← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Martin Dean Bissenden κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1566/11, 29/10/2014

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Martin Dean Bissenden κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1566/11, 29/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A206 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1566/11 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Και

  1. Martin Dean Bissenden
  2. Ανδρέα Γεωργίου Αίτηση Τροποποίησης και Συνένωσης Διαδίκου Ημερομηνίας 19/2/2014 Ημερομηνία :- Τετάρτη 29η Οκτωβρίου 2014 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Νάταλη Νικόλα για Λουκά Μαυρίκιο Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νάταλη Νικόλα Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Εύα Δημοσθένους για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Εύα Δημοσθένους Απόφαση
  3. Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διαταγμάτων τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με τη προσθήκη της εταιρείας Laprinom Enterprises Ltd ως εναγόμενη 3 και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνει τη Δ.9 θ. 4, 6, 7, 10 και Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας.
  4. Οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 12 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  5. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.
  6. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης κρίνω ότι το είδος των θεραπειών τις οποίες η ενάγουσα ζητά να προσθέσει με την αίτηση της ως αποτέλεσμα τόσο της αιτούμενης τροποποίησης όσο και προσθήκης διαδίκου δεν αποτελούν σχετικό παράγοντα σε σχέση με την εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας. Το κατά πόσο η οποιαδήποτε θεραπεία η οποία ζητείται να προστεθεί είναι «.παράνομη και/ή αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον και/ή παραβιάζει τις αρχές του Κοινοδικαίου και/ή του Δικαίου της Επιείκειας (Self-Dealing)» αποτελεί θέμα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί ως μέρος των επίδικων θεμάτων εάν και εφόσον αυτό συμπεριληφθεί σε αυτά μετά και από την έγκριση της αίτησης σε περίπτωση όπου αυτή γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Ούτε και είναι εξόφθαλμα καταφανές ότι τα όσα αναφέρονται στον πρώτο λόγο ένστασης όντως ευσταθούν από νομικής άποψης. Έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια να κριθεί ότι όντως αυτή η θέση, αναφορικά με την αιτούμενη προσθήκη στις θεραπείες, ισχύει δίχως πρώτα να εκδικαστεί και η ουσία της αγωγής, υπό τη νέα της μορφή βεβαίως.
  7. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης δεν διαπιστώνω η αίτηση της ενάγουσας να είναι με οποιοδήποτε τρόπο «.παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου». Στο βαθμό στον οποίο η θέση αυτή έχει υποστηριχθεί από την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης δεν έχω πεισθεί πως η αίτηση είναι όντως παράτυπη διότι, όπως προτείνεται, «.ζητείται απευθείας η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης διαδίκου στο κλητήριο ένταλμα χωρίς πρώτα να ζητηθεί διάταγμα που να επιτρέπει να προστεθεί ο νέος διάδικος στην παρούσα διαδικασία».
  8. Δεν έχει υποδειχθεί προς το Δικαστήριο η οποιαδήποτε αυθεντία η οποία να υποστηρίζει αυτή τη θέση. Ούτε και έχει πεισθεί το Δικαστήριο ως προς την ορθότητα μίας θέσης η οποία να οδηγεί ουσιαστικά στη καταχώρηση δύο αιτήσεων σε τέτοιες περιπτώσεις. Η δε πρώτη απλά για να προστεθεί ο επιπρόσθετος διάδικος η δε δεύτερη έτσι ώστε να τροποποιείται το δικόγραφο του διαδίκου ο οποίος έχει αιτηθεί και έχει πετύχει τη προσθήκη νέου διαδίκου. Η συνύπαρξη αμφότερων των αιτημάτων της ενάγουσας εντός μίας αίτησης όχι μόνο ανεπίτρεπτη δεν κρίνεται αλλά αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο και ως μία πρακτική μέθοδος εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και περιορισμού εξόδων ενώ παράλληλα κρίνεται ως μία θεμιτή αλλά και λογικότατη εφαρμογή των δικονομικών δυνατοτήτων οι οποίες παρέχονται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  9. Καμία δε λογική εξήγηση δεν έχει προσφερθεί υπό μορφή επιχειρηματολογίας ως προς το γιατί θα πρέπει να ακολουθείται μία πρακτική καταχώρησης δύο ξεχωριστών αιτήσεων με την ανάλογη πρόκληση καθυστέρησης και αχρείαστων εξόδων αλλά κυρίως δίχως να παρέχεται οποιοδήποτε ωφέλημα από την εφαρμογή τέτοιας πρακτικής προς τους διάδικους. Ή να παρέχεται η δυνατότητα η προτεινόμενη διαδικασία να κριθεί με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο ως μία διαδικασία η οποία όντως εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης διασφαλίζοντας τα δικαιώματα του προτεινόμενου διαδίκου. Ενώ παράλληλα δεν διαπιστώνεται πως θα πρέπει να ειδοποιείται το άτομο του οποίου ζητείται η προσθήκη ως διαδίκου έτσι ώστε να τοποθετηθεί σχετικά.
  10. Άλλωστε όταν καταχωρείται μία αγωγή δεν ζητείται πρώτα είτε η άδεια είτε η θέση ενός εναγόμενου ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να είχε εναχθεί ή όχι ή να συνενωθεί ως συνεναγόμενος με άλλα άτομα. Ούτε και εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου να είναι δυνατό να κριθεί ότι, από άποψης δικαιωμάτων, διαφέρει η θέση ενός ατόμου του οποίου ζητείται η προσθήκη ως διαδίκου με αυτή ενός προσώπου εναντίον του οποίου καταχωρείται αγωγή καθιστώντας τον με αυτό τον τρόπο διάδικο στην αγωγή είτε ως ο μοναδικός είτε ως ένας από τους αρχικούς εναγόμενους.
  11. Θεωρώ δηλαδή πως η περίπτωση προσθήκης διαδίκου είναι παρόμοια με αυτή της καταχώρησης αγωγής όπου με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζεται η έγερση μίας αξίωσης εναντίον του οποιουδήποτε ατόμου. Όπως και ένας εναγόμενος έχει την ευχέρεια και δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του μετά από τη καταχώρηση αγωγής εναντίον του έτσι και ένας διάδικος ο οποίος έχει προστεθεί μετά από τη καταχώρηση μίας αγωγής θα έχει την ίδια δυνατότητα και δικαίωμα προβολής των δικών του θέσεων. Ακόμη και ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να είχε διαταχθεί η συνένωση του ως διαδίκου. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο τον οποίο ένας εναγόμενος δύναται να προβάλει θέσεις εναντίον της αρχικής του επιλογής ή συνένωσης ως διαδίκου. Άλλωστε όπως προβλέπεται και από τη Δ.9 θ. 11 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας όταν προστίθεται ένας εναγόμενος τότε το κλητήριο ένταλμα τροποποιείται αναλόγως και ο ενάγων, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, θα καταχωρήσει αντίγραφο του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος το οποίο στη συνέχεια θα επιδώσει στον νέο εναγόμενο με τον ίδιο τρόπο όπως επιτυγχάνεται η επίδοση προς τους αρχικούς εναγόμενους και ακολούθως η διαδικασία θα συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο ωσάν ο νέος εναγόμενος να είχε προστεθεί αρχικά ως εναγόμενος. Εννοώντας δηλαδή προφανώς να είχε προστεθεί ως εναγόμενος κατά τη καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος.
  12. Προβάλλεται επίσης ως θέση προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου ένστασης ότι θα έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί η αίτηση στην προτεινόμενη εναγόμενη για να έχει την ευκαιρία να ακουστεί πριν προστεθεί ως εναγόμενη. Σημειώνεται απλά το εξής. Όντως η αναφορά στη σελίδα 350 του Annual Practice του 1958 παραπέμπει σε επίδοση αίτησης δια κλήσεως. Όμως η εμβέλεια εφαρμογής αυτής της αναφοράς σαφώς περιορίζεται σε υφιστάμενους διαδίκους (parties to the action) και όχι σε άτομα των οποίων ζητείται η προσθήκη ως διαδίκων.
  13. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης θεωρώ πως εντός του πλαισίου αυτού του λόγου ένστασης εντάσσεται και ο τέταρτος λόγος ένστασης ως προς το ότι η «.διαδικασία προσθήκης νέας Εναγόμενης μέσω αίτησης για τροποποίηση είναι αντικανονική και παράτυπη.». Συνεπώς ξεχωριστή εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης κρίνεται αχρείαστη.
  14. Αναφορικά με τον πέμπτο και έκτο λόγο ένστασης θεωρώ πως μία απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης ως έχει και όπως ζητείται να τροποποιηθεί σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται σχετικά τόσο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης όσο και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας αναδεικνύει, πρώτο, το γεγονός ότι όντως είναι αναγκαίος διάδικος και δεύτερο πως η αιτούμενη προσθήκη της όντως στηρίζεται σε υπαρκτή βάση αγωγής.
  15. Αρκεί να υπενθυμίσω πως πέραν και από τα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ακόμη και εντός του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, όπως αυτό έχει σήμερα, υπάρχει αναφορά στην προτεινόμενη εναγόμενη. Συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο (α) της παραγράφου 5 προβάλλεται ισχυρισμός ως προς το ότι ο εναγόμενος 1 εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας ένα πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της εταιρείας Laprinom Enterprises Ltd., ως πωλητές και τον εναγόμενο 1 ως αγοραστή ενώ στην υποπαράγραφο (β) της ίδιας παραγράφου αναφέρεται επίσης ότι ο εναγόμενος 1 παρείχε τραπεζική εγγύηση με την οποία δέσμευε την προτεινόμενη εναγόμενη ότι θα εξασφαλίσει ανεξάρτητο τίτλο προς τον εναγόμενο
  16. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης ως προς το ότι δεν «.πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.» διατηρείται βεβαίως υπόψη πως η ενάγουσα δεν αιτείται μόνο τη προσθήκη διαδίκου αλλά και τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης.
  17. Επιπλέον αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η αιτούμενη τροποποίηση έχει άμεση σχέση με τη προσθήκη διαδίκου. Η άρρηκτη αυτή σύνδεση μεταξύ των δύο αιτημάτων καθιστά την αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας θέμα το οποίο δεν μπορεί παρά να εξεταστεί από κοινού από το Δικαστήριο. Δηλαδή δεν νοείται αποδοχή ή απόρριψη από το Δικαστήριο μόνο του αιτήματος προσθήκης διαδίκου και απόρριψης του αιτήματος τροποποίησης ή το αντίθετο. Είτε και τα δύο αιτήματα θα γίνουν δεκτά είτε δεν θα γίνουν δεκτά. Βεβαίως η αποδοχή ή μη της αίτησης υπόκειται σε εξέταση από το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται τόσο το αίτημα προσθήκης διαδίκου όσο και το αίτημα τροποποίησης.
  18. Διαπιστώνεται πως το ένα αίτημα ενισχύει το άλλο. Δεν νοείται δηλαδή να κριθεί ως λογικό και δίκαιο από το Δικαστήριο να συνενωθεί η συγκεκριμένη εταιρεία ως διάδικος και στη συνέχεια να μην επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Απλά δηλαδή να προστεθεί με μετέωρο τρόπο η συγκεκριμένη εταιρεία ως διάδικος δίχως να υπάρχει οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός εντός της έκθεσης απαίτησης.
  19. Εφόσον δηλαδή, όπως διαπιστώνεται, η αναγκαιότητα για τροποποίηση μόνο ως αποτέλεσμα της προσθήκης διαδίκου είναι δυνατό να προκύπτει. Ούτε και βεβαίως είναι δυνατό να κριθεί ως λογικό και δίκαιο να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με προσθήκη ισχυρισμών αλλά και θεραπειών αναφορικά με ένα πρόσωπο του οποίου η συνένωση ως διάδικος δεν έχει επιτραπεί.
  20. Βεβαίως ο τρίτος λόγος ένστασης είναι τόσο γενικός που πραγματικά δεν μπορεί να εξεταστεί σε απομόνωση από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Το ερώτημα κατά πόσο «.πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.» είναι δυνατό να απαντηθεί μόνο μετά από εξέταση όλων των λόγων ένστασης.
  21. Εισηγούνται οι εναγόμενοι με τον έβδομο λόγο ένστασης πως η αίτηση είναι αντικανονική καθότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει προσωπική γνώση ως προς το περιεχόμενο των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση του. Η θέση αυτή δεν προκύπτει με κανένα τρόπο από τα όσα ο ενόρκως δηλών Ανδρόνικος Σταυρινού ισχυρίζεται στη παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης του. Ότι δηλαδή είναι υπάλληλος της ενάγουσας και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποκλείει προσωπική γνώση των γεγονότων. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο ο οποιοσδήποτε υπάλληλος ενός τραπεζικού οργανισμού είναι δυνατό να γνωρίζει τα οποιαδήποτε γεγονότα σχετικά με ένα αίτημα της εργοδότριας του εταιρείας. Ενώ ακόμη και το ίδιο το θέμα της προσωπικής γνώσης χρήζει ερμηνείας. Τι ακριβώς εννοούν οι εναγόμενοι με την αναφορά τους στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης σε προσωπική γνώση; Ο ενόρκως δηλών δηλώνει πως έχει τη γνώση την οποία έχει ως υπάλληλος της ενάγουσας, ως επίσης ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της αγωγής.
  22. Εάν οι εναγόμενοι όντως αμφισβητούσαν τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, αναφορικά με τη γνώση του ως πρός τα γεγονότα της αγωγής, τότε γιατί δεν αιτήθηκαν την αντεξέταση του παρά μόνο αρκέστηκαν στην γενική και αόριστη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του Σταυρινού από τον ενόρκως δηλούντα εναγόμενο 2; Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης δεν μας αναφέρει από ποια πηγή αντλεί τη δική του γνώση ως προς την έλλειψη της προσωπικής γνώσης του Σταυρινού.
  23. Υπενθυμίζω απλά πως η ακρόαση μίας αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή
  24. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι επέλεξαν να περιοριστούν σε υποβολή γραπτής αγόρευσης με την οποία επίσης προβάλουν την ίδια αμφισβήτηση, όμως η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά μόνο επιχειρηματολογία η οποία είτε υποστηρίζεται είτε δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά υποστηρίζεται από μαρτυρία ο έβδομος λόγος ένστασης. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί πως ευσταθεί η θέση πως θα μπορούσε να κριθεί ως αντικανονική η αίτηση εξαιτίας της ένορκης δήλωσης η οποία τη συνοδεύει.
  25. Σύμφωνα με τον όγδοο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση πως υπήρχε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, δίχως επίσης η ενάγουσα να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για αυτή τη καθυστέρηση και δίχως να επεξηγείται επαρκώς πότε ακριβώς προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση.
  26. Βεβαίως παρά και το περιορισμό της αναφοράς εντός του λόγου ένστασης στο αίτημα τροποποίησης εντούτοις θεωρώ πως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το θέμα διατηρώντας υπόψη όχι μόνο το αίτημα για τροποποίηση αλλά και για συνένωση διαδίκου. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ισχυρίζεται πως μόλις πρόσφατα και «... κατόπιν προσεκτικότερης μελέτης της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς ετοιμασίας σχολίων για την σύνταξη της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ...» εντοπίστηκε η παράλειψη «... από αβλεψία ...» να είχε συμπεριληφθεί στην έκθεση απαίτησης το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3/7/2009 και οι όροι αυτού ως επίδικο θέμα μεταξύ των διαδίκων. Εξηγεί ακολούθως, με επαρκή λεπτομέρεια, την κατ΄ ισχυρισμό σημασία του συγκεκριμένου εγγράφου (στις παραγράφους 5, 6, 7, 8, 9 και 10) και την αναγκαιότητα (παράγραφος 11) όπως προστεθεί η προτεινόμενη εναγόμενη ως διάδικος και την κατ΄ επέκταση αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.
  27. Αναμφίβολα αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο το γεγονός πως η ενάγουσα είχε καταχωρήσει προηγουμένως παρόμοια αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρήθηκε στις 24/1/2013 και απορρίφθηκε στις 13/12/
  28. Εντούτοις με τη πρώτη πρόταση στην απορριπτική του απόφαση το Δικαστήριο εξηγεί πως δεν εξετάζει την ουσία της αίτησης. Ο λόγος ήταν η αμφιβολία η οποία είχε προκληθεί ως πρός την ύπαρξη καν της ίδιας της ενάγουσας ως διαδίκου έτσι ώστε η ίδια να ήταν σε θέση να αιτηθεί οτιδήποτε από το Δικαστήριο ενώ δικονομικά δεν είχε συνδεθεί, με την απαιτούμενη επάρκεια, η οποιαδήποτε αλλαγή του ονόματος της με οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο έτσι ώστε να παρεχόταν η ευχέρεια στο Δικαστήριο να είχε κρίνει ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να υφίσταται αλλά με άλλο όνομα.
  29. Παρά και την πιο πάνω διευκρίνιση, ως προς το ότι η προηγούμενη απόφαση δεν αποτελεί με οποιοδήποτε τρόπο δεδικασμένο σε σχέση με αυτή την απόφαση, οφείλω να τονίσω πως έχει όμως σημασία το γεγονός της ύπαρξης της προηγούμενης αίτησης υπό την έννοια της χρονικής πτυχής υποβολής αυτής της αίτησης. Καθότι όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 23 αυτής της απόφασης) ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών πως η αναγκαιότητα υποβολής αυτής της αίτησης προέκυψε κατά την ετοιμασία σχολίων για τη σύνταξη της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των εναγομένων.
  30. Συνεπώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων. Το δικόγραφο των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 3/4/
  31. Σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας προνοείται προθεσμία εντός επτά ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης εντός της οποίας όφειλε η ενάγουσα όπως καταχωρήσει το δικόγραφο της (Δ.21 θ. 14

(1)). Ακόμη και να θεωρηθεί πως η προθεσμία η οποία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις καταχώρησης υπεράσπισης σε ανταπαίτηση είναι δεκατέσσερεις ημέρες (Δ.21 θ. 15) σαφώς, μέχρι και την καταχώρηση της πρώτης αίτησης ημερομηνίας 24/1/2013, η οποιαδήποτε προθεσμία είχε εκπνεύσει προ πολλού, καθότι είχε διαρρεύσει χρονικό διάστημα σχεδόν δέκα μηνών δίχως να είχε καταχωρηθεί το δικόγραφο της ενάγουσας, ενώ αντί αυτού καταχωρήθηκε, στις 24/1/2013, αίτηση για τροποποίηση και συνένωση επιπρόσθετου διαδίκου.
  1. Βεβαίως, οφείλω να παρατηρήσω, κατά την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης από την ενάγουσα, πως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι παρά και το γεγονός ότι είχαν καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης εντούτοις παρά και τη παράλειψη της ενάγουσας να καταχωρήσει απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση τους, μέχρι και τη καταχώρηση από την ενάγουσα της αρχικής της αίτησης για τροποποίηση και συνένωση επιπρόσθετου διαδίκου δεν καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση τους. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη και τη δικονομική συμπεριφορά των εναγομένων, καθίσταται λιγότερο πειστική η βάση επί της οποίας στηρίζεται ο λόγος ένστασης αναφορικά με την ύπαρξη καθυστέρησης από την ενάγουσα σε σχέση με τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Καθότι βεβαίως οι ίδιοι ως διάδικοι, δικονομικά τουλάχιστον, δεν επέδειξαν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα οποιοδήποτε ενδιαφέρον αναφορικά με τη προώθηση εκδίκασης είτε της αγωγής είτε της ανταπαίτησης τους.
  2. Επιστρέφοντας σε εξέταση του θέματος της καθυστέρησης από την ενάγουσα ακόμη και να ληφθεί υπόψη το γεγονός της απόρριψης της πρώτης αίτησης η ενάγουσα δεν καταχώρησε την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση παρά μόνο δύο μήνες μετά από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης σε σχέση με την πρώτη αίτηση.
  3. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας αναμφίβολα υπήρχε καθυστέρηση στη καταχώρηση της πρώτης αίτησης η οποία κατ΄ επέκταση επηρεάζει και το γεγονός της καταχώρησης της δεύτερης αίτησης. Δηλαδή, δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στη πρώτη περίπτωση με το γεγονός ότι η δεύτερη αίτηση καταχωρήθηκε σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ ακόμη και αυτό το χρονικό διάστημα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καθυστέρηση εφόσον η μοναδική ενέργεια η οποία χρειαζόταν να γίνει από την ενάγουσα ήταν η καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης αναφορικά με το όνομα της. Ενέργεια στην οποία η ενάγουσα προέβηκε αυθημερόν με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης στις 13/12/
  4. Ούτε βεβαίως - και πάλι κατ΄ επέκταση χρονικά - δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση στη καταχώρηση της πρώτης αίτησης σε σχέση με τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Όπως και να ιδωθεί το σχετικό χρονικό πλαίσιο της αίτησης διαπιστώνεται πως όντως υπάρχει καθυστέρηση στη καταχώρηση της. Το ερώτημα το οποίο εγείρεται με τον όγδοο λόγο ένστασης είναι κατά πόσο αυτή είναι τόσο υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη έτσι ώστε εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης να μην παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο όπως εγκρίνει την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  5. Διευκρινίζω επίσης πως ουσιαστικά οι εναγόμενοι δεν αναφέρονται στη καθυστέρηση στη καταχώρηση μόνο σε σχέση με το χρονικό σημείο της καταχώρησης της δικής τους έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ως χρονικό σημείο αναφοράς οι εναγόμενοι παραπέμπουν το Δικαστήριο στην ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Δηλαδή την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 2/6/
  6. Θέση των εναγομένων είναι πως οι λόγοι βάσει των οποίων η ενάγουσα αιτείται τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ήταν γνωστοί στην ίδια από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Παραπέμπουν δε σχετικά με αυτή τη θέση στο γεγονός πως στην έκθεση απαίτησης υπάρχει αναφορά στο εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3/7/
  7. Όπως επίσης παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι εκ σφάλματος δεν έχει συμπεριληφθεί το συγκεκριμένο εκχωρητήριο έγγραφο (παράγραφος 10 της γραπτής αγόρευσης). Προφανώς εκ παραδρομής ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αναφέρεται στην ένορκη δήλωση η οποία είχε επισυναφθεί στην πρώτη αίτηση.
  8. Βεβαίως πανομοιότυπη διατύπωση με τη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης στην πρώτη αίτηση υπάρχει στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της αίτησης υπό εξέταση, με μοναδική διαφορά τη προσθήκη της φράσης «...ως επίδικο θέμα το οποίο θα επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων ευκολότερα» στην έβδομη γραμμή της παραγράφου. Παρά και τη λανθασμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση η οποία επισυνάπτεται στην πρώτη αίτηση δεν παύει το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου να προβάλλεται με παρόμοια ισχύ εάν αυτό συσχετιστεί με τη παράγραφο 5 στην ένορκη δήλωση αυτής της αίτησης.
  9. Όντως υπάρχει αναφορά του συγκεκριμένου εγγράφου στην έκθεση απαίτησης συνεπώς το θέμα αυτό δεν πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο η ενάγουσα δεν είχε υπόψη της κατά την καταχώρηση της αγωγής. Εντούτοις στο χρονικό σημείο καταχώρησης της αγωγής όπως προκύπτει και από τη τελευταία πρόταση της παραγράφου 5 η ενάγουσα αναφέρει πως επιφυλάσσει τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από τις εξασφαλίσεις οι οποίες αναφέρονται εντός της παραγράφου
  10. Μεταξύ των οποίων βεβαίως και το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3/7/2009 αλλά και τραπεζική εγγύηση ημερομηνίας 4/6/2009 από την προτεινόμενη συνεναγόμενη εταιρεία για εξασφάλιση ανεξάρτητου τίτλου προς τον εναγόμενο 1 μέχρι τις 14/5//2014 διαφορετικά αυτή θα πλήρωνε στην ενάγουσα το ποσό των €105.000,
  11. Διαπιστώνεται πως όντως ευσταθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ως προς το ότι η ενάγουσα προ της καταχώρησης της αγωγής είχε τη δυνατότητα να συμπεριλάβει τα όσα πλέον επιδιώκει να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση στο δικόγραφο της. Όπως επίσης ευσταθεί και η θέση ότι η καθυστέρηση αυτή δεν έχει δικαιολογηθεί από την ενάγουσα.
  12. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει πλέον είναι κατά πόσο εφόσον η ενάγουσα επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να είχε αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της τα όσα πλέον επιδιώκει να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση αν θα πρέπει για αυτό το λόγο να μην γίνει δεκτή η αίτηση της.
  13. Θεωρώ ότι η καθυστέρηση από μόνη της έστω και αδικαιολόγητη δεν αποτελεί λόγο βάσει του οποίου να μην γίνει δεκτό το αίτημα της ενάγουσας. Κατ΄αρχάς αυτή δεν κρίνεται υπέρμετρη ενώ επιπλέον διατηρώ υπόψη μου τόσο την έκταση αυτής της καθυστέρησης έχοντας ως χρονική αφετηρία την ίδια την ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής αλλά παράλληλα και το γεγονός πως δέν έχει αρχίσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται σε σχετική νομολογία και εν τέλει κρίνω ότι δεν θα πρέπει γι΄ αυτό το λόγο και μόνο να μην γίνει δεκτή η αίτηση της ενάγουσας.
  14. Η σύγχρονη τάση, όπως αυτή εξάγεται από σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. σχετικά Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ. ά.
(1991)1 Α. Α. Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon (S. A. L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α. Α. Δ. 44). Η δε σημασία του ερωτήματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. σχετικά Saba & Co (T.M.P.) v. T. M. P. Agents
(1994)1 Α. Α. Δ. 426).
  1. Πραγματικά θεωρώ πως η αίτηση της ενάγουσας χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της καλοπιστίας έχοντας ως απώτερο στόχο τη διόρθωση ουσιαστικά παράλειψης σχετικής αλλά και λεπτομερής αναφοράς ισχυρισμών και θεραπειών στην αξίωση εντός της έκθεσης απαίτησης κατά την καταχώρηση της αγωγής. Θεωρώ ότι το γεγονός ότι η παράλειψη αυτή έγινε αντιληπτή στο χρονικό σημείο στο οποίο έγινε κατά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Ούτε και κρίνεται πως η καθυστέρηση στο σύνολο της όπως αυτή έχει ήδη διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας. Διατηρώντας υπόψη κυρίως την αναγκαιότητα αλλά και χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης ως πρός τον καθορισμό όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ τόσο των υφιστάμενων διαδίκων όσο και της προτεινόμενης προς συνένωση διαδίκου. Δηλαδή, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί πως το συγκεκριμένο έγγραφο εκχώρησης ασφαλώς έχει σχέση όχι μόνο με τη προτεινόμενη διάδικο αλλά ευθέως και με τον εναγόμενο 1 και κατ΄ επέκταση, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο, ακόμη και με τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή αυτού του δανείου.
  2. Θεωρώ πως οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, δηλαδή ο ένατος έως και ο δωδέκατος λόγος ένστασης δεν χρήζουν οποιασδήποτε ιδιαίτερης ανάλυσης έτσι ώστε να αναδεικνύεται η έλλειψη βασιμότητας τους. Επιγραμματικά αναφέρω τα ακόλουθα.
  3. Σύμφωνα με τον ένατο λόγο ένστασης η ενάγουσα εισάγει νέα θέματα αγωγής και εγείρει νέους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται η ουσία και γραμμή της ήδη καταχωρημένης έκθεσης απαίτησης. Βεβαίως δεν θα μπορούσε παρά να αναμένεται πως η οποιαδήποτε τροποποίηση ενός δικογράφου θα επιφέρει κάποιες αλλαγές διαφορετικά ποιος θα ήταν και ο σκοπός επιδίωξης εξασφάλισης ενός διατάγματος τροποποίησης; Μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση επιδιώκεται και η προσθήκη ενός νέου διαδίκου. Επομένως αναμφίβολα ως αποτέλεσμα αποδοχής της αίτησης τροποποίησης και συνένωσης διαδίκου όντως θα προκληθεί η εισαγωγή νέων θεμάτων αγωγής όπως και η έγερση νέων ισχυρισμών. Κυρίως βεβαίως σε σχέση με την αναφορά η οποία όντως υπάρχει στην έκθεση απαίτησης, ακόμη και στην υφιστάμενη μορφή της, ως πρός την ύπαρξη της συμφωνίας εκχώρησης προς όφελος της ενάγουσας ενός πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ του εναγομένου 1 και της προτεινόμενης διαδίκου ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Πλέον όμως η επιφύλαξη της ενάγουσας των δικαιωμάτων της από αυτή τη συμφωνία εκχώρησης δεν θα ισχύει καθώς πλέον αυτό το οποίο επιδιώκει είναι όπως της επιτραπεί η προβολή ισχυρισμών σε συνάρτηση και με την αξίωση επιδίκασης θεραπειών οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πηγάζουν από αυτή τη συμφωνία. Όσο και να προκύπτει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό, στο στάδιο στο οποίο ζητείται, θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία προς τους εναγόμενους.
  4. Ούτε έχει αρχίσει η εκδίκαση της αγωγής αλλά ούτε βεβαίως και έχει καταχωρηθεί η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων. Επιδιώκεται από την ενάγουσα όπως θέσει ευθύς εξ αρχής μία πληρέστερη βάση επί της οποίας θα βασίζει την αξίωση της εναντίον όχι μόνο των υφιστάμενων εναγομένων αλλά και της προτεινόμενης συνεναγόμενης των ενώ πλέον θα της παρέχεται και η ευχέρεια σύμφωνα με αυτή τη τροποποίηση και συνένωση να τοποθετηθεί και σε σχέση τόσο με την υπεράσπιση αλλά και με την ανταπαίτηση των εναγομένων. Συνεπώς η οποιαδήποτε ούτω καλούμενη μεταβολή της ουσίας και γραμμής της έκθεσης απαίτησης δεν κρίνεται ως ανεπίτρεπτη είτε δικονομικά είτε ουσιαστικά ενώ πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτή η μεταβολή ανατρέπει την ήδη υπάρχουσα βάση της αγωγής. Απλά καθιστά αυτή τη βάση πληρέστερη διατηρώντας υπόψη πως η αναφορά στη συμφωνία εκχώρησης ήδη υπάρχει εντός της έκθεσης απαίτησης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας αναφορικά με αυτή.
  5. Σύμφωνα με τον δέκατο λόγο ένστασης οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και δεν θα πρέπει να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης της ενάγουσας καθότι με τις αιτούμενες προσθήκες και τροποποιήσεις η ενάγουσα εισάγει νέα επίδικα θέματα. Βεβαίως δεν θα αναμενόταν η οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης να μην αποτελούσε «προϊόν δεύτερης σκέψης» διαφορετικά δεν θα προέκυπτε καν η αναγκαιότητα υποβολής αιτήματος τροποποίησης από ένα διάδικο. Το ερώτημα το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να προκύψει σε σχέση με αυτό το θέμα είναι κατά πόσο το αίτημα τροποποίησης είναι καλόπιστο. Πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι απουσιάζει με οποιοδήποτε τρόπο το στοιχείο της καλής πίστης από το αίτημα της ενάγουσας.
  6. Θεωρώ δηλαδή πως η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται από την ενάγουσα με το αίτημα της για συνένωση διαδίκου και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης έχει ως θεμιτό στόχο τη συμπλήρωση της βάσης επί της οποίας στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της. Προσθέτοντας ουσιαστικά στα όσα ήδη αναφέρει εντός της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τη συμφωνία εκχώρησης και προβάλλοντας βάσει αυτής σχετικούς ισχυρισμούς και αξιώσεις.
  7. Η προσθήκη δηλαδή νέων επίδικων θεμάτων δεν έχει σχέση με την εισαγωγή μίας νέας βάσης αγωγής αλλά με τη συμπλήρωση ουσιαστικά μίας συγκεκριμένης πτυχής της όλης κατ΄ ισχυρισμό συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 και βεβαίως κατ΄ επέκταση και του εναγομένου 2 ο οποίος ενάγεται ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας δανείου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου
  8. Ούτε και είναι δυνατό πραγματικά να κριθεί, εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης, ότι υπάρχει οτιδήποτε αντινομικό σε σχέση με το αίτημα τροποποίησης. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί ο δέκατος λόγος ένστασης αυτός κρίνεται αβάσιμος.
  9. Αναφορικά με τον ενδέκατο λόγο ένστασης, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εντός αυτής της απόφασης στο σύνολο τους, δεν θα συμφωνήσω με τη θέση ότι δεν υπάρχουν ή δεν αποκαλύφθηκαν «...επαρκείς λόγοι και στοιχεία που να καταδεικνύουν την χρησιμότητα και να επιτρέπουν την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων». Επί της ίδιας βάσης δεν θα συμφωνήσω επίσης με τη θέση η οποία προβάλλεται στο δωδέκατο λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις ή ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο αυτή να επιτραπεί.
  10. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται και η αίτηση της ενάγουσας γίνεται δεκτή ως δικαιολογημένη με την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση παράγραφος
  11. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης επί τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος με προσθήκη της εταιρείας Laprinom Enterprises Ltd ως εναγόμενη 3 να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ενώ η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2 να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης των. Παράλληλα η ενάγουσα οφείλει να μεριμνήσει όπως το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα επιδοθεί το συντομότερο δυνατό προς την εναγόμενη
  12. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, ανεξάρτητα και από το αποτέλεσμα εκδίκασης της, διατηρώντας υπόψη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση έγκρισης αιτήματος τροποποίησης τα έξοδα ουσιαστικά αποτελούν μορφή αποζημίωσης προς τον καθ΄ ου η αίτηση, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.