← Κύπρος

Έλλη Ξενοφώντος Παπαδημήτρη ν. Χαράλαμπου Ιωάννη κ.α., Αρ. Αγωγής: 958/2014, 14/10/2014

Έλλη Ξενοφώντος Παπαδημήτρη ν. Χαράλαμπου Ιωάννη κ.α., Αρ. Αγωγής: 958/2014, 14/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 958/2014 Μεταξύ: Έλλη Ξενοφώντος Παπαδημήτρη εκ Πάφου Ενάγουσα Και Χαράλαμπου Ιωάννη κ.ά από το Πολέμι Εναγομένων ------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.5.2014 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9.5.2011 ------------------------- Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Λ. Λουκαίδης (Για να ακούσει απόφαση κ. Ν. Χατζηκλεοβούλου) Για τους Εναγόμενου - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. E. Ερωτοκρίτου ------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με μονομερή αίτηση της που στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, πέτυχε την 9.5.2014 την έκδοση διατάγματος με το οποίο αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου η εκδίωξη ή εκτοπισμός της από την κατοικία της στο Πολέμι που βρίσκεται εντός του τεμαχίου 314, Φ/Σχ XLV14. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση και το διάταγμα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και όπως μπορώ να τα συνοψίσω είναι τα εξής: Η ενάγουσα από το 1965 κατοικεί σε κατοικία που βρίσκεται στην οδό Στέφανου Ζαλούμη 8 στο Πολέμι, περιουσία η οποία ήταν αντικείμενο προσφυγής η οποία απορρίφθηκε στις 14.5.2010 εναντίον της οποία καταχωρήθηκε και εκκρεμεί έφεση. Η ενάγουσα παραμένει στην ως άνω κατοικία από το 1965 με άδεια/παραχώρηση του Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου και πρόκειται για μια παράγκα η οποία βρίσκεται εντός ακινήτου που αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής. Το κοινοτικό συμβούλιο Πολεμίου, που αποτελείται από τους εναγόμενους, στο οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία ανάθεσε την εν λόγω περιουσία εισήλθε στην κατοικία της ενάγουσας χωρίς δικαστικό ένταλμα και χωρίς την συγκατάθεση της και πέταξε από αυτή, έξω αντικείμενα που της ανήκουν και προτίθεται να συνεχίσει την κατεδάφιση της κατοικίας της και των δένδρων που την περιβάλλουν για να πετύχει παράνομα και χωρίς δικαστική απόφαση τον εκτοπισμό της. Δόθηκαν γραπτές ειδοποιήσεις προς το Συμβούλιο στις 19.6.2013 και 13.11.2011 από τους δικηγόρους της ενάγουσας και έκτοτε δεν προχώρησαν στην έξωση της και στην κατεδάφιση της οικίας της. Δια επιστολή τους όμως ημερομηνίας 24.4.2014, ζήτησαν όπως η ενάγουσα μαζέψει τα προσωπικά της αντικείμενα που βρίσκονται εντός της οικία της και εγκαταλείψει οικιοθελώς το εν λόγω τεμάχιο διαφορετικά θα προβεί στην έξωση της χωρίς άλλη ειδοποίηση. Στις 2.5.2014, το Κοινοτικό Συμβούλιο, χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, χρησιμοποίησε παράνομη και αδικαιολόγητη βία εισερχόμενο στην κατοικία της, χωρίς την συγκατάθεση της, αφαίρεσε αρκετά αντικείμενα από την παράγκα ρίχνοντας τα στην ύπαιθρο και επιδίωξε την έξωση της, τον εκτοπισμό της και την κατεδάφιση της κατοικίας. Η ενάγουσα, η οποία δεν έχει καταχωρήσει έκθεση απαίτησης, με την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ζητά ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη είσοδο σε κατοικία κατά παράβαση του ανθρωπίνου δικαιώματος που απαράβατου της κατοικίας (Άρθρο 16 του Συντάγματος) και του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 σε συνδυασμό με το άρθρο 179

(1)του Συντάγματος και για αφαίρεση από την εν λόγω κατοικία αντικειμένων που της άνηκαν. Όταν το πιο πάνω διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, επιδόθηκε στους καθ΄ων η αίτηση αυτοί καταχώρησαν ένσταση στη διατήρηση του και προβάλουν με την ένσταση τους, τους ακόλουθους λόγους:
(1)Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική αφού δεν εδράζεται επί του ορθού νομικού και δικονομικού υπόβαθρου και/ή εδράζεται επί ελλιπούς νομικού υπόβαθρο και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί και το Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να ακυρωθεί.
(2)Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω εσφαλμένου τίτλου της αγωγής και της αίτησης αφού η αγωγή θα πρέπει να στρέφετε εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου και όχι των Μελών του προσωπικά ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας.
(3)Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωνα και ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αφού ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κύκκου Νικηφόρος από τον οποίο η ενάγουσα έλκει τα δικαιώματα της δεν είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου για να μπορεί να εκχωρεί δικαιώματα σε τρίτους.
(4)Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα αφού στηρίζονται σε αόριστες τοποθετήσεις της ενώ η ένορκος δήλωση και τα δικόγραφα της ενάγουσας δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.
(5)Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού η έκδοση και διατήρηση του προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να συσχετιστεί με τις ανάγκες τις υπόθεσης και τις τελικές αξιώσεις της ενάγουσας όπως διαγράφονται μέσα από τα δικόγραφα της.
(6)Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα στη βάση πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων που δεν επηρεάζουν δικαίωμα σε περιουσία.
(7)Δεν ικανοποιούνται οι υπό του Νόμου προϋποθέσεις και ιδιαίτερα η τρίτη προϋπόθεση αφού δεν αποκαλύπτεται ότι προκαλείται οιοδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή ζημία στην αιτήτρια που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχίας της ή που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί παρά μόνο με την διατήρηση του διατάγματος εναντίον των εναγομένων.
(8)Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε συγκεκριμένα και/ή όλα τα γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου παράλειψη εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
(9)Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτήτρια δεν έρχεται στο δικαστήριο με καθαρά τα χέρια και σκόπιμα παραλείπει να αναφερθεί σε ουσιώδεις λεπτομέρειες και γεγονότα που γνωρίζει και/ή όφειλε να γνωρίζει.
(10)Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος στην μονομερή αίτηση της με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα το οποίο καθίσταται ακυρωτέο.
(11)Η ζημιά που θα προκληθεί στους εναγόμενους - καθ ώ ν η αίτηση με τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα είναι ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη εν σχέση με τα πιθανά δικαιώματα και πιθανές ζημιές που θα προκληθούν στην αιτήτρια.
(12)Οι εναγόμενοι - καθ΄ων η αίτηση 1,2,3,4,5 και το Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου είναι φερέγγυοι, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου και μπορούν να ικανοποιήσουν πλήρως οιανδήποτε αξίωση της ενάγουσας - αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της.
(13)Το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή η αρχή της διατήρησης του status quo ευνοούν την απόρριψη της αίτησης και του προσωρινού διατάγματος που εξεδόθη μονομερώς και/ή το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί στην αιτήτηρια το αιτούμενο διάταγμα και/ή την οριστικοποίηση του ως ενδιάμεση θεραπεία πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση της
(14)Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ατήτριας δεν έγινε νομότυπα και σύμφωνα με την νομολογία τα δε γεγονότα είναι αόριστα και ασαφή και αυθαίρετα και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου, ο οποίος αφού απορρίπτει ο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας και επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης, αναφέρει μεταξύ άλλων, ακόλουθα: Το επίδικο τεμάχιο, αποτελεί κρατική γη το οποίο προέκυψε από διαχωρισμό γης σε οικόπεδα μετά από απαλλοτρίωση κατά το έτος 1953 περιουσίας, που μεταξύ άλλων, άνηκε στην Ιερά Μητρόπολη Κύκκου και Τηλλυρίας, για τους σκοπούς στέγασης σεισμόπληκτων. Η απαλλοτριωθείσα γη, διαχωρίστηκε σε οικόπεδα και κτίστηκαν παράγκες και αυτές παραχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν σε δικαιούχους. Το επίδικο, πρόκειται για οικόπεδο που προέκυψε από τον πιο πάνω διαχωρισμό και στο οποίο κτίστηκε παράγκα αλλά δεν παραχωρήθηκε σε κανένα, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους και χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά για στέγαση. Το 1965 η εν λόγω παράγκα, παραχωρήθηκε για προσωρινή στέγαση στον πατέρα της ενάγουσας, ο οποίος κλήθηκε να εκτελέσει χρέη ιερέα στο χωριό Πολέμι. Ο πατέρας της αιτήτριας απεβίωσε το 1991 και έκτοτε η παράγκα παρέμεινε ακατοίκητη ενώ η ενάγουσα ουδέποτε κατοίκησε εκεί. Ο Μητροπολίτης Κύκκου καταχώρησε την προσφυγή 1564/2008 (Τεκμήριο A) για ανάκτηση του επίδικου τεμαχίου η οποία απορρίφθηκε. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης καταχωρήθηκε και εκκρεμεί η έφεση 125/
  1. Η ενάγουσα το έτος 2001 υπέβαλε αίτηση στις αρμόδιες αρχές για να της χορηγηθεί το επίδικο ακίνητο για οικιστική χρήση, αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης η ενάγουσα καταχώρησε την προσφυγή με αρ. 1373/2008 (Τεκμήριο Β) η οποία απορρίφθηκε. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης στην πιο πάνω προσφυγή η ενάγουσα καταχώρησε την Αναθεωρητική Έφεση με αρ. 4/11, η οποία στις 2/5/2014 απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Το επίδικο ακίνητο , παραχωρήθηκε δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 24/7/2007 (Τεκμήριο Γ) από την Κυπριακή Δημοκρατίας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου για κοινωφελείς σκοπούς και για σκοπούς αξιοποίησης του σαν βοηθητικός χώρος για τους σκοπούς ανάπτυξης του παρακείμενου Πολιτιστικού Κέντρου το οποίο στεγάζεται στο γειτονικό τεμάχιο 306 περιουσία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου. Για την ανάπτυξη και ανάπλαση του ευρύτερου χώρου έχουν ήδη εκπονηθεί σχέδια και κατατέθηκαν για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών. Το συνολικό κόστος ανάπτυξης ξεπερνά τα 2 εκ. για το οποίο εξασφαλίστηκε κρατική βοήθεια και γίνονται προσπάθειες για εξασφάλιση και ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ η όλη προσπάθεια, κινδυνεύει να χαθεί με καταστροφικές συνέπειες που οφείλονται στην απαράδεκτη συμπεριφορά της ενάγουσας η οποία αδικαιολόγητα και χωρίς νομικό και πραγματικό υπόβαθρο και εκμεταλλευόμενη την ανοχή της κοινότητας μέχρι σήμερα προσπαθεί να αποκτήσει δικαιώματα επί του επίδικου ενώ γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Σύμφωνα με την επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 20.3.2006 (Τεκμήριο Δ), στην οποία επισυνάπτεται και η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αυτό αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας για παραχώρηση του επίδικου, γιατί τόσο η ίδια, όσο και η κόρη της, διαθέτουν αρκετή ακίνητη περιουσία μέρος της οποίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οικιστικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην κοινότητα όπως και παρακείμενης με το επίδικο κατοικίας, τεμάχιο 313, το οποίο πρόσφατα μεταβίβασε στην κόρη της. Από τα φορολογικά αρχεία της κοινότητας, στη ενάγουσα επιβαλλόταν και πλήρωνε φορολογία για την ακίνητη περιουσία της στην κοινότητα ως μη κάτοικος της Κοινότητας και δεν πλήρωνε οποιοδήποτε φόρο ή τέλη σε σχέση με την επίδικη περιουσία (Τεκμήριο Ε). Η αιτήτρια είναι και ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας και σε άλλα χωριά και περιοχές τη επαρχίας Πάφου και αυτός ήταν ο λόγος της απόρριψης της προσφυγής της στην υπόθεσης 1403/2008 αναφορικά με αίτημα της για συνέχιση παροχής δημοσίου βοηθήματος (Τεκμήριο Ζ). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, από το περιεχόμενο της απόφασης στην πιο πάνω προσφυγή, διαφαίνεται ότι η αιτήτρια ουδέποτε υπήρξε κάτοικος στην επίδικης παράγκας στο χωριό Πολέμι αλλά κατά καιρούς κατοικούσε στην Έμπα, Λευκωσία, Κ. Πάφο και σε άλλα μέρη της Κύπρου. Επίσης όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, ανατρέπουν την εικόνα που η ενάγουσα παρουσίασε στο δικαστήριο και φανερώνουν ότι το επίδικο ακίνητο από το 1953 δυνάμει απαλλοτρίωσης περιήλθε στην ιδιοκτησία της Δημοκρατίας. Τα πραγματικά γεγονότα και πάλι σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούνται, είναι ότι η ενάγουσα, ουδέποτε υπήρξε δικαιούχος, κάτοχος, κάτοικος ή ένοικος της παράγκας και του επίδικου ακινήτου. Το Κοινοτικό Συμβούλιο από το 2008, όπου δυνάμει της μακροχρόνιας σύμβασης μίσθωσης κατέστη δικαιούχος της επίδικης γης, ζήτησε επανειλημμένα από την ενάγουσα, χωρίς να αναγνωρίζει οποιοδήποτε δικαίωμα της επί του ακινήτου, να απομακρύνει τα διάφορα οικογενειακά της πράγματα και αντικείμενα τα οποία παρέμειναν στην παράγκα από τον καιρό που κατοικούσε ο πατέρας της και η οποία, λόγω του ότι για πολλά χρόνια παρέμεινε ακατοίκητη κατέστη επικίνδυνη και χώρος εκκόλαψης τρωκτικών, για να μπορέσουν να προχωρήσουν με την αξιοποίηση του ακινήτου και του ευρύτερου χώρου. Επίσης, το ότι η ενάγουσα ουδέποτε κατοικούσε την επίδικη περιουσία αποδεικνύεται, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα από το γεγονός ότι στις 29.8.2011 με επιστολή της προς το Κοινοτικό Συμβούλιο ζήτησε την επανατοποθέτηση μετρητή νερού (Τεκμήριο Η). Μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες που κράτησαν χρόνια και μετά από γνωμάτευση από την Γενική Εισαγγελία ημερομηνίας 31/1/2001 (Τεκμήριο Θ) ενεργώντας καλόπιστα και με την σύμφωνη γνώμη, βοήθεια και συγκατάθεση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και της επαρχιακής Διεύθυνσης, το Κοινοτικό Συμβούλιο έλαβε απόφαση να προχωρήσει στην καταγραφή και απομάκρυνση των αντικειμένων από την επίδικη παράγκα. Απόφαση η οποία υλοποιήθηκε στις 2.5.2014 στην παρουσία της ενάγουσας, μετά που έλαβε σχετικές επιστολές (Τεκμήρια Ι - Λ) από τις οποίες φαίνεται ότι η διεύθυνση διαμονής της είναι στο χωρίο Μηλιού. Στις 2.5.2014, στην παρουσία μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου, αστυνομικών, εκπρόσωπος του Γραφείου του Επάρχου και εργατικό προσωπικό, έγινε λεπτομερείς καταγραφή των αντικειμένων και η αιτήτρια παρέλαβε κάποια από τα αντικείμενα που ίδια επέλεξε υπογράφοντας τον σχετικό κατάλογο (Τεκμήριο Ξ), ενώ τα υπόλοιπα εις γνώση της φυλάσσονται σε ασφαλή χώρο χωρίς η ίδια μέχρι σήμερα να ζητήσει να τα παραλάβει Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση καταθέτει ως τεκμήριο (Τεκμήριο Ο) φωτογραφίες που έλαβε στις 2/5/2014 που απεικονίζουν την αιτήτρια να περιφέρεται στην παράγκα και να επιλέγει διάφορα αντικείμενα και φανερώνουν την άθλια κατάσταση της παράγκας και του περιεχομένου της και που αποδεικνύουν, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ότι η ενάγουσα σε καμία περίπτωση κατοικούσε εκεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  2. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι ο συνήγορος της ενάγουσας κατά το στάδιο της αγόρευσης του σε σχέση με κάποιους από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, τους οποίους σχολίασε και χαρακτήρισε ως ψευδείς, εναπόθεσε ουσιαστικά με αναφορά στην Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας την υποχρέωση να παρουσιαστεί το πρόσωπο που ορκίζεται, στο ίδιο το Δικαστήριο. Η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει με καθαρότητα τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης αιτήσεων. Όταν μια αίτηση ορίζεται για ακρόαση, αφού καταχωρηθεί η ένσταση και οι δικηγόροι δεν προβαίνουν σε οποιοδήποτε διάβημα για αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων στην αίτηση και στην ένσταση, το δικαστήριο δεν υπέχει καμίας αντίστοιχης υποχρέωσης. Από την στιγμή που οι δικηγόροι των διαδίκων δεν έχουν αιτηθεί δυνάμει της Δ.48 και της Δ.39 την αντεξέταση προσώπου που ορκίζεται, το δικαστήριο κατά την ημερομηνία ακρόασης, ακούει τις αγορεύσεις και τίποτε πέραν τούτου. Αν κατά το στάδιο της ακρόαση/των αγορεύσεων, διαπιστωθεί ότι θα έπρεπε ίσως αυτό να γίνει, δηλαδή να κλητευτεί πρόσωπο που ορκίζεται για να αμφισβητηθούν οι προβαλλόμενοι στην ένορκη του δήλωση ισχυρισμοί ή κάποιοι από αυτούς, το δικαστήριο δεν επανέρχεται σε εκείνο το στάδιο εφόσον δεν είναι δικονομικά επιτρεπτό. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις που καταγράφονται πιο πάνω καθώς και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση, αρχικά χαρακτήρισε την υπόθεση απλή και υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μια βίαιη επιδρομή σε μια παράγκα που ήταν η κατοικία της ενάγουσας όπου οι εναγόμενοι χωρίς την θέληση της την άνοιξαν και πέταξαν έξω από αυτή πράγματα και αντικείμενα της. Οι εναγόμενοι βασίστηκαν σε γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, χωρίς διαταγή δικαστηρίου και συνεπώς σύμφωνα με τον συνήγορο της ενάγουσας, από την στιγμή που η εν λόγω παράγκα ήταν κατοικία της ενάγουσας, με σχετικά αναφορά σε νομολογία ως προς την έννοια της κατοικίας, ενήργησαν παράνομα κατά παράβαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που προστατεύει το δικαίωμα της κατοικίας και του απαραβίαστου αυτής, ασχέτως του εάν είναι νόμιμη ή παράνομη. Στην κρινόμενη περίπτωση, σύμφωνα με τον συνήγορο της ενάγουσας και σχολιάζοντας αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζουν την ένσταση, είναι αδιάφορο το εάν η κατοικία ήταν νόμιμη ή παράνομη. Απορρίπτοντας όλους τους λόγους της ένστασης υποστήριξε, πως όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος πληρούνται και πως κανένας λόγος δεν έχει καταδειχθεί που να δικαιολογεί την ακύρωση του. Ο συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση για απόρριψη της αίτησης πρόβαλε επιχειρήματα σχετικά με την νομική βάση της αίτησης, ότι η αγωγή δεν κινήθηκε εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά προσωπικά των μελών που το απαρτίζουν, ότι υπήρξε απόκρυψη γεγονότων και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά έχουν αποκαλυφθεί μέσα από την ένορκη δήλωση στην ένσταση υποστήριξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος και πως αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί. Η αίτηση στην βάση της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 9.5.2014, δεν περιλαμβάνει στη νομική της βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νομού 14/60 αλλά μόνο το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, επίσης δεν περιλαμβάνει ούτε το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  3. Το πιο πάνω γεγονός σύμφωνα με τον δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση, το οποίο χαρακτήρισε σημαντική παράληψη θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης και ακύρωση του Διατάγματος και παρέπεμψε το δικαστήριο στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας ν. Δήμου Αγίας Νάπας Ποινική Έφεση Αρ. 189/2012 ημερ. 11.3.2013 στην οποία γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωννίδης κ.α
(1900)1 ΑΑΔ
  1. Ο συνήγορος της ενάγουσας με αναφορά στην νομική βάση της αίτησης, υποστήριξε ότι δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε έλλειψη. Η αίτηση επίσης στηρίζεται στην Δ.35 θ. 25 και 26 και στην Δ.40 θ.7 (β) και 11, τις οποίες θεωρώ παντελώς άσχετες. Η Δ.35 αφορά και καλύπτει ζητήματα εφέσεων και η Δ.40 ζητήματα εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων. Κρίνω καθοριστική για την έκβαση της αίτησης και τη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος το γεγονός ότι απουσιάζει από την νομική βάση της αίτησης το κύριο και ουσιαστικό δικονομικό πλαίσιο έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστατικόν) που δεν είναι άλλο από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Το άρθρο 9 το οποίο περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης της ενάγουσας περιορίζεται στην διατύπωση της ευχέρειας για την έκδοση μονομερώς διαταγμάτων όταν αποδειχτεί το κατεπείγων ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει επανειλημμένα τονιστεί από την νομολογία ότι η ορθή αναφορά στο άρθρο ή στα άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C 120, λέχθηκαν τα πιο κάτω τα οποία έχουν υιοθετηθεί και στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά
(1990)1 ΑΑΔ 965, Evand Promoptions Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 736, Κουλέρμος ν. Κουμπαρίδιου
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 493, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ
  1. «The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to may comprehension, a matter or mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord r.
  2. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim. Be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so thaw the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: « Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποίος πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικών θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  3. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαίτησης, να καθορίζεται συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το δικαστήριο να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος δια την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.» Στην υπόθεση Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (αρ.2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146, 1151 υποδείχθηκαν τα εξής: «Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης, Πολιτική Έφεση 7684, ημερ. 21.11.90). Η υποχρέωση αυτή όπως ρητά αναφέρεται στη Δ.48 θ. 2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση, Γεωργία Χρίστου Χαραλάμπους κ.α ν. Σάββα Δημητρίου κ.α, ECLI:CY:AD:2014:A702, Πολιτική Έφεση 440/2011 ημερομηνίας 23.9.2014, λέχθηκε ότι η έλλειψη σωστής δικονομικής βάσης οδηγεί την αίτηση εκ προοιμίου σε απόρριψη. Απ΄ όλα τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η αίτηση στερείται εγκυρότητας. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθορίζει την εξουσία του δικαστηρίου κατά την άσκηση της πολικής αυτού δικαιοδοσίας να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ορθή η θέση του συνηγόρου των καθ΄ων η αίτηση, αφού έλαβα υπόψη και όλα τα πιο πάνω, ότι δηλαδή η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί λόγω της παράλειψης αναφοράς του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου στην νομική βάση της αίτησης. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της ένστασης κρίνεται δικαιολογημένος και επιτυγχάνει. Αν και η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την πορεία της αίτησης, κρίνω ορθό πως για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας, ωσάν δηλαδή να μην υπήρχε η πιο πάνω παράλειψη. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο προανέφερα είναι το κύριο δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής που έχει πετύχει την έκδοση υπέρ του ενός προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να ικανοποιήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α ν. Φιλίππου κ.α
(1999)1 ΑΑΔ 1217, 1224). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί επίσης ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669). Το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων, εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και η έκταση της υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις, αναλύεται στην υπόθεση Σάββα (πιο πάνω). Το κρίσιμο στοιχείο που συνιστά και το κριτήριο, είναι η εξ αντικειμένου επιμέτρηση της σημασίας του γεγονότος που δεν έχει αποκαλυφθεί. Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Ισχυρίζονται οι καθ΄ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση, και εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, σχετικοί είναι οι λόγοι ένστασης 8, 9 και 10. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της ουδεμία αναφορά κάνει στην Προσφυγή 1373/2008, στα γεγονότα αυτής και στο αποτέλεσμα της. Σύμφωνα με τα γεγονότα της πιο πάνω προσφυγής, την οποία η ίδια καταχώρησε και όφειλε να αποκαλύψει ενώπιον του δικαστηρίου, η ενάγουσα την ακύρωση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 16.2.2006 η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 20.3.2006 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της για παραχώρηση συγκεκριμένου κρατικού κτήματος στο Πολέμι της Επαρχίας Πάφου (οικόπεδο με αντισεισμική παράγκα), για σκοπούς ιδιοκατοίκησης. Πρόκειται για το ίδιο ακίνητο αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ήτοι το τεμάχιο 46/1/5 (τώρα 314) του Φ.Σχ XLV/14 στο χωριό Πολέμι. Η ενάγουσα εναντίον της πιιο πάνω απορριπτικής απόφασης, στις 5.7.2006, καταχώρησε αρχικά την προσφυγή 1225/2006 την οποία όμως δύο χρόνια αργότερα, στις 20/8/2008 απέσυρε. Την προσφυγή 1373/2008, την καταχώρησε 3 μήνες αργότερα επιδιώκοντας την ίδια θεραπεία με την προσφυγή 1225/2006, δηλαδή την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 20.2.2006 με την οποία το αίτημα της για την χορήγηση του συγκεκριμένου τεμαχίου απορρίφθηκε. Η προσφυγή της ενάγουσας με αριθμό 1373/2008 απορρίφθηκε στις 11.1.2011 ως εκπρόθεσμη και λόγω δεδικασμένου. Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία καθορίζουν και προσδιορίζουν και το δικαίωμα της ενάγουσας στη επίδικη γη και περιουσία, η ενάγουσα επέλεξε να μην τα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση να μην τα θέσει ενώπιον και σε γνώση του δικαστηρίου και αρκέστηκε επιλεκτικά να αναφερθεί στην προσφυγή ημερομηνίας 14.5.2010 με αριθμό 1564/2008 η οποία αφορά και πάλι την επίδικη γη αλλά καταχωρήθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κύκκου και Τηλλυρίας υπό του Κ.Κ. Νικηφόρου. Με την πιο πάνω προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε στις 14.5.2010 προσβλήθηκε η άρνηση ή η παράλειψη των καθ ΄ων η αίτηση να επιστρέψουν στους αιτητές ένα οικόπεδο στο χωριό Πολέμι, Πάφου, το οποίο είχε απαλλοτριωθεί κατά το 1953 για σκοπούς στέγασης σεισμόπληκτων. Εναντίον της απόφασης στην πιο πάνω προσφυγή η οποία καταχωρήθηκε εκκρεμεί μέχρι και σήμερα. Η ενάγουσα επικαλείται δικαίωμα στην επίδικη περιουσία το οποίο της παραχωρήθηκε από πρόσωπο και παραλείπει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα, τα οποία ήταν σε θέση πολύ καλά να γνωρίζει, τέτοιας φύσης και μορφής που θα καταδείκνυαν ότι ουδέν δικαίωμα έχει στην επίδικη περιουσία που να της παραχωρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους στις οποίες περιήλθε η κατοχή και η ιδιοκτησία της επίδικης περιουσίας. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί παρά η πιο πάνω απόκρυψη να κριθεί και να χαρακτηριστεί ως εσκεμμένη. Τα πιο πάνω στοιχεία και γεγονότα θεωρώ ότι η ενάγουσα είχε υποχρεώσει να αποκαλύψει στο δικαστήριο. Επίσης, θεωρώ ότι όσα απέκρυψε είναι ουσιαστικά, τόσο σε σχέση με την απαίτηση της, όσο και σε σχέση με το ίδιο το διάταγμα που αποτάθηκε για την έκδοση του. Η αποκάλυψη τους ενώπιον του δικαστηρίου κατά τον χρόνο που επιλαμβανόταν της αίτησης που υποβλήθηκε μονομερώς θα είχε κατά την άποψη μου επίδραση και σχέση με την έκδοση του διατάγματος, αφού αυτά γεγονότα αυτά αλλάζουν εντελώς την εικόνα που η ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο με την ένορκη δήλωση της, στην οποία αναφέρεται σε «περιουσία που περίσσεψε από την απαλλοτρίωση» (βλ. παρ. 1 της ένορκης της δήλωσης) και σε δικαίωμα που αντλεί από τον πρώην ιδιοκτήτη κάτι που δεν ισχύει αφού το αίτημα για της για χορήγηση της επίδικης περιουσίας που έγινε στις αρμόδιες αρχές του κράτους απορρίφθηκε. Συνεπώς από την στιγμή που έχει διαπιστωθεί ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων θα πρέπει το διάταγμα να ακυρωθεί και για τον λόγο αυτό. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση (ασχέτως της πιο πάνω διαπίστωσης που αφορά την απόκρυψη αφού η εξέταση των προϋποθέσεων κρίνεται σε αυτό το στάδιο ανεξάρτητα) είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Οι εναγόμενοι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους, παραθέτουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα μέσω του ενόρκως δηλούντα τα οποία θέτουν σε αμφισβήτηση την απαίτηση της ενάγουσας επί ουσιωδών ζητημάτων κατά τρόπο που αποδυναμώνουν αισθητά την απαίτηση και τους ισχυρισμών που την στηρίζουν αλλά μέχρι το σημείο που ανατρέπουν το στοιχείο της ικανοποίησης της πιο πάνω προϋπόθεσης. Όπως πιο πάνω αναφέρω, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση δεν έχει αντεξεταστεί και από το σύνολο της ένορκης του δήλωσης και των τεκμηρίων που έχει παρουσιάσει, με το περιορισμένο βέβαια βάρος που αυτά έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αλλά αντίστοιχα και το αυξημένο βάρος που φέρει η αιτήτρια να αποδείξει μέχρι τέλους ότι υφίστανται όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς (πιο πάνω), καταλήγω πως τα στοιχεία που έχουν παραθέσει οι εναγόμενοι είναι αρκετά ώστε να θέσουν σε αμφιβολία το στοιχείο της ορατής πιθανότητας επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Συνεπώς η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν ικανοποιείται. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας τέλος σε θεωρητικό και πάλι επίπεδο την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Δόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα σε περιπτώσεις που ο εναγόμενος προχωρούσε σε κατεδάφιση κατοικίας ( Fenner v. Bedford
(1985)Bitt Prac Cas 54) ή όπου υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταστροφής ή σημαντικής και οριστικής ζημιάς στο ακίνητο (Attenborough & Son v. London, etc Telephone Co
(1884)WN 2, Lowndes v. Bettle
(1864)3 New Rep 409, Κυρισάββα κ.α ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245) Στην κρινόμενη περίπτωση και σε περίπτωση βέβαια που αποφάσιζα ότι συντρέχουν οι δύο άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 32, υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που θα οδηγούσαν στην κατάληξη ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφού η κατεδάφιση της οικίας θα οδηγούσε σε πλήρη αποστέρηση του δικαιώματος της ενάγουσας . Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται και απορρίπτεται. Το διάταγμα ημερομηνίας 9/5/2014 ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.