ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Φίλιππου Χριστόδουλου Χατζηθεοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/2011, 15/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1862/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD) Εναγόντων και
(2)ξεχωριστά έγγραφα εγγυήσεως ημερ. 22/6/04 ..εγγυήθηκαν έκαστος μετά του χρεώστη, την πληρωμή του ποσού των £5.000..» Κατά τα λοιπά η συγκεκριμένη παράγραφος παραμένει αναλλοίωτη. Με την νέα παράγραφο 6 αντικαταστάθηκε απλώς η ημερομηνία κατά την οποία, όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων, ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 παρουσίαζε συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο, πλέον τόκους. Οι επόμενες τροποποιήσεις αφορούν στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα, με την νέα παράγραφο 11Β αντικαταστάθηκε η ημερομηνία έναρξης του τόκου, ενώ, το αίτημα για έκδοση απόφασης «Εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 και αρ. 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο αρ.1» αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο: «Εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 και αρ. 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά και εις ολόκληρον:» Οι διαφορές δεικνύονται και πάλιν με έμφαση. Η μεταβολή που επήλθε στην παράγραφο 11Γ με τη νέα δεικνύεται και πάλιν με έμφαση στο κείμενο που ακολουθεί: «Ποσό €8.543,01 δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως και/ή αναλήψεως υποχρέωσης πληρωμής, έκαστος δυνάμει αλληλέγγυης και/ή ξεχωριστής εγγύησης, έναντι του χρέους του εναγόμενου αρ. 1 ως αναφέρεται στην παρα. 11 Α ανωτέρω.» Το μέρος που εκτίθεται χωρίς έμφαση αποτελούσε την αρχική παράγραφο 11Γ. Τέλος, με τη νέα παράγραφο 11Δ αντικαταστάθηκε απλώς το ποσοστό και η ημερομηνία έναρξης του τόκου. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20.12.
- Στις 21.1.2014 καταχωρήθηκε υπεράσπιση εκ μέρους του εναγόμενου 1 στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ενώ, οι εναγόμενοι 2 και 3, στις 29.1.2014 καταχώρησαν τόσο υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης όσο και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Οι τελευταίοι, την επομένη, 30.1.2014 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1 και στις 10.2.2014 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «Α. Όπως το δικόγραφο «Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 & 3» ημερ. 29/01/14 διαγραφεί στο σύνολο του και/ή θεωρηθεί ως μη καταχωρηθέν, επειδή καταχωρήθηκε παράτυπα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την εκ των προτέρων λήψη άδειας τροποποίησης του από το Δικαστήριο. Β. Όπως το δικόγραφο «Έκθεση Υπεράσπισης εναγομένου 1 στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων» ημερ. 21/01/14, διαγραφεί στο σύνολο του και/ή θεωρηθεί ως μη καταχωρηθέν, επειδή καταχωρήθηκε παράτυπα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την εκ των προτέρων λήψη άδειας τροποποίησης του από το Δικαστήριο. Διαζευτικά: Γ. Όπως διαγράφουν οι παράγραφοι και/ή τα αποσπάσματα της «Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 & 3» ημερ. 29/01/2014 τα οποία προσθέτουν νέους ισχυρισμούς και/ή νέες θέσεις και/ή νέες υπερασπίσεις και ανταπαίτηση σε σχέση με την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης εναγομένων ημερ. 2/12/11 επειδή καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και οι ισχυρισμοί που περιέχει τροποποιούν την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων. Συγκεκριμένα να διαγραφούν οι παράγραφοι αρ. 7 (α έως στ), 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 16 του δικογράφου. Δ. Όπως διαγραφούν οι παραγράφοι και/ή τα αποσπάσματα της «Έκθεσης Υπεράσπισης εναγομένου 1 στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων» ημερ. 21/01/2014 τα οποία βρίσκονται σε σύγκρουση και/ή προσθέτουν νέους ισχυρισμούς και/ή νέες θέσεις και/ή νέες υπερασπίσεις σε σχέση με την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης εναγομένων ημερ. 2/12/11 επειδή καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και οι ισχυρισμοί που περιέχει τροποποιούν την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων. Συγκεκριμένα να διαγραφούν οι παραγράφοι 8 και 10 του δικογράφου. Ε. Οποιαδήποτε άλλη η περαιτέρω θεραπεία του Δικαστηρίου κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Στ. Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Φ.Π.Α. 10223315W).» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.23, Δ.25 Θ.Θ.2, 5 και 6, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.Θ.2, 3 και 4 και Δ.64 και τέλος, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο κοινό δίκαιο και στις αρχές της επιείκειας. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού. Οι τρεις εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 και 3 ημερ. 29/1/2014, καθώς και η έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου 1 ημερ. 21/1/2014 είναι σύμφωνη με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Β. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 και 3 ημερ. 29/1/2014 καθώς και η έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου 1 ημερ. 21/1/2014 είναι σύμφωνη με το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 11/12/
- Γ. Οι πρόνοιες της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 και 3 ημερ. 29/1/2014 καθώς και η έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου 1 ημερ. 21/1/2014 είναι συνεπακόλουθες και επιβεβλημένες δεδομένου του περιεχομένου και των ισχυρισμών τους από τις πρόνοιες της Έκθεσης Απαίτησης ως συνόλου όπως έχουν επηρεασθεί και διαμορφωθεί μετά την τροποποίηση. Δ. Η αίτηση των εναγόντων-αιτητών ημερ. 7/2/2014 είναι νομικά αβάσιμη ως μη εδραζομένη σε θεμελιώδεις θεσμούς της πολιτικής Δικονομίας. Ε. Η αίτηση των εναγόντων-αιτητών ημερ. 7/2/2014 προκαλεί σύγχυση και αμηχανία στους εναγόμενους 1, 2 και 3 και τείνει να περιπλέξει την διαδικασία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης αφού αυτή καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση του εναγομένου 1 και το κλείσιμο ή την συμπλήρωση των δικογράφων, κατά παράβαση των προνοιών των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας για τα δικόγραφα. Στ. Οι ενάγοντες-αιτητές έχουν απεμπολήσει το δικαίωμα τους για καταχώρηση της εν λόγω αίτησης, με την προηγούμενη καταχώρηση εκ μέρους τους Απάντησης στην Υπεράσπιση του εναγομένου 1 και το κλείσιμο τοιουτοτρόπως των δικογράφων. Ζ. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 με την υπεράσπιση τους δεν εγείρουν νέα θέματα ή θέματα που είναι σκανδαλώδη, άχρηστα ή ενοχλητικά, αλλά απαντούν ή υπερασπίζονται επί ουσιωδών επίδικων σχετικών θεμάτων. Η. Η υπεράσπιση των εναγομένων 1, 2 και 3 δεν αδικεί ούτε θέτει τους ενάγοντες σε δυσμενή ή δύσκολη θέση αφού αυτοί έχουν την δυνατότητα και/ή ευχέρεια να απαντήσουν στην υπεράσπιση των εναγομένων. Θ. Η αίτηση των εναγόντων για διαγραφή της παρ. 7 (α-στ) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 2 & 3 δεν υποστηρίζεται από την συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση πράγμα που καθιστά το μέρος αυτό της αίτησης αβάσιμο. Ι. Η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.20, Δ.21 Θ.14, Δ.23, Δ.25 Θ.Θ.2, 5 και 6, Δ.27 Θ.Θ.2, 3 και 4, Δ.39, 48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και Δ.64, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο 33/64, άρθρα 9, 11 και 17 και τέλος, στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, στο κοινό δίκαιο και στις αρχές της επιείκειας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Παρατηρώ τα εξής: Με τον τέταρτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ως μη εδραζόμενη σε θεμελιώδεις Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με αυτό το λόγο ένστασης, με τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων γίνεται αναφορά στη Δ.48, ως ο θεμελιώδης Θεσμός που δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Η Δ.48 Θ.1 είναι καθαρά διαδικαστικής φύσεως διάταξη και διαλαμβάνει για τα διάφορα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει κάθε αίτηση προς τον Πρωτοκολλητή, ανάμεσά τους και η νομική βάση που διέπει την αίτηση, προφανώς, δεδομένης της φύσης της, κατά περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται η Δ.48 στη νομική βάση της αίτησης, ουδεμία επίπτωση επιφέρει επί του κύρους της αίτησης και θα έλεγα πως, ούτε καν θέμα παρατυπίας μπορεί βάσιμα να εγείρεται. Εν πάση περιπτώσει, οι ουσιαστικές διατάξεις που διέπουν την υπό κρίση αίτηση περιλαμβάνονται στη νομική της βάση και κατά τη γνώμη μου είναι η Δ.19.Θ.14, Δ.25 και Δ.64 αυτές, σε συνδυασμό ασφαλώς και με τις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι οποίες αναφέρονται ρητά στη νομική βάση της αίτησης. Οι πέμπτος και έκτος λόγοι ένστασης είναι συναφείς, επομένως θα συνεξεταστούν. Με αυτούς υποβάλλεται από τους εναγόμενους, ότι η υπό κρίση αίτηση, τους προκαλεί σύγχυση και αμηχανία και τείνει να περιπλέξει τη διαδικασία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, επειδή, κατά παράβαση των Θεσμών καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1 και τη συμπλήρωση των δικογράφων, οπότε, οι ενάγοντες απεμπόλησαν το δικαίωμά τους για καταχώρηση της αίτησης. Οι παραπάνω λόγοι ένστασης, επί της ουσίας είναι βάσιμοι, μολονότι αποτελεί ανακρίβεια ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Επισημαίνω απλώς, ότι, οι ενάγοντες δεν προέβησαν ακόμη στην καταχώρηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των εναγόμενων 2 και 3, εξ ου και το γεγονός, ότι, οι τελευταίοι, στις 13.2.2014 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, λόγω της συγκεκριμένης παράλειψής τους. Για να υπεισέλθω και στην ουσία των υπό αναφορά λόγων ένστασης, σύμφωνα με τη Δ.64 (η οποία, παρεμπιπτόντως περιλαμβάνεται στη νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης) Θ.2: «Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπόβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Η ουσία όσων περιέχονται στον παραπάνω Θεσμό που σε συνδυασμό ασφαλώς και με το Θ.1
(1992)1 Α.Α.Δ. 309, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις αρχές που καθιερώνει η εν λόγω απόφαση, οι οποίες, μολονότι καθαρά καθοδηγητικές, εντούτοις, επειδή με βρίσκουν σύμφωνο - και τούτο, επειδή έχουν έρεισμα τη Δ.64 - , τις υιοθετώ. Διευκρινιστικά να πω ότι, η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε σε αγωγή ναυτοδικείου όπου το εναγόμενο πλοίο, με αφορμή την τροποποίηση της αναφοράς των εναγόντων, δυνάμει σχετικού διατάγματος καταχώρησε τροποποιημένη υπεράσπιση, η οποία διαλάμβανε περισσότερες τροποποιήσεις από τις απολύτως αναγκαίες, ως αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που σημειώθηκαν επί της αναφοράς. Ειδικότερα: Για κάθε τροποποίηση είναι απαραίτητη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Όπου εκδίδεται ρητή διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση ενός δικογράφου και η τροποποίηση που τελικά επιτελείται ξεφεύγει από τα πλαίσια της διαταγής, τότε, έστω κι αν η άλλη πλευρά απαντήσει στο τροποποιημένο δικόγραφο ή δεν εγείρει τέτοιο θέμα στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις τροποποιήσεις που έγιναν καθ' υπέρβαση της διαταγής. Με τη σημείωση ότι οι παραπάνω αρχές δεν αφορούν την περίπτωσή μας συνεχίζω με όσες κατά τη γνώμη μου την αφορούν: Εάν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα διατάγματος τροποποίησης άλλου δικογράφου και σαν συνέπεια αυτού γίνονται οι άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις, τότε, το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δε εγείρει το θέμα έγκαιρα ή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι δέχεται τις τροποποιήσεις (π.χ. καταχωρεί απάντηση) είναι αρκετό για να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι εφόσον πρόκειται για απλή παρατυπία, αυτή μπορεί να παραγνωριστεί. Ο λόγος που θα πρέπει να γίνει διαφοροποίηση από την προηγούμενη περίπτωση είναι γιατί στη δεύτερη, δεν υπάρχει ρητή διαταγή, μα ούτε και χρειάζεται διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρησε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η εξουσιοδότηση που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, προστίθεται, έστω κι αν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιο βαθμό. Έτσι, δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου, εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό. Η κατάληξη του Δικαστηρίου στην παραπάνω υπόθεση όπου διαπιστώθηκε ότι το εναγόμενο πλοίο με την τροποποιημένη υπεράσπισή του ξέφυγε από τα επιτρεπτά πλαίσια, υπό την έννοια ότι, χωρίς να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης προέβηκε σε περισσότερες τροποποιήσεις απ' ό, τι ήταν απαραίτητο, ως αποτέλεσμα των τροποποιήσεων επί της αναφοράς των εναγόντων, περικλείεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «.η τροποποιημένη Υπεράσπιση του πλοίου, παρόλο που έγινε κατόπιν εκτροπής από τους θεσμούς, εντούτοις, επειδή όπως είπα αυτή θεωρείται απλή παρατυπία (ακυρώσιμη όχι άκυρη), και λόγω του ότι οι ενάγοντες έκαναν στη συνέχεια διαβήματα στη διαδικασία, η παρατυπία αυτή θεωρείται ότι θεραπεύτηκε και έτσι παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο.» Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, το γεγονός ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, αφού προηγουμένως καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, ενέργεια που αποτελεί ασφαλώς νέο διαδικαστικό διάβημα, στο οποίο προέβησαν ενώ ήταν σε γνώση τους οι ισχυριζόμενες εκ μέρους τους παρατυπίες - ούτε και ισχυρίστηκαν οποτεδήποτε το αντίθετο - , σε εφαρμογή της Δ.64 Θ.2 καθιστά την αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν και τις πρακτικές δυσκολίες που θα προέκυπταν, σε περίπτωση που αποδεχόμουν την αίτηση, παρά το γεγονός, ότι, της καταχώρησής της από τους ενάγοντες προηγήθηκε εκ μέρους τους η καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, τη διαγραφή της οποίας επιδιώκουν με την υπό κρίση αίτηση: Με την απάντησή τους στη υπεράσπιση του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες, μολονότι εγείρουν και το θέμα του ισχυριζόμενου εκ μέρους τους παράτυπου του εν λόγω δικογράφου του εναγόμενου, στη συνέχεια απαντούν ειδικά σ' όλες τις θέσεις και ισχυρισμούς του που περικλείονται σ' αυτό. Αν υποτεθεί ότι αποδεχόμουν την αίτηση και διάτασσα τη διαγραφή της υπεράσπισης του εναγόμενου 1, εν όλω ή εν μέρει, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής. Ποια θα ήταν η τύχη της απάντησης των εναγόντων στη διαγραφείσα εν όλω η εν μέρει υπεράσπιση του εναγόμενου 1; Ουδεμία απάντηση δίδεται από τους ενάγοντες σ' αυτό το τόσο καίριας σημασίας ερώτημα. Και για να συνεχίσω, αφού είναι τόσο παράτυπη και αντικανονική η υπεράσπιση του εναγόμενου 1 (καθώς και των εναγόμενων 2 και 3), γιατί οι ενάγοντες αισθάνθηκαν την ανάγκη να απαντήσουν σ' αυτή; Η επί του προκειμένου ενέργειά τους δεν είναι εξίσου παράτυπη και αντικανονική; Ασφαλώς και είναι. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Με ποια λογική θα πρεπε να διατάξω τη διαγραφή της υπεράσπισης του εναγόμενου 1, εν όλω ή εν μέρει, επειδή, όπως είναι η θέση των εναγόντων καταχωρήθηκε παράτυπα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την εκ των προτέρων λήψη άδειας τροποποίησης της από το Δικαστήριο και να μη συμβεί το ίδιο και για την απάντηση των εναγόντων στο συγκεκριμένο δικόγραφο του εναγόμενου 1; Εν τέλει, με ποιο τρόπο εισηγούνται οι ενάγοντες ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσω όλες τις παραπάνω περιπλοκές που θα προέκυπταν στην υπόθεση, σε περίπτωση που αποδεχόμουν την αίτησή τους; Ουδεμία τέτοια εισήγηση εκ μέρους τους υπάρχει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, παρά μόνο, συγκεφαλαιώνοντας να πω τούτο∙ η υπό κρίση αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και έκθετη σε απόρριψη, επειδή, οι ενάγοντες που την καταχώρησαν, προηγουμένως καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, δηλαδή προέβησαν σε νέο βήμα ή διαδικαστικό διάβημα στην αγωγή, ενώ το αντίθετο, δηλαδή η καταχώρηση της αίτησης προτού ο αιτητής προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα ή περαιτέρω διάβημα στην αγωγή, αφότου περιήλθε σε γνώση του η παρατυπία που επιδιώκει να εξαλείψει διά της διαγραφής της αποτελεί αναγκαίο όρο - προϋπόθεση για σκοπούς καταχώρησης της σχετικής αίτησης εκ μέρους του και ακολούθως, για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να της επιληφθεί. Ότι με τον τρόπο που ενήργησαν οι ενάγοντες παραβίασαν τη Δ.64 Θ.2 είναι ολοφάνερο. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί εντούτοις θα συνεχίσω. Χάριν πληρότητας της απόφασης μου και για το ενδεχόμενο που οι παραπάνω διαπιστώσεις μου ήθελαν κριθεί εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα υπεισέλθω και στην ουσία της αίτησης, υπό το φως φυσικά και των λόγων ένστασης σ' αυτή, στους οποίους θα απαντήσω συνολικά. Η Δ.19 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «Κανένα δικόγραφο, εκτός κατόπιν άδειας τροποποιήσεως που θα δοθεί, δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει οιονδήποτε ισχυρισμό γεγονότος μη σύμφωνο με τα προηγούμενα δικόγραφα του διαδίκου που υποβάλλει το δικόγραφο.» Παρατηρώ τα εξής: Μολονότι για λόγους που έχουν αναφερθεί, ως θέμα αρχής, οι εναγόμενοι δε χρειάζονταν την άδεια ή εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου για να τροποποιήσουν την υπεράσπισή τους, στο βαθμό που αυτή περικλείει τις άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, εντούτοις είναι γεγονός, ότι τα τροποποιημένα δικόγραφα και των τριών εναγόμενων περικλείουν ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται κατά παράβαση της παραπάνω Διαταγής και καθ' υπέρβαση της συμφυούς ή εξυπακουόμενης δικαστικής εξουσιοδότησης που είχαν για να τροποποιήσουν και αυτοί τα δικόγραφά τους, σε απάντηση των νέων ισχυρισμών που περιέχονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εναγόντων (βλ. την Williams (ανωτέρω)). Ειδικότερα: Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής, διαγραμματικά έστω και αυτούσιο το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, η ουσία της υπεράσπισης των τριών εναγόμενων έναντι της αρχικής έκθεσης απαίτησης και οι μεταβολές που σημειώθηκαν σ' αυτή, ως αποτέλεσμα του διατάγματος τροποποίησής της αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν σε ποια έκταση τα νέα - τροποποιημένα δικόγραφα των εναγόμενων περικλείουν ισχυρισμούς καθ' υπέρβαση της εξυπακουόμενης δικαστικής εξουσιοδότησης που είχαν να τροποποιήσουν και αυτοί τα δικόγραφά τους, σε απάντηση των νέων και μόνο ισχυρισμών των εναγόντων που περικλείονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησής τους. Παρενθετικά να πω ότι θα περιοριστώ σ' εκείνες μόνο τις παραγράφους της υπεράσπισης των τριών εναγόμενων, που οι ενάγοντες με την αίτησή τους καθώς και ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους με τη γραπτή του αγόρευση ισχυρίζονται πως δεν δικαιολογούνται από τις τροποποιήσεις που σημειώθηκαν στην έκθεση απαίτησης. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον εναγόμενο 1, η πρώτη παράγραφος που οι ενάγοντες ζητούν να διαγραφεί είναι η παράγραφος 8, η οποία περικλείει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 έναντι των αντίστοιχων ισχυρισμών των εναγόντων της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, η οποία, μετά την τροποποίησή της, ουσιαστικά παραμένει ως είχε αρχικά, με μόνη διαφορά την αντικατάσταση της 5.4.2011 που φερόταν ως η ημερομηνία που ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρεται, από την 31.3.
- Έναντι όσων ισχυρίζονταν και ισχυρίζονται οι ενάγοντες στη συγκεκριμένη παράγραφο, οι τρεις εναγόμενοι, με την κοινή -τότε - υπεράσπισή τους και συγκεκριμένα με την παράγραφο 6 αντέτειναν τα εξής: «Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των παρ. 6 έως 10 τη Ε/Α και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες υπερχρέωσαν το λογαριασμό των εναγόμενων και ως εκ τούτου αρνούνται και απορρίπτουν τα ποσά που αφορούν καθυστερήσεις και υπόλοιπα τα οποία λέγουν ότι είναι πολύ πιο χαμηλά.» Και ενώ η μόνη αλλαγή που επήλθε στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €24.237,02, ο εναγόμενος 1, με την τροποποιημένη υπεράσπισή του και συγκεκριμένα με την παράγραφο 8, εντελώς αναίτια και αδικαιολόγητα προβάλλει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η υπέρβαση του καθορισθέντος ορίου των €6.834,41 αποτελεί αλλαγή ή τροποποίηση των όρων της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Προφανώς, η τροποποίηση που επήλθε επί της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, δεν παρείχε έρεισμα για την προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού, υπό την έννοια ότι, εάν αυτή είναι η θέση του εναγόμενου 1, μπορούσε και όφειλε να την περιλάβει στο αρχικό του δικόγραφο. Δεδομένης της εν λόγω παράβασης, εάν δεν συνέτρεχε ο λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί θα διάτασσα την διαγραφή της παραγράφου 8 της υπεράσπισης του εναγόμενου
- Για τον ίδιο λόγο θα διάτασσα τη διαγραφή και της παραγράφου 10 της τροποποιημένης υπεράσπισής του. Οι ενάγοντες, με τις παραγράφους 7 και 8 της αρχικής έκθεσης απαίτησης, που ισχύουν και μετά την τροποποίησή της, καθότι ουδεμία μεταβολή επήλθε σ΄ αυτές, ισχυρίζονται τα εξής: Στις 11.3.2011 απέστειλαν στους εναγόμενους προειδοποιητικές επιστολές για περιορισμό των υπερβάσεων του επίδικου λογαριασμού εντός του συμφωνημένου ορίου, εντός 21 ημερών. Ταυτόχρονα τους ειδοποιούσαν ότι παράλειψη συμμόρφωσής τους, θα συνεπαγόταν τη χρέωση του οφειλόμενου ποσού, με επιτόκιο προς 14% και με κεφαλαιοποίησή του δυο φορές το χρόνο. Με ξεχωριστές επιστολές τους στους τρεις εναγόμενους, ημερομηνίας 5.4.2011 τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου 1 και τη μεταξύ τους συμφωνία και ζήτησαν εξόφληση του οφειλόμενου υπόλοιπου, εντός 10 ημερών. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Η παράγραφος 6 της αρχικής υπεράσπισης των τριών εναγόμενων (ανωτέρω) απαντά στους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται και σ' αυτές τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης, τους οποίους απλώς αρνούνται. Παρόλα αυτά, για να επαναλάβω, μολονότι ουδεμία μεταβολή επήλθε επί του περιεχομένου των εν λόγω παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, ως αποτέλεσμα των σχετικών τροποποιήσεων που διατάχθηκαν, ο εναγόμενος 1, με την τροποποιημένη υπεράσπισή του δεν αρνείται απλώς το περιεχόμενο των παραγράφων αυτών. Προχωρώντας πάρα πέρα ισχυρίζεται για πρώτη φορά και τα εξής: Οι ενάγοντες λανθασμένα και παράνομα προέβησαν στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, δεδομένου ότι μερικούς μήνες προηγουμένως, ενώ ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο πέραν των €88.000,00, οι ενάγοντες, χωρίς να ενημερώσουν τους εναγόμενους προέβησαν σε μετακίνηση ή απόσυρση ποσού πέραν των €100.000,00, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το κατ' ισχυρισμό τους σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο, με προφανή στόχο την καταδολίευση των εναγόμενων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω για να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θα διάτασσα τη διαγραφή της εν λόγω παραγράφου της τροποποιημένης υπεράσπισης του εναγόμενου
- Υπεισέρχομαι τώρα και στις παραγράφους της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγόμενων 2 και 3 που οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως δεν δικαιολογούνται από τις τροποποιήσεις που σημειώθηκαν στην έκθεση απαίτησής, οπότε και θα πρέπει να διαγραφούν. Πρόκειται για τις παραγράφους 7 (α μέχρι στ), 8 μέχρι 14 και 16 αυτές. Ειδικότερα: Η παράγραφος 3 της αρχικής έκθεση απαίτησης αποτελεί μία από τις παραγράφους που τροποποιήθηκαν με δικαστικό διάταγμα στο πλαίσιο της σχετικής αίτησης των εναγόντων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, ως είχε προτού τροποποιηθεί οι εναγόμενοι 2 και 3 με έγγραφα εγγύησης, ημερομηνίας 22.6.2004 εγγυήθηκαν ομού και κεχωρισμένως μετά του χρεώστη την πληρωμή του ποσού των £5.000,00, πλέον τόκους και έξοδα. Η αρχική παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης, η οποία παραθέτει μερικούς από τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους του εγγράφου εγγυήσεως παρέμεινε αμετάβλητη. Οι τρεις εναγόμενοι, με την αρχική τους υπεράσπιση αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα εγγύησης που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν είναι νόμιμα, έγκυρα και εφαρμόσιμα, επειδή, όπως και οι επίδικες συμφωνίες που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συνήψαν με τον εναγόμενο 1 καταστρατηγούν συγκεκριμένες διατάξεις του περί Τόκων Νόμου του 1977, οι οποίες αναφέρονται και παραβιάστηκαν από τους ενάγοντες. Με την νέα παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι με δύο ξεχωριστά έγγραφα που εγγυήθηκαν την πληρωμή του ποσού των £5.000,00, πλέον τόκους κ.λ.π, με την ουσιαστική διαφορά, ότι, ενώ με την αρχική παράγραφο 3, οι τελευταίοι φέρονταν να εγγυήθηκαν ομού και κεχωρισμένως μετά του χρεώστη την πληρωμή του παραπάνω ποσού, με τη νέα παράγραφο 3, τους καταλογίζεται ότι εγγυήθηκαν έκαστος μετά του χρεώστη την πληρωμή του ποσού αυτού κ.ο.κ. Οι διάφορες θέσεις και ισχυρισμοί των εναγόμενων επί των παραπάνω νέων ισχυρισμών των εναγόντων είναι οι εξής: Καταρχήν ισχυρίζονται ότι η επίδικη εγγύησή τους ήταν κοινή μετά του χρεώστη και αφορούσε την πληρωμή από κοινού, ποσού μέχρι €8.543,01 (£5.000,00), πλέον τόκους και έξοδα (βλ. την παράγραφο 5 της οποίας δεν ζητείται διαγραφή από τους ενάγοντες). Ακολούθως ισχυρίζονται ότι εάν αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες εξασφάλισαν ξεχωριστή εγγύηση εκ μέρους τους αυτό αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων και/ή εξασφαλίσθηκαν ενώ οι ίδιοι τελούσαν σε πλάνη περί τα πράγματα (βλ. την προς διαγραφή παράγραφο 7 της τροποποιημένης υπεράσπισης στην οποία εκτίθενται και οι σχετικές λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων). Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι με ποια λογική θα πρέπει να διατάξω τη διαγραφή της εν λόγω παραγράφου η οποία κατά τη γνώμη μου περικλείει καθόλα θεμιτά και επιτρεπτά τους αναγκαίους ισχυρισμούς των εναγόμενων, τους οποίους αυτοί, εν πάση περιπτώσει είχαν το δικαίωμα να προβάλουν έχοντας υπόψη την ουσιαστική αλλαγή που σημειώθηκε στην νέα παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ότι οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί των εναγόμενων 2 και 3 αποτελούν την απάντησή τους στους αντίστοιχους νέους ισχυρισμούς των εναγόντων. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο θεωρώ καθόλα θεμιτό και επιτρεπτό το περιεχόμενο και των παραγράφων 8 και 9 της τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγόμενων 2 και 3 που βασικά αποτελεί συνέχεια όσων περιέχονται στην παράγραφο
- Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 10, με την οποία, οι εναγόμενοι προδιαθέτουν για την πρόθεσή τους να ζητήσουν ανταπαιτητικά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, για τους λόγους που αναφέρουν στην παράγραφο 7 (επειδή αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων και/ή εξασφαλίσθηκε ενώ οι ίδιοι τελούσαν σε πλάνη περί τα πράγματα). Απ' εκεί και πέρα, για τον ίδιο λόγο που θα διάγραφα την παράγραφο 8 της τροποποιημένης υπεράσπισης του εναγόμενου 1, θα διάγραφα και την παράγραφο 11 της τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγόμενων 2 και
- Η παράγραφος 12 του ίδιου δικογράφου θεωρώ ότι καλύπτεται πλήρως από το συνδυασμό όσων αναφέρουν οι εναγόμενοι στις παραγράφους 6 και 7 της αρχικής υπεράσπισής τους, επομένως, δεν υπόκειται σε διαγραφή. Η παράγραφος 13 της τροποποιημένης υπεράσπισης, θα διαγραφόταν για τους ίδιους λόγους που θα διαγραφόταν και η παράγραφος 10 της τροποποιημένης υπεράσπισης του εναγόμενου
- Η παράγραφος 14 της τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγόμενων 2 και 3 αποτελεί επανάληψη - με συνοπτική τρόπο - της παραγράφου 7 της αρχικής υπεράσπισης, επομένως κανένας βάσιμος λόγος διαγραφής της συντρέχει. Τέλος, δεδομένου του ισχυρισμού των εναγόμενων 2 και 3 επί των νέων ισχυρισμών των εναγόντων αναφορικά με τις δύο ξεχωριστές συμφωνίες εγγύησης που οι πρώτοι φέρονται να συνήψαν προς όφελος των τελευταίων, η παράγραφος 16 που περικλείει την ανταπαίτηση των εναγόμενων 2 και 3, με την οποία ζητούν απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω συμφωνίες είναι άκυρες κ.λ.π., επειδή αποτελούν προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλάνης περί τα πράγματα, επίσης είναι καθόλα θεμιτή και επιτρεπτή, επομένως, δε συντρέχει κανένας λόγος διαγραφής της. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 μέχρι 3 και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση διαγραφής υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο