CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1051/2006, 23/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1051/2006 Μεταξύ: CHEESELINE LTD Εναγόντων και ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.10.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κ. Σπανός (κ. Νεοφύτου για ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενους: κ. Ζύμπηλος (κα Αναστάση για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση έχει τεθεί ενώπιόν μου προς εκδίκαση, μετά από διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκασή της (βλ. την CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση Αρ.45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ό, τι ενδιαφέρει περισσότερο από την εφετειακή απόφαση είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, το οποίο, κατά τη γνώμη μου προσδιορίζει με δεσμευτικό τρόπο, τόσο για τους διαδίκους όσο και για το Δικαστήριο, το επίδικο θέμα της αγωγής που καλούμαι να επιλύσω: «Παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διαταγή για έξοδα, δεν βλέπουμε άλλη οδό από την επανεκδίκαση. Αυτή θα πρέπει να γίνει στη βάση των δικογράφων, με αναφορά δηλαδή στα δέκα κατ' ισχυρισμό απλήρωτα τιμολόγια, εκτός βεβαίως αν υπάρξει οποιαδήποτε τροποποίηση προς την κατεύθυνση του υπολοίπου του λογαριασμού (όπως είναι η θέση της Εφεσίβλητης) που να καλύπτει όλες τις συναλλαγές των διαδίκων.» Συνοπτικά, τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν τη σχετική αξίωσή τους εναντίον των εναγόμενων, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πρώτων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την εμπορία και/ή πώληση τροφίμων και/ή τυριών και/ή άλλων συναφών ειδών, ενώ οι εναγόμενοι, κατά τον ίδιο χρόνο ήταν πελάτες τους. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, δυνάμει σχετικών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, οι ενάγοντες πωλούσαν διάφορα εμπορεύματά τους στους εναγόμενους. Με την παράδοση των εμπορευμάτων, οι ενάγοντες εξέδιδαν επ' ονόματι των εναγόμενων και/ή της εμπορικής τους επωνυμίας και/ή επωνυμιών διάφορα τιμολόγια αναφορικά με τα εμπορεύματα που τους πωλούσαν, τα οποία οι τελευταίοι και/ή οι αντιπρόσωποί τους υπόγραφαν και/ή παραλάμβαναν και/ή αποδέχονταν. Τα ακόλουθα τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες επ' ονόματι των εναγόμενων και/ή της εμπορικής τους επωνυμίας «ANTHOULIS THOMA & SONS LTD» παραμένουν απλήρωτα μέχρι σήμερα:
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 7.7.2004, με αριθμό 10222686, για το ποσό των £515,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 13.7.2004, με αριθμό 10222948, για το ποσό των £506,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 20.7.2004, με αριθμό 10223234, για το ποσό των £130,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 27.7.2004, με αριθμό 10223545, για το ποσό των £672,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 3.8.2004, με αριθμό 102223834, για το ποσό των £513,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 10.8.2004, με αριθμό 10224137, για το ποσό των £1.133,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 31.8.2004, με αριθμό 10224766, για το ποσό των £443,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 7.9.2004, με αριθμό 102225036, για το ποσό των £576,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 15.9.2004, με αριθμό 10225356, για το ποσό των £521,
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 21.9.2004, με αριθμό 10225556, για το ποσό των £524,
- Σύνολο £5.538,15 Ήταν ρητός όρος των μεταξύ των διαδίκων επίδικων συμφωνιών και/ή προνοούταν ρητά επί των παραπάνω τιμολογίων ότι εάν τα οφειλόμενα ποσά δεν ξοφλιούνταν εντός 90 ημερών από την έκδοσή των τιμολογίων, θα επιβαρύνονταν με τόκο 8%. Οι ενάγοντες τηρούσαν και σχετικό χρεωπιστωτικό λογαριασμό επ' ονόματι των εναγόμενων, ο οποίος, στις 26.6.2005 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους £6.851,
- Οι εναγόμενοι, μολονότι αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν τις παραπάνω οφειλές τους παρέλειψαν να τις ξοφλήσουν. Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων, οι εναγόμενοι, με τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αντιτείνουν τα ακόλουθα: Δέχονται ότι ήσαν πελάτες των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο καθώς και ότι τηρείτο λογαριασμός αναφορικά με τη συνεργασία που είχαν, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού είναι κατά πολύ λιγότερο εκείνου που αξιώνεται από τους ενάγοντες. Οι πληρωμές γίνονταν πάντα έναντι του λογαριασμού και ως εκ τούτου, οι ενάγοντες, κακώς διεκδικούν το ποσό που αξιώνουν εναντίον τους με βάση τα τιμολόγια. Για να διαφανεί το ποσό που πραγματικά τους οφείλουν θα έπρεπε να αναφέρονται σε ολόκληρο το λογαριασμό και όχι να αξιώνουν δυνάμει τιμολογίων, τα οποία, εν πάση περιπτώσει αρνούνται, αφού λογικά αυτά είναι ξοφλημένα, με βάση τις εκάστοτε, χρονικά, πληρωμές τους. Αρνούνται ότι αποδέχθηκαν το ποσό που συνθέτει την εναντίον τους αξίωση και ισχυρίζονται πως, όταν τους ζητήθηκε το εν λόγω ποσό αντέδρασαν. Κακώς οι ενάγοντες εγείρουν την αγωγή με βάση μεμονωμένα τιμολόγια, αφού, όπως και οι ίδιοι ισχυρίζονται διατηρούσαν εμπορικό λογαριασμό για τις μεταξύ τους συναλλαγές και οι οποιεσδήποτε χρεωπιστώσεις καταχωρούνταν σ' αυτό. Ουδέποτε οι ίδιοι πλήρωναν μεμονωμένα τιμολόγια, αλλά, πάντα έναντι λογαριασμού. Τέλος αρνούνται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τόκο 8% ετησίως. Οι ενάγοντες, με την απάντησή τους στην υπεράσπιση διευκρινίζουν ότι το ποσό της αξίωσής τους εναντίον των εναγόμενων προέρχεται από απλήρωτα τιμολόγια. Περεταίρω ισχυρίζονται ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους εναγόμενους, αυτοί, σε αρκετές περιπτώσεις, τους κατέβαλαν έναντι του λογαριασμού ποσά προς εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων και είναι σε θέση να καθορίσουν ποια συγκεκριμένα τιμολόγια παρέμειναν απλήρωτα. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, οι ενάγοντες, προφανώς, ενόψει και του περιεχομένου της εφετειακής απόφασης, με την οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση της υπόθεσης, περιόρισαν την απαίτησή τους στο συνολικό ποσό των επίδικων τιμολογίων, μειωμένο κατά £60,90 (πιστωτική σημείωση που δεν ενσωματώθηκε επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν τα επίδικα τιμολόγια), πλέον τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον υπεύθυνο του λογιστηρίου του ομίλου εταιρειών M.P. Michaelides στον οποίο ανήκουν και οι ενάγοντες, που είναι και ο μόνος που κατάθεσε ως μάρτυρας στην υπόθεση, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €9.358,44, ως οφειλόμενο δυνάμει απλήρωτων τιμολογίων, το ποσό των €937,37, για δεδουλευμένους τόκους μέχρι και τις 23.3.2006 και τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των €9.358,44, από 24.3.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Πρόκειται για το Φώτη Κοτοπούλη ο μάρτυρας των εναγόντων, που για να επαναλάβω είναι και ο μόνος που έδωσε μαρτυρία κατά τη δίκη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί με αναφορά και στη μαρτυρία, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον παραπάνω μάρτυρα ενώ κατάθετε ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς του λαμβάνοντας υπόψη και το επίπεδο γνώσης του αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι άλλα, παρά μόνο αυτά που σχετίζονται με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω. Αυτό δε, αφορά στο ερώτημα κατά πόσο τα δέκα επίδικα τιμολόγια (που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 4) έχουν ξοφληθεί ή όχι από τους εναγόμενους. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Εάν είναι αρνητική, τότε, θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων, ως η - περιορισμένη - απαίτησή τους (ανωτέρω). Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του μάρτυρα των εναγόντων, επί της ουσίας, πάντοτε, όσων ανάφερε είναι θετική. Επομένως, η μαρτυρία του επί της ουσίας είναι αποδεκτή. Και τούτο, επειδή, βασικά, είτε παρέμεινε αναντίλεκτη είτε ακόμη επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας είτε τέλος καλύπτεται από τα δικόγραφα και των δυο πλευρών, στο βαθμό που αυτά συντίθενται από ισχυρισμούς γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ τους. Στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό έγινε, είτε σε συνάφεια με γεγονότα εν τέλει άσχετα με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες, αφού, ενώ δεν έγιναν αποδεκτές από το μάρτυρα δεν προσκομίστηκε καθόλου μαρτυρία από τους εναγόμενους για σκοπούς στοιχειοθέτησής τους. Προτού παραθέσω μερικά παραδείγματα, τα οποία αιτιολογούν, επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά ως μάρτυρα θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω τα εξής: Με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση η πλευρά των εναγόμενων, ομολογώ, μου έδωσε την εντύπωση πως, είτε δεν έχει διαβάσει καθόλου την απόφαση του εφετείου που διάταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης είτε ακόμη, έστω κι αν την έχει διαβάσει δεν έχει αντιληφθεί το λόγο της. Διαφορετικά, δεν μπορώ να κατανοήσω την επίμονη προσπάθειά τους να με πείσουν ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων δεν είναι τα δέκα επίδικα και απλήρωτα - όπως είναι η θέση τους - τιμολόγια (τεκμήριο 4), αλλά, το υπόλοιπο λογαριασμού. Αυτά παρενθετικά. Επί της ουσίας τώρα: Ο μάρτυρας των εναγόντων, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που έχει ετοιμάσει (τεκμήριο 1). Με αυτή, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε περί τον Ιούλιο του
- Οι ενάγοντες, μετά την παράδοση των προϊόντων που οι εναγόμενοι παράγγελλαν και αγόραζαν εξέδιδαν επ' ονόματι τους σχετικά τιμολόγια, στα οποία καταγραφόταν, μεταξύ άλλων και το τίμημα πώλησης. Τα τιμολόγια ήταν εις τριπλούν και το ένα από αυτά, άσπρου χρώματος παραδιδόταν στους εναγόμενους, μαζί με την παράδοση της παραγγελίας. Ήταν ρητός όρος της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ότι εάν τα τιμολόγια δεν ξοφλιούνταν εντός 90 ημερών θα επιβαρύνονταν με τόκο 8% μέχρι εξοφλήσεως. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι, κατά κανόνα τα ξοφλούσαν εντός τριών μηνών από την έκδοσή τους. Οι ενάγοντες, για τη συνεργασία τους με τους εναγόμενους άνοιξαν και τον εμπορικό λογαριασμό (τεκμήριο 2) στον οποίο κατέγραφαν στη στήλη των χρεώσεων τα τιμολόγια που εξέδιδαν και στη στήλη των πιστώσεων τις πληρωμές που έκαναν οι εναγόμενοι. Σύμφωνα με την πρακτική που εφάρμοζαν οι δυο πλευρές, κάθε ποσό πληρωμής ξοφλούσε συγκεκριμένα τιμολόγια. Επικαλείται τον εν λόγω λογαριασμό (τεκμήριο 2) προστίθεται, όχι για να αποδείξει το υπόλοιπό του, αλλά, ότι οι πληρωμές στις οποίες προέβαιναν οι εναγόμενοι ήταν για συγκεκριμένα τιμολόγια, συγκεκριμένων περιόδων και ότι τα επίδικα τιμολόγια που παρέμειναν απλήρωτα (τεκμήριο 4) είναι αυτά του Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, 2004 καθώς και ακόμη ένα του 1999 το οποίο δε δικογραφείται οπότε και δεν αξιώνεται από τους ενάγοντες. Ακολούθως ο μάρτυρας αναλύει την κατάσταση λογαριασμού, με αναφορά στις διάφορες πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι, χωριστά για κάθε έτος, από την έναρξη της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες το 1999 μέχρι και τον τερματισμό της το 2005 αναφέροντας και τα συγκεκριμένα τιμολόγια που αφορούσαν κάθε φορά οι πληρωμές. Και τούτο, όπως ισχυρίζεται, για να καταστεί εντελώς ξεκάθαρο ότι η κάθε πληρωμή ξοφλούσε συγκεκριμένα τιμολόγια και να καταδειχθεί έτσι ποια τιμολόγια έμειναν απλήρωτα. Όπως αναφέρει με εξαίρεση ένα τιμολόγιο ξοφλήθηκαν όλα τα υπόλοιπα για το 1999, όλα για τα έτη 2000, 2001, 2002 και
- Για το 2004, με εξαίρεση τα δέκα επίδικα τιμολόγια των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου που δεν πληρώθηκαν (τα οποία αναφέρει λεπτομερώς και είναι αυτά που αναφέρονται και στην έκθεση απαίτησης), όλα τα υπόλοιπα έχουν πληρωθεί. Τέλος, έχουν πληρωθεί και όλα τα τιμολόγια για το 2005 που τερματίστηκε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων. Αναφέρει ακόμη και το λόγο που δεν ενσωματώθηκε στην κατάσταση λογαριασμού και η πιστωτική σημείωση του ποσού των £60,90, το οποίο, εν τέλει αφαιρείται από την επίδικη αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, η οποία παρατίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι τα επίδικα τιμολόγια είναι υπογραμμένα από τους εναγόμενους, οι οποίοι τα παρέλαβαν και ουδέποτε αμφισβήτησαν. Ό, τι αμφισβητούν οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους είναι το ύψος του συνολικού ποσού που οφείλουν και όχι τα επίδικα τιμολόγια, τα οποία είναι απλήρωτα πέραν πάσης αμφιβολίας. Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρει και τον τρόπο που υπολόγισε τους δεδουλευμένους τόκους, ουσιαστικά, μέχρι και την προηγούμενη μέρα της καταχώρησης της αγωγής. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Ειδικότερα: Παραδέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει προσωπικά όλες τις καταχωρήσεις επί της κατάστασης λογαριασμού, δοθέντος ότι ανέλαβε να παρακολουθεί το λογιστήριο των εναγόντων το 2003, ενώ ο επίδικος λογαριασμός ξεκινά από το
- Ωστόσο, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, από την ημέρα που ανέλαβε υπεύθυνος του λογιστηρίου των εναγόντων μέχρι και το κλείσιμο του λογαριασμού, όλες τις καταχωρήσεις σ' αυτό (χρεώσεις και πιστώσεις) τις έκανε ο ίδιος. Δεν είχε σχέση ο ίδιος με τις παραδόσεις, διανομές, παραγγελίες και φορτώσεις αγαθών. Ερωτηθείς εάν οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν τον όρο για επιβολή τόκου 8% που αναγράφεται σε όλα τα επίδικα τιμολόγια, σε περίπτωση μη εξόφλησής τους πέραν των 90 ημερών απάντησε καταφατικά. Όπως είπε, «Από τη στιγμή που ένα τιμολόγιο το οποίο υπογράφεται, όταν υπάρχει από τον παραλήπτη υπογραφή αποδέχεται τα προϊόντα και τους όρους του τιμολογίου πάνω.» Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν μπορεί να πει μετά βεβαιότητας ποιος έχει υπογράψει κάθε ένα από τα δέκα επίδικα τιμολόγια απάντησε ως εξής: «Τα τιμολόγια όπως σας είπα, γίνεται παράδοση, μάλλον δεν το έχουμε αναφέρει τώρα, σε προηγούμενη ακροαματική διαδικασία, οι παραδόσεις γίνονται με τους delivery, οι οποίοι έχουν την ευθύνη να παραδώσουν το εμπόρευμα και να πάρουν την υπογραφή του πελάτη και αυτό γίνεται. Τα τιμολόγια έρχονται κοντά μου, τα οποία υπογράφονται από τους πελάτες μας.» «Εσείς όμως δεν είπατε στους πελάτες και συγκεκριμένα, στην περίπτωσή μας, στους εναγόμενους να υπογράψουν αυτή τη δέσμη των τιμολογίων;» ήταν η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. «Όχι, δεν έχω δει τους πελάτες μου, δεν είναι καθήκον μου να βλέπω τους πελάτες μου που υπογράφουν τα τιμολόγια.» απάντησε. «Άρα, κάποιες υπογραφές που είπατε ότι υπάρχουν σε κάθε τιμολόγιο μπορεί να είναι του οποιουδήποτε, αλλά να μην είναι των εναγόμενων;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του. «Αυτό είναι υποθετικό. Εμείς έχουμε αποδείξεις ότι τα τιμολόγια έχουν παραδοθεί και υπογραφεί.» «Από κάποιους που δεν γνωρίζετε ποιοι είναι όμως. Υπάρχουν κάποιες υπογραφές που δε γνωρίζετε ποιοι είναι αυτά τα πρόσωπα.» επέμενε ο κ. Ζύμπηλος. Και η απάντηση του μάρτυρα. «Όχι δε γνωρίζω.» Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων ισχυρίστηκε και τα εξής: Ερωτηθείς εάν οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν πως οφείλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό απάντησε πως δε γνωρίζει. Ούτε κατά πόσο αντέδρασαν στην επιστολή (τεκμήριο 5) γνωρίζει. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση συμφώνησε ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν εμπορικό λογαριασμό με τους εναγόμενους στον οποίο βασιζόταν η μεταξύ τους σχέση. Ισχυρίστηκε και επέμενε ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε κάθε ένα από τα επίδικα τιμολόγια δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο του πελάτη της ημέρας έκδοσης του τιμολογίου. Τέλος, δε δέχθηκε την υποβολή ότι οι οποιεσδήποτε πληρωμές έκαναν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες ήταν έναντι λογαριασμού. Όπως είπε κατά λέξη: «Όχι. Απάντησα ότι οι πληρωμές από τους εναγόμενους των συγκριμένων μηνών ή συγκεκριμένων τιμολογίων ή έναντι λογαριασμού υπήρχαν αποδείξεις εκδομένες.» Παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 2), δεδομένου ότι, όπως με κάθε ειλικρίνεια ανάφερε ανέλαβε να παρακολουθεί το λογιστήριο των εναγόντων το 2003, ενώ ο επίδικος λογαριασμός ξεκινά από το
- Ωστόσο, αυτό ουδεμία επίπτωση είτε επί της αξιοπιστίας του είτε επί της υπόθεσης των εναγόντων μπορεί να έχει. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, η προσπάθεια των εναγόμενων να με πείσουν ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσαν οι ενάγοντες διαχρονικά για τις διάφορες συναλλαγές μεταξύ τους παραβλέπει την ουσία της εφετειακής απόφαση (ανωτέρω) η οποία δε διέταξε απλώς επανεκδίκαση της υπόθεσης, αλλά, την ίδια ώρα προσδιόρισε με ρητό και εντελώς ξεκάθαρο, θα έλεγα, τρόπο και τη βάση της αγωγής, ενώ προχωρώντας πάρα πέρα, υπέδειξε και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να διευρυνθεί η βάση της αγωγής ώστε να καλύπτει όλες τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων. Αυτό, όπως υποδεικνύεται θα μπορούσε να γίνει με σχετική τροποποίηση προς την κατεύθυνση του υπόλοιπου του λογαριασμού, όπως είναι η θέση των εναγόμενων. Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω το καταληκτικό μέρος της εφετειακής απόφασης: «Παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διαταγή για έξοδα, δεν βλέπουμε άλλη οδό από την επανεκδίκαση. Αυτή θα πρέπει να γίνει στη βάση των δικογράφων, με αναφορά δηλαδή στα δέκα κατ' ισχυρισμό απλήρωτα τιμολόγια, εκτός βεβαίως αν υπάρξει οποιαδήποτε τροποποίηση προς την κατεύθυνση του υπολοίπου του λογαριασμού (όπως είναι η θέση της Εφεσίβλητης) που να καλύπτει όλες τις συναλλαγές των διαδίκων.» Η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι δικά μου. Δεδομένου ότι ουδεμία τέτοια τροποποίηση υπήρξε η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν τη βάση της αγωγής τους, συναρτάται απόλυτα με την απάντηση που θα δοθεί σε κάθε ένα από τα ακόλουθα ερωτήματα: Έχουν εκδοθεί ή όχι από τους ενάγοντες τα επίδικα τιμολόγια; Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τα εν λόγω τιμολόγια έγιναν ή όχι αποδεκτά από τους εναγόμενους. Εάν και σ' αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι καταφατική, ποιο το περιεχόμενο των εν λόγω τιμολογίων είναι το επόμενο ερώτημα. Το τελευταίο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι ξόφλησαν τα συγκεκριμένα τιμολόγια. Για να συνεχίσω, η παραπάνω προσπάθεια των εναγόμενων παραβλέπει και το λόγο για τον οποίο οι ενάγοντες παρουσίασαν την κατάσταση λογαριασμού στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, που σύμφωνα με το μάρτυρά τους δεν είναι για να αποδείξουν το υπόλοιπο του λογαριασμού, αλλά, ότι οι πληρωμές που γίνονταν από τους εναγόμενους ήταν για την εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων, συγκεκριμένων περιόδων. Σ' αυτά τα πλαίσια, η θέση αυτή του μάρτυρα, την οποία προέβαλε σταθερά και αξιόπιστα κατά τη δίκη ούτε έχει κλονιστεί μα ούτε και μπορεί να αναιρεθεί με την έωλη υποβολή που του έγινε, ότι οι οποιεσδήποτε πληρωμές έκαναν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες ήταν έναντι λογαριασμού. Η θέση αυτή, εκτός του ότι παραγνωρίζει πλήρως τη βάση της αγωγής, ούτε και υποστηρίζεται από κάποιο στοιχείο μαρτυρίας. Και κάτι ακόμη. Ναι μεν ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει προσωπικά για όλες τις καταχωρήσεις που έγιναν και αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού, ωστόσο, ο ισχυρισμός του ότι όλες οι καταχωρήσεις σ' αυτή, από το 2003 και μετά έγιναν από τον ίδιο παρέμεινε αναντίλεκτος. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι για οτιδήποτε ανάφερε σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια παραπέμποντας στην κατάσταση λογαριασμού είχε προσωπική γνώση και τούτο, επειδή, οι σχετικές καταχωρήσεις έχουν γίνει από τον ίδιο. Υπενθυμίζω απλώς ότι τα επίδικα τιμολόγια αφορούν τρεις μήνες του έτους 2004, ενώ ο μάρτυρας είναι υπεύθυνος του λογιστηρίου των εναγόντων από το
- Ούτε και του υποβλήθηκε ότι δεν είναι ο ίδιος που προέβηκε στις συγκεκριμένες καταχωρήσεις. Απ' εκεί και πέρα, τα ακόλουθα, όχι απλώς έχουν αποδειχθεί με όσα ανάφερε ο μάρτυρας, αλλά, θα έλεγα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: Καταρχήν, η έκδοση των επίδικων τιμολογίων. Ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα πως δεν έχουν εκδοθεί τα επίδικα τιμολόγια, είτε ακόμη ότι αυτά δεν αφορούν τις επίδικες συναλλαγές των εναγόντων με τους εναγόμενους. Αντίθετα, με ορθή ερμηνεία των ακόλουθων δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόμενων είναι σαφές, ότι, αυτοί, έστω έμμεσα παραδέχονται τόσο την έκδοση των τιμολογίων και τη σχέση τους με τις επίδικες συναλλαγές τους με τους ενάγοντες, όσο και το περιεχόμενο τους καθώς και ότι αυτά έγιναν αποδεκτά από τους ίδιους. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί τους είναι από την παράγραφο 3 (β) της υπεράσπισης: Οι οποιεσδήποτε πληρωμές γίνονταν εκ μέρους τους ήταν πάντα έναντι λογαριασμού και κακώς οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό που αξιώνουν με βάση τα τιμολόγια, αλλά θα έπρεπε να αναφέρονταν σε ολόκληρο το λογαριασμό, για να διαφανεί ποιο ποσό πραγματικά τους οφείλουν ως υπόλοιπο του λογαριασμού και όχι να αξιώνουν ποσό δυνάμει τιμολογίων, τα οποία, εν πάση περιπτώσει αρνούνται, αφού αυτά λογικά είναι ξοφλημένα. Μολονότι η τελευταία φράση, περικλείει και την ουσία της μοναδικής, θα έλεγα, υπεράσπισης των εναγόμενων στην υπόθεση, εντούτοις, θα συνεχίσω παραπέμποντας και στις υποπαραγράφους (γ) και (δ) της ίδιας παραγράφου της υπεράσπισης, με τις οποίες ισχυρίζονται τα εξής, μεταξύ άλλων: Παρά το ότι επανειλημμένα ζήτησαν από τους ενάγοντες αντίγραφο του λογαριασμού τους μαζί με όλα τα αντίγραφα των τιμολογίων που αναφέρονται στο λογαριασμό για να ελεγχθεί από το λογιστή των εναγόντων (των εναγόμενων υποθέτω ήθελαν να πουν), οι ενάγοντες ουδέποτε τους εφοδίασαν με αυτά τα έγγραφα και προχώρησαν κακώς στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον τους, βασιζόμενοι σε μεμονωμένα τιμολόγια, διεκδικώντας ποσό που οι εναγόμενοι δεν οφείλουν (υποπαράγραφος (γ)). Οι ενάγοντες κακώς εγείρουν την παρούσα αγωγή με βάση μεμονωμένα τιμολόγια, αφού όπως και οι ίδιοι ισχυρίζονται οι εναγόμενοι διατηρούσαν εμπορικό λογαριασμό μαζί τους για τις μεταξύ τους συναλλαγές και οποιεσδήποτε χρεώσεις ή πιστώσεις ή πωλήσεις αγαθών ή πληρωμές γίνονταν, καταχωρούνταν στον εν λόγω λογαριασμό και ουδέποτε οι εναγόμενοι πλήρωναν μεμονωμένα τιμολόγια, αλλά πάντα έναντι του λογαριασμού και ως εκ τούτου η βάση της παρούσας αγωγής έπρεπε να είναι ο λογαριασμός και όχι μεμονωμένα τιμολόγια (υποπαράγραφος (δ)). Από το σύνολο των παραπάνω ισχυρισμών τους (σε συνδυασμό και με την ομολογία τους της υποπαραγράφου (α) ότι το ποσό που οφείλουν είναι κατά πολύ λιγότερο αυτού που αξιώνουν οι ενάγοντες), η βασική τους θέση, με μία φράση είναι η εξής: Επειδή, για τις συναλλαγές τους με τους ενάγοντες πλήρωναν έναντι του λογαριασμού και όχι μεμονωμένα τιμολόγια, το ποσό που οφείλουν στους ενάγοντες είναι κατά πολύ λιγότερο αυτού που αξιώνουν εναντίον τους οι τελευταίοι, ενώ, τα επίδικα τιμολόγια, λογικά είναι ξοφλημένα. Εν τέλει, θα έλεγα πως, ακόμη και η μοναδική υπεράσπιση που προβάλλουν στην υπόθεση είναι περισσότερο σκιώδης παρά πραγματική, υπό την έννοια ότι, ο λόγος για τον οποίο ισχυρίζονται ότι τα επίδικα τιμολόγια, λογικά είναι ξοφλημένα, δεν οδηγεί άνευ άλλου σε απόδειξη ότι αυτά είναι και πραγματικά ξοφλημένα, που είναι και το μείζον θέμα της υπόθεσης, για το οποίο, δεν έχουν προσκομίσει καθόλου μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Γιατί εναπόκειτο στους ίδιους να αποδείξουν την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων θα εξηγήσω αργότερα. Για να συνεχίσω, ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι όλες οι παραπάνω αναφορές των εναγόμενων αφορούν οποιαδήποτε άλλα τιμολόγια, εκτός από τα επίδικα, για τα οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά στην έκθεση απαίτησης από τους ενάγοντες και δόθηκε σχετική μαρτυρία από το μάρτυρά τους κατά τη δίκη. Προφανώς, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόμενων απαντούν στους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγόντων. Με αυτό δεδομένο, δεν αποδίδω καθόλου σημασία στην προσπάθεια των εναγόμενων, οι οποίοι, κατά το στάδιο αντεξέτασης του μάρτυρα των εναγόντων επιχείρησαν να αμφισβητήσουν είτε την υπογραφή τους στα επίδικα τιμολόγια είτε στοιχεία από το περιεχόμενό τους. Έχοντας υπόψη όλους τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, βασικά, με εξαίρεση τον ισχυρισμό τους ότι τα επίδικα τιμολόγια είναι λογικά ξοφλημένα, δεν είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν οτιδήποτε άλλο σε σχέση με αυτά. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα των εναγόντων ότι, είτε δεν υπογράφτηκαν από τους εναγόμενους τα επίδικα τιμολόγια είτε δεν παραδόθηκαν στους εναγόμενους και δεν έγιναν αποδεκτά αυτά από τους τελευταίους είτε τέλος, ότι τα εμπορεύματα που αυτά αφορούσαν δεν παραδόθηκαν στους εναγόμενους. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεών μου, βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων. Συγκεφαλαιώνοντάς τα, δέχομαι ότι στον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες, για διάφορα εμπορεύματα που πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους εξέδωσαν και παρέδωσαν σ' αυτούς και τα δέκα επίδικα τιμολόγια (τεκμήριο 4), με περιεχόμενο και στοιχεία, ως εκτίθεται σε κάθε ένα από αυτά. Οι εναγόμενοι, διά της υπογραφής τους σ' αυτά αποδέχθηκαν τόσο τα εμπορεύματα όσο και τα τιμολόγια και θα έλεγα πως, ούτε και ισχυρίστηκαν οποτεδήποτε το αντίθετο. Οι δικογραφημένες θέσεις τους εκτίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω, ενώ, για να επαναλάβω, δεν έχουν προσκομίσει καθόλου μαρτυρία οι ίδιοι, προκειμένου να αντικρούσουν την εκδοχή των εναγόντων και να αποδείξουν τη δική τους εκεί όπου μεταξύ τους υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές. Ότι αποδέχθηκαν τα εμπορεύματα και μάλιστα ότι αυτά ήταν σε καλή κατάσταση απορρέει από το περιεχόμενο και των δέκα τιμολογίων, στα οποία, μεταξύ άλλων διαλαμβάνεται και ο ακόλουθος όρος, με αριθμό 2: «Τα εμπορεύματα παρελήφθησαν σε καλή κατάσταση» Καθόλα σχετικός είναι και ο υπ' αριθμό 3 όρος που διαλαμβάνεται και στα δέκα τιμολόγια, τον οποίο επίσης έχουν αποδεχθεί οι εναγόμενοι, οι οποίοι, διά της υπογραφής τους σε κάθε τιμολόγιο, όπως ανάφερε και ο μάρτυρας των εναγόντων, τον κατέστησαν μέρος της επίδικης συνεργασίας τους: «Τιμολόγια που δεν εξοφλούνται πέραν των 90 ημερών επιβαρύνονται με τόκο 8%» Απ' εκεί και πέρα, οι διάφοροι υπολογισμοί που έκανε ο μάρτυρας, προκειμένου να αιτιολογήσει τις διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων δεν έχουν αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώσει, μετά από σχετικό έλεγχο στον οποίο έχω προβεί κρίνονται ορθοί. Ό, τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν ξοφλήσει τα επίδικα τιμολόγια. Η απάντηση είναι αρνητική. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων) το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο ενάγοντας και βασίζεται σε απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Στην περίπτωσή μας, οι ενάγοντες απόδειξαν με συντριπτικά, θα έλεγα, στοιχεία μαρτυρίας οτιδήποτε είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν, περιλαμβανομένου και του βασικού ισχυρισμού τους ότι οι εναγόμενοι δεν ξόφλησαν τα επίδικα τιμολόγια. Αντίθετα, οι εναγόμενοι, στους οποίους μετατοπίστηκε το ειδικό βάρος να αποσείσουν το συμπέρασμα της μη εξόφλησης που δημιουργήθηκε σε βάρος τους, τίποτα δεν έχουν κάνει για να το αποσείσουν. Για να επαναλάβω, με την υπεράσπισή τους, την οποία, δικαιολογημένα πιστεύω χαρακτήρισα σκιώδη κάνουν λόγο για τιμολόγια λογικά ξοφλημένα και τούτο, τη στιγμή που προηγουμένως παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό στους ενάγοντες, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε συγκεκριμενοποίησαν. Από την άλλη, κανένα αποδεικτικό στοιχείο έχει προσκομιστεί εκ μέρους τους που να καταδεικνύει έστω ότι έχουν ξοφλήσει οποιοδήποτε από τα επίδικα τιμολόγια ή μέρος αυτού, μιας και επέλεξαν να μην παρουσιάσουν κανένα μάρτυρα κατά τη δίκη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €9.358,44, ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και για το ποσό των €937,37, υπό μορφή δεδουλευμένων τόκων μέχρι και τις 23.3.2006, με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €9.358,44 από 24.3.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - Απλήρωτα τιμολόγια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο