομότυπη, κανονική, ορθή, και καλή επίδοση». Όλα αυτά θεωρούνται ως δεδομένα. Σημασία εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης δεν έχει το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα ενήργησε νομότυπα βάσει του διατάγματος επίδοσης αλλά το ερώτημα κατά πόσο με αυτό τον τρόπο όντως οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση του γεγονότος καταχώρησης αγωγής εναντίον τους ως επίσης και του περιεχομένου αυτής της αγωγής.
- Έχοντας διευκρινίσει το θέμα αυτό στη συνέχεια το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη προαναφερόμενη κατηγοριοποίηση ή θεματοποίηση των λόγων ένστασης έτσι ώστε να καθίσταται ευχερέστερο αλλά και όσο το δυνατό πιο πλήρες το έργο εξέτασης των.
- Θεωρώ ότι παρέχεται η δυνατότητα κατηγοριοποίησης των λόγων ένστασης σύμφωνα και με τη θεματοποίηση τους στις ακόλουθες 7 κατηγορίες. 39.
- Ο τύπος της αίτησης (λόγος ένστασης 1). 39.
- Αδυναμία προσωπικής επίδοσης (λόγος ένστασης 3). 39.
- Η θέση ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης (λόγοι ένστασης 8 και 16). 39.
- Απουσία προϋποθέσεων για παραμερισμό της απόφασης (λόγοι ένστασης 9, 10 και 15) μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη υπεράσπισης (λόγοι ένστασης 11 και 12). 39.
- Ανεπάρκεια μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης και απουσία δυνατότητας αντεξέτασης (λόγοι ένστασης 13 και 14). 39.
- Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης (λόγος ένστασης 17). 39.
- Κατάχρηση (λόγος ένστασης 18).
- Έχοντας διαχωρίσει τους λόγους ένστασης στις πιο πάνω κατηγορίες θα προχωρήσω στην εξέταση της κάθε κατηγορίας ξεχωριστά.
- Ο τύπος της αίτησης
- Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία εξετάζεται ο τύπος της αίτησης. Δηλαδή, ως πρός τον τίτλο της αγωγής τον οποίο οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν για την αίτηση τους. Όπως εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας ο τίτλος αυτός είναι λανθασμένος και δεν συνάδει με τον τίτλο της απόφασης ημερομηνίας 15/11/
- Βεβαίως εάν εξεταστεί το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται πως το κλητήριο ένταλμα το οποίο επιδόθηκε προς τον Ηλία Ηλιάδη φέρει ως τίτλο ακριβώς τον ίδιο τίτλο με αυτόν της αίτησης. Υπενθυμίζω πως η επίδοση αυτή έγινε στις 18/6/2012 σύμφωνα με το διάταγμα επίδοσης ημερομηνίας 7/5/2012 το οποίο επίσης φέρει τον ίδιο τίτλο όπως και η αίτηση. Δηλαδή το όνομα της ενάγουσας είναι Marfin Popular Bank Public Company Ltd αν και υπάρχει και αναφορά στο μερικώς διαφορετικό όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd..
- Εν πάση περιπτώσει, όπως αρχικά καταχωρήθηκε η αγωγή το όνομα της ενάγουσας ήταν Marfin Popular Bank Public Company Ltd. Υπάρχει μεν αναφορά σε τροποποίηση ημερομηνίας 5/4/2012 όμως με βάσει αυτή τη τροποποίηση δεν τροποποιήθηκε το όνομα της ενάγουσας. Σχετικό είναι και το κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 18/4/
- Αξιοσημείωτο σε σχέση με το όνομα της ενάγουσας είναι το γεγονός πως μέχρι και τη καταχώρηση της αίτησης 15/3/2012 αυτό αναφερόταν ως Marfin Popular Bank Public Company Ltd. Ενώ με τη καταχώρηση της επόμενης αίτησης της ενάγουσας στις 26/4/2012 πλέον αυτό ήταν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Company Ltd).
- Αν και καταχωρημένη στο φάκελο της αγωγής σε λανθασμένη χρονική σειρά όντως είχε προηγηθεί η καταχώρηση ειδοποίησης αναφορικά με την αλλαγή του ονόματος της ενάγουσας ως εταιρεία η οποία φέρει ημερομηνία και σφραγίδα του Πρωτοκολλητείου με την ίδια ημερομηνία, δηλαδή 18/4/2012 με την οποία αναφέρεται πως ".όλα τα μελλοντικά δικόγραφα θα έχουν ως τίτλο το νέο όνομα και σε παρένθεση το παλαιό.". Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία φέρει τίτλο με το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας.
- Η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 26/4/2012 πρόκειται για την αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση αυτού του κλητηρίου εντάλματος προς τον Ηλία Ηλιάδη. Παραδόξως δικόγραφο της ίδιας της ενάγουσας το οποίο καταχωρήθηκε την αμέσως επόμενη ημερομηνία, στις 27/4/2012, δηλαδή η απάντηση στην υπεράσπιση της εναγομένης 3, φέρει τίτλο με το όνομα της ενάγουσας ως Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Το κλητήριο ένταλμα το οποίο επιδόθηκε προς τον Ηλία Ηλιάδη φέρει τίτλο με το όνομα της ενάγουσας ως Marfin Popular Bank Public Company Ltd και όχι σύμφωνα με την ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως το κλητήριο ένταλμα δεν αποτελούσε μελλοντικό δικόγραφο. Όμως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ο τρόπος με τον οποίο ακόμη και η ίδια η ενάγουσα η οποία είχε άμεση γνώση και μεριμνούσε για τη δικονομικά προβλεπόμενη αλλαγή του ονόματος της εντούτοις χρησιμοποίησε λανθασμένο τίτλο στη περίπτωση του δικού της δικογράφου. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κυρίως έχουν σχέση με το ιστορικό αλλαγής του ονόματος της ενάγουσας και την οποιαδήποτε σημασία είναι δυνατό να αποδοθεί σε αυτό το γεγονός.
- Ακολούθως καταχωρήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 12/7/2012 βάσει της οποίας εκδόθηκε και η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός. Η οποία φέρει τίτλο με το όνομα της ενάγουσας σύμφωνα και με την ειδοποίηση ημερομηνίας 18/4/2012, δηλαδή ως Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Company Ltd).
- Επιπλέον κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, στις 13/12/2013, η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 28
(1)περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµοι του 2013 έως 2014 σύμφωνα με την επιφύλαξη του οποίου νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρέμουσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο.
- Διερωτώμαι πραγματικά εάν θα μπορούσε ποτέ να κριθεί ορθό και δίκαιο η αίτηση των εναγομένων να απορριφθεί απλώς και μόνο βάσει του λόγου ένστασης
- Καθότι δηλαδή ο τίτλος της αγωγής επί της αίτησης δεν είναι ο ίδιος με αυτό τον οποίο η αγωγή απέκτησε μετά και από τη καταχώρηση της ειδοποίησης ημερομηνίας 18/4/
- Μετά δηλαδή και από αλλαγή στο όνομα της ενάγουσας. Συγκεκριμένα ο λόγος ένστασης αυτός δεν συνδέεται με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης όπως συμβαίνει με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.
- Εν πάση περιπτώσει καθηκόντως προχωρώ σε εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης.
- Σύμφωνα με τη Δ.48 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας μία αίτηση δια κλήσεως θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον τύπο
- Εντός του συγκεκριμένου τύπου βεβαίως συμπεριλαμβάνεται και ο τίτλος της αγωγής. Ο οποίος αποκτάται κατά την καταχώρηση της αγωγής. Σχετική επί αυτού είναι η Δ.2 θ. 1 και 3 και οι τύποι 1 και
- Θα πρέπει ένα κλητήριο ένταλμα όταν παρουσιάζεται για σφράγιση να περιέχει, μεταξύ άλλων, το όνομα του ενάγοντα. Βεβαίως σε περίπτωση αλλαγής του ονόματος ενός ενάγοντα πλέον αυτό θα είναι και το όνομα στον τίτλο της αγωγής. Ο οποίος τίτλος βεβαίως θα είναι και ο τίτλος της οποιασδήποτε αίτησης στη πορεία εκδίκασης της συγκεκριμένης αγωγής. Ή όπως και στη περίπτωση υπό εξέταση μετά και από την έκδοση απόφασης στην απουσία του διαδίκου, ο οποίος πλέον αιτείται τον παραμερισμό αυτής της απόφασης.
- Παρέλειψαν όντως οι εναγόμενοι να χρησιμοποιήσουν τον ορθό τίτλο της αγωγής σύμφωνα και με τον τίτλο της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 15/11/
- Συνεπώς υπό την έννοια της πραγματικής πτυχής αυτού ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Τουλάχιστον δηλαδή ως μία περιγραφή αυτής της παράλειψης δίχως αυτό λογικά να οδηγεί και σε αποδοχή της νομικής σημασίας αλλά και βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου ένστασης και κατ΄ επέκταση απόρριψης της αίτησης γι΄ αυτό το λόγο.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διάδικος ο οποίος έχει αλλάξει όνομα είναι εταιρεία. Σύμφωνα και με το περιεχόμενο της ειδοποίησης αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 18/4/2012 η ενάγουσα άλλαξε όνομα ενώ επισυνάπτεται και σχετικό πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιείται ότι η ενάγουσα άλλαξε το όνομα της με ειδικό ψήφισμα σύμφωνα με το άρθρο 19
(3)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα.
- Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 421 του "The Annual Practice 1958" δεν υπάρχει αναγκαιότητα όπως εκδοθεί διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας ή για τροποποίηση βάσει και πρόνοιας στο Companies Act, 1948, s. 18, επί της οποίας βασίζεται και το άρθρο 19 του δικού μας περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Αναφέρεται επίσης πως γραπτή ειδοποίηση θα καταχωρείται στο Πρωτοκολλητείο, θα επιδίδεται αντίγραφο στα υπόλοιπα μέρη στη διαδικασία και το νέο όνομα θα χρησιμοποιείται σε όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες.
- Δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα ως προς το κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να μην χρησιμοποιείται το νέο όνομα της ενάγουσας σε μία μεταγενέστερη διαδικασία όπως η παρούσα αίτηση. Θα έπρεπε ο τίτλος της αίτησης να έκανε χρήση του ονόματος της ενάγουσας όπως αυτό είχε καθοριστεί κατά το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης.
- Όμως πραγματικά διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται εντός του εδαφίου
(4)του άρθρου 19 του περί Εταιρειών Νόμου αναδεικνύεται η ελάχιστη σημασία μη χρήσης του ορθού ονόματος της ενάγουσας εταιρείας. Η προβολή του συγκεκριμένου λόγου ένστασης εγείρει ένα θέμα το οποίο πραγματικά καθόλου δεν αγγίζει την ουσία της αίτησης υπό εξεταση με αυτή την απόφαση.
- Πέραν αυτού αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δεν αναφέρει ούτε μία λέξη στην όλη επιχειρηματολογία της προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Βεβαίως ούτε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό στη δική του επιχειρηματολογία.
- Εξακολουθεί όμως να υπάρχει ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δίχως αυτός να έχει ρητά εγκαταλειφθεί με σχετική δήλωση. Έστω και εάν δεν έχει υποστηριχθεί στη συνέχεια. Ούτε και κρίνεται ορθό ή δίκαιο να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πως αυτός έχει σιωπηρά εγκαταλειφθεί. Αποτελεί συνεπώς καθήκον του Δικαστηρίου όπως εξετάσει και αυτό τον μετέωρο από άποψης επιχειρηματολογίας προβαλλόμενο λόγο ένστασης και αναλώσει τόσο χρόνο όσο και μέρος του συνόλου της ήδη εκτεταμένης έκτασης αυτής της απόφασης γι΄ αυτό το σκοπό.
- Μόνο ως παρατυπία θα μπορούσε να θεωρηθεί η χρήση στην αίτηση υπό εξέταση του ονόματος της ενάγουσας όπως αυτό είχε χρησιμοποιηθεί κατά την καταχώρηση της αγωγής. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο αυτή είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με τη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έστω και εάν οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν αιτήθηκαν απαλλαγή από αυτή τη παρατυπία.
- Έχουν καθιερωθεί ορισμένα βασικά κριτήρια από τη νομολογία μας ως πρός την ενεργοποίηση της Δ.64 ακόμη και στη περίπτωση όπου ο διάδικος ο οποίος έχει διαπράξει τη παρατυπία δεν έχει επικαλεστεί τη δυνατότητα η οποία παρέχεται από τη Δ.
- Σκοπίμως θα αποφύγω εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία με σκοπό τον περιορισμό της έκτασης αυτής της απόφασης επί αυτού του θέματος. Παραπέμπω απλά σε δύο αποφάσεις, την
- Karl Heinz Wunderlich κ. ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α. Α. Δ. 366 και αυτή της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 63/2010, ημερομηνίας 17/12/2013, Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη.
- Υπενθυμίζω πως σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μή συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά τη διαδικασία παράτυπη έτσι ώστε οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας να θεωρείται ως παρατυπία η οποία να μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει εξουσιά να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν χρησιμοποίησαν τον ορθό τίτλο της αγωγής στην αίτηση τους μετά και από αλλαγή ονόματος της ενάγουσας αποτελεί απλά μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Δηλαδή, όπως αυτή εξηγείται πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 51 αυτής της απόφασης).
- Δεν πρόκειται για περίπτωση ουσιώδους ή θεμελιώδους παράλειψης ούτε και για παραβίαση βασικών νομικών αρχών συνεπώς η παράλειψη αυτή ισοδυναμεί με θεραπεύσιμη παρατυπία.
- Βασικός λόγος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δυνάμει της Δ.64 θ. 2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Κανένας πραγματικά δυσμενής επηρεασμός της ενάγουσας δεν διαπιστώνεται από τη συγκεκριμένη παρατυπία.
- Πραγματικά θεωρώ πως θα αποτελούσε αλόγιστη προσήλωση στους διαδικαστικούς θεσμούς ο πρώτος λόγος ένστασης να γινόταν δεκτός έτσι ώστε να απορριπτόταν η αίτηση των εναγομένων γι΄ αυτό το λόγο. Θεωρώ πως αυτό θα προκαλούσε αδικία στους εναγόμενους. Συνεπώς θεωρώ πως παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτή τη παρατυπία. Εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από τη συγκεκριμένη παρατυπία.
- Αδυναμία Προσωπικής Επίδοσης
- Προβάλλονται με τον τρίτο λόγο ένστασης θέσεις όπως ότι δεν υπήρχε γνωστή στην ενάγουσα διεύθυνση διαμονής των εναγομένων για σκοπούς προσωπικής επίδοσης δικαστικών εγγράφων, ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να επιδώσει με άλλο τρόπο στους εναγόμενους, ότι η ενάγουσα είχε εξαντλήσει όλες τις προσπάθειες προσωπικής επίδοσης στους εναγόμενους και ότι οι εναγόμενοι απέκρυψαν τη διεύθυνση διαμονής τους στο Λουξεμβούργο.
- Έχοντας μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το φάκελο της αγωγής πραγματικά καμία από αυτές τις θέσεις με εξαίρεση της πιθανότητας οι εναγόμενοι όντως να είχαν αποκρύψει τη διεύθυνση τους στο Λουξεμβούργο δεν κρίνεται ως πειστική για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω πιο κάτω.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αβάσιμο είναι η γενικότερη θέση της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη αδυναμίας προσωπικής επίδοσης ή τουλάχιστον υποκατάστατης επίδοσης με τρόπο όμως βάσει του οποίου θα διασφαλιζόταν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ότι οι εναγόμενοι όντως θα λάμβαναν γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής.
- Αναφορικά δε με την απόκρυψη από τους εναγόμενους της διεύθυνσης τους στο Λουξεμβούργο αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως παρά και την επικοινωνία η οποία υπήρχε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 με ηλεκτρονική αλληλογραφία εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε από τον ίδιο όπως παραδώσει οποιαδήποτε στοιχεία αυτής της διεύθυνσης και αυτός στη συνέχεια να είχε αρνηθεί όπως το πράξει. Μάλιστα όπως διαφαίνεται από την αλληλογραφία η οποία υπήρχε μεταξύ του και της ενάγουσας ο ίδιος μεριμνούσε έτσι ώστε να υπήρχε μία ταχυδρομική διεύθυνση στην οποία η ενάγουσα να μπορούσε να αποστείλει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο (παραδείγματος χάριν, η επιστολή ημερομηνίας 8/12/2011, τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Φιλίππου) ή ακόμη και διεύθυνση διαμονής τουλάχιστον του ιδίου. Προς τον οποίο βεβαίως εάν επιτυγχανόταν η επίδοση της αγωγής τότε δεν θα υπήρχε και όποιος λόγος αυτό να μην θεωρηθεί και ως έγκυρη υποκατάστατη επίδοση και για την εναγόμενη
- Συγκεκριμένα στην επιστολή ημερομηνίας 2/3/2009 (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση Φιλίππου) όχι μόνο ενημερώνει ο ίδιος την ενάγουσα σε σχέση με τη μετακόμιση του ιδίου και της συζύγου του από την οικία τους στη περιοχή Oxfordshire αλλά παράλληλα εξηγεί ότι ο ίδιος έχει μετακομίσει στη διεύθυνση η οποία αναφέρεται εντός της επιστολής του στη περιοχή Cheltenham.
- Βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης ισχυρίζεται πως η επιστολή ημερομηνίας 2/3/2009 δεν είχε ληφθεί από την ενάγουσα ενώ στη παράγραφο 9.4 της ένορκης δήλωσης του προβάλει διάφορους ισχυρισμούς ως πρός την έλλειψη βασιμότητας και ειλικρίνειας στους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση Φιλίππου.
- Το Δικαστήριο δεν πρόκειται να αναλύσει με λεπτομέρεια αυτούς τους ισχυρισμούς έτσι ώστε να καταλήξει σε ευρήματα αξιοπιστίας αναφορικά με την έκταση (δηλαδή, εάν όντως η ενάγουσα αποδέχεται πως έλαβε από τον εναγόμενο 1 όλη την αλληλογραφία την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι αντάλλαξε μαζί της) ή και ως πρός το περιεχόμενο της αλληλογραφίας μεταξύ του εναγομένου 1 και της ενάγουσας. Περισσότερη σημασία έχει το αμοιβαία αποδεκτό γεγονός ότι όντως η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να επικοινωνεί δια μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απευθείας με τον εναγόμενο
- Ως επίσης βεβαίως και η χρήση η οποία έγινε αυτής της δυνατότητας από την ενάγουσα. Ιδιαίτερα δε προτού επιλέξει την οποιαδήποτε μέθοδο επίδοσης προς τους εναγομένους. Αγνοώντας ουσιαστικά την ευχέρεια την οποία είχε στη διάθεση της βάσει αυτής της δυνατότητας επικοινωνίας έτσι ώστε ευθέως και σαφώς να ενημέρωνε σχετικά τους εναγομένους αναφορικά είτε με την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους είτε να διερευνούσε με τον εναγόμενο 1 το ενδεχόμενο ο ίδιος να τους προμηθεύσει με μία διεύθυνση όπου θα μπορούσαν να σταλούν τα οποιαδήποτε έγγραφα ως μία πιθανή, έστω και υποκατάστατη, μέθοδος επίδοσης έτσι ώστε οι εναγόμενοι να λάμβαναν γνώση αναφορικά με το γεγονός της καταχώρησης της αγωγής αλλά και το περιεχόμενο αυτής.
- Διευκρινίζω σε αυτό το σημείο της απόφασης πως πραγματικά δεν έχω πεισθεί με το σύνολο των στοιχείων τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι όντως οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής. Βεβαίως αυτό το σημείο έχει αφεθεί προς εξέταση στην επόμενη κατηγορία των λόγων ένστασης. Αναφέρω απλά συνοπτικά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι δεν υπάρχει καμία σαφή αναφορά στην αλληλογραφία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 ως πρός την ύπαρξη ή καταχώρηση αγωγής εναντίον των εναγομένων παρά μόνο αόριστες αναφορές ως πρός τη λήψη νομικών μέτρων. Ενώ όπως θα φανεί και πιο κάτω η επίδοση η οποία έγινε προς τον διευθυντή της εναγομένης 3 κάθε άλλο παρά διασφάλιζε πως οι εναγόμενοι θα λάμβαναν γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής.
- Παραμένοντας στο θέμα της προβαλλόμενης αδυναμίας προσωπικής επίδοσης αυτό το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό δεν είναι μόνο κατά πόσο η ενάγουσα όντως είχε στη διάθεση της στοιχεία διεύθυνσης στην οποία θα μπορούσε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα προς τους εναγόμενους αλλά κατά πόσο θα μπορούσε να έχει στη διάθεση της τέτοια στοιχεία καταβάλλοντας την ανάλογη προσπάθεια προς εξασφάλιση τους.
- Ουσιαστικά όπως προκύπτει από τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του φακέλου δεν αποκλείεται να μην ήταν τυχαία η επιλογή της ενάγουσας αντί να συνεχίσει τις προσπάθειες της για προσωπική ή έστω και υποκατάστατη επίδοση προς τους εναγόμενους, αλλά με τρόπο με τον οποίο να διασφαλίζεται στο μέγιστο δυνατό βαθμό ότι θα λάμβαναν γνώση οι εναγόμενοι ως πρός την ύπαρξη της αγωγής, εν τέλει να είχε επιλέξει όπως επιδώσει στον Ηλία Ηλιάδη.
- Μετά βεβαίως και από την νομότυπη εξασφάλιση του διατάγματος επίδοσης προς το συγκεκριμένο άτομο. Δεν αμφισβητεί με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο την εγκυρότητα του συγκεκριμένου διατάγματος. Αυτό το οποίο όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί είναι οι συνέπειες εφαρμογής του και κατά πόσο όντως περιήλθε στην αντίληψη των εναγομένων η ύπαρξη της αγωγής (βλ. σχετικά την απόφαση Zehil v. Roberts
(2009)1Α Α. Α. Δ. 678 ως επίσης και της απόφασης Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1774).
- Καθότι ο Ηλίας Ηλιάδης δεν ήταν το οποιοδήποτε τυχαίο άτομο ή ακόμη απλά και μόνο το άτομο το όνομα του οποίου όντως αναφέρεται στο παράρτημα Β της συμφωνίας ημερομηνίας 10/2/2006 (τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση Χατζηχριστοδούλου). Ως το άτομο δηλαδή στο οποίο όντως είχε συμφωνηθεί να παρέχεται στην ενάγουσα η δυνατότητα επίδοσης οποιασδήποτε αγωγής. Συμφωνία βεβαίως την οποία υπέγραψε εκ μέρους των εναγομένων ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, δηλαδή ο Yiannis Papazacharia όπως αναφέρεται στο σχετικό πληρεξούσιο (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση Χατζηχριστοδούλου) ή Ιωάννης Παπαζαχαρίας ο οποίος επίσης καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή ως ο δικηγόρος της εναγομένης 3 της οποίας ο Ηλίας Ηλιάδης, όπως αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης τόσο του αρχικού (στις 8/2/2010) όσο και του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος (στις 7/6/2012) τυγχάνει να είναι ο διευθυντής της εναγομένης
- Η οποία διάδικος επίσης έτυχε να δεχτεί απόφαση κατά την ίδια ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
- Βεβαίως όλα αυτά τα γεγονότα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να έχουν σχέση με το θέμα προς εξέταση σε αυτό το μέρος της απόφασης. Εντούτοις δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί έστω ακόμη και το ενδεχόμενο όντως να υπάρχει όχι απλά σχέση αλλά άμεση σχέση μεταξύ αυτών των γεγονότων και της επιλογής ουσιαστικά της ενάγουσας όπως διακόψει τις προσπάθειες της για την επίτευξη προσωπικής ή έστω και άλλης μορφής ασφαλέστερης υποκατάστατης επίδοσης προς τους εναγόμενους 1 και 2 και της επίδοσης στην οποία όντως προχώρησε μετά και από την εξασφάλιση του σχετικού διατάγματος επίδοσης προς τον Ηλία Ηλιάδη. Σημασία έχει όμως το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες προσπάθειες όντως όχι μόνο διακόπηκαν αλλά σταμάτησαν.
- Δηλαδή δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό ο τρόπος επίδοσης ο οποίος τελικά επιλέχτηκε εάν αναλογιστεί κάποιος τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω. Ιδιαίτερα δε εάν ληφθεί υπόψη η σιωπηρή εγκατάλειψη ήδη εγκριθείσας μεθόδου υποκατάστατης επίδοσης.
- Επί αυτού ακριβώς του θέματος υπενθυμίζω το εξής σημαντικό στοιχείο. Η ενάγουσα είχε εξασφαλίσει διάταγμα στις 4/10/2011 για την «υποκατάστατη» (όπως προφανώς σκοπίμως χαρακτηρίζεται) επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στη διεύθυνση Priory Cottage, Mill Lane, Ascott Under ychwood, Chipping Norton Oxon OX7 6AX, United Kingdom.
- Σύμφωνα μάλιστα με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12/9/2011 προς υποστήριξη της αίτησης για εξασφάλιση του διατάγματος η συγκεκριμένη διεύθυνση πρόσφατα περιήλθε στη γνώση της ενάγουσας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ο ενόρκως δηλών δεν ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι κατοικούν στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Αυτό το οποίο όντως ισχυρίζεται είναι πως η συγκεκριμένη οικία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των εναγομένων.
- Βεβαίως έχοντας υπόψη και τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στην αίτηση υπό εξεταση με αυτή την απόφαση η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι όντως η οικία ιδιοκτησίας των εναγομένων και η οποία έχει επιβαρυνθεί με την εγγραφή επί αυτής της απόφασης της οποίας οι εναγόμενοι ζητούν τον παραμερισμό (σχετικό είναι το τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση Χατζηχριστοδούλου).
- Αυτό το οποίο είχε ισχυριστεί ο ενόρκως δηλών στις 12/9/2011 ήταν ουσιαστικά ότι το γεγονός πως αυτή η οικία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των εναγομένων τον οδηγούσε στο να πιστεύει πως ".εάν η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος σταλεί στη διεύθυνση αυτή, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος θα περιέλθει εις γνώση των Εναγομένων 1 και 2, ούτως ώστε αυτοί να έχουν την ευκαιρία να υπερασπιστούν την υπόθεση τους" (παράγραφος 3). Όπως επίσης αναφέρει στη παράγραφο 6 ειλικρινά πίστευε ".ότι εάν εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, οι εναγόμενοι 1 και 2 θα έχουν ικανοποιητική γνώση των διαδικασιών της παρούσας αγωγής κατά τρόπο που να τους δίδεται η ευκαρία να υπερασπισθούν την υπόθεση τους και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης θα διασφαλισθούν με επάρκεια".
- Έχει σημασία η αναφορά σε υποκατάστατη επίδοση καθότι αυτό το οποίο επιδιωκόταν δεν ήταν προσωπική επίδοση προς τους εναγομένους αλλά υποκατάστατη επίδοση. Δηλαδή η ίδια η ενάγουσα προέβαλε τη θέση πως υπήρχε η δυνατότητα αυτής της συγκεκριμένης μορφής υποκατάστατης επίδοσης δίχως παράλληλα εντός της ίδιας ένορκης δήλωσης να προβάλει οποιαδήποτε θέση αναφορικά με αδυναμία προσωπικής επίδοσης προς τους εναγομένους έστω και εάν αυτό εξάγεται από το γεγονός του αιτήματος για υποκατάστατη επίδοση. Θέση βεβαίως την οποία πλέον σταθερά προβάλει με την ένσταση της στην αίτηση υπό εξεταση με αυτή την απόφαση ως ένα διαχρονικό πρόβλημα από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.
- Εν τέλει όμως τι έγινε με αυτό το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης το οποίο η ενάγουσα εξασφάλισε από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει βεβαίως να πείσθηκε με τα όσα ο ενόρκως δηλών ισχυριζόταν εντός της ένορκης δήλωσης του έτσι ώστε να είχε εκδοθεί το συγκεκριμένο διάταγμα;
- Θέτοντας το πολύ απλά η ενάγουσα επέλεξε να μην το χρησιμοποιήσει. Για λόγους γνωστούς μόνο στην ίδια την ενάγουσα καθότι καμία εξήγηση δεν προσφέρεται αναφορικά με αυτή την επιλογή της.
- Βεβαίως όπως διαφαίνεται, διατηρώντας υπόψη πως όντως η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι η οικία η οποία είναι εγγεγραμμένη στα ονόματα των εναγομένων μέχρι και σήμερα, δεν αποκλείεται εάν όντως είχε εφαρμοστεί το συγκεκριμένο διάταγμα, να είχαν λάβει γνώση οι εναγόμενοι ως πρός την ύπαρξη της αγωγής.
- Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο δεν αγνοεί το γεγονός πως ακολούθησε αίτηση τροποποίησης η οποία καταχωρήθηκε στις 15/3/2012 από την ενάγουσα εντούτοις αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα μπορούσε η ενάγουσα να είχε κάνει χρήση του συγκεκριμένου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Ισχυρίζεται μάλιστα ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15/3/2012[3] (παράγραφος 3) ότι λήφθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ".και έγιναν και γίνονται προσπάθειες υποκατάστατης επίδοσης στο εξωτερικό . χωρίς αυτό να καταστεί κατορθωτό" δίχως όμως παρά τη γενική αυτή αναφορά να δίδεται οποιαδήποτε άμεσα συνδεδεμένη εξήγηση ως πρός την οποιαδήποτε προσπάθεια εφαρμογής του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 4/10/
- Βεβαίως στην αίτηση ημερομηνίας 2/1/2012 για ανανέωση της ισχύς του κλητηρίου εντάλματος γίνεται αναφορά στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης ως πρός την εξασφάλιση του διατάγματος ημερομηνίας 4/10/2011 με παράλληλη αναφορά όμως και σε αναγκαιότητα παρόδου χρόνου έτσι ώστε να ετοιμαστούν οι μεταφράσεις των εγγράφων τα οποία θα αποστέλλονταν στο εξωτερικό και της ανάγκης η οποία προέκυψε για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης προφανώς στο μεσοδιάστημα. Δίχως όμως να αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σχετικό στην αμέσως επόμενη παράγραφο, αυτό το οποίο όντως αναφέρεται είναι πως θα γίνει άλλη αίτηση για υποκατάστατη επίδοση δημιουργώντας με αόριστο τρόπο ακόμη και την εντύπωση ότι η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από τη τροποποίηση η οποία θα γίνει.
- Σημασία όμως έχει το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως δεν προσφέρεται καμία εξήγηση ως πρός το τι απέγινε η οποιαδήποτε προσπάθεια, εάν όντως υπήρχε, εφαρμογής είτε του ίδιου του διατάγματος ημερομηνίας 4/10/2011 είτε της ίδιας μορφής επίδοσης.
- Όπως αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός πως πλέον η ενάγουσα επέλεξε άλλη μέθοδο επίδοσης. Μέθοδο ουσιαστικά η οποία εν τέλει δεν θα διασφάλιζε οτιδήποτε από τα όσα ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση του διακήρρυτε αναφορικά με την ευκαιρία η οποία θα παρεχόταν στους εναγόμενους να υπερασπιστούν την υπόθεση τους και να διασφαλιστούν με επάρκεια τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Παρά και τη προβολή παρόμοιου ισχυρισμού ως πρός το ότι οι εναγόμενοι θα λάβουν γνώση και θα τους δοθεί ευκαιρία να υπερασπιστούν την υπόθεση τους και ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης θα διασφαλιστούν με επάρκεια (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 26/4/2012).
- Η έμφαση η οποία όντως δίδεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 26/4/2012 είναι ως πρός το ότι η επίδοση προς τον Ηλία Ηλιάδη θα θεωρείται "καλή επίδοση" σύμφωνα και με το παράρτημα Β της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 10/2/2006 (παράγραφος 6).
- Βεβαίως το πιο αξιοσημείωτο όμως σε σχέση με αυτή την αίτηση είναι το εξής. Καμία εξήγηση δεν δίδεται για την εφαρμογή ή μή του προηγούμενου διατάγματος επίδοσης ημερομηνίας 4/10/
- Παρά και την εκτεταμένη αναφορά γενικότερα στο ιστορικό της αγωγής και της προώθησης της σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης (παράγραφος 2). Καμία αναφορά δεν υπάρχει ούτε καν στο ίδιο το γεγονός της καταχώρησης και έγκρισης της προηγούμενης αίτησης για υποκατάστατη επίδοση και της έκδοσης σχετικού διατάγματος. Ενώ στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται σε διεύθυνση η οποία ήταν γνωστή κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής αλλά στην οποία οι εναγόμενοι δεν ανευρέθηκαν ενώ επιπλέον ισχυρίζεται πως εξακολουθούν σήμερα να διαμένουν σε άγνωστη διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο (παράγραφος 4) και προβάλει ως δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν εντοπίστηκαν στην τελευταία γνωστή στην ενάγουσα διεύθυνση (παράγραφος 6) προφανώς δηλαδή η διεύθυνση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο
- Η εικόνα η οποία δημιουργείται έχοντας ως βάση τα προαναφερόμενα δεδομένα είναι πως η ενάγουσα όχι μόνο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ένα διάταγμα το οποίο είχε εξασφαλίσει επί της βάσης άλλης ένορκης δήλωσης αλλά παρέλειψε επίσης προωθώντας νέο αίτημα για εξασφάλιση άλλου διατάγματος για επίδοση να αναφέρει οτιδήποτε στο Δικαστήριο αναφορικά είτε με την εξασφάλιση του προηγούμενου διατάγματος επίδοσης είτε σε σχέση με το τι απέγινε αυτό το διάταγμα.
- Καθώς πλέον προωθούσε επίδοση όχι πλέον στην οικία ιδιοκτησίας των εναγομένων έστω με υποκαστάστατη μορφή αλλά βάσει ενός συμφωνημένου τρόπου. Ο οποίος τρόπος συμφωνήθηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων και όχι προσωπικά από τους ίδιους. Προκαλεί απορία δηλαδή ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε συμβατική σημασία του συγκεκριμένου παραρτήματος της συμφωνίας κατά πόσο όντως οι εναγόμενοι γνώριζαν αυτή τη λεπτομέρεια της συγκεκριμένης συμφωνίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους τους τη συγκεκριμένη συμφωνία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή εκ μέρους της εναγομένης
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν έχω πεισθεί πως δεν υπήρχε η δυνατότητα αν όχι να είχε επιδοθεί ακόμη και προσωπικά στους εναγόμενους η αγωγή να είχε επιδοθεί τουλάχιστον με τον τρόπο ο οποίος προβλεπόταν βάσει του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 4/10/
- Ενώ παράλληλα η μέθοδος επίδοσης η οποία εν τέλει επιλέγηκε και εφαρμόστηκε από την ενάγουσα κάθε άλλο παρά διασφάλιζε ότι οι εναγόμενοι όντως θα λάμβαναν γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το δεδομένο πως ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης προβλεπόταν ρητά από το παράρτημα στη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων.
- Ουσιαστικά το άτομο στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή κάθε άλλο παρά αναμένεται απο το Δικαστήριο να είχε οποιοδήποτε είτε λόγο είτε οποιαδήποτε αντίληψη ή συναίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης όπως ενημερώσει σχετικά τους εναγομένους. Μάλιστα το γεγονός πως η εναγόμενη 3 της οποίας ήταν διευθυντής αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης εις βάρος της μόνο μετά από την επίδοση προς τον ίδιο για τους εναγομένους και κατά την ίδια ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αναδεικνύει και την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων του ίδιου του ατόμου αυτού ως πρός το να ενημέρωνε σχετικά τους εναγομένους με το ορατό ενδεχόμενο αυτοί να καταχωρούσαν εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Έτσι ώστε στη συνέχεια να ανατρεπόταν η συγκεκριμένη διευθέτηση ως πρός το χρονικό σημείο αποδοχής έκδοσης απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης
- Δεν αποκλείεται δηλαδή να προτιμούσε όπως μην λάβουν γνώση οι εναγόμενοι έτσι ώστε να εκδιδόταν ταυτόχρονα μία απόφαση και εις βάρος της εναγομένης 3 με τον τρόπο ο οποίος είχε εμφανώς συμφωνηθεί με την ενάγουσα ως πρός τη διατύπωση αυτής της απόφασης μετά και από σχετική διαπραγμάτευση. Όπως αυτή η διαπραγμάτευση διαφαίνεται στις επιστολές οι οποίες επισυνάπτονται στο κατάλογο εξόδων εις βάρος της εναγομένης 3, ημερομηνίας 21/1/
- Μάλιστα κατά την έκδοση της απόφασης κατατέθηκε και σχετικό κείμενο ενώ δηλώθηκε πως η απόφαση την οποία θα δεχόταν η εναγόμενη 3 ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας, όπως βεβαίως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Μάλιστα στις 9/5/2012 ο δικηγόρος ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους της εναγομένης 3 αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης της αγωγής καθότι η αγωγή δεν είχε προχωρήσει σε σχέση με τους εναγομένους, δηλώνοντας ταυτόχρονα πρόθεση της εναγομένης 3 να διευθετήσει την υπόθεση αναμένοντας όμως να δουν τι θα γίνει με τους εναγομένους.
- Παράδειγμα της εμφανούς διαφοροποίησης μεταξύ της αξίωσης στην αγωγή εναντίον της εναγομένης 3 και της απόφασης η οποία εκδόθηκε είναι ο περιορισμός της εκποίησης της υποθήκης σε ανάλογο μερίδιο του τεμαχίου 54 (0,0989). Βεβαίως σημασία δεν έχουν οι λεπτομέρειες της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης 3 αλλά κυρίως το γεγονός πως μόνο μετά και από την επίδοση προς τον διευθυντή της εναγομένης 3 για τους εναγομένους 1 και 2 οδηγήθηκε πλέον η αγωγή σε έκδοση απόφασης αυθημερόν τόσο για τους εναγομένους 1 και 2 όσο και για την εναγόμενη
- Δηλαδή θεωρώ πως καθόλου τυχαίο δεν ήταν το γεγονός πως η εναγόμενη 3 είχε αποδεχτεί την έκδοση απόφασης εναντίον της κατά την ίδια ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 μετά βεβαίως και από την επίδοση της αγωγής εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 προς τον διευθυντή της εναγομένης
- Γνώση Ύπαρξης της Αγωγής
- Ούτε και η γενικότερη θέση της ενάγουσας ως προς το ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής προ της έκδοσης της επίδικης απόφασης η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους πείθει το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 74 αυτής της απόφασης) η μαρτυρία η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν οδηγεί με οποιαδήποτε βεβαιότητα σε μία τέτοια διαπίστωση. Σε καμία περίπτωση δεν έχει αναφερθεί ρητά στους εναγόμενους στην αλληλογραφία μεταξύ του εναγομένου 1 και της ενάγουσας ότι όντως έχει καταχωρηθεί αγωγή εναντίον τους στο Δικαστήριο. Η αναφορά σε λήψη νομικών μέτρων θα μπορούσε να σημαίνει και οτιδήποτε άλλο, όπως, παραδείγματος χάριν, η ανάθεση της υπόθεσης των εναγομένων στο νομικό τμήμα της ενάγουσας.
- Απουσία Προϋποθέσεων
- Παρά και το γεγονός πως εν τέλει το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα σε παραμερισμό της απόφασης, διαπιστώνεται επιπλέον, ακόμη και σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα ασκούσε διακριτική ευχέρεια, πως ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης με την ανάδειξη υπεράσπισης δίχως η ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων να επηρεάζεται αρνητικά από την ανεπάρκεια της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης όπως εισηγείται η ενάγουσα. Κυρίως τα στοιχεία υπεράσπισης τα οποία οι εναγόμενοι επιθυμούν να προωθήσουν έχουν σχέση με νομικά σημεία, όπως, παραδείγματος χάριν, το θέμα της δικαιοδοσίας. Θέμα το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μεγάλο κεφάλαιο των επίδικων θεμάτων σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης σε ένα νέο τομέα του δικαίου ως αποτέλεσμα και της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ή ακόμη και σε σχέση με την απουσία συμβουλής από την ενάγουσα (εάν βεβαίως είναι δυνατό να κριθεί ότι όντως αυτή είχε τέτοιο καθήκον) αναφορικά με τη δανειοδότηση των εναγομένων σε άλλο νόμισμα (δηλαδή, ελβετικά φράγκα) και κατά πόσο αυτό ενείχε οποιουσδήποτε κινδύνους. Ως επίσης αναφορικά με τη νομιμότητα ως πρός την επιβολή τόκου ή πρόστιμα με μία πιο γενική αμφισβήτηση του υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου των εναγομένων. Ή ακόμη και σε σχέση με την παράλειψη λήψης έγκαιρα μέτρων προς περιορισμό της ζημιάς της ενάγουσας. Δηλαδή, σε σχέση με αυτά τα θέματα είναι άξιον απορίας τι είδους μαρτυρία θα έπρεπε να προσκομίσουν οι εναγόμενοι προς υποστήριξη της αίτησης τους. Προβάλουν ουσιαστικά κάποιες θέσεις και ζητούν την ευκαιρία αυτές να εξεταστούν υπό το καθεστώς μίας δίκαιης δίκης αφού πρώτα τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλουν αυτές τις θέσεις ως μέρος της υπεράσπισης τους.
- Θεωρώ δηλαδή πως με τα όσα στοιχεία έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι με την αίτηση τους εγείρουν θέματα τα οποία, δίχως να κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε εμβάθυνση ως πρός είτε την αξιολόγηση της μαρτυρίας είτε την εξέταση ως πρός τη νομική βασιμότητα αναφορικά με την ίδια την ύπαρξη των υπερασπίσεων οι οποίες προβάλλονται, κρίνονται επαρκή έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα διάγνωσης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου δίχως παράλληλα να προκύπτει η αναγκαιότητα το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης την οποία επιθυμούν να προβάλλουν οι εναγόμενοι.
- Ανεπάρκεια Μαρτυρίας και Απουσία Δυνατότητας Αντεξέτασης
- Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα ήταν πιο ισχυρή η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης εάν αυτή προερχόταν απευθείας από τους ίδιους τους εναγόμενους παρέχοντας παράλληλα και τη δυνατότητα ευχερέστερης αμφισβήτησης της δια μέσω της αντεξέτασης των εναγομένων. Εντούτοις θεωρώ ότι παρέχεται επαρκές περιθώριο από τη μαρτυρία η οποία όντως έχει παρουσιαστεί σε συνδυασμό τόσο με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής αλλά και τα όποια κοινά αποδεκτά σημεία μεταξύ των διαδίκων έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ένα ορθό και δίκαιο αποτέλεσμα στο βαθμό στον οποίο προέκυπτε η αναγκαιότητα να είχε εξαγάγει βασικά συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα. Παράδειγμα κοινά αποδεκτού γεγονότος είναι η ύπαρξη αλληλογραφίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου
- Οφείλω επίσης να παρατηρήσω πως ούτε και η μαρτυρία της ενάγουσας ικανοποιεί τα κριτήρια τα οποία η ίδια θέτει με το σχετικό λόγο ένστασης. Όπως η Χρυστάλλα Φιλίππου στηρίζεται σε πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τους δικηγόρους των εναγομένων στην Αγγλία και από το φάκελο της αγωγής έτσι και ο Γιώργος Χατζηχριστοδούλου ως υπάλληλος της ενάγουσας αναφέρεται σε παρόμοια πηγή πληροφόρησης αναφορικά με τα γεγονότα. ΄Οπως εξηγεί τα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση του λόγω της θέσης του στην ενάγουσα, από τα έγγραφα στο φάκελο της υπόθεσης των εναγομένων, από πληροφορίες από τους δικηγόρους της ενάγουσας τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία ως επίσης από πληροφορίες του Ντίνου Κουππάρη ο οποίος πλέον είχε αφυπηρετήσει από την υπηρεσία της ενάγουσας. Βεβαίως ο Κωνσταντίνος Κουππάρης είναι το άτομο το οποίο είχε αλληλογραφία με τον εναγόμενο
- Δεν αναφέρει σχετικά ο Χατζηχριστοδούλου εάν δεν ήταν εφικτό να υπογράψει το άτομο αυτό άλλη σχετική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ή κατά πόσο αρνήθηκε να το πράξει ή δεν ήταν σε θέση να το κάνει.
- Συνεπώς η ποιότητα της μαρτυρίας η οποία έχει προσφερθεί και από τις δύο πλευρές στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν διαφέρει ιδιαίτερα από άποψης επάρκειας, ποιότητας ή ακόμη και - όπως ουσιαστικά τίθεται με τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης - εγγύτητας στη πηγή της αρχικής πληροφόρησης. Ενώ όσο στερήθηκε η πλευρά της ενάγουσας τη δυνατότητα αντεξέτασης των εναγομένων τόσο στερήθηκε και η πλευρά των εναγομένων την ίδια δυνατότητα σε σχέση με τον Ντίνο Κουππάρη. Μάλιστα οι εναγόμενοι τουλάχιστον έχουν προσφέρει δια μέσω της ένορκης δήλωσης της Φιλίππου μία εύλογη και αποδεκτή ακόμη και από την ίδια την ενάγουσα εξήγηση αναφορικά με τη δική τους αδυναμία να ορκιστούν σχετικά. Όπως βεβαίως και κατ΄ επέκταση, όπως λογικά εξάγεται από το γεγονός της διαμονής τους στο εξωτερικό, αδυναμία στη συνέχεια ουσιαστικά να αναμένουν την εκδίκαση της αίτησης έτσι ώστε να τύχουν αντεξέτασης. Ενώ αναφορικά με τον Ντίνο Κουππάρη αναφέρεται απλώς ότι αφυπηρέτησε από την υπηρεσία της ενάγουσας. Επιπλέον δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το δεδομένο πως η ενάγουσα θα μπορούσε να προσφέρει και άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης της. Όπως, παραδείγματος χάριν, ένορκη δήλωση του Ηλία Ηλιάδη με την οποία να ισχυρίζεται πως όντως είχε διαβιβάσει τα όσα έγγραφα επιδόθηκαν σε αυτόν προς τους εναγομένους. Ή ότι τους είχε ενημερώσει προφορικά με τηλεφωνική επικοινωνία ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ως πρός την ύπαρξη της αγωγής.
- Πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως η πλευρά της ενάγουσας έχει αδικηθεί με τέτοιο τρόπο από το είδος της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της αίτησης έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί πως δεν υπήρχε ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων κατά την εκδίκαση της αίτησης. Αμφότερες οι πλευρές είχαν τις ίδιες πιθανότητες με το είδος της μαρτυρίας την οποία παρουσίασαν και γενικά βάσει όλο το υλικό το οποίο υπήρχε στη διάθεση του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να κριθεί με δίκαιο τρόπο το ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να παραμεριστεί η επίδικη απόφαση.
- Αδικαιολόγητη Καθυστέρηση
- Ούτε και διαπιστώνεται η ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης ως πρός την υποβολή της αίτησης. Οι εναγόμενοι ενήργησαν αρκετά έγκαιρα μετά από το χρονικό σημείο της αντίληψης από τους ίδιους ως πρός την ύπαρξη της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος τους όπως οι ίδιοι αναφέρονται σε αυτό. Ιδιαίτερα διατηρώντας υπόψη πως αυτοί βρίσκονταν στο εξωτερικό και μερίμνησαν μέσω των δικηγόρων τους στην Αγγλία να διορίσουν δικηγόρους στην Κύπρο.
- Κατάχρηση της Διαδικασίας
- Αναφορικά δε με την εισήγηση ως πρός την ύπαρξη κατάχρησης της διαδικασίας από τους εναγόμενους διερωτώμαι πραγματικά πως αυτό προκύπτει έχοντας ως βάση τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αβάσιμη. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί πως οι εναγόμενοι ενήργησαν με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστικός σε σχέση με τις ενέργειες των ιδίων αναφορικά με μία δικαστική διαδικασία για την οποία οι ίδιοι δεν είχαν λάβει γνώση διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε η επίδοση της αγωγής. Συμπέρασμα
- Οι λόγοι βάσει των οποίων το Δικαστήριο καταλήγει στις προαναφερόμενες διαπιστώσεις παρατίθενται πιο πάνω και ουσιαστικά αποτελούν την όλη αντίληψη την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε ως πρός το τι πραγματικά είχε συμβεί στη περίπτωση υπό εξέταση. Μάλιστα όπως αναδεικνύεται από τα γεγονότα, παρά και το ότι, όπως κρίνεται, τηρούνται και όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις τις οποίες έχει καθιερώσει η νομολογία μας σε περίπτωση άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της επίδικης απόφασης, εντούτοις η περίπτωση υπό εξέταση δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae.
- Έχοντας δε υπόψη πως το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα ως πρός το ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ως αποτέλεσμα κρίσης ότι οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα γι΄ αυτό τον παραμερισμό (ex debito justitiae) τότε θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα επιβολής οποιουδήποτε όρου πληρωμής των εξόδων έτσι ώστε να παραμεριστεί η απόφαση (βλ. σχετικά Γιωργαλλίδης ν Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1Α Α. Α. Δ. 247).
- Θεωρώ ορθό όμως όπως επιβληθούν όροι αναφορικά τόσο με τη καταχώρηση εμφάνισης όσο και υπεράσπισης εντός καθορισμένης χρονικής προθεσμίας.
- Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/11/2012 υπό τον όρο όμως πρώτα ότι οι εναγόμενοι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης θα έχουν καταχωρήσει όχι μόνο σημείωμα εμφάνισης αλλά επιπλέον και το δικόγραφο τους, δηλαδή είτε έκθεση υπεράσπισης είτε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Σε διαφορετική περίπτωση η απόφαση θα εξακολουθεί να ισχύει ως έχει. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στον λόγο ένστασης 13 ως πρός τη προσαγωγή πέραν του πρώτου βαθμού εξακοής μαρτυρίας. [2] Παραδείγματος χάριν, η όλη ανάλυση σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής της Δ.6 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Βεβαίως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το γεγονός πως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στη σελίδα 59 της γραπτής αγόρευσης της εντοπίζει την απουσία αιτήματος ακύρωσης του διατάγματος επίδοσης. [3] Λανθασμένα το έτος αναγράφεται ως 2011, σαφώς όμως το έτος στην αίτηση και στη σφραγίδα του Πρωτοκολλητείου είναι
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο