← Κύπρος

Κυριάκου Νεοφύτου Παπαευριπίδου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πωμού Τυλληρίας, Αίτηση - Έφεση: 35/2013, 25/11/2014

Κυριάκου Νεοφύτου Παπαευριπίδου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πωμού Τυλληρίας, Αίτηση - Έφεση: 35/2013, 25/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A224 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 35/2013 Ο ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΣ - ΑΡΘΡΑ 52, 53 ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΙ - Ο ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟΣ ΚΕΦ. 4, ΑΡΘΡΟ

  1. Μεταξύ: Κυριάκου Νεοφύτου Παπαευριπίδου Εφεσείων και Συνεργατική Εταιρεία Πωμού - Τυλληρίας Εφεσιβλήτων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 3/7/2013 Κυριάκου Νεοφύτου Παπαευριπίδου Εφεσείων και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πωμού Τυλληρίας Εφεσιβλήτων .......... Ημερομηνία: 25.11.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Εφεσείοντα: κα Δ. Τοχμακίδου για κ. Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Για Καθ'ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτους: κα Χρ. Χ' Γεωργίου για κ. Χρ. Λουκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση - Έφεση (η Αίτηση) ο Αιτητής - Εφεσείων (ο Αιτητής) εξαιτείται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την απόφαση του Διαιτητή στο Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πωμού Τυλληρίας, ημερομηνίας 11.12.2012 επί του δανείου υπ' αριθμόν 7211956-2 και της υποθήκης υπ' αριθμόν ΥΑ4800/09 και ΥΑ4802/09 δια το ποσόν των €103.407,90.». Η Αίτηση στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους και αιτίες: «
  2. Η διαδικασία της Διαιτησίας που ακολουθήθηκε ήταν παράνομη και / ή αντίθετη με τον Περί Διαιτησίας Νόμο και / ή αντίθετη με το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  3. Η απόφαση του Διαιτητή εκδόθηκε κατά παράβαση των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών και κατά παράβαση των προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
  4. Η απόφαση του Διαιτητή είναι παράτυπη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομολόγια.
  5. Τα ποσά που απαιτεί ο Εφεσίβλητος περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό και ανατοκισμό και παράνομες χρεώσεις και παράνομη κεφαλαιοποίηση.
  6. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση - έφεση είναι οι ακόλουθοι: (α) Το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό -€103.407,90 πλέον τόκο 9,5% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δυο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 30/6/2012, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €96,00, είναι παράνομο και/ή υπέρογκο καθότι η εφεσίβλητοι έχουν προβεί σε υπέρ χρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό αναιτίως χωρίς να ενημερώσουν τον εφεσείοντα. (β) Οι παράνομες χρεώσεις και/ή υπέρ χρεώσεις παραβιάζουν τα δικαιώματα του εφεσείοντος. (γ) Οι εφεσίβλητοι προχώρησαν σε επιβολή καταχρηστικών όρων στην επίδικη συμφωνία καθώς και στην επιβολή και αξίωση παράνομων τόκων και/ή χρεώσεων. (δ) Για τους ως άνω εκτεθέντες λόγους, ο εφεσείων δεν αποδέχεται το ύψος του ισχυριζόμενου από τους εφεσιβλήτους οφειλόμενου ποσού και/ή αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου ποσού για το λόγο ότι οι εφεσίβλητοι δεν προσδιορίζουν και/ή δεν καταγράφουν με ακρίβεια τους τόκους, τους ανατοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και τις άλλες χρεώσεις και έξοδα. (ε) Οι εφεσίβλητοι παραβίασαν την νομοθεσία περί καταχρηστικών ρητρών και συγκεκριμένα στον βαθμό που επέβαλαν ανατοκισμό, τόκους υπερημερίας και αυξομείωση του επιτοκίου και φέρνουν το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου.
  7. Λεπτομέρειες σχετικές με την υπόθεση, ο εφεσείων επιφυλάσσεται να παρουσιάσει μετά από μελέτη στα σχετικά πρακτικά της διαδικασίας της οποίας δεν έχει στην κατοχή του.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1, 2, 52,

(1),
(2),
(3),
(4),
(5), 53 στους σχετικούς στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 άρθρα 2, 20
(2), 24 στον Ν.14/60, άρθρα 29-32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 8, 9 στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, άρθρο 3
(1)(α), (β), (γ), και
(2)και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή. Ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι αιτείται την ακύρωση ή τον παραμερισμό της απόφασης του Διαιτητή που λήφθηκε στις 11.12.
  1. Αντίγραφο της γνωστοποίησης της απόφασης σ' αυτόν (Τεκμήριο Α) επισυνάπτεται. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι αποτελεί θέση του ότι η διαιτητική απόφαση είναι παράνομη ή και αντίθετη με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω σύμφωνα με τα όσα του έχει αναφέρει ο δικηγόρος του και αληθώς πιστεύει, η διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Όπως ακόμα τον ενημερώνει ο δικηγόρος του τα ποσά που απαιτούν οι εφεσίβλητοι περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό και ανατοκισμό και παράνομες χρεώσεις τα οποία δεν προνοούνται και δεν δικαιολογούνται από την συμφωνία δανείου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι επιφυλάσσεται να παρουσιάσει λεπτομέρειες σχετικές με την υπόθεση μετά από μελέτη των σχετικών πρακτικών της διαιτητικής διαδικασίας ημερομηνίας 11.12.2012 τα οποία δεν έχει στην κατοχή του. Οι καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι (οι οποίοι με ειδοποίηση τους ημερομηνίας 11.4.2014 αναφέρουν ότι πλέον ονομάζονται Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ) στην ένσταση τους προβάλουν τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει:
  2. Ο Εφεσείων δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η αίτηση/έφεση του είναι αβάσιμη και ανυπόστατη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα.
  3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση είναι ανεπαρκής και/ή αντικανονική και θα πρέπει να αγνοηθεί ως μη επαρκής μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης του Εφεσείοντα καθώς δεν περιέχει τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της απαίτησης του.
  4. Η διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και επιείκειας και ακολουθήθηκαν όλες οι ενδεδειγμένες διαδικασίες, θέσμια και οι εκάστοτε εν ισχύ νομοθεσίες. 3.1 Ο διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανόνες που απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή.
  5. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε νομότυπα από το νομίμως διοριζόμενο προς εκδίκαση της μεταξύ των Εφεσιβλήτων και του Εφεσείοντα διαφοράς, ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με βάση τις εξουσίες που του παρέχει ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85, όπως τροποποιήθηκε.
  6. Η διαιτητική απόφαση είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και είναι πλήρως αιτιολογημένη και σαφής ως προς την ευθύνη του Εφεσείοντα απέναντι στους Εφεσίβλητους και εν πάση περιπτώσει δεν απαιτείτο από τον διαιτητή περαιτέρω αιτιολόγηση για το λόγο ότι η διαιτητική απόφαση δεν εξεδόθη κατόπιν ακρόασης αλλά στην απουσία του Εφεσείοντα.
  7. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί παράνομου τόκου και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων και/ή παράνομης κεφαλαιοποίησης είναι γενικοί και αόριστοι, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία, και εν πάση περιπτώσει δε νομιμοποιείται ο Εφεσείοντας να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς στη διαδικασία αυτή. 6.1 Ο λογαριασμός του Εφεσείοντα δεν χρεώθηκε με καμία παράνομη χρέωση και/ή ανατοκισμό και δεν έγινε καμία παράνομη κεφαλαιοποίηση και το ποσό το οποίο επιδικάστηκε στη διαιτητική απόφαση είναι το νόμιμο και πραγματικό οφειλόμενο προς τους Εφεσίβλητους ποσό το οποίο είναι δεσμευτικό προς τον Εφεσείοντα.
  8. Όλες οι συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ του Εφεσείοντα και των Εφεσίβλητων είναι απ' όλες τις απόψεις έγκυρες και δεσμευτικές και όλοι οι όροι που περιέχονται σε αυτές είναι καθόλα νόμιμοι και δίκαιοι και είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ του Εφεσείοντα και των Εφεσίβλητων και υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση του Εφεσείοντα.
  9. Όλοι οι όροι της συμφωνίας δανείου επεξηγήθηκαν αναλυτικά στον Εφεσείοντα ο οποίος αντιλήφθηκε πλήρως τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του που απέρρεαν από την υπογραφή της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας.
  10. Πλήρης επεξήγηση των λόγων της ένστασης αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της γραφέας στο τμήμα ανάκτησης χρεών των εφεσιβλήτων κ. Αντιγόνη Χαριδήμου. Η ένσταση βασίζεται επί του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, επί του άρθρου 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στη Δ.48 θ.4-8 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως τροποποιήθηκαν, επί του άρθρου 36 του Ν.14/60 και επί της εγγενούς εξουσίας και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η Αντιγόνη Χαριδήμου στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται στην εξέλιξη των καθ' ων η αίτηση και την μετατροπή τους από εταιρεία απεριόριστης ευθύνης σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Τεκμήρια 1 και 2). Η ενόρκως δηλούσα στην συνέχεια ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ενώ παραδέχεται ότι το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι πράγματι γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή. Θα γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Α. Χαριδήμου εάν και εφόσον ήθελε κριθεί αναγκαίο. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία. Η πρώτη διαπίστωση στην οποία προβαίνω είναι ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι αφού δεν δίνονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς αυτούς, π.χ. τι εννοεί ότι η διαιτητική απόφαση είναι παράνομη ή και αντίθετη με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης; Ακόμα για ποιο λόγο είναι παράτυπη και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία; Που έχει γίνει παράνομος τοκισμός ή ανατοκισμός ή παράνομες χρεώσεις; Θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιούνται οι ισχυρισμοί αυτοί, πράγμα που δεν συμβαίνει με αποτέλεσμα να μην ξεφεύγουν από την σφαίρα της γενικότητας και της αοριστίας και να μην μπορούν να στηρίξουν τους λόγους που προβάλει ο Αιτητής για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης (βλ. Κούλλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987). Σημειώνεται ότι, παρόλο που ο Αιτητής εκφράζει την πρόθεση του τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει να τα παρουσιάσει, εντούτοις δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πρακτικά της διαδικασίας διαιτησίας (ούτε Τεκμήρια που τυχόν κατατέθηκαν) και επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας που δόθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής. Η πιο πάνω διαπίστωση μου είναι μοιραία για την τύχη της παρούσας αίτησης η οποία δεν μπορεί να επιτύχει. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 όπως έχει τροποποιηθεί: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μίας ημερών
(21)από την ημερομηνία προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης». Το άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
  2. Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει την διαιτητική απόφαση.» Θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι από τη μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης δεν προκύπτει να ζητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διαιτησίας η απομάκρυνση του διαιτητή λόγω κακής συμπεριφοράς ή λόγω του ότι χειριζόταν κακώς την υπόθεση. Στην υπόθεση Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 687, 696, 697 επεξηγείται τι συνιστά «κακή» ή «ανάρμοστη συμπεριφορά» (misconduct) και πως ερμηνεύεται στην Αγγλική και Κυπριακή νομολογία: «Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («..... has misconducted himself or the proceedings...». ............................................................................................................................................................................................................................................................ Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στην δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, της εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1.A.A.Δ. 223, ή η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος» ενώ «....... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ..... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο)». Στην υπόθεση Οικοδ. Επιχειρ. Στ. Α. Σταύρου Λτδ ν. Τυλλή κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1176 με αναφορά στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1991)1(Β) Α.Α.Δ. 717 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι «ο όρος «misconduct» - «ανάρμοστη συμπεριφορά» του διαιτητή, περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές ότι θα καταλήξουν σε δίκαιη απόφαση. Αποφασίστηκε επίσης ότι το έργο των διαιτητών είναι δικαστικό και η αποστολή τους είναι δικαστική. Σχετική αναφορά έγινε στην υπόθεση Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep.135». Εξίσου διαφωτιστικά είναι και τα όσα λέχθησαν στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση P.N.P. CONSTRUCTIONS LIMITED v. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ κ.α., Πολ. Έφεση 34/2009, ημερομηνίας 26.6.2012 όπου ακόμα επεξηγήθηκαν οι λόγοι για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί: «Ο όρος «ανάρμοστη συμπεριφορά» έχει ερμηνευτεί επανειλημμένα και περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 687). Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας «απρεπούς συμπεριφοράς» αναφέρεται στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ελέγχονται δηλαδή και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1CLR 15, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 223). Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, ουδέποτε η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2)δεν έχει συμπεριλάβει και την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία ειδικά παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικά δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενέργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (Russel on Arbitration, 2007, σελ.375, παρ, 7-056). Εν όψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου, με τίτλο «Δήλωση» που δίδει ο διαιτητής εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται απρεπής συμπεριφορά, θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν φαίνεται να στηρίζεται από τη νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στη νομολογία μας, αλλά και σε άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που θα θεωρούνταν απρεπής συμπεριφορά, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Στην υπόθεση Τσιμεντ. Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 23 επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ.4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου και αυτό σφραγίζει, όπως και στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, και την τύχη της έφεσης». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι η πλευρά του Αιτητή δεν έχει καταφέρει να θεμελιώσει τους προβαλλόμενους από αυτόν λόγους περί παράνομης διαδικασίας ή και αντίθετης με τον Περί Διαιτησίας Νόμο ή το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών ως επίσης των προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικών κανονισμών. Η πλευρά του Αιτητή δεν έχει επίσης καταφέρει να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της περί παράνομων χρεώσεων ή και υπερχρεώσεων, τοκισμό και ανατοκισμό, σε επιβολή καταχρηστικών όρων κ.λ.π.. Η γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή προς τον Αιτητή (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), αναφέρει ότι η υπόθεση εκδικάστηκε στην παρουσία του Αιτητή. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι η διαδικασία της διαιτησίας διεξήχθη στην απουσία του Αιτητή. Παρόλη την αντίθεση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στην γνωστοποίηση της απόφασης και των πιο πάνω ισχυρισμών, η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αμφισβητήσει τον ισχυρισμό αυτό των Καθ΄ ων η Αίτηση με οποιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω δεν υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους της πλευράς του Αιτητή ότι έθεσε τις πιο πάνω θέσεις του ενώπιον του Διαιτητή και ότι ο τελευταίος αποφάσισε ενάντια στις θέσεις αυτές. Προκύπτει επομένως αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ο Αιτητής (είτε παρουσιάστηκε στην διαιτητική διαδικασία είτε όχι) δεν έθεσε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενώπιον του Διαιτητή. Στην υπόθεση Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου, (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίζοντας ότι η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή είναι ουσιαστικά ορθή, παρέθεσε τα πιο κάτω αποσπάσματα από την Πρωτόδικη απόφαση (σελ. 990): «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. ................................... ...................................................................... Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι΄αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου». Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ισχυρισμούς οι οποίοι θα έπρεπε αρχικά να είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή. Από την στιγμή που τέτοια ζητήματα δεν τέθηκαν ενώπιον του Διαιτητή, οι σχετικοί προβαλλόμενοι λόγοι εκ μέρους του Αιτητή στην παρούσα διαδικασία δεν μπορούν να επιτύχουν. Τέλος κάποιοι ισχυρισμοί της πλευράς του Αιτητή κατά το στάδιο των αγορεύσεων περί ασαφειών της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 11.12.2012 δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί αφενός μεν γιατί δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αφετέρου δε αναφέρονται σε απλά τυπογραφικά λάθη τα οποία όμως δεν προκαλούν οποιαδήποτε ασάφεια αφού η απόφαση του Διαιτητή είναι σαφής και ξεκάθαρη. Επομένως ο λόγος που προβάλλεται από τον Αιτητή περί παράτυπης διαιτητικής απόφασης η οποία δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομολογία δεν γίνεται αποδεκτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ....../Κ.Α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.