← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. JET PUPLSE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 597/2011, 31/10/2014

ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. JET PUPLSE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 597/2011, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 597/2011 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων - και - JET PUPLSE LIMITED Εναγόμενων -------------------- Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Για να ακούσει απόφαση κα Ελ. Μιχαήλ) Για τους Εναγόμενους: κ. Χ. Φωτίου -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα, η Αρχή Λιμένων Κύπρου, με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €1,579.11 ως τέλη κα/ή δικαιώματα για λιμενικές διευκολύνσεις και υπηρεσίες που τους παρείχε κατόπιν αίτησης και/ή δια λογαριασμό τους και/ή κατ΄ εντολήν τους, για την περίοδο Απρίλιο του 2009 μέχρι και Αύγουστο του 2009 σε σχέση με σκάφη και πλοία που οι ενάγοντες διαχειρίζονταν και/ή ήλεγχαν και/ή ήταν ιδιοκτήτες και/ή ήταν πράκτορες και/ή αντιπρόσωποι τους. Η ενάγουσα, σε σχέση με το πιο πάνω ποσό, εξέδωσε τιμολόγια και/ή διοικητικές πράξεις, τα οποία απέστειλε στους εναγόμενους αλλά αυτοί παρέλειψαν να τα εξοφλήσουν μέχρι σήμερα παρά το ότι αναγνώρισαν την οφειλή τους. Η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι δικαιούται, ως αποτέλεσμα της μη εμπρόθεσμου από τους εναγόμενους πληρωμής και/ή ως αποζημιώσεις για εκπρόθεσμη πληρωμή, την πληρωμή του πιο πάνω ποσού μετά τόκου 8% ετησίως δυνάμει των Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμούς. Ισχυρίζονται επίσης ότι, οι ενάγοντες στερούνται υπεράσπισης στην αγωγή, αφού η επιβολή των πιο πάνω λιμενικών τελών και/ή δικαιωμάτων χρήσης ευκολιών υποδοχής συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η νομιμότητα των οποίων υπόκειται αποκλειστικά στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η οποία δεν προσβλήθηκε από τους εναγόμενους με προσφυγή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 146 του Συντάγματος. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους δεν προβάλλουν κανένα ισχυρισμό και προβαίνουν σε πλήρη και γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και ζητούν απόρριψη της απαίτησης με έξοδα εις βάρος τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, κατάθεσε ενόρκως εκ μέρους της ενάγουσας, ο Χρυσόστομος Χριστοδούλου (Μ.Ε.1), ο οποίος εργάζεται στην Αρχή Λιμένων, ενώ ο εναγόμενος, δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Ο πιο πάνω μάρτυρας, κατά την μαρτυρία του, κατάθεσε ως τεκμήρια τιμολόγια (Τεκμήριο 1 Α - Στ) και χρεωστικές σημειώσεις (Τεκμήρια 2 και 3). Σύμφωνα με τον Μ.Ε1, είναι λειτουργός της Αρχής Λιμένων στο λιμάνι της Πάφου και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι ο καταμερισμός των θέσεων ελλιμενισμού στο λιμανάκι και η είσπραξη και χρέωση των τελών για τα σκάφη που χρησιμοποιούν λιμάνι. Οι εναγόμενοι, είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του σκάφος με την ονομασία «Τονέιτορ» στην οποία παρέχοντο υπηρεσίες σχετικές με την χρήση του λιμανιού και χρεωνόταν με βάση τους σχετικούς με τα καταβλητέα δικαιώματα κανονισμούς για τις οποίες υπηρεσίες εκδόθηκαν και τα τιμολόγια, Τεκμήρια 1 Α μέχρι 1 Στ. Οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, έλαβαν γνώση των πιο πάνω τιμολογίων αφού ο ίδιος κάθε μήνα που τα έκδιδε τα παρέδιδε στον διευθυντή της Μάριο Φωτίου ενώ ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Ανέφερε επίσης, ότι τα τιμολόγια δεν έχουν ξοφληθεί μέχρι σήμερα και ότι δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε προσφυγή αναφορικά με τις χρεώσεις των τιμολογίων. Για την είσπραξη τους, η ενάγουσα έκδωσε επίσης, 2 χρεωστικές σημειώσεις (Τεκμήρια 2 και 3), οι οποίες παραδόθηκαν στον διευθυντή της εναγόμενης τις οποίες και υπέγραψε. Ο Μ.Ε.1, στην αντεξέταση του, ερωτήθηκε αναφορικά με το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας JET PUPLSE LIMITED, το διοικητικό της συμβούλιο, με τις χρεώσεις που αναφέρονται στα τιμολόγια και τις χρεωστικές σημειώσεις, επίσης ερωτήθηκε αν γνωρίζει και του υποβλήθηκε ότι το σκάφος στις 14.8.2009 βυθίστηκε και έκτοτε δεν ελλιμενίστηκε στο λιμάνι της Κ. Πάφου, πράγμα το οποίο γνωστοποιήθηκε στην Αρχή Λιμένων, απαντώντας ο μάρτυρας ότι δεν υπήρξε τέτοια γνωστοποίηση, η Αρχή Λιμένων δεν έλαβε τέτοια πληροφόρηση και ότι υπήρξε χρέωση που έγινε με βάση την λίστα των επιβατών στο σκάφος για την μεταφορά τους τον μήνα Αύγουστο Υποβλήθηκε επίσης στον Μ.Ε1, ότι τα τιμολόγια τα έκδωσε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, ότι ουδέποτε γνωστοποιηθήκαν στους εναγόμενους, τα οποία και αρνήθηκε, επιμένοντας σε σχέση με τα τιμολόγια και τις χρεωστικές σημειώσεις ότι τα παρέδωσε στον Διευθυντή της. Το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Επίσης το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και λαμβάνει υπόψη του τα όσα εισηγούνται οι συνήγοροι των διαδίκων. Οι συνήγοροι της ενάγουσας, εισηγούνται στην γραπτή τους αγόρευσης, με αναφορά και σε νομολογία επί του θέματος, ότι οι χρεώσεις που έχουν γίνει από την Αρχή Λιμένων και τα συγκεκριμένα τιμολόγια πρόκειται για εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ότι με βάση την μαρτυρία της ενάγουσας έχει ικανοποιηθεί ότι αυτές έχουν γνωστοποιηθεί στους εναγόμενους και για αυτό το δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει οτιδήποτε άλλο αφού ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις θα έπρεπε να προβληθούν μόνο στα πλαίσια προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος . Ο συνήγορος της εναγόμενης στην αγόρευση του , ανέφερε, χωρίς να αμφισβητήσει ότι η επιβολή των συγκεκριμένων τελών/δικαιωμάτων και η έκδοση των τιμολογίων πρόκειται για εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ότι αυτό το οποίο θα πρέπει το δικαστήριο να αποφασίσει είναι αν αυτές έχουν γνωστοποιηθεί στους εναγόμενους. Σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η απλή αναφορά του Μ.Ε.1 ότι τις επέδωσε στον διευθυντή των εναγόμενων χωρίς κανένα άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει την σχέση του Μάριου Φωτίου κατά τον χρόνο επίδοσης τους με την εταιρεία δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία για την απόδειξη της γνωστοποίησης. Ως διοικητική πράξη θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί ώστε να τεθεί σε ισχύ αλλά και να αρχίσει η προθεσμία προσβολής της πράγμα που δεν αποδείχτηκε και συνεπώς αυτό είναι μοιραίο για την υπόθεση των εναγόντων. Αναφορικά με το ζήτημα της γνωστοποίησης ο κ. Φωτίου παρέπεμψε σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Επίσης σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, εφόσον ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της ενάγουσας, η ενάγουσα θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία που αν αποδεικνύει ότι για την έκδοση των συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων το συμβούλιο τον εξουσιοδότησε. Για τους δύο πιο πάνω λόγους, εισηγείται ο συνήγορος των εναγομένων, ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτησης της και η αγωγή εναντίον των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον Μ.Ε.1, παρακολούθησα τον τρόπο που έδιδε μαρτυρία, τις απαντήσεις του, την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τον μάρτυρα, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και οι αντιδράσεις του κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο Μ.Ε1 μου έκανε καλή εντύπωση, με όλη την παρουσία και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, με αμεσότητα, πειστικότητα, αυθορμητισμό. Κρίνω λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του κ. Φωτίου, ότι δηλαδή ο Μ.Ε1 ενήργησε χωρίς εξουσιοδότηση, παραθέτω τα ακόλουθα αρχικά σε σχέση με την φύση των συγκεκριμένων πράξεων (η οποία όμως δεν αμφισβητείται) και στην συνέχεια σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Στην υπόθεση SHOHAM (CYPRUS) LTD και Αρχής Λιμένων Κύπρου Πολιτική Έφεση 10390 ημερ. 22.3.2000, η Αρχή Λιμένων κατόπιν αίτησης ή εντολής για λογαριασμό των εφεσειόντων προσέφεραν λιμενικές διευκολύνσεις και υπηρεσίες σε σχέση με ένα εμπορευματοκιβώτιο και συγκεκριμένα των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων για τη διατήρηση του περιεχομένου του. Οι εφεσίβλητοι επέβαλαν στους εφεσείοντες δικαιώματα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε σχέση με το πιο πάνω εμπορευματοκιβώτιο, της τάξης των Λ.Κ.4,400.- και εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια. Πρόσθετα επέβαλαν Λ.Κ.22,50 ως δικαιώματα για εισαχθέντα αγαθά εντός του λιμανιού Λεμεσού πλέον Λ.Κ.268,28 σεντ ως αποθηκευτικά δικαιώματα. Στην αγωγή που ήγειραν οι εφεσίβλητοι εναντίον των εφεσειόντων για την ανάκτηση των πιο πάνω ποσών, οι εφεσείοντες αρνήθηκαν ότι έχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του εφεσίβλητων για τα αξιούμενα ποσά. Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι πρόβαλαν, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι εφεσείοντες δεν μπορούν να έχουν υπεράσπιση διότι η έκδοση των τιμολογίων που αποτελεί και τη βάση της αγωγής αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146.1 του Συντάγματος με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Τέτοια προσφυγή δεν είχε ασκηθεί από τους εφεσείοντες. Επομένως οι τελευταίοι εμποδίζονται από το να εγείρουν οποιαδήποτε υπεράσπιση διότι το επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει οποιαδήποτε υπεράσπιση προβάλουν. Οι εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν ότι η Αρχή Λιμένων είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, η οποία βάσει νομοθετικής διάταξης δύναται να εκδίδει καθορισμένες διοικητικές πράξεις. Όμως ήταν η εισήγηση τους ότι η διαφορά των διαδίκων αφορούσε χρηματική διαφορά που εμπίπτει στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστήριο και το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί στη διαφοράς ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο άρθρο 4

(2)του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου του 1973 (Ν 38/73 όπως τροποποιήθηκε) που καθορίζει τους σκοπούς σύστασης της Αρχής, στο άρθρο 10
(1)του πιο πάνω Νόμου που καθορίζει τα καθήκοντα της, στον Κανονισμό
(4)των περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (καταβλητέα Δικαιώματα) (Τροποιητικών) Κανονισμών του 1987 (Κ.Δ.Π. 198/87) και στο μέρος ΙΧ των περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (καταβλητέα Δικαιώματα) (Τροποιητικών) Κανονισμών του 1981 (Κ.Δ.Π. 284/81) έκαμε αποδεκτή την θέση των εφεσειόντων, κρίνοντας ότι η επιβολή των πιο πάνω δικαιωμάτων εμπεριέχεται στις εξουσίες των εναγόντων και σχετίζεται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που έχουν ανατεθεί στην Αρχή, έκρινε πως συνιστά πράξη εξουσίας, πράξη δηλαδή που εκπηγάζει από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής η οποία εξεδόθη εκτός του πλαισίου των συμβατικών σχέσεων της με τους εναγόμενους. Έκρινε επίσης ότι πράξεις αυτής της κατηγορίας επενεργούν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η κατάταξη της πιο πάνω διοικητική πράξης σε πράξη εξουσίας συναρτήθηκε με τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκε η απόφαση σε σχέση με την επίτευξη των σκοπών της Αρχής. Είναι φανερό, λέχθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του, ότι η είσπραξη δικαιωμάτων για την χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων, διευκολύνσεων ή υπηρεσιών από την Αρχή είναι απαραίτητη για την επίτευξη των σκοπών της όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο και εφόσον πρόκειται για πράξη εκτελεστή υπόκειται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος αποκλειστική αρμοδιότητα για την έλεγχο της εγκυρότητας της και εφόσον δεν προσβλήθηκε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο μέσα στην προθεσμία των 75 ημερών, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση. Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε κατ΄ έφεση και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εδράζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο το Όργανο να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Βλ. The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, 170, 171 και Vakana v. Repuplic, 3 R.S.C.C. 91). Στην υπόθεση Tamasos Tobaco Supplies and Co v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407 αποφασίστηκε ότι το πεδίο του δημοσίου δικαίου διακρίνεται από το ιδιωτικό ανάλογα με το σκοπό τον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει να προάξει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία και αποφάσεις. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ΓΡΑΨΕ, λέχθηκε ότι γνώμονας για την ταξινόμηση μιας πράξης ή απόφασης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι ο σκοπός για τον οποίο έγινε η πράξη ή λήφθηκε η απόφαση σε συνάρτηση με τις εξουσίες του νομικού προσώπου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών του νομικού προσώπου αυτή επενεργεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωση του. Το κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ των πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη σκοπός. Πράξη ή απόφαση μπορεί να εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του και εν τούτοις να εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, για τον αποκλειστικό λόγο ότι κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη ή την απόφαση αυτή δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο καθορισμός των αστικών δικαιωμάτων που πολίτη (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Υπόθεση 439/90 ημερ. 3.9.1992, The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Poyadjis v. The Republic
(1975)3 C.L.R. 378 και Charalambides v. The Republic
(1982)3 C.L.R 403). Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (Hellenic Bank Limited ν. The Republic 3 C.L.R. 481, Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προβαίνοντας εκ νέου στην επισήμανση ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση από τους εναγόμενους ότι οι συγκεκριμένες πράξεις πρόκειται εκτελεστές διοικητικές πράξεις, δεν χωρεί αμφιβολία, με βάση και τα γεγονότα της υπόθεσης ότι τα επίδικα τιμολόγια που έκδωσε η Αρχή Λιμένων πρόκειται για εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Όπως εξηγείται στην απόφαση της Ολομέλειας Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ω. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)2 Α.Α.Δ. 453, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο (βλ και Takis P. Marlides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΑΔ 1424). Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Το τεκμήριο της νομιμότητας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή με διοικητική πράξη ή ανάκληση ή κατάργηση της ή γενικά την παύση της ισχύος της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν έχει νομική πλημμέλεια. Τούτο ισχύει και αν ακόμα παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και έχει ελάττωμα, το οποίο σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο μέσο μπορεί να επιφέρει την ακύρωση η τροποποίηση της. Συνεπακόλουθα τα όσα επικαλείται ο συνήγορος των εναγομένων, σε σχέση με την έκδοση των συγκεκριμένων πράξεων, ότι δηλαδή ο Μ.Ε.1 ενήργησε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας ή χωρίς εξουσιοδότηση θα μπορούσαν να εγερθούν και να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος και συνεπώς ο Δικαστήριο τούτο στερείται δικαιοδοσίας. Προβάλλοντας το πιο πάνω επιχείρημα ο συνήγορος της εναγόμενης εταιρείας, επιχειρεί ουσιαστικά την ένδικη αμφισβήτηση και ανατροπή των διοικητικών πράξεων, μέσω αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι λάθος. Σύμφωνα με την νομολογία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που ο συνήγορος των εναγομένων επικαλέστηκε, εκτελεστή διοικητική πράξη θα πρέπει να γνωστοποιηθεί στον διοικούμενο ώστε να τεθεί σε ισχύ, υπό την έννοια ότι από την γνωστοποίηση της αρχίσει να παράγει τα έννομα αποτελέσματα της και ταυτόχρονα αρχίσει και προθεσμία των 75 ημερών για την προσβολή της Η νομολογία επίσης αποκαλύπτει ότι γνωστοποίηση διοικητικής πράξης στο νομικό αντιπρόσωπο ή άλλο εκπρόσωπο του διοικούμενο ενεργώντας εκ μέρους του αποτελεί και κοινοποίηση στον ίδιο προς το σκοπό της έναρξης των 75 ημερών ( Papasavva v. Republic
(1979)3 C.L.R. 652 και Asfaneh Aboutalebi v. Γενικού Εισαγγελέα και/ή μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ECLI:CY:AD:2014:D258, υπόθ. Αρ. 248/2012, ημερ. 14.4.2014). Όπου η διοικητική πράξη δεν δημοσιεύεται, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από το χρονικό σημείο που ο διοικούμενος έλαβε πλήρως γνώση, που θεωρείται αυτή που επιτρέπει στον διοικούμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή ηθική ζημίας του, (Τσάστου: «Η Αίτηση Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», σελ 74 και Φιλίππου ν. Α.Η.Κ.
(2006)3 ΑΑΔ 729). Ο Μ.Ε. 1 σε σχέση με τα Τεκμήρια 1 Α μέχρι και 1 Στ που είναι τα τιμολόγια που έκδωσε η Αρχή Λιμένων αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρείχε στους εναγόμενους, ερωτηθείς εάν οι εναγόμενοι έλαβε γνώση αυτών απάντησε ότι ο ίδιος τα παρέδιδε κάθε μήνα στον διευθυντή των εναγομένων Μάριο Φωτίου, ιδιοχείρως ενώ στις χρεωστικές σημειώσεις κατά την παραλαβή τους έθεσε και την υπογραφή του, ο Μάριος Φωτίου. Ο Μ.Ε1 κατά την αντεξέταση του επανάλαβε τα πιο πάνω σε σχέση με την παράδοση των τιμολογίων και των χρεωστικών σημειώσεων ενώ σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε έστω και με υποβολή ότι ο Μάριος Φωτίου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ο διευθυντής των εναγομένων. Συνεπώς με βάση την μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έκρινα αξιόπιστη, αποδέχομαι και αποτελεί εύρημα μου, ότι τόσο τα τιμολόγια όσο και οι χρεωστικές σημειώσεις που είναι πράξεις της διοίκησης, της Αρχής Λιμένων, περιήλθαν εις γνώση των εναγομένων εφόσον αυτές παραδίδονταν με τον τρόπο που εξήγησε ο Μ.Ε.1 στον Μάριο Φωτίου είναι ο διευθυντής της εταιρείας και ο οποίος ως διευθυντής της είναι και ο αντιπρόσωπος της. Συνεπώς με βάσης της ημερομηνίας που φέρουν τα τιμολόγια (30.6.2009, 30.4.2009, 31.7.2009, 31.5.2009, 30.4.2009 και 31.8.2009) και οι χρεωστικές σημειώσεις (23.6.2010 30.4.2010) και εφόσον αυτά παραδίδονταν από τον Μ.Ε.1 στον διευθυντή των εναγομένων κάθε μήνα που αυτά εκδίδονταν καταλήγω ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αυτών και συνεπώς κατά το χρονικό σημείο καταχώρησης της παρούσας αγωγής που έγινε στις 28.2.2011, η προθεσμία των 75 ημερών για την προσβολή τους με το κατάλληλο ένδικο μέσο είχε ήδη παρήλθε. Υπό τις περιστάσεις και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, εκδίδω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €1579.11 με τόκο ως παρά 6 της Ε/Α, πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.