← Κύπρος

Ανδρέας Κ. Μωυσέως ν. Αυγουστίνος Πογιατζέας κ.α., Αρ. Αγωγής 1768/2010, 23/10/2014

Ανδρέας Κ. Μωυσέως ν. Αυγουστίνος Πογιατζέας κ.α., Αρ. Αγωγής 1768/2010, 23/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1768/2010 Μεταξύ: Ανδρέας Κ. Μωυσέως Ενάγοντα Και Αυγουστίνος Πογιατζέας Αντώνης Σιαμπάνιας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.10.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τoν ενάγοντα: κ. Α. Ζύμπηλος για να ακούσει απόφαση κα Αναστάση Για τον εναγόμενο 1: κ. Σ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει εναντίον του εναγόμενου 1 το ποσό των €1935.84 και νόμιμο τόκο δυνάμει 2 τραπεζικών επιταγών, υπ' αρ. 088 - 01262417 ημερομηνίας 10/2/2007 για το ποσό των €854,30 (Λ.Κ.500) και υπ΄αρ. 088 - 01262418 ημερομηνίας 20/2/2007 για το ποσό των €1081,54 (Λ.Κ.633). . Σύμφωνα με την έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα, τις πιο πάνω επιταγές, ο εναγόμενος 1 εξέδωσε εις διαταγή και/ή προς όφελος του ενάγοντα και/ή τις εξέδωσε με κενό το όνομα του δικαιούχου τους και οι οποίες ευρίσκοντοι στην κατοχή του εναγόμενου 2, ο οποίος τις παρέδωσε τον ενάγοντα ως δικαιούχο και/ή ως κάτοχο για αξία και/ή τις οποίες εξέδωσε ο εναγόμενος 1 αλλά παρέλειψε και/ή ή δεν καταχώρησε και/ή δεν έγραψε το όνομα του δικαιούχου τους, οι οποίες ευρισκόταν στην κατοχή του εναγόμενου 2, ο οποίος τις παρέδωσε στον ενάγοντα ως δικαιούχο και/ή κάτοχο για αξία και ο ενάγοντας συμπλήρωσε το όνομα του σαν δικαιούχος και/ή ως κάτοχος για αξία και οι οποίες παρουσιάστηκαν δεόντως προς είσπραξη από τον ενάγοντα προσωπικά και/ή δια αντιπροσώπου του αλλά δεν τιμήθηκαν από υπαιτιότητα του εναγόμενου 1 και/ή επιστράφηκαν απλήρωτες και/ή με την ένδειξη «αποταθείτε στο έκδοτη - ακάλυπτη επιταγή». Διαζευκτικά ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, κατά την 10/2/2007 και κατά την 20/02/2007 και σε άλλες ημερομηνίες εντός του Φεβρουαρίου 2007 μετά από παράκληση και/ή εντολή και/ή δια λογαριασμό και/ή προς όφελος του εναγόμενου 2 και/ή δυνάμει προφορικής συμφωνίας μετά του εναγόμενου 2 πώλησε στον εναγόμενο 2 διάφορα εμπορεύματα και/ή αντικείμενα και/ή αγαθά, ήτοι διάφορα προϊόντα τα οποία εμπορεύεται ο ενάγοντας, συνολικής αξίας €1935,84.- Για το πιο πάνω ποσό της αξίας των αγαθών και/ή εμπορευμάτων που δόθηκαν από τον ενάγοντα στον εναγόμενο 2, δόθηκαν από τον εναγόμενο 2 στον ενάγοντα οι δύο ως άνω επιταγές, οι οποίες βρίσκονταν στην κατοχή του εναγόμενου 2, ο οποίος τις παρέδωσε στον ενάγοντα ως δικαιούχο των επιταγών και/ή ως κάτοχος για αξία και αφού ο ενάγοντας συμπλήρωσε το όνομα του σαν δικαιούχος και/ή ως κάτοχος για αξία τις παρουσίασε δεόντως προς είσπραξη, πλην όμως δεν εξαργυρώθηκαν και/ή δεν τιμήθηκαν και/ή επιστράφηκαν απλήρωτες από υπαιτιότητα του εναγόμενου

  1. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δυνάμει των ανωτέρω ενάγει τον εναγόμενο 1 δυνάμει επιταγών στον κομιστή και τον εναγόμενο 2 για την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων τα οποία δεν είχε πρόθεση να του παράσχει χαριστικώς και από τα οποία εναγόμενος 2 έχει προσκομίσει όφελος και/ή ως αποζημίωσες για παράβαση συμφωνίας. Ο εναγόμενος 2 δεν καταχώρησε εμφάνιση στην υπόθεση και ο ενάγων πέτυχε την έκδοση απόφασης εναντίον του στις 17.9.2010 για το ποσό της απαίτηση, ενώ ο εναγόμενος 1, καταχώρησε εμφάνιση δια δικηγόρου την 1/7/2010 και στην συνέχεια υπεράσπιση. Ο εναγόμενος 1 δια της έκθεσης υπεράσπισης του, αρνείται όλους του ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εξέδωσε, υπέγραψε ή παρέδωσε τις επιταγές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα και αγνοεί πως οι εν λόγω επιταγές βρέθηκαν υπογραμμένες στην κατοχή του ενάγοντα. Ο ενάγοντας με την απάντηση του στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου απορρίπτει την έκθεση υπεράσπισης και τους προβαλλόμενους σε αυτή ισχυρισμούς του εναγόμενου επαναλαμβάνει τα όσα στην έκθεση απαίτησης του προβάλλει, και ισχυρίζεται ότι, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου και όψιμοι και/ή φανταστικοί και/ή ύστερο εφεύρημα και/ή της φαντασίας του στην προσπάθεια του να αποφύγει και/ή να καθυστερήσει την πληρωμή της οφειλής του προς τον ενάγοντα. Η Μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία, έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο υπάλληλος, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο (Γιάννης Ηλία, Μ.Ε.2), του Πιστωτικού Ιδρύματος στο οποίο οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν και δεν τιμήθηκαν. Ο εναγόμενος δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Ως παραδεχτό γεγονός δηλώθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι η Ποινική υπόθεση με αρ. 5592/2010 που καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου 1 απορρίφθηκε στις 26.10.
  2. Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα πιο κάτω:
  3. Γραπτή Δήλωση του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 1)
  4. Φωτοαντίγραφα των δύο επιταγών (Τεκμήριο 2)
  5. Κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 3).
  6. Κάρτα δειγμάτων υπογραφής του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 4). Ο ενάγων, σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ασχολείτο με την εμπορία διαφόρων ποτών. Οι επίδικες επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από τον εναγόμενο 1 με κενό το όνομα του δικαιούχου, βρίσκονταν στην κατοχή του εναγόμενου 2 τις οποίες ο τελευταίος του τις παρέδωσε, χωρίς να συμπληρώσει το όνομα του δικαιούχου πράγμα το οποίο έπραξε ο ίδιος. Όταν δε, τις παρουσίασε την πληρώτρια τράπεζα αυτές δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και δεν έχουν μέχρι σήμερα εξοφληθεί. Οι επίδικες επιταγές δόθηκαν από τον εναγόμενο 2 στον ενάγοντα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, για την πληρωμή διαφόρων εμπορευμάτων που ο εναγόμενος 2 αγόρασε από τον ενάγοντα. Ο Μ.Ε.2, είναι υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου και προηγουμένως εργαζόταν στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κ. Πάφου και ασχολείτο με τους τρεχούμενους λογαριασμούς και την επεξεργασία των επιταγών της ημέρας. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, ο εναγόμενος 1 ήταν πελάτης της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κ. Πάφου και διατηρούσε τον λογαριασμό με αρ.
  7. Οι επίδικες επιταγές σύμφωνα με τον Μ.Ε2 δεν πληρώθηκαν καθότι δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια ώστε να πληρωθούν από την πληρώτρια τράπεζα. Ο Μ.Ε.2 κατάθεσε ως τεκμήρια τα τεκμήρια 3 και 4 που περιγράφονται πιο πάνω. Το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε ανάφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους, οι οποίοι ουσιαστικά περιορίστηκαν στο σχολιασμό της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε με την εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον ου εναγόμενου 1, αφού με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ο ενάγων έχει καταστεί με την παράδοση της επιταγής από τον εναγόμενο 2 σε αυτόν και την κατοχή της κατέστη κάτοχος για αξία, Ενώ από την άλλη πλευρά ο συνήγορος του εναγόμενου 1, εισηγήθηκε στην αγόρευση του ότι δεν έχει αποδειχτεί από τον ενάγοντα ότι οι επίδικές επιταγές είναι επιταγές εν τη έννοια του νόμου και τούτο γιατί κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να πει ποιος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον ενάγοντα (Μ.Ε.1) και τον Μ.Ε.2, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και οι αντιδράσεις τους κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους. Επίσης το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Ο ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση, με όλη την παρουσία και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, με αμεσότητα, πειστικότητα, αυθορμητισμό και μια έμφυτη απλότητα και ειλικρίνεια. Κρίνω λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε. 2 επίσης κατάθεσε για αυτά που ήταν σε θέση να γνωρίζει σε σχέση με τις επίδικες επιταγές όταν αυτές παρουσιάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα που εργαζόταν και δεν τιμήθηκαν καθώς και τον λόγο που αυτές δεν πληρώθηκαν. Οι επιταγές σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγόμενου 1, ο οποίος ήταν ο εκδότης τους σύμφωνα με τα δείγματα υπογραφής (Τεκμήριο 3) που είχε η τράπεζα και του οποίου ο λογαριασμός (Τεκμήριο 4) δεν είχε διαθέσιμο ποσό χρημάτων ώστε να μπορέσουν να πληρωθούν. Η μαρτυρία του ήταν ανεξάρτητη και δεν έχω κανένα λόγο ώστε να μην την αποδεχτώ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Με βάση την τοποθέτηση μου επί του αξιοπιστίας, βρίσκω ότι μπορώ να προβώ στα ακόλουθα ευρήματα. Ο ενάγων κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ασχολείτο με την εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, άλλων ποτών, αναψυκτικών, νερού και άλλη συναφών ειδών και αγαθών. Ο ενάγων κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2007 πώλησε και παράδωσε σε δύο περιπτώσεις κατά ή περί την 10.2.2007 και 20.2.2007 στον εναγόμενο 2 διάφορα ποτά και είδη από αυτά που εμπορευόταν συνολικής αξίας €1935,
  1. Ο εναγόμενος 2, για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, παρέδωσε στον ενάγοντα τις δύο επίδικες επιταγές . Και στις 2 επιταγές το σημείο που αναγράφεται ο δικαιούχος ήταν κενό και ο ενάγων συμπλήρωσε σε αυτές το όνομα του. Στην συνέχεια, οι δύο επιταγές παρουσιάστηκαν δεόντως προς είσπραξη, στην πληρώτρια τράπεζα, ήτοι στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου, αλλά δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Ο λόγος που οι τιμήθηκαν οι δύο επίδικες επιταγές και επιστράφηκαν από την πληρώτρια τράπεζα με την ένδειξη «αποταθείτε στο έκδοτη - ακάλυπτη επιταγή», ήταν γιατί ο λογαριασμός που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 στην πιο πάνω πιστωτική εταιρεία, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους. Όλα τα πιο πάνω κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του εναγόμενου
  2. Αυτό που αμφισβητείται και είναι η κύρια θέση του εναγόμενου 1 μέσα από την υπεράσπιση του είναι ότι δεν έθεσε την υπογραφή του στις επίδικες επιταγές και δεν γνωρίζει πως αυτές βρέθηκαν στην κατοχή του ενάγοντα. Ο συνήγορος του εισηγείται ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει την υπόθεση του εφόσον, ούτε ο ενάγων, ούτε ο Μ.Ε.2 ήταν σε θέση να βεβαιώσουν ότι ήταν ο εναγόμενος 1 που έθεσε την υπογραφή του στις επίδικες επιταγές ήταν δηλαδή ο εκδότης τους. Πράγματι, ούτε ο ενάγων, ούτε και ο Μ.Ε2 ήταν σε θέση να καταθέσουν και να βεβαιώσουν το πιο πάνω γεγονός και τούτο γιατί εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να το πράξουν. Τα δε δείγματα υπογραφής του εναγόμενου 1 που έχει καταθέσει ως τεκμήριο (Τεκμήριο 3) ο Μ.Ε2 τα οποία η πληρώτρια τράπεζα είχε στην κατοχή της δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που φέρουν οι δύο επίδικες επιταγές ανήκουν στον εναγόμενο και τούτο γιατί το δικαστήριο δεν μπορεί να καταστήσει τον αυτό του εμπειρογνώμονα. Επιβεβαίωσε όμως ο Μ.Ε2, ότι δεν υπήρχε κανένα άλλος λόγος που η πληρώτρια τράπεζα δεν πλήρωσε το ποσό της κάθε επιταγής πέραν της μη ύπαρξης διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εναγόμενου 1, πράγμα που θα έπραττε εάν υπήρχαν τέτοια κεφάλαια. Ο ορισμός της επιταγής δίδεται στο άρθρο 73 του Κεφ. 262 και έχει ως εξής: «
  3. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτός, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Αρχικά, όπως έχει διαπιστωθεί ο ενάγων είναι εκείνος που ανέγραψε το όνομά του στο χώρο του δικαιούχου (payee). Η εξουσία συμπλήρωσης ημιτελούς εγγράφου διασφαλίζεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  4. Σχετική είναι και η απόφαση Τσιακλίδης ν. Σιανού
(2008)1Α ΑΑΔ 296, 299, καθώς και οι παράγραφοι 330 και 349-351 στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση τόμος 4
(1). Στην υπό κρίση περίπτωση αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι όταν ο ενάγων παρέλαβε τις επίδικες επιταγές από τον εναγόμενο 2 για την πληρωμή των ποτών που του πώλησε και του παρέδωσε, άλλωστε αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνακόλουθα, υπό τις περιστάσεις ο ενάγων κατέστη κάτοχος για αξία (holder for value) και για αυτό είχε κάθε δικαίωμα να συμπληρώσει την επιταγή. Το άρθρο 30 του Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο κάτοχος της επιταγής κατέστη μέρος για αξία. Το άρθρο 21
(3)του Κεφ. 262 προβλέπει ότι, «Όταν συναλλαγματική δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή μέρους που υπόγραψε αυτήν ως εκδότης, αποδέκτης, ή οπισθογράφος, η παράδοση από αυτόν τεκμαίρεται έγκυρη και χωρίς όρους μέχρι όπου αποδειχθεί το αντίθετο.» Συνεπώς με βάση το άρθρο 21
(3)δημιουργείται τεκμήριο που αφορά την εγκυρότητα της επιταγής και ο εναγόμενος 1 προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν υπόγραψε τις επιταγές όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία και να ενισχύσει την θέση του αυτή. Σε ότι αφορά τις θέσεις του συνηγόρου του εναγόμενου 1 αναφορικά με την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου 1 και την κατάληξη αυτής ουδεμία επίπτωση και η επίδραση έχει στα πιο πάνω γεγονότα καθώς και στην αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου
  1. Ο Μ.Ε.1 ανάφερε στην μαρτυρία του ότι και από τον εναγόμενο 1 στο παρελθόν λάμβανε επιταγές αναφορικά με την προμήθεια και πώληση ποτών στο καμπαρέ που ήταν συνεργάτες οι εναγόμενοι 1 και 2 και ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα πέραν των δύο αυτών επιταγών που δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εναγόμενου
  2. Επίσης, ανάφερε ότι, και προηγουμένως ο εναγόμενος 2 του παρέδιδε επιταγές του εναγόμενου 1 και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα ως προς την πληρωμή τους πέραν αυτών των δύο. Τούτο που είχε στον ενάγων δημιουργηθεί και ήταν λογικό, είναι ότι η παράδοση επιταγών προς τον ίδιο για την πληρωμή των προϊόντων του που διέθετε στο εν λόγω κατάστημα που όπως φαίνεται διαχειρίζονταν οι εναγόμενοι 1 και 2 επρόκειτο για μια συνήθη διαδικασία στην διεξαγωγή των εργασιών που εν λόγω καταστήματος. Στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου ν. Γεωργίας Φουρνίδου, Ποινική Έφεση 129/2011 την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του εναγόμενου 1, η εκδοχή του εφεσείοντα και η εκδοχή της εφεσίβλητης απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο καθώς και η μαρτυρία τους ως αναξιόπιστη. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να δημιουργηθούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και περιήλθε στην κατοχή του παραπονούμενου. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 σε σχέση με το τεκμήριο που καθιερώνει, «Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχτεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχτεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση που άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχτεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες « «Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Στην πιο πάνω υπόθεση ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του εφεσείοντα και της εφεσίβλητης δημιουργήθηκαν αμφιβολίες αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα και ως προς το αντάλλαγμα. Στην υπό κρίση περίπτωση η μαρτυρία του ενάγοντα έγινε αποδεχτή τόσο αναφορικά με την αντιπαροχή και τις συνθήκες που οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του αλλά και την συνήθη πορεία των συναλλαγών του με τους εναγόμενους 1 και
  2. Συνεπώς, κανένα στοιχείο δεν υπάρχει ενώπιον μου που να ανατρέπει, τα τεκμήρια που ο Νόμος έχει θέσει. Συνεπώς , για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο ενάγων απέδειξε ότι όφειλε να αποδείξει και έτσι υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της του εναγόμενου 1 εκδίδω απόφαση για το ποσό των €1935,84 πλέον νόμιμο τόκο. Επιπλέον, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1 επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ως άνω απόφαση θα είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον εναγόμενο
  3. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.