← Κύπρος

Γεώργιου Αθανασίου ν. Νίκου Λεμονάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 561/09, 17/10/2014

Γεώργιου Αθανασίου ν. Νίκου Λεμονάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 561/09, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A197 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. ΚONH, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 561/09 Μεταξύ: Γεώργιου Αθανασίου, από τη Λάρνακα Ενάγοντα και

  1. Νίκου Λεμονάρη, από την Πάφο
  2. Σταυρούλας Λάμπρου, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 17.10.2014 Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Γεωργιάδης με κ. Χρ. Μούδουρο Για τους Εναγόμενους: κ. Ε. Κορακίδης -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης των κτημάτων με αρ. εγγραφής 0/7165 αρ. τεμαχίου 789 και αρ. εγγραφής 0/7166 αρ. τεμαχίου 790, αμφότερα Φ/Σχ. 45/61, Άρμου, Πάφος (τα κτήματα), ως επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και η Εναγόμενη 2 ήταν υπάλληλος ή και συνεργάτιδα στο γραφείο που διατηρούσε ο Εναγόμενος 1 στην Πάφο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων με την παρότρυνση των Εναγομένων ή και οποιουδήποτε από αυτούς υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 08.12.2005 ή και 09.12.2005 με το οποίο εξουσιοδοτούσε την Εναγόμενη 2 να διαθέσει και μεταβιβάσει τα κτήματα (το πληρεξούσιο). Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης ρητά ή και εξυπακουόμενα συμφωνήθηκε ή και έγινε κατανοητό μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων ή και οποιουδήποτε από αυτούς ότι το πληρεξούσιο δόθηκε για να καταστούν αυτοί ικανοί να χειριστούν για λογαριασμό και όφελος του Ενάγοντα την πώληση των κτημάτων και εν πάση περιπτώσει αντί συνολικού τιμήματος όχι κατώτερου του ποσού των Λ.Κ.65.
  3. Ήταν εξυπακουόμενος όρος του πληρεξουσίου ή και της σχέσης που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι Εναγόμενοι ή και ο καθένας τους θα έδιναν αληθινό και πλήρη λογαριασμό προς τον Ενάγοντα για όλα τα χρήματα τα οποία θα εισέπρατταν από την πώληση των κτημάτων. Οι Εναγόμενοι ή και οποιοσδήποτε από αυτούς πώλησαν και η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε τα κτήματα σε τρίτους, κατά το διάστημα 2005 - 2006, κατά παράβαση όμως των πιο πάνω αρνούνται ή και παραλείπουν μέχρι σήμερα να του δώσουν λογαριασμό για τα χρήματα που εισέπραξαν ή και να πληρώσουν στο υπόλοιπο του τιμήματος πλην του ποσού των Λ.Κ.15.000 που του κατέβαλαν. Αναφέρεται ακόμα στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Ενάγων επιπρόσθετα ή και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι ή και οποιοσδήποτε από αυτούς παράνομα ιδιοποιήθηκαν τα χρήματα που εισέπραξαν από τη διάθεση των κτημάτων (πλην του ποσού των Λ.Κ.15.000) ή και παρέβηκαν τις υποχρεώσεις τους ως επίτροποι (Trustees) ή και θεματοφύλακες (Bailees) προς τον Ενάγοντα ως δικαιούχο (Beneficiary) ή και παρακαταθέτη (Bailor) αναφορικά με τα εν λόγω χρήματα και ότι η πιο πάνω ιδιοποίηση έγινε με υπέρβαση των ρητών ή και εξυπακουόμενων ορίων της πληρεξουσιότητας της Εναγόμενης 2 ως αντιπροσώπου του Ενάγοντα ή και συνιστά δόλο. Ο Εναγόμενος 1 συνέργησε ή και παρέσχε συνδρομή ή και εξουσιοδότησε ή και συμβούλευσε ή και διέταξε ή και προήγε ή και έγκρινε τις πράξεις ή και παραλείψεις που αναφέρονται πιο πάνω. Ο Ενάγων επανειλημμένα και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 04.09.2006 κάλεσε τους Εναγόμενους να του δώσουν λογαριασμό για τα χρήματα που εισέπραξαν και να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος αλλά οι Εναγόμενοι αρνούνται ή και παραλείπουν μέχρι και σήμερα να συμμορφωθούν. Συνεπεία των πιο πάνω ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά ή διαζευκτικά: «α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι και ο καθένας τους έχουν υποχρέωση και/ή Διάταγμα που να τους διατάσσει, να δώσουν λογαριασμό στον ενάγοντα για όλα τα χρήματα που οι εναγόμενοι και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς, είσπραξαν και/ή θα εισπράξουν και/ή είσπραξε και/ή θα εισπράξει λόγω της πώλησης των κτημάτων του ενάγοντα αρ. εγγραφής 7165 & 7166 και τα οποία δεν κατέβαλαν στον ενάγοντα. β) Διάταγμα και/ή απόφαση που να διατάσσει την πληρωμή στον ενάγοντα των χρημάτων που θα διαπιστωθεί με βάση τη Δήλωση και/ή το Διάταγμα του (α), παραπάνω, ότι είναι πληρωτέα στον ενάγοντα και/ή εν πάση περιπτώσει ποσού όχι μικρότερου των €85.430,07, οποιασδήποτε προσόδου προέκυψε ή θα προκύψει από αυτά και/ή οποιωνδήποτε άλλων περιουσιακών στοιχείων στα οποία μετατράπηκαν ή θα μετατραπούν τα εν λόγω χρήματα. γ) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων των εναγομένων και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, αναφορικά με τις πωλήσεις του (α), παραπάνω, ως αντιπροσώπων και/ή αντιπροσώπου του ενάγοντα και/ή ως επίτροπων (trustees) και/ή επιτρόπου και/ή θεματοφυλάκων, και/ή θεματοφύλακα και/ή λόγω παράβασης σύμβασης και/ή δόλου και/ή ιδιοποίησης και/ή συνομωσίας και/ή χωρίς βλάβη των προηγούμενων, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, λόγω αμέλειας και/ή διαφορετικά. δ) Επίσης χωρίς βλάβη των (α), (β) & (γ), παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, θεραπείες και αξιώσεις που προκύπτουν από τα γεγονότα των προηγούμενων παραγράφων λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων και/ή οποιουδήποτε από αυτούς σε βάρος του ενάγοντα και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή του δικαίου της αποκατάστασης. ε) Νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. στ) Περαιτέρω ή άλλην θεραπεία.» Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους παραδέχονται την υπογραφή του πληρεξούσιου, πλην του ισχυρισμού ότι αυτό υπογράφηκε με παρότρυνση των Εναγομένων ή οποιουδήποτε από αυτούς και ισχυρίζονται ότι υπογράφηκε για να μπορέσουν να υλοποιηθούν οι επιθυμίες του Ενάγοντα και αρνούνται τους υπόλοιπους σχετικούς ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται επίσης ότι ουδέποτε υπήρξε ζήτημα οποιουδήποτε εξυπακουόμενου όρου για οποιουσδήποτε λογαριασμούς διότι ο Ενάγων γνώριζε για τις δικαιοπραξίες σε σχέση με κτήματα του, εξοφλήθηκε πλήρως για τη διάθεση τους και προς τούτο υπέγραψε απόδειξη εξόφλησης Αποτελεί ακόμα ισχυρισμό των Εναγομένων ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα για τίμημα Λ.Κ.65.000 και για μη εξόφληση του είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένοι και ότι ο Ενάγων εμποδίζεται δια της προηγούμενης συμπεριφοράς του και δι' εγγράφων να ισχυρίζεται ότι έχει να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους και ότι η διάθεση των κτημάτων του έγινε χωρίς τη γνώση του και εμπλοκή του. Τέλος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και ότι θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του Ενάγοντα παρουσίασε τρεις μάρτυρες, τον ίδιο τον Ενάγοντα, τον Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Ε.2) και την Ευαγγελία Δρυμιώτου (Μ.Ε.3), ενώ από πλευράς Εναγομένων μαρτύρησαν οι Εναγόμενοι 1 και
  4. Ο Ενάγων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης των κτημάτων ως επίσης ότι γνωρίζει τους Εναγόμενους από το έτος
  5. Ο Ενάγων ανέφερε στη συνέχεια ότι με την παρότρυνση των Εναγομένων υπέγραψε το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο εξουσιοδοτούσε την Εναγόμενη 2 να διαθέσει και μεταβιβάσει τα κτήματα. Συμφωνήθηκε και έγινε κατανοητό μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων ότι το πληρεξούσιο δόθηκε για να καταστούν οι Εναγόμενοι ικανοί να χειριστούν για λογαριασμό και όφελος του την πώληση των κτημάτων και εν πάση περιπτώσει αντί συνολικού τιμήματος όχι κατώτερου του ποσού των Λ.Κ.65.
  6. Οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν ότι θα έδιναν αληθινό και πλήρη λογαριασμό προς τον ίδιο για όλα τα χρήματα τα οποία θα εισέπρατταν από την πώληση των κτημάτων. Οι Εναγόμενοι πώλησαν και η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε τα κτήματα σε τρίτους, κατά το διάστημα 2005 - 2006 (Τεκμήρια 3Α, 3Β και 4Α, 4Β). Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι του είπαν ότι τα πώλησαν Λ.Κ.65.
  7. Κατά παράβαση όμως όσων ανέφερε πιο πάνω, αρνούνται και παραλείπουν μέχρι σήμερα να του πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος, πλην του ποσού των Λ.Κ.15.000 που του κατέβαλαν. Αποτελεί θέση του ότι οι Εναγόμενοι παράνομα ιδιοποιήθηκαν τα χρήματα που εισέπραξαν από τη διάθεση των κτημάτων, πλην του ποσού των Λ.Κ.15.000, και παρέβηκαν τις υποχρεώσεις τους προς τον ίδιο αναφορικά με τα εν λόγω χρήματα. Επίσης είναι η θέση του ότι η ιδιοποίηση που αναφέρθηκε πιο πάνω έγινε με υπέρβαση των ρητών και εξυπακουόμενων ορίων της πληρεξουσιότητας της Εναγόμενης 2 ως αντιπροσώπου του και περαιτέρω, ότι συνιστά δόλο. Η Εναγόμενη 2 δήλωσε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μικρότερο τίμημα από τα χρήματα που εισέπραξε. Ο Εναγόμενος 1 συνέργησε και παρέσχε συνδρομή και εξουσιοδότησε και συμβούλεψε και διέταξε και προήγε και έγκρινε τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις της Εναγόμενης
  8. Επανειλημμένα, και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 04.09.2006 (Τεκμήριο 5), κάλεσε τους Εναγόμενους να του δώσουν λογαριασμό για τα χρήματα που εισέπραξαν και να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος αλλά οι Εναγόμενοι αρνούνται και παραλείπουν μέχρι και σήμερα να συμμορφωθούν. Ανέθεσε στο γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Ε.2) να εξετάσει τη γνησιότητα της υπογραφής του και της απόδειξης ημερομηνίας 15.12.2005 που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Η υπογραφή είναι δική του, όμως ουδέποτε οι Εναγόμενοι ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του ανέφερε ούτε αντιλήφθηκε ότι υπέγραφε απόδειξη. Αγνοούσε την ύπαρξη της απόδειξης μέχρι του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης των Εναγομένων. Ο ίδιος μελέτησε την Υπεράσπιση των Εναγομένων και αρνείται την αλήθεια και την ορθότητα των αρνήσεων που περιέχει καθώς και των σχετικών ισχυρισμών σ' αυτή. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγων ανέφερε ότι τα κτήματα του τα έδωσε όταν παντρεύτηκε ως προίκα ο παππούς του και αποφάσισε να τα πουλήσει για να μπορέσει να κτίσει κατοικία και να εξοφλήσει τα χρέη του. Ερωτώμενος πώς γνώρισε τους Εναγόμενους, ο Ενάγων ανέφερε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 1 μετά από αγγελία που διάβασε στην εφημερίδα. Ακολούθησε συνάντηση του με τον Εναγόμενο 1 στο γραφείο του τελευταίου και στη συνέχεια υπέγραψε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο σχετικά με τα κτήματα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.65.
  9. Ο Ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.11.2005 μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας CYHOME ESTATES LTD αναφορικά με το τεμάχιο 790 για το ποσό των Λ.Κ.25.000, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6Α και αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου ίδιας ημερομηνίας μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας SOFOKLIS CH. SOFOKLEOUS KTIMATIKΙ LTD αναφορικά με το τεμάχιο 789 για το ποσό των Λ.Κ.40.000, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6Β. Τα Τεκμήρια 6Α και 6Β, συνέχισε ο Ενάγων, τα είχε στο γραφείο του ο Εναγόμενος 1 και αυτός τα συμπλήρωσε συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των αγοραστών, αφού ο ίδιος δεν γνώριζε τις εταιρείες αυτές. Ο ίδιος είχε εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 1 και όταν ο τελευταίος συμπλήρωσε τα Τεκμήρια 6Α και 6Β και του ζήτησε να τα υπογράψει, αυτός τα υπέγραψε. Παραδέχθηκε όμως ότι οι αγοραστές δεν υπέγραψαν τα Τεκμήρια 6Α και 6Β Συμπλήρωσε ότι ο Εναγόμενος 1 του παρουσιάστηκε ως ο Πρόεδρος των Κτηματομεσιτών. Όταν ο ίδιος υπέγραψε τα Τεκμήρια 6Α και 6Β ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι είχε βρει αγοραστές για τα κτήματα και του ζήτησε 40 μέρες για να γίνει η μεταβίβαση, ενώ του έδωσε επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.15.000 ως προκαταβολή, την οποία εξαργύρωσε. Ο ίδιος ανέμενε ότι μετά από πάροδο 40 ημερών θα ειδοποιείτο από τον Εναγόμενο 1 για να μεταβεί στην Πάφο για τις μεταβιβάσεις στους νέους ιδιοκτήτες. Ο Ενάγων ανέφερε ακόμα ότι προτού παρέλθει το χρονικό διάστημα των 30 ημερών που αναφέρεται στα Τεκμήρια 6Α και 6Β για τη μεταβίβαση των κτημάτων, ο ίδιος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο την προηγούμενη μέρα των μεταβιβάσεων γιατί δεν μπορούσε να παρευρίσκεται στο Κτηματολόγιο κατά το χρόνο που θα γίνονταν οι μεταβιβάσεις. Κατά το χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου είναι ο Εναγόμενος 1 που του έλεγε πού να υπογράψει και ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ότι υπέγραψε απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο Α για αναγνώριση). Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, ο Ενάγων ανέφερε ότι αυτή ήταν η βοηθός του Εναγόμενου 1 και εργαζόταν στο γραφείο του. Δεν τη γνώριζε καλά. Ερωτώμενος πόσες φορές τη συνάντησε, ο Ενάγων ανέφερε ότι τη συνάντησε γύρω στις τρεις φορές, την πρώτη την 07.11.2005 όταν υπέγραψε τα Τεκμήρια 6Α και 6Β, τη δεύτερη μετά από ένα μήνα - σαράντα μέρες τον Δεκέμβρη του 2005 και το Γενάρη του 2006 όταν επισκέφθηκε το γραφείο του Εναγόμενου 1 και τον έψαχνε και δεν τον βρήκε εκεί. Τον Εναγόμενο 1 θα τον είδε συνολικά τρεις - τέσσερις φορές. Επισκέφθηκε το γραφείο του στα τέλη Δεκέμβρη 2005 - αρχές Γενάρη 2006, αλλά δεν τον βρήκε και τελικά τον συνάντησε στο γραφείο του στα τέλη Γενάρη - αρχές Φλεβάρη του
  10. Ο λόγος που επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 ήταν για να λάβει από αυτόν το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.50.000 που συμφώνησε για την πώληση των κτημάτων. Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να του δώσει τα χρήματα ο αγοραστής του ενός χωραφιού. Ο Ενάγων ανέφερε ότι επισκέφθηκε ξανά το γραφείο του Εναγόμενου 1 ένα μήνα αργότερα αλλά δεν θυμόταν αν τον συνάντησε λόγω του ότι πέρασαν αρκετά χρόνια και δεν θυμάται. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 του όφειλε ένα ποσό το οποίο εξακολουθεί να του οφείλει. Ο Ενάγων ανέφερε στη συνέχεια ότι τον Σεπτέμβρη του 2006 ο ίδιος επισκέφθηκε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 04.09.2006 προς τον Εναγόμενο 1 δίδοντας του προθεσμία κάποιων ημερών για να υλοποιηθούν οι υποσχέσεις του, δηλαδή την καταβολή σ' αυτόν του ποσού των Λ.Κ.50.
  11. Ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε και τότε ο ίδιος κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Η Αστυνομία όταν εντόπισε τον Εναγόμενο 1 και του έλαβε κατάθεση, στη συνέχεια ζήτησε από τον ίδιο και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση. Μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος του λέχθηκε από την Αστυνομία ότι δεν εκκρεμούσε τέτοια υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου
  12. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2006 ο ίδιος προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 1, αλλά δεν τα κατάφερε. Σε ερώτηση κατά πόσο έκανε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες, ο Ενάγων ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας η οικογένεια του. Ο Ενάγων ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης προς τον Εναγόμενο
  13. Τουλάχιστο δεν αντιλήφθηκε ο ίδιος να έκανε κάτι τέτοιο. Ίσως να υπέγραψε κάποιο έγγραφο και αυτό να συμπληρώθηκε εκ των υστέρων. Ο ίδιος ανέθεσε στο Μ.Ε.2 για να προβεί σε γραφολογική εξέταση. Ο ίδιος θεωρεί ότι είτε υπέγραψε τέτοια απόδειξη είτε η υπογραφή του μεταφέρθηκε στην απόδειξη αυτή και ότι στην Αστυνομία δεν δόθηκε το πρωτότυπο αυτής της απόδειξης, αλλά φωτοτυπία. Ο Ενάγων ρωτήθηκε ακόμα κατά πόσο προτού επισκεφθεί το γραφείο του Εναγόμενου 1 προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για πώληση των κτημάτων. Ο Ενάγων απάντησε ότι επισκέφθηκε κάποιο γραφείο στη Γεροσκήπου που ασχολείτο με κτηματικά, όπου συνάντησε μια κοπέλα και της ανέφερε την πρόθεση του να πωλήσει τα κτήματα. Αυτή του είπε ότι ενδιαφερόταν για το ένα τεμάχιο και του ζήτησε ένα μήνα χρόνο για να βρει πελάτες. Μετά από ένα μήνα - σαράντα μέρες, η κοπέλα αυτή του ανέφερε ότι βρήκε ένα πελάτη και του έδωσε Λ.Κ.1.000 ως προκαταβολή. Ο ίδιος προχώρησε σε συμφωνία μαζί της υπήρχε όμως όρος στη συμφωνία ότι αν δεν πληρωνόταν το τίμημα εντός ενός μηνός τα λεφτά της προκαταβολής θα χάνονταν. Τελικά η συμφωνία αυτή «σταμάτησε», δηλαδή δεν ολοκληρώθηκε. Επιδείχθηκε στον Ενάγοντα αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 31.03.2005 μεταξύ του ιδίου και της Εταιρείας D.S.P.M. Enterprises Ltd για το τεμάχιο 789 και ο Ενάγων το αναγνώρισε ως αυτό που υπέγραψε κατά τις διαβουλεύσεις του με την ως άνω κοπέλα και το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  14. Ο Ενάγων ανέφερε επίσης ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας των σαράντα ημερών που ανέφερε πιο πάνω, ο ίδιος τηλεφώνησε στην κοπέλα και της ανέφερε ότι θα έπρεπε να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του κτήματος. Η κοπέλα του ζήτησε λίγο χρόνο ακόμα γιατί όπως του ανέφερε ο αγοραστής δεν είχε τα χρήματα. Τότε ο ίδιος περίμενε ακόμα τρεις μήνες χωρίς αποτέλεσμα και τότε της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να περιμένει άλλο τον αγοραστή και ότι η προκαταβολή θα χανόταν, δηλαδή θα την κρατούσε. Ο ίδιος κατά το χρόνο αυτό δεν γνώριζε ότι το πωλητήριο έγγραφο - Τεκμήριο 7 είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και το έμαθε από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος του είπε ότι μετέβηκε στο Κτηματολόγιο με την Εναγόμενη 2 και ότι υπήρχε πρόβλημα για να γίνει η μεταβίβαση και ότι θα έπρεπε να πληρώσει Λ.Κ.500 στον αγοραστή ούτως ώστε να αποδεσμευτεί το ακίνητο και να γίνει η μεταβίβαση στο νέο αγοραστή, πράγμα που έκανε. Επιδείχθηκε στον Ενάγοντα άλλο έγγραφο, δηλαδή Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 08.12.2005, ο οποίος μετά από κάποιους ενδοιασμούς παραδέχθηκε ότι το υπέγραψε ως διαθέτης και το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Επιδείχθηκε επίσης στον Ενάγοντα και άλλο έγγραφο, δηλαδή εξουσιοδότηση του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη 2 και ο Ενάγων ανέφερε ότι η υπογραφή έμοιαζε με τη δική του. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  16. Επιδείχθηκε ακόμα στον Ενάγοντα και νέο έγγραφο στο οποίο υπάρχει αντίγραφο επιταγής της Universal Bank υπ' αριθμό 61892298 η οποία εκδόθηκε από τον Εναγόμενο 1 επ' ονόματι του Ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.3.500 πληρωτέα την 12.07.
  17. Ο Ενάγων ανέφερε ότι αναγνωρίζει το έγγραφο το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  18. Ερωτώμενος ο Ενάγων κατά πόσο πήρε την επιταγή την 12.07.2006, απάντησε καταφατικά ενώ ερωτώμενος κατά πόσο την εξαργύρωσε, ο Ενάγων απάντησε και πάλι καταφατικά. Όσον αφορά το περιεχόμενο του κειμένου που υπάρχει στο Τεκμήριο 10, το οποίο επίσης είναι φωτοτυπία, στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος έλαβε το ποσό των Λ.Κ.3.500 ο Ενάγων ανέφερε ότι πρέπει να έγινε φωτοτυπία και να μεταφέρθηκε η υπογραφή του. Ανέφερε στη συνέχεια ότι ο ίδιος συμφώνησε με το περιεχόμενο του κειμένου στο Τεκμήριο
  19. Σε προηγούμενο μέρος της αντεξέτασης του ο Ενάγων αρνήθηκε ότι προσπάθησε να αγοράσει ακίνητη περιουσία στο χωριό Δωρά ως επίσης ότι αν υπάρχουν άλλες συμφωνίες στις οποίες υπάρχει η υπογραφή του αυτές είναι πλαστές. Ο Ενάγων συμπλήρωσε ότι αφού πέρασε καιρός και ο Εναγόμενος 1 δεν του έδινε τα χρήματα που του όφειλε παρά μόνο υποσχέσεις, στη συνέχεια ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα του έδινε χωράφια στο χωριό Δωρά ή σε άλλες τοποθεσίες. Διευθέτησε συνάντηση του με το άτομο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 10, το οποίο του ανέφερε ότι ήταν ιδιοκτήτης των χωραφιών στο χωριό Δωρά. Ο Ενάγων αρνήθηκε ότι αγόρασε χωράφια στη Δωρά. Σε ερώτηση κατά πόσο συμφώνησε να αγοράσει χωράφια στο χωριό αυτό, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιεί δόλιες μεθόδους και εξαπατά και εκμεταλλεύεται άτομα υπερήλικα που δεν έχουν στενούς συγγενείς και ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος γνώρισε τέτοια άτομα. Σε νέα ερώτηση κατά πόσο συμφώνησε να αγοράσει κτήματα στη Δωρά, ο Ενάγων απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι το έκανε αυτό γιατί κατάλαβε ότι δεν θα έπαιρνε τα λεφτά που του οφείλονταν, δηλαδή τις Λ.Κ.50.000 και ότι αυτό συνέβηκε το έτος
  20. Του ζητήθηκε ν' αναφέρει ο ίδιος τι συμφώνησε και ο Ενάγων απάντησε ότι δεν μπορεί να καταλάβει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  21. Ζητήθηκε επίσης από τον Ενάγοντα να αναφέρει τα γεγονότα που αφορούν το ζήτημα αυτό και ο Ενάγων ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 προσπάθησε να ξεγελάσει τον ίδιο με διάφορους τρόπους. Όταν ο ίδιος κατάλαβε τι γινόταν, μετέβηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 04.09.2006 (Τεκμήριο 5) με κοινοποίηση της στην Αστυνομία. Παραδέχθηκε όμως ότι έλαβε τα χρήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  22. Ζητήθηκε ακόμα από τον Ενάγοντα να αναφέρει τι έγινε και απάντησε ότι δεν θυμόταν, και ότι το πιο σημαντικό είναι η υγεία στην οικογένεια. Ερωτώμενος κατά πόσο έδωσε χρήματα για τα κτήματα στη Δωρά, ο Ενάγων απάντησε ότι δεν θυμόταν. Υποδείχθηκε στον Ενάγοντα αντίγραφο της επιταγής της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπους η οποία εκδόθηκε από το Λεμονάρη Νικόλα ή/και Μαρία Η. Γαβριήλ επ' ονόματι του ιδίου για το ποσό των Λ.Κ.7.000 η οποία ήταν πληρωτέα την 10.12.2005 και ο Ενάγων ανέφερε ότι για να έχει εκδοθεί επ' ονόματι του θα πρέπει να την παρέλαβε (Τεκμήριο 11). Υποδείχθηκαν ακόμα στον Ενάγοντα αντίγραφα δυο ακόμα επιταγών της ΣΠΕ Γεροσκήπους οι οποίες εξεδόθηκαν από τα πιο πάνω πρόσωπα επ' ονόματι του και ήσαν πληρωτέες την ίδια ημερομηνία (08.12.2005), η υπ' αριθμό 065-02114959 για το ποσό των Λ.Κ.1.000 και η υπ' αριθμό 065-02114958 για το ποσό των Λ.Κ.17.000 (Τεκμήριο 12). Ο Ενάγων ανέφερε ότι αν προστεθούν όλα τα ποσά των επιταγών στα Τεκμήρια 11 και 12 προκύπτει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.25.
  23. Παραδέχτηκε ότι παρέλαβε τις επιταγές που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 11 και 12, όμως χρήματα δεν πήρε. Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι του εγγυόταν ότι υπήρχε ευκαιρία για καλή επένδυση λόγω του ότι κάποιο πρόσωπο είχε ανάγκη από χρήματα, και έτσι οι επιταγές δόθηκαν πίσω στον Εναγόμενο
  24. Ανέφερε στη συνέχεια ότι ο ίδιος δεν πήρε στα χέρια του τις επιταγές ούτε τις εξαργύρωνε και υποθέτει ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για να καλύψουν την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 15.12.
  25. Επανέλαβε ότι δεν παρέλαβε τις πιο πάνω επιταγές. Υποδείχθηκε στον Ενάγοντα ότι προηγούμενα είχε αναφέρει ότι είχε παραλάβει τις επιταγές και τις είχε επιστρέψει και του ζητήθηκε να αναφέρει τι από τα δυο ισχύει και ο Ενάγων ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Ο Ενάγων ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο σε σχέση με τις πωλήσεις των κτημάτων πλήρωσε Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών και απάντησε ότι θα πρέπει να πληρώθηκε εκ μέρους του το ποσό των Λ.Κ.1.900 και θα πρέπει να αφαιρέθηκε από το τίμημα πώλησης. Δεν θυμόταν αν ο ίδιος μετέβηκε προσωπικά για την πληρωμή του Φόρου αυτού αφού είχε υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο. Ρωτήθηκε ακόμα πόση προμήθεια θα έπαιρνε ο Εναγόμενος 1 ως κτηματομεσίτης και ο Ενάγων ανέφερε ότι ο ίδιος συμφώνησε μαζί του να λάβει Λ.Κ.65,000, αλλά δεν γνωρίζει πόσα πούλησε τα κτήματα και πόσα χρήματα έλαβε από τον αγοραστή. Ανέφερε επίσης ότι η απόδειξη είσπραξης που παρουσίασε η πλευρά των Εναγομένων (Τεκμήριο Α δι' Αναγνώριση) έχει πλαστογραφηθεί αφού δεν φέρει αριθμό ο οποίος σβήστηκε. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι εξαπάτησε τον Εναγόμενο 1 αφού δεν του είχε αναφέρει ότι υπήρχε κατατεθημένο έγγραφο στο Κτηματολόγιο σε σχέση με τα κτήματα και ο Ενάγων ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη διαδικασία, πράγμα που είπε στον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε συγνώμη. Επανεξεταζόμενος ο Ενάγων ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 7 υπέγραψε ως πωλητής. Ο Μ.Ε.2 ειδικός σε θέματα εγγράφων, χειρογράφων - δακτυλογραφημένων κειμένων, πλαστών εντύπων και πλαστών χαρτονομισμάτων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα ετοίμασε σχετική έκθεση σε σχέση με την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 15.12.2005 την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 14) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε επίσης φωτοτεχνικό πίνακα σύγκρισης (Τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε ότι η έκθεση του αφορά την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 15.12.2005 - Τεκμήριο Α δι' Αναγνώριση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  26. Ερωτώμενος σχετικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 ο Μ.Ε.2 δέχθηκε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του ο Ενάγοντας είσπραξε χρήματα (Λ.Κ.30.000) από τον Εναγόμενο 1 παρόλο που στο πάνω μέρος του Τεκμηρίου 16 αναφέρεται «LEMONARIS ESTATES, REAL ESTATE AGENCY, ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ». Ο Μ.Ε.2 συμφώνησε ότι η έλλειψη αύξοντα αριθμού στο Τεκμήριο 16 ήταν ένα από τα στοιχεία που του δημιούργησαν την εντύπωση ότι η απόδειξη δεν ήταν αυθεντική. Υποβλήθηκε στον Μ.Ε.2 ότι εφόσον η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί από τη LEMONARIS ESTATES, REAL ESTATE AGENCY αλλά από τον Ενάγοντα δεν θα έπρεπε η απόδειξη να έχει αριθμό και ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Υποβλήθηκε επίσης στο Μ.Ε.2 ότι αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι ότι ο Εναγόμενος 1 και ο Ενάγων πήραν μια απόδειξη της LEMONARIS ESTATES, REAL ESTATE AGENCY, έσβησαν τον αριθμό που υπήρχε σ' αυτή ούτως ώστε η απόδειξη να εκδοθεί από τον Ενάγοντα και συμπληρώθηκε και υπογράφηκε και ο Μ.Ε.2 δέχθηκε ότι μπορεί να συνέβηκε και αυτό το ενδεχόμενο. Ο Μ.Ε.2 συμπλήρωσε ότι το έγγραφο που εξέτασε (Τεκμήριο 16) αφορούσε έγγραφο που είχε τεθεί πρωτότυπη γραφή σε απόδειξη που ήταν φωτοτυπία, δηλαδή το έγγραφο αυτό προτού συμπληρωθεί και υπογραφεί ήταν φωτοτυπία. Ήταν δηλαδή «έγγραφο φωτοτυπίας με original υπογραφή» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Δέχθηκε ότι ένα τέτοιο έγγραφο όταν συμπληρωθεί και υπογραφεί θεωρείται αυθεντικό. Ο Μ.Ε.2 στη συνέχεια της αντεξέτασης του επέμενε στις θέσεις του ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16, δηλαδή το μέρος του που συμπληρώθηκε χειρόγραφα, αυτό δεν έγινε ταυτόχρονα και κάποιο μέρος του περιεχομένου του συμπληρώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, όμως δεν μπορούσε να καθορίσει αυτό το χρονικό διάστημα δηλαδή αν είναι πολύ μικρό όπως π.χ. ένα δευτερόλεπτο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η Μ.Ε.3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εργαζόταν στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπους ως Τμηματάρχης Τρεχουμένων Λογαριασμών και τώρα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Δόθηκε στη Μ.Ε.3 το Τεκμήριο 11 (επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.7.000) και η Μ.Ε.3 την αναγνώρισε ως επιταγή της Εταιρείας που εργαζόταν η οποία εξαργυρώθηκε από ένα ταμείο της Εταιρείας. Η Μ.Ε.3 ρωτήθηκε πού κατέληξαν τα χρήματα της επιταγής και απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει, παρά μόνο ότι η επιταγή πληρώθηκε. Όσον αφορά τις επιταγές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 12 η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.000 εξαργυρώθηκε την 09.12.2005 σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που είχε στην κατοχή της. Συμπλήρωσε ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού η επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.17.000 δεν είχε πληρωθεί. Ζητήθηκε από τη Μ.Ε.3 να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τις πιο πάνω επιταγές και αυτή ανέφερε ότι όσον αφορά την επιταγή των Λ.Κ.1.000 ο Ενάγων την οπισθογράφησε και την έδωσε σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, το οποίο την εξαργύρωσε, ενώ όσον αφορά την επιταγή των Λ.Κ.7.000 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Ενάγων στην εταιρεία που εργαζόταν και την εξαργύρωσε. Τέλος, όσον αφορά την επιταγή των Λ.Κ.17.0000, αυτή δεν κατάφερε να την εντοπίσει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στα χέρια της δεν φαίνεται να είχε εξαργυρωθεί η επιταγή αυτή. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική κατάσταση του λογαριασμού 4000023 των Λεμονάρη Νικόλα ή/και Μαρίνα Η. Γαβριήλ (Τεκμήριο 17). Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.3 δέχθηκε ότι στην 10.12.2005 ο πιο πάνω λογαριασμός χρεώθηκε το ποσό των Λ.Κ.10.000 λόγω τραπεζικής επιταγής που είχε εκδοθεί. Τέλος η Μ.Ε.3 επανέλαβε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της η επιταγή των Λ.Κ.7.000 φαινόταν να έχει εισπραχθεί από τον Ενάγοντα και για να γίνει κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία η φυσική του παρουσία στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία που εργαζόταν. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης από το έτος
  27. Η Εναγόμενη 2 ήταν υπάλληλος του με καθήκοντα την εξυπηρέτηση των πελατών του προς το σκοπό υλοποίησης αγοραπωλησιών ακίνητης περιουσίας, όπως π.χ. την εξασφάλιση φοροαπαλλακτικού εκ μέρους του πωλητή για σκοπούς μεταβίβασης ή κατάθεσης δηλώσεων μεταβίβασης εκ μέρους είτε του πωλητή ή του αγοραστή. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στη συνέχεια ότι κατά τις αρχές Νοεμβρίου 2005 τον επισκέφθηκε ο Ενάγων στο γραφείο του και του ανέφερε ότι ήθελε να πουλήσει δυο κτήματα του - τεμάχια 790 και 789 Φ/Σχ 45/61 στο χωριό Άρμου (τα κτήματα). Ο Ενάγων του ζήτησε αρχικά να προσπαθήσει να βρει αγοραστή για τις τιμές των Λ.Κ.25.000 και Λ.Κ.40.000 αντίστοιχα. Ο ίδιος του πρότεινε να υπογράψει δυο έγγραφα με τα οποία να δεσμεύεται για την πώληση των πιο πάνω κτημάτων για τα πιο πάνω ποσά σε περίπτωση που έβρισκε αγοραστή. Το ένα έγγραφο αφορούσε το τεμάχιο 790 και ανέφερε ως αντισυμβαλλόμενο την εταιρεία CYHOME ESTATES LTD της οποίας ο ίδιος είναι μέτοχος και διευθυντής (Τεκμήριο 6Α) και το άλλο αφορούσε το τεμάχιο 789 και ανέφερε ως αντισυμβαλλόμενο την εταιρεία SOFOKLIS CH. SOFOKLEOUS KTIMATIKI LTD, η οποία γνώριζε ότι αγόραζε εκείνη την περίοδο διάφορα κτήματα και είχε υπόψη του να της προτείνει την αγορά των κτημάτων του Ενάγοντα (Τεκμήριο 6Β). Τόνισε ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν είχαν μετατραπεί σε συμφωνίες διότι δεν υπέγραψαν οι αντισυμβαλλόμενοι του Ενάγοντα και ο λόγος που υπογράφηκαν από τον Ενάγοντα ήταν για να δεσμεύεται και να μην υπαναχωρήσει σε περίπτωση που έβρισκε αγοραστές στις τιμές που ο Ενάγων αρχικά ήθελε. Μετά την πιο πάνω επίσκεψη του Ενάγοντα, κατέβαλε προσπάθειες για την αγορά των κτημάτων του Ενάγοντα από την εταιρεία SOFOKLIS CH. SOFOKLEOUS KTIMATIKI LTD, αλλά τελικά η πιο πάνω εταιρεία δεν συμφώνησε για την αγορά τους. Κατά τις αρχές Δεκεμβρίου 2005 βρήκε αγοραστή για το τεμάχιο 790 για το ποσό των Λ.Κ.20.000 και το ανέφερε στον Ενάγοντα ο οποίος συμφώνησε και υπέγραψε ο ίδιος κατά την 08.12.2005 τη σχετική φόρμα για την έκδοση φοροαπαλλακτικού (Τεκμήριο 8). Κατά την 08.12.2005 ο Ενάγων υπέγραψε επίσης πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας ως αντιπρόσωπο του την Εναγόμενη 2 ώστε αυτή να μπορεί να τον αντιπροσωπεύσει και να μεταβιβάσει τα κτήματα του και να εξασφαλίσει φοροαπαλλακτικό (Τεκμήριο 24). Η μεταβίβαση του πιο πάνω τεμαχίου 790 στο όνομα του αγοραστή έγινε την 09.12.
  28. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε αντίγραφο της δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου για το τεμάχιο 790 (Τεκμήριο 19) (για το οποίο δηλώθηκε ότι είχε το ίδιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο 3Α) ως επίσης Απόδειξη Είσπραξης Φόρων και της σχετικής επιταγής που έγινε η πληρωμή (Τεκμήρια 21Α και 21Β αντίστοιχα). Κατά ή περί την 08.12.2005 έδωσε στον Ενάγοντα κάποιο χρηματικό ποσό το οποίο δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια, αλλά είναι βέβαιο ότι δυο επιταγές αντίγραφα των οποίων βρήκε στο γραφείο του είχαν τιμηθεί. Η μια επιταγή ήταν ημερομηνίας 08.12.2005 και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.1.000 και η άλλη ήταν ημερομηνίας 10.12.2005 και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.7.
  29. Μια άλλη επιταγή που βρήκε στο γραφείο του ημερομηνίας 08.12.2005 για το ποσό των Λ.Κ.17.000 φαίνεται να μην έχει τιμηθεί και να μην είχε δοθεί στον Ενάγοντα. Ο ίδιος είχε πρόθεση να συνεχίσει και συνέχιζε να καταβάλλει προσπάθειες για την εξεύρεση αγοραστή για το τεμάχιο
  30. Κατά την 15.12.2005, Ενάγων, οποίος δεν ήθελε να περιμένει μέχρι να εξευρεθεί αγοραστής και για το άλλο κτήμα, του πρότεινε να του δώσει συνολικά Λ.Κ.30.000 και για τα δυο κτήματα και να μη είχε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη ή αναμονή. Αποδέχθηκε την πρόταση του Ενάγοντα και του έδωσε σε μετρητά το υπόλοιπο ποσό ώστε να συμπληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.30.
  31. Ζήτησε από τον Ενάγοντα να του υπογράψει απόδειξη για την εξόφληση των πιο πάνω κτημάτων, πράγμα το οποίο έκαμε. Την απόδειξη αυτή την ετοίμασε ο ίδιος διότι ο Ενάγων δεν είχε οποιοδήποτε βιβλιάριο αποδείξεων. Έτσι χρησιμοποίησε ένα αντίγραφο των αποδείξεων που χρησιμοποιούσε ο ίδιος, το οποίο συμπλήρωσε στην παρουσία του Ενάγοντα και το οποίο ακολούθως ο Ενάγων υπέγραψε. Κατέθεσε αντίγραφο της πιο πάνω απόδειξης είσπραξης (Τεκμήριο 25) αναφέροντας ότι το πρωτότυπο αυτής το έδωσε στην Αστυνομία όταν μετέβηκε για να δώσει κατάθεση μετά την καταγγελία στην οποία προέβη ο Ενάγοντας και από τότε δεν τον ενόχλησαν ξανά. Αργότερα, κατά τις αρχές ή μέσα Φεβρουαρίου 2006, βρήκε αγοραστή για το τεμάχιο 789 για το ποσό των Λ.Κ.26.
  32. Όταν κατά την 17.02.2006 επιχειρήθηκε η μεταβίβαση του κτήματος υπήρχε ως εμπόδιο προηγούμενο συμβόλαιο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εταιρείας D.S.P.M. ENTERPRISES LTD, το οποίο ο Ενάγων του είχε αποκρύψει. Αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με την πιο πάνω εταιρεία και να της πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.1.200 για να αποσύρει το πιο πάνω συμβόλαιο από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Η μεταβίβαση του τεμαχίου 789 στον αγοραστή έγινε τελικά κατά την 27.02.2006 (Τεκμήριο 20). Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο δήλωσης μεταβιβάσεως ακινήτου (Τεκμήριο 20) ως επίσης αντίγραφο Δήλωσης Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Υπουργείου Οικονομικών, Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (Τεκμήριο 22) και Απόδειξη Είσπραξης Φόρων (Τεκμήριο 23). Αργότερα ο Ενάγων συμφώνησε να αγοράσει ακίνητη περιουσία μέσω του γραφείου του αλλά τελικά ακύρωσε τη συμφωνία που είχε συνάψει. Για την πιο πάνω ακύρωση του έδωσε επιταγή ημερομηνίας 12.07.2006 και υπέγραψε το έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  33. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ακόμα ότι ο ίδιος ενήργησε σε όλες τις περιπτώσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ενάγοντα. Ο Ενάγων επιχείρησε να κατασκευάσει υπόθεση χρησιμοποιώντας τα έγγραφα που είχε υπογράψει και που γνώριζε ότι δεν αποτελούσαν συμφωνίες. Η Εναγόμενη 2 δεν έλαβε οποιαδήποτε χρήματα για την πώληση των κτημάτων του Ενάγοντα και ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τις εντολές του Ενάγοντα. Για τις αγοραπωλησίες των κτημάτων του Ενάγοντα έλαβε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.46.000 και πλήρωσε Λ.Κ.30.000 στον Ενάγοντα, Λ.Κ.5.165,60 και Λ.Κ.1.964,80 στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και Λ.Κ.1.200 στην D.S.P.M. ENTERPRISES LTD. Κατέθεσε στο Δικαστήριο απόδειξη για την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.1.200 στην εταιρεία D.S.P.M. ENTERPRISES LTD (Τεκμήριο 26). Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι όταν ο Ενάγων υπέγραφε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) ο ίδιος είχε ήδη βρει αγοραστή για το τεμάχιο 790 αντί Λ.Κ.20.
  34. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι δεν αναφερόταν στο Τεκμήριο 2 το ποσό αυτό λόγω του ότι είχε δηλωθεί, προηγουμένως από τον πωλητή και τον αγοραστή στις φόρμες του Φόρου Εισοδήματος το ποσό που είχε πωληθεί το κτήμα και προχώρησε η διαδικασία για να ληφθεί φοροαπαλλακτικό έγγραφο ούτως ώστε να γίνει η μεταβίβαση. Το Τεκμήριο 2 ήταν ένα συνηθισμένο πληρεξούσιο έγγραφο. Ο Εναγόμενος 1 ερωτήθηκε στη συνέχεια σε σχέση με το Τεκμήριο 6Α, δηλαδή το πωλητήριο έγγραφο με την εταιρεία CYHOME ESTATES LTD. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6Α δηλαδή ένα μήνα πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 ο Ενάγων ζητούσε Λ.Κ.25.000 για να πωλήσει το τεμάχιο
  35. Ρωτήθηκε λοιπόν ο Εναγόμενος 1 τι συνέβηκε για να αλλάξει γνώμη ο Ενάγων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Εναγόμενος 1 απάντησε ότι η απόφαση του Ενάγοντα άλλαξε γιατί γνώριζε ότι δεν είχε υλοποιηθεί η πρώτη συμφωνία που είχε συνάψει με τον Ενάγοντα για ποσό Λ.Κ.25.000 λόγω του ότι δεν ήρθε στο γραφείο του με καθαρά χέρια με αποτέλεσμα να τον εξαπατήσει. Έτσι δέχθηκε γιατί γνώριζε και ο ίδιος ότι το τεμάχιο αυτό δεν άξιζε πάνω από Λ.Κ.20.000 και δεν μπορούσε να βρεθεί προσφορά καλύτερη από Λ.Κ.20.
  36. Ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε ότι το Κτηματολόγιο εκτίμησε το συγκεκριμένο τεμάχιο (τεμάχιο 790) στο ποσό των Λ.Κ.30.
  37. Σχολίασε όμως ότι δεν θεωρεί ότι το Κτηματολόγιο είναι σωστό στις εκτιμήσεις του και ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα υπερεκτιμήσεων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι εκτιμητές του Κτηματολογίου δεν έλαβαν υπόψη πολλά από τα χαρακτηριστικά του τεμαχίου. Ο ίδιος δεν υπέβαλε ένσταση σ' αυτή την εκτίμηση γιατί σε τέτοια περίπτωση καθυστερεί η έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας και πολλές φορές οι αγοραστές χαίρονται όταν βλέπουν ότι το κτήμα που αγόρασαν εκτιμήθηκε για περισσότερα χρήματα από αυτά που κατέβαλαν όταν το αγόρασαν. Όσον αφορά το τεμάχιο αυτό δεν συνέταξε πωλητήριο έγγραφο γιατί ο αγοραστής ήταν έτοιμος να πληρώσει και να μεταβιβαστεί το κτήμα επ' ονόματι του και έτσι υπογράφηκαν οι σχετικές δηλώσεις μεταβίβασης. Συμπλήρωσε ότι δεν υπήρχε υποχρέωση να συνταχθεί πωλητήριο έγγραφο εφόσον ο αγοραστής και ο πωλητής υπέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις του Φόρου Εισοδήματος. Δεν υπήρχε λόγος να γίνει πωλητήριο έγγραφο αφού η πράξη θα ολοκληρωνόταν σε μια - δυο μέρες, δεν υπήρχαν δηλαδή πληρωτέες δόσεις όσον αφορά το τίμημα πώλησης ενώ αν γινόταν τέτοιο έγγραφο θα έπρεπε να χαρτοσημανθεί. Ο αγοραστής τον πλήρωσε σε μετρητά. Σε ερώτηση αν εξέδωσε απόδειξη, απάντησε «δεν θυμούμαι, αλλά μάλλον όχι». Μέρος του τιμήματος κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό και μέρος του χρησιμοποιήθηκε για να πληρωθεί ο ιδιοκτήτης (Ενάγων). Ο Εναγόμενος 1 απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να εντοπίσει την κατάθεση του ποσού αυτού σε κατάσταση λογαριασμού. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ακόμα ότι διατηρούσε φάκελο όπου βρίσκονταν φυλαγμένα διάφορα στοιχεία και καταστάσεις λογαριασμού και θα τα παρουσίαζε σε νέα δικάσιμο. Όσον αφορά την προμήθεια του για την πώληση του τεμαχίου 790, αυτή ήταν 5% πλέον κάποια έξοδα που είχε κάνει για τον πωλητή. Ερωτώμενος κατά πόσο έκδωσε σχετικό τιμολόγιο, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι είχε εκδώσει απόδειξη και ότι η αμοιβή του φαινόταν στο φάκελο που διατηρούσε για το συγκεκριμένο κτήμα και ότι θα μπορούσε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Συμπλήρωσε ότι δεν πληρώθηκε Φ.Π.Α. γιατί τότε δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. και ούτε σήμερα είναι εγγεγραμμένος. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6Β ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι αναγράφηκε σ' αυτό το ποσό των Λ.Κ.40.000 για να προσπαθήσει ο ίδιος να διεκδικήσει αυτά τα χρήματα για τον Ενάγοντα. Το κτήμα αυτό, δηλαδή το τεμάχιο 789, πωλήθηκε Λ.Κ.26.
  38. Ο Ενάγων έλαβε από τον ίδιο Λ.Κ.30.000 καθαρά και για τα δυο κτήματα και σ' αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνεται η προμήθεια, οι φορολογίες, η ταλαιπωρία που υπήρξε ενώ για τους φόρους πληρώθηκε ένα σημαντικό ποσό. Ο Ενάγων δέχθηκε να πάρει το ποσό των Λ.Κ.30.000 γιατί είχε προσπαθήσει να πουλήσει και τα δυο ακίνητα σε άλλο πρόσωπο, είχε πάρει χρήματα και τα πωλητήρια έγγραφα είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο (του το είχε αποκρύψει) και υπήρχε πραγματικό πρόβλημα. Ο ίδιος για το ένα κτήμα πλήρωσε σε φορολογίες το ποσό των Λ.Κ.5.165,60 και για το άλλο Λ.Κ.1.964,80, πλέον Λ.Κ.1.200 όταν μετά από πολλούς κόπους και μόχθους έπεισε την αγοράστρια εταιρεία να αποσύρει το αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο. Επιπλέον, είχε καταβάλει Λ.Κ.2.000 στην ίδια εταιρεία D.S.P.M. Enterprises Ltd για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για να αποσύρει αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε καταθέσει σε σχέση με το άλλο τεμάχιο όμως η εταιρεία αυτή δεν ήθελε να του εκδώσει απόδειξη. Παρόλο που το αγοραπωλητήριο έγγραφο ήταν για το άλλο τεμάχιο εντούτοις φαίνεται ότι κατά λάθος κατατέθηκαν και τα δυο αγοραπωλητήρια έγγραφα σε σχέση με το ίδιο τεμάχιο. Ο Εναγόμενος 1 διευκρίνισε ότι η αρχική συμφωνία την οποία συνήψε με τον Ενάγοντα ήταν να πωληθούν τα κτήματα στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.65.000 ως ήταν και οι οδηγίες του Ενάγοντα και να λάβει 5% προμήθεια στα τιμήματα πώλησης των κτημάτων. Η συμφωνία όμως αυτή δεν υλοποιήθηκε και ούτε μπορούσε να υλοποιηθεί αφού είχαν γίνει αγοραπωλητήρια έγγραφα σε σχέση με αυτά με άλλη εταιρεία (D.S.P.M. ENTERPRISES LTD). Έτσι προχώρησε σε νέα συμφωνία με τον Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία αυτός θα λάμβανε Λ.Κ.30.000 καθαρά χρήματα και για τα δυο κτήματα. Σύμφωνα με τη νέα συμφωνία δεν τίθετο θέμα προμήθειας για τον ίδιο. Ο ίδιος θα μπορούσε είτε να κερδίσει από την πώληση των κτημάτων σε άλλα πρόσωπα ή να ζημιώσει. Πάντως ο ίδιος υποβλήθηκε σε έξοδα που δεν υπολόγιζε να υποστεί λόγω των δυο συμβολαίων που ήταν κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο. Όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, ο ίδιος φαίνεται να κέρδισε ένα ποσό γύρω στις Λ.Κ.5.
  39. Ούτε για το τεμάχιο 789 έγινε γραπτή συμφωνία όταν πωλήθηκε από τον ίδιο σε τρίτο πρόσωπο για τους ίδιους λόγους που έχει αναφέρει και για το τεμάχιο 790, (συναλλαγή τοις μετρητοίς, δεν υπήρχε θέμα δόσεων, το πωλητήριο δεν θα χρησίμευε σε τίποτε και θα έπρεπε να χαρτοσημανθεί κ.λ.π.). Από το τίμημα πώλησης κρατήθηκε κάποιο ποσό για το Φόρο Εισοδήματος, κάποιο ποσό για τον ίδιο και το γραφείο του και κάποιο ποσό κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό. Το γραφείο του είναι ένα μικρό κτηματομεσιτικό γραφείο, διενεργεί πέντε - δέκα πωλήσεις το χρόνο και υπάρχουν σχετικοί φάκελοι που δείχνουν τι εισπράττεται και τι πληρώνεται αλλά δεν υπάρχουν λεπτομερή λογιστικά βιβλία και λογιστής που παρακολουθεί σε μόνιμη βάση όλες τις πράξεις που γίνονται. Ερωτώμενος για την επιστολή του τότε δικηγόρου του Ενάγοντα προς αυτόν ημερομηνίας 04.09.2006, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν απάντησε γραπτώς στην επιστολή αυτή γιατί ο Ενάγοντας είχε έρθει στο γραφείο του και αφού του εξήγησε ότι για τα κτήματα είχε συνάψει προηγουμένως συμφωνίες πώλησης τους (με την εταιρεία D.S.P.M. Enterprises Ltd) οι οποίες είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και ότι ο ίδιος είχε ταλαιπωρηθεί και όταν του ανέφερε την συμφωνία που είχε κάνει ο ίδιος μαζί του, το θέμα είχε λήξει. Εξάλλου ο Ενάγων είχε προσπαθήσει να κάνει και άλλες συναλλαγές μαζί του μετά την λήψη της επιστολής αυτής. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι κατά το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τις μεταβιβάσεις των κτημάτων ανέφερε στον Ενάγοντα ότι αυτά πωλήθηκαν για Λ.Κ.65.
  40. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε ότι ανέφερε στον Ενάγοντα κάτι τέτοιο, συμπληρώνοντας ότι ο Ενάγοντας ως πωλητής ήταν παρών στο Κτηματολόγιο και στο Φόρο Εισοδήματος και υπέγραψε αυτός τις δηλώσεις για τη φοροαπαλλαγή ως επίσης τα έγγραφα του Κτηματολογίου και γνώριζε πόσα είχαν πωληθεί τα κτήματα. Αυτό που ανέφερε στον Ενάγοντα ήταν το παράπονο του που δεν του είχε αναφέρει ότι υπήρχαν κατατεθημένα στο Κτηματολόγιο αγοραπωλητήρια έγγραφα σε σχέση με τα κτήματα με αποτέλεσμα ο ίδιος να υποβληθεί σε ταλαιπωρία και να πληρώσει και χρήματα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 10, που αφορά επιταγή του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα για ποσό Λ.Κ.3.500, ημερομηνίας 12.07.2006, και γραπτή δήλωση του Ενάγοντα σε σχέση με τα ακίνητα στη Δωρά, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ο Ενάγων του είχε δώσει Λ.Κ.5.500 ως προκαταβολή για την αγορά τριών τεμαχίων στο χωριό Δωρά όμως στη συνέχεια άλλαξε γνώμη και ήθελε να ακυρωθεί η πράξη και έτσι του έδωσε την πιο πάνω επιταγή και ο Ενάγων υπέγραψε την δήλωση που περιέχεται στο Τεκμήριο 10, ότι δηλαδή έλαβε την πιο πάνω επιταγή προς ακύρωση της αγοράς των τριών τεμαχίων (χωραφιών) στη Δωρά για τα οποία είχε δώσει ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.5.500 και ότι δεν είχε άλλη απαίτηση από τον ιδιοκτήτη των τεμαχίων ή τον Εναγόμενο
  41. Αυτό έγινε τον Ιούλιο του
  42. Ο ίδιος απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι θα πρέπει να έδωσε απόδειξη στον Ενάγοντα όταν του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.5.
  43. Όσον αφορά την επιταγή των Λ.Κ.3.500 αυτή θα πρέπει να εξαργυρώθηκε από τον Ενάγοντα αφού δεν έχει υπόψη του ο Ενάγοντας να έχει απαίτηση σε σχέση με αυτή την επιταγή. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να εξετάσει τις καταστάσεις λογαριασμού του για να ελέγξει κατά πόσο καταδεικνύεται η εξαργύρωση αυτής της επιταγής. Σχετικά με τις δυο επιταγές του Τεκμηρίου 12, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι η επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.000 δόθηκε στον Ενάγοντα και εξαργυρώθηκε όπως και μια άλλη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.7,000 (Τεκμήριο 11). Η επιταγή όμως των Λ.Κ.17.000, αντίγραφο της οποίας φαίνεται στο Τεκμήριο 12 παρόλο που την εξέδωσε τελικά δεν δόθηκε στον Ενάγοντα και έτσι δεν εξαργυρώθηκε λόγω του ότι ο Ενάγων ήθελε να πάρει περισσότερα χρήματα σε μετρητά και τις δυο πιο πάνω επιταγές. Απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι μόνο Λ.Κ.15.000 έδωσε στον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι έδωσε στον Ενάγοντα Λ.Κ.15.000 για την πρώτη πώληση και εκ των υστέρων μετά από λίγες μέρες του έδωσε επιπρόσθετα χρήματα δηλαδή ακόμα Λ.Κ.15.000 ούτως ώστε ο Ενάγων να λάβει συνολικά Λ.Κ.30.000 καθαρά και για τα δυο κτήματα. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στη συνέχεια ότι όταν κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση, παρέδωσε το πρωτότυπο της απόδειξης - Τεκμήριο 16 και το άφησε εκεί. Αναφορικά με το Τεκμήριο 16 ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι η απόδειξη αυτή δεν έχει αριθμό γιατί τη συγκεκριμένη μέρα ο Ενάγων δεν είχε βιβλιάριο αποδείξεων ούτως ώστε να εκδώσει απόδειξη για το ποσό που έλαβε. Έτσι φωτοτύπησε μια απόδειξη του γραφείου του και αφού συμπληρώθηκε, ο Ενάγων υπέγραψε σ' αυτή. Ο Εναγόμενος 1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το Τεκμήριο 16 προτού συμπληρωθεί και υπογραφεί να είναι αποτέλεσμα δυο - τριών διαδοχικών φωτοτυπιών. Σημασία έχει, τόνισε, ότι πήρε μια άδεια φωτοτυπία, την συμπλήρωσε μαζί με τον Ενάγοντα, ο οποίος την υπέγραψε και πήρε τα χρήματα. Η φωτοτυπία λήφθηκε από τη γραμματέα του - Εναγόμενη
  44. Ο λόγος που σβήστηκε ο αριθμός στο Τεκμήριο 16 είναι γιατί θα χρησιμοποιείτο ως απόδειξη που εξέδωσε ο Ενάγων. Ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα στο Τεκμήριο 16 αλλά δεν διαπίστωσε οτιδήποτε το περίεργο όσον αφορά το περιεχόμενο του και τον τρόπο που συμπληρώθηκε, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι καλλιγράφος. Ο ίδιος απλώς συμπλήρωσε μια απόδειξη ως η συμφωνία που είχε με τον Ενάγοντα, της έριξε μια ματιά και στη συνέχεια υπογράφηκε. Αρνήθηκε ότι μέρος του περιεχομένου του Τεκμηρίου 16 αναγράφηκε σε μεταγενέστερο στάδιο της συμπλήρωσης του υπολοίπου κειμένου και μετά την υπογραφή του από τον Ενάγοντα. Η αντεξέταση του Εναγόμενου 1 συνεχίστηκε σε άλλη ημερομηνία ούτως ώστε να προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή αποδείξεις για τα όσα ανέφερε κατά την πρώτη δικάσιμο που διεξήχθη η αντεξέταση του ότι θα κατέβαλλε προσπάθεια να ελέγξει κατά πόσο είχε στην κατοχή του τέτοια στοιχεία. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε τελικά ότι δεν βρήκε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία πέραν από εκείνα που είχε ήδη προσκομίσει στο Δικαστήριο. Η Εναγόμενη 2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ίδια ήταν υπάλληλος του Εναγόμενου 1 στο κτηματομεσιτικό του γραφείο. Μέρος των καθηκόντων της ήταν η εξυπηρέτηση των πελατών του Εναγόμενου 1 προς το σκοπό υλοποίησης αγοραπωλησιών ακίνητης περιουσίας όπως π.χ. την εξασφάλιση φοροαπαλλακτικού εκ μέρους του πωλητή για σκοπούς μεταβίβασης ή κατάθεσης των δηλώσεων μεταβίβασης εκ μέρους είτε του πωλητή ή του αγοραστή. Κατά την 08.12.2005 ο Ενάγων υπέγραψε πληρεξούσιο με το οποίο τη διόριζε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να μπορεί να εξασφαλίσει φοροαπαλλακτικά και για να υπογράψει τις δηλώσεις μεταβίβασης δυο κτημάτων που ήθελε να πουλήσει. Την ίδια ημέρα επισκέφθηκε μαζί με τον Ενάγοντα τα γραφεία του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για να εξασφαλίσει απαλλακτικό για την πώληση ενός από τα κτήματα του. Εκεί ο Ενάγων υπέγραψε τις σχετικές φόρμες και εξασφάλισε φοροαπαλλακτικό (Τεκμήριο 8). Η ίδια πλήρωσε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 τον απαιτούμενο φόρο. Την επόμενη ημέρα, 09.12.2005, επισκέφθηκε μαζί με τον Ενάγοντα το Κτηματολόγιο Πάφου. Εκεί ο Ενάγων υπέγραψε τη δήλωση μεταβίβασης (Τεκμήριο 19) για το κτήμα για το οποίο είχε εξασφαλίσει απαλλακτικό την προηγούμενη ημέρα. Ακολούθως ο Ενάγων έφυγε από το Κτηματολόγιο ενώ η ίδια παρέμεινε μέχρι να τελειώσει η διαδικασία εκτίμησης της αξίας του κτήματος. Υπέγραψε και η ίδια επί του Τεκμηρίου 19 για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Μετά από λίγες μέρες ο Ενάγων επισκέφθηκε το γραφείο του Εναγόμενου 1 και στην παρουσία της συμφώνησαν όπως ο Ενάγων λάβει από τον Εναγόμενο 1 το συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.000 και για τα δυο κτήματα του και αφού ο Ενάγων πληρώθηκε, υπέγραψε σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 25). Η σαφής επιθυμία του Ενάγοντα ήταν να χρησιμοποιηθεί το πληρεξούσιο ημερομηνίας 08.12.2005 ώστε να μπορέσει να πωληθεί το δεύτερο του κτήμα εφόσον είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1 να λάβει το ποσό των Λ.Κ.30.000 και για τα δυο κτήματα και ο Εναγόμενος 1 να πωλήσει το δεύτερο κτήμα όταν έβρισκε αγοραστή και για όποιο ποσό έβρισκε αγοραστή. Κατά το Φεβρουάριο του 2006, ακολουθώντας οδηγίες του Εναγόμενου 1, φρόντισε για την εξασφάλιση φοροαπαλλακτικού για το δεύτερο κτήμα του Ενάγοντα και για την κατάθεση σχετικής δήλωσης μεταβίβασης. Κατά τη μεταβίβαση του δεύτερου κτήματος είχε προκύψει πρόβλημα διότι υπήρχαν δυο πωλητήρια έγγραφα κατατεθειμένα που εμπόδιζαν τη μεταβίβαση του και η μεταβίβαση δεν έγινε εκείνη την ημέρα. Ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ενήργησε ώστε ο αγοραστής δυνάμει των δυο πιο πάνω πωλητηρίων εγγράφων να τα αποσύρει και ακολούθησε η μεταβίβαση του κτήματος μετά από κάποιες μέρες. Η ίδια δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων για την πώληση των κτημάτων του Ενάγοντα και η υποχρέωση της ήταν να υπογράφει εκ μέρους του Ενάγοντα για να τον εξυπηρετήσει. Ενήργησε πάντοτε σύμφωνα με τις επιθυμίες του Ενάγοντα. Μετά την εξόφληση των δυο κτημάτων του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγων επισκέφθηκε αρκετές φορές το γραφείο του Εναγόμενου 1 για να αγοράσει αυτή τη φορά κτήματα. Ουδέποτε έθεσε θέμα για τα κτήματα για τα οποία πληρώθηκε από τον Εναγόμενο 1 και ουδέποτε της παραπονέθηκε ή της καταλόγισε οποιαδήποτε ευθύνη. Αντεξεταζόμενη η Εναγόμενη 2 ανέφερε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο υπέγραψε ο Ενάγων και τη διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (Τεκμήρια 2 και 24) δεν το σύνταξε η ίδια και μετέβηκε μαζί με τον Ενάγοντα σε πιστοποιών υπάλληλο για επιβεβαίωση της υπογραφής του. Το Τεκμήριο 8 το συμπλήρωσε η ίδια (μέρος των καθηκόντων της) ως οι οδηγίες του Εναγόμενου 1 και το υπέγραψε ο Ενάγοντας. Η ίδια συμπλήρωσε και τα Τεκμήρια 3Α και 19 για τον ίδιο λόγο. Η Εναγόμενη 2 απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι στα Τεκμήρια αυτά τέθηκε σφραγίδα ότι δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν εισέπραξε ως κτηματομεσίτης αφού δεν είχε ληφθεί προμήθεια. Αν είχε ληφθεί προμήθεια θα υπήρχε σχετική απόδειξη. Η ίδια δεν ήξερε αν είχε συμφωνηθεί η λήψη προμήθειας. Η ίδια θεωρεί ότι από τη στιγμή που δεν της είπε ο Εναγόμενος 1 οτιδήποτε για προμήθεια, ούτε της δόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη τότε δεν υπήρχε προμήθεια. Η ίδια δεν είχε οτιδήποτε υπόψη της αναφορικά με προμήθεια του Εναγόμενου
  45. Ξέρει μόνο ότι ο Ενάγων έλαβε για τα κτήματα του το ποσό των Λ.Κ.30.000 και είχε εξοφληθεί. Η ίδια δεν ασχολείται κατά την άσκηση των καθηκόντων της με προμήθειες. Η ίδια εκτελεί χρέη γραμματέα, επισκέπτεται τα γραφεία του Φόρου Εισοδήματος, του Κτηματολογίου και δεν ρωτά τον εργοδότη της πόση προμήθεια λαμβάνει από τον κάθε πελάτη. Συμπλήρωσε ότι η ίδια δεν είχε σχέση με τα λογιστικά του γραφείου, υπήρχαν λογιστές γι' αυτό, απλά τακτοποιούσε τις αποδείξεις, τα τιμολόγια κλπ. Το γραφείο που εργαζόταν δεν διέθετε εσωτερικό λογιστή. Υποδείχθηκαν στην Εναγόμενη 2 τα Τεκμήρια 4Α και 20 (δήλωση μεταβίβασης ακινήτου) και ανέφερε ότι είναι η ίδια που την συμπλήρωσε και παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο εκ μέρους του πωλητή με το πληρεξούσιο που είχε υπογράψει ο Ενάγων (Τεκμήρια 2 και 24). Η Εναγόμενη 2 παραδέχθηκε ότι γι' αυτή τη μεταβίβαση πώλησης είχε μεσολαβήσει ο Εναγόμενος
  46. Η Εναγόμενη 2 ρωτήθηκε τότε γιατί δηλώθηκε στη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου για το τεμάχιο 789 ότι δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης. Η Εναγόμενη 2 απάντησε ότι ήδη το δεύτερο κτήμα ήταν εξασφαλισμένο, το είχε υπό την κατοχή του ο Εναγόμενος 1 και της έδωσε οδηγίες να μεταβεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση λόγω του ότι είχε ήδη εξασφαλίσει τον πωλητή. Αφού λοιπόν ο πωλητής ήταν ήδη εξασφαλισμένος και είχε υπογραφεί σχετική απόδειξη (Τεκμήρια 16 και 25) δεν τίθετο θέμα προμήθειας. Η ίδια δεν γνώριζε αν ο Εναγόμενος 1 πήρε οποιαδήποτε μορφή προμήθειας σε σχέση με το τεμάχιο
  47. Η Εναγόμενη 2 ανέφερε στη συνέχεια ότι η ίδια δεν έλαβε οποιεσδήποτε οδηγίες από τον Ενάγοντα για να μη πωλήσει τα κτήματα σε ποσό κάτω των Λ.Κ.65.000, ενώ η ίδια ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα ότι εισπράχθηκε το ποσό των Λ.Κ.65.000 από την πώληση των κτημάτων. Όσον αφορά την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 15.12.2005 (Τεκμήρια 16 και 25), η Εναγόμενη 2 ανέφερε ότι ήταν άδεια προτού συμπληρωθεί και υπογραφεί. Ήταν σύνηθες φαινόμενο, συνέχισε, να έρθει στο γραφείο που εργαζόταν κάποιος πωλητής και να μην έχει τη δυνατότητα να εκδώσει απόδειξη προς το γραφείο τους και έτσι φωτοτυπείτο μια από τις αποδείξεις του γραφείου τους χωρίς αριθμό και αφού συμπληρωνόταν υπογραφόταν από τον πελάτη. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη απόδειξη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν είχε προβεί η ίδια στην φωτοτύπηση. Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Η Μ.Ε.3 ήταν σταθερή κατά τη μαρτυρία της ενώ η αξιοπιστία της δεν αμφισβητήθηκε. Δέχομαι τη μαρτυρία της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Η νομολογία καταδεικνύει ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με τη εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik

(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2013, 2023, Anastasiades v. Republic
(1997)2 C.L.R. 77, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5, και Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αφορούσε ουσιαστικά στην απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 15.12.2005 (Τεκμήρια 16 και 25). Όπως αναφέρει στην έκθεση του (Τεκμήριο 14) εξέτασε το εν λόγω έγγραφο στην πρωτότυπη του μορφή στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου την 26.07.
  1. Όπως ακόμα αναφέρει στην έκθεση του και στο φωτοτεχνικό πίνακα συγκρίσεων (Τεκμήριο 15) η απόδειξη είσπραξης είναι φωτοτυπία χωρίς αριθμό που προέρχεται από άλλη πρωτότυπη απόδειξη είσπραξης της LEMONARIS ESTATES REAL ESTATE AGENCY, ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Στην πιο πάνω απόδειξη (Τεκμήρια 16 και 25) αναφέρονται τα ακόλουθα: «LEMONARIS ESTATES ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ REAL ESTATE AGENCY ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 13, Gladstonos Rd, PAPHOS Γλάδστωνος 13 - Πάφος Tel. 236900, Fax.247136 Τηλ. 236900, Φαξ.247136 Ε- mail: lemonari@logos.cy.net RECEIPT VOUCHER ΝO ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ Received from ....Νικόλα Λεμονάρη.................. Ελήφθει από .......................................... Α/C..... Πώλησις 2 τεμ. εις Άρμου Πάφου................................. Λ/σμο The sum of ....Τριάντα Χιλιάδες λίρες............................................................. το ποσό .......................... C£ 30.000 = Being...Εξόφληση του πιο τεμαχίου.................. Για...789 ΦΣ 45/61 Αρ. εγγρ. 0/7165 & τεμ. .............. ...790 ΦΣ 45/61 Αρ. Εγγρ. 0/7166................. .................................. Date 15/12/05 Ημερ. Signature Υπογραφή» (Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της απόδειξης η χειρόγραφη γραφή απεικονίζεται με μαύρα γράμματα.) Η χειρόγραφη συμπλήρωση της απόδειξης που εξέτασε ήταν η αρχική, δηλαδή ήταν πρωτότυπη. Το ίδιο ισχύει και για την υπογραφή. Ο Μ.Ε.2 αναφέρει στο Τεκμήριο 14 τις ακόλουθες παρατηρήσεις και συμπεράσματα: «Από τη γραφολογική διερεύνηση που διενεργήθηκε διαπιστώθηκαν τα πιο κάτω: α. Η απόδειξη Είσπραξης ημερομηνίας 15.12.2005 αποτελεί τεκμήριο στο Ποινικό Φάκελο Αριθμό Σ.93/
  2. Αυτή δεν είναι πρωτότυπη (original), αλλά φωτοτυπία, χωρίς αριθμό, που προέρχεται από άλλη πρωτότυπη απόδειξη της εταιρείας ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ. β. Καλύφθηκε ο αριθμός της πρωτότυπης απόδειξης και ακολούθησαν διαδοχικές φωτοτυπήσεις, με σκοπό να εξαλειφθούν οποιαδήποτε ίχνη/σημεία που θα μπορούσαν να είναι αναγνωρίσιμα της πρωτότυπης πηγής. γ. Μετά τη διαδικασία των διαδοχικών φωτοτυπήσεων, τη σειρά των οποίων δεν μπορώ να καθορίσω, έγινε συμπλήρωση με αρχική γραφή και στη συνέχεια υπογράφτηκε από το Γεώργιο Αθανάση. δ. Στη θέση του αριθμού και της υπογραφής παρατηρούνται ορισμένα ίχνη που δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες ως προς την αυθεντικότητα της απόδειξης. ε. Από τη συμπλήρωση της αρχικής γραφής (original) στη φωτοτυπημένη απόδειξη, εντοπίστηκαν ορισμένα σημεία που δεν συνάδουν κατά τη γνώμη μου, με την συνοχή και ταυτόχρονη συμπλήρωση της απόδειξης όπως - Η θέση του αριθμού 2 σε ψηλότερο σημείο πάνω από την οριζόντια γραμμή σε σχέση με τις λέξεις «Πώλησις» και «Τεμ.» έγινε κατά τη γνώμη μου σε μεταγενέστερο στάδιο μετά τη συμπλήρωση της γραφής «Τριάντα χιλιάδες λίρες» που δεν ήταν αρχικά γραμμένη. Υποχρεωτικά λόγω της γραφής «Τριάντα» όπου το γράμμα «Τ» λόγω του ύψους και του μεγέθους του κατέλαβε και μέρος της προηγούμενης οριζόντιας γραμμής και έτσι αναγκαστικά η προσθήκη του αριθμού 2 έγινε σε ψηλότερο σημείο. - Η γραφή «Πώλησις» στην ίδια γραμμή με τον αριθμό 2, είναι περισσότερο συμπτυγμένη και με μικρότερα διαστήματα μεταξύ των γραμμάτων, που έγινε κατά τη γνώμη μου σε μεταγενέστερο στάδιο σε σχέση με την υπόλοιπη γραφή, λόγω στενότητα χώρου. - Η γραφή «Εξόφληση του πιο τεμαχίου» είναι γραμμένη με μεγαλύτερου μεγέθους γράμματα και συνάμα μεγαλύτερα διαστήματα μεταξύ των γραμμάτων. Κατά τη γνώμη μου η γραφή αυτή έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και πιθανό μετά την υπογραφή της απόδειξης, με σκοπό να καλυφθεί ολόκληρος ο χώρος της γραμμής που ήταν ήδη κενός, αφού η γραφή στην πιο κάτω γραμμή υπήρχε. - Στην απόδειξη αναφέρεται «Πώλησις 2 τεμαχίων». Παρακάτω αναφέρεται «Εξόφληση του πιο τεμαχίου» με γράμματα μεγαλύτερου μεγέθους. Παραλείπεται έτσι υποχρεωτικά η λέξη «πάνω» όπου η ερμηνεία θα ήταν ολοκληρωμένη, γιατί δεν υπολογίστηκε σωστά ο χώρος ότι θα ήταν ικανοποιητικός. Αν γραφόταν και η λέξη «πάνω» θα υπήρχε σύμπτυξη της γραφής αφού οι επόμενες γραμμές ήταν ήδη συμπληρωμένες. Κατά την άποψη μου η παράλειψη της λέξης «πάνω» ήταν υποχρεωτική, λόγω έλλειψης διαθέσιμου χώρου, γιατί ο σκοπός ήταν να καλυφθεί ο χώρος αυτός με την εκ των υστέρων συμπλήρωση της γραφής και σε αργότερο στάδιο, μετά την υπογραφή της απόδειξης. - Επίσης το γεγονός ότι η απόδειξη δεν φέρει αριθμό, είναι φωτοτυπία από άλλη απόδειξη της ίδιας εταιρείας, αφού καλύφθηκε ο αριθμός της απόδειξης, συμπληρώθηκε με πρωτότυπη γραφή, καθώς επίσης και τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω ως προς τη συνοχή και ταυτόχρονη έκδοση της απόδειξης, ενισχύουν την άποψη μου, ότι η εν λόγω απόδειξη δεν είναι αυθεντική, αλλά η συμπλήρωση της ολοκληρώθηκε μετά την υπογραφή της. Με βάση τα στοιχεία αυτά και από το γεγονός ότι στη θέση του αριθμού της απόδειξης και στη θέση της υπογραφής εντοπίζονται ορισμένα ύποπτα στοιχεία, είμαι της γνώμης ότι η εν λόγω απόδειξη δεν είναι πραγματική. ............................... (.) Η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με τις γνήσιες υπογραφές του Γεωργίου Αθανάση σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά και στη δομή σχηματισμού των υπογραφών και συνεπώς η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γνήσια υπογραφή του Γεωργίου Αθανάση». Σημειώνονται όμως τα ακόλουθα τα οποία προέκυψαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2: Όταν του υποβλήθηκε ότι η έκδοση της απόδειξης έγινε γιατί ο Ενάγων δεν μπορούσε να εκδώσει δική του απόδειξη είσπραξης δεν απέκλεισε ότι αυτό το ενδεχόμενο ήταν ο λόγος που εκδόθηκε η απόδειξη είσπραξης (Τεκμήρια 16 και 25). Όταν ρωτήθηκε πώς αξιολογεί το γεγονός όταν σε μια φωτοτυπία τίθεται πρωτότυπη γραφή και υπογραφή, χαρακτήρισε το έγγραφο ως γνήσιο. Περαιτέρω όταν του ζητήθηκε να καθορίσει το χρονικό διάστημα που θεωρεί για τη γραφή των λέξεων «πώληση 2» μετά τη συμπλήρωση των λέξεων «τριάντα χιλιάδες λίρες» όπως και η φράση «εξόφληση του πιο τεμαχίου», δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό το χρονικό διάστημα να ήταν και ένα δευτερόλεπτο. Μια απόδειξη που συμπληρώνεται και παρουσιάζει κάποιο κενό ή παράλειψη, όταν αυτό το κενό συμπληρωθεί σχεδόν αμέσως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει σκοπιμότητα ή δόλος αφού η απόδειξη ουσιαστικά συμπληρώνεται ταυτόχρονα. Επομένως το συμπέρασμα του ότι η απόδειξη είναι πλαστογραφημένη γιατί είναι φωτοτυπία που είχε συμπληρωθεί με αρχική γραφή και υπογραφή, δεν φέρει αριθμό και ότι έγιναν κάποιες συμπληρώσεις μεταγενέστερα δεν βασίζεται σε αδιάσειστα ή στέρεα στοιχεία με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτό. Δεν δέχομαι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του. Η γνησιότητα ή όχι της απόδειξης είσπραξης (Τεκμήρια 16 και 25) είναι ουσιώδους σημασίας όσον αφορά την πορεία της υπόθεσης. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Μ.Ε.2 μπορεί να δημιουργούν κάποιο θέμα για συζήτηση αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να ανατρέψουν το περιεχόμενο της. Χρειάζεται επιπρόσθετη μαρτυρία. Ο μάρτυρας που απομένει είναι ο Ενάγων ο οποίος όμως δεν μου έχει δώσει την εντύπωση ατόμου που ήταν σε θέση να αναφέρει τα γεγονότα ικανοποιητικά. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα, σύγχυση και έλλειψη σαφήνειας. Ο Ενάγων κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι είτε δεν υπέγραψε απόδειξη είσπραξης (εξόφλησης), είτε υπέγραψε την πιο πάνω απόδειξη χωρίς να το αντιληφθεί. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός και αν επιλεγεί δεν μπορεί να οδηγήσει σε λογικό συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόδειξη είναι πλαστογραφημένη αφού ο Ενάγων δεν έχει κάτι να πει για την απόδειξη αυτή στην οποία υπάρχει γνήσια υπογραφή του. Δηλαδή δεν υπάρχει κάτι στη μαρτυρία του Ενάγοντα που να παραπέμπει σε υπογραφή εγγράφου π.χ. κάτω από ύποπτες συνθήκες ή ότι ο Ενάγων ήταν με την εντύπωση ότι υπέγραφε κάποιο άλλο έγγραφο ή απόδειξη είσπραξης με διαφορετικό περιεχόμενο κ.λ.π. Δεν υπάρχει μαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα που να παραπέμπει στην απόδειξη (Τεκμήρια 16 και 25) ή στο περιεχόμενο της ή στον χρόνο υπογραφής της από τον ίδιο. Ο Ενάγων πιθανολόγησε ότι υπέγραψε την πιο πάνω απόδειξη κατά το χρόνο που υπέγραψε το πληρεξούσιο (08.12.2005). Η απόδειξη όμως φέρει ημερομηνία 15.12.
  3. Ο Μ.Ε.2 δεν αναφέρει στη γραπτή του έκθεση (Τεκμήριο 14) στις παρατηρήσεις του οτιδήποτε για την ημερομηνία της απόδειξης. Επομένως οι παρατηρήσεις του Μ.Ε.2 παραμένουν απλές παρατηρήσεις που δεν οδηγούν σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι η απόδειξη είσπραξης (Τεκμήρια 16 και 25) δεν είναι αυθεντική. Ο Ενάγων εμφανίστηκε συγχυσμένος κατά τη μαρτυρία του αφού σε κάποιες ερωτήσεις απαντούσε με κάποιο τρόπο, όμως στη συνέχεια τροποποιούσε τις απαντήσεις του ενώ σε άλλες ερωτήσεις απαντούσε ότι δεν θυμόταν, π.χ. για τα κτήματα στο χωριό Δωρά ο Ενάγων έδινε αντιφατικές απαντήσεις: Αρχικά αρνήθηκε ότι προσπάθησε ν' αγοράσει ακίνητη περιουσία στο χωριό αυτό, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όμως δέχθηκε ότι συμφώνησε να αγοράσει τέτοια περιουσία, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του στο Τεκμήριο 10 μεταφέρθηκε μέσω φωτοτυπίας στο έγγραφο αυτό, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι συμφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και ότι έλαβε την επιταγή των Λ.Κ.3.500 που φαίνεται σ' αυτό. Όσον αφορά τις επιταγές που φαίνονται στα Τεκμήρια 11 και 12 αρχικά είπε ότι τις παρέλαβε όμως χρήματα δεν πήρε, στη συνέχεια όμως επέμενε ότι δεν πήρε στα χέρια του τέτοιες επιταγές, ενώ στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Επίσης η εκδοχή του ότι εξουσιοδότησε τους Εναγόμενους να πωλήσουν το τεμάχιο 790 στην τιμή των Λ.Κ.25.000 διαψεύδεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 (Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας σε έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, όπου αναφέρεται ως τιμή πώλησης το ποσό των Λ.Κ.20.000, και φέρει την υπογραφή του). Το ίδιο ισχύει και για τη Δήλωση Μεταβίβασης Ιδιοκτησίας σε έγγραφο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, το οποίο φέρει την υπογραφή του και αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ.20.000 (Τεκμήρια 3Α και 19). Τα πιο πάνω αδυνατίζουν την εκδοχή του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να πλήττεται η αξιοπιστία του. Δεν δέχομαι την εκδοχή του. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου έχουν κρίνει και την τύχη της παρούσας αγωγής η οποία δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Προς συμπλήρωση της όλης εικόνας σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2 μου άφησε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση αφού παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Κάποιες μικροαντιφάσεις ή ασάφειες στη μαρτυρία της δεν διαφοροποιούν την εικόνα που σχημάτισα γι' αυτήν. Δέχομαι τη μαρτυρία της. Ο Εναγόμενος 1 δεν μπορώ να πω ότι ήταν άψογος κατά τη μαρτυρία του. Υπήρχαν κάποια σημεία στη μαρτυρία του που δημιουργούν κάποια ερωτήματα, π.χ. η αρχική του θέση ότι θα ήταν σε θέση να εντοπίσει κάποια έγγραφα (αποδείξεις, καταστάσεις λογαριασμών) τα οποία θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο, πράγμα που δεν έκανε, αναφέροντας ότι δεν είχε εντοπίσει άλλο έγγραφο πέραν αυτών που είχε ήδη παρουσιάσει. Αυτά όμως δεν είναι τέτοιας σημασίας ώστε να επηρεάζουν την πειστικότητα της εκδοχής του ενώ η μαρτυρία του σε γενικές γραμμές συνάδει με τα διάφορα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι το τεμάχιο 790 εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο Λ.Κ.30.000 κάτι που φαίνεται στα Τεκμήρια 3Α και
  4. Είναι όμως σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει στην εταιρεία D.S.P.M. Enterprises Ltd το εν λόγω τεμάχιο στην τιμή των Λ.Κ.21.000 (Τεκμήριο 7), δηλαδή ποσό πολύ πλησίον στην τιμή που τελικά αυτό πωλήθηκε (Λ.Κ.20.000). Τα πιο πάνω καταδεικνύουν μια τάση του Ενάγοντα να πωλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο σε μια τιμή Λ.Κ.20.000 - Λ.Κ.21.
  5. Όσον αφορά το τεμάχιο 789 αναφέρεται εκ μέρους του Κτηματολογίου στα Τεκμήρια 4Α και 20 στην 3η σελίδα ότι το δηλωθέν τίμημα πώλησης των Λ.Κ.26.000 θεωρείται ικανοποιητικό. Τα πιο πάνω ενισχύουν την εκδοχή του Εναγόμενου
  6. Δέχομαι επομένως τη μαρτυρία των Εναγομένων 1 και 2 ως επίσης το περιεχόμενο της απόδειξης είσπραξης (Τεκμήρια 16 και 25) προβαίνοντας σε ανάλογα ευρήματα. Συνεπεία των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και σε βάρος του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.